Η ομιλία μου στο Διεθνές Φεστιβάλ Μίκη Θεοδωράκη.

Αγαπητές Φίλες, Αγαπητοί Φίλοι,

Με πολύ μεγάλη χαρά αποδέχθηκα την πρόταση των διοργανωτών αυτών των εκδηλώσεων τιμής στον Μίκη Θεοδωράκη.

Και θέλω να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνετε, να μπορώ να πω μερικά λόγια, συμμετέχοντας και εγώ, όπως όλοι εδώ σήμερα, σε μια εκδήλωση, που κυριαρχούν τα συναισθήματα, τα χρώματα, οι εικόνες και οι ήχοι, πότε της χαράς, της αγάπης, του αγώνα και πότε της λύπης, του θυμού, ακόμη και της οργής, για τα ανθρώπινα, της ζωής, της αδικίας, της αγωνίας, του πόνου, αλλά και του πόθου, της ελπίδας, της νίκης επί της φθοράς.
Ως πολιτικός, θα έμπαινε κανείς εύκολα στον πειρασμό να κρίνει τον Μίκη, και να τολμήσει να τον τοποθετήσει στα πλαίσια της καθημερινής πολιτικής διαμάχης.

Αυτό, και θα τον αδικούσε, και θα περιόριζε το μέγεθος της προσφοράς και του έργου του και θα υποτιμούσε τους αγώνες του.

Θα σταθώ λοιπόν σε τρία σημεία που για μένα συμβολίζονται από την μορφή αυτή, του Μίκη.
Που υπερβαίνουν τις μάχες για την εξουσία, ενώνουν καθώς γκρεμίζουν εύκολους διαχωρισμούς, αλλά και προβληματίζουν-προκαλούν για την πορεία του Ελληνισμού και της θέσης του στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Βλέπω πρώτα απ’όλα τον Μίκη, ένα παιδί, που πλάθεται, που ανακαλύπτει την μουσική, τυχαία μεταφερόμενος ανά την Ελλάδα ακολουθώντας τις μεταθέσεις του πατέρα του.

Τα πρώτα ακούσματά του είναι της Φιλαρμονικής στο Αργοστόλι, μετά στο Ωδείο της Πάτρας, αργότερα στην Τρίπολη, όπου συνάντησε την εκκλησιαστική μουσική.

Ανακαλύπτει όμως και τον εαυτό του, και μαζί τη δικιά του δύναμη δημιουργίας.

Αναρωτιέται κανείς, αν δεν ήσαν αυτές οι συγκυρίες, η τύχη, θα υπήρχε ο Μίκης, ο Μίκης ο μουσικός;

Και όσο μεγάλος είναι για μας ο Μίκης, αναρωτιέμαι, ή μάλλον γνωρίζω καλά, έχοντας διατελέσει Υπουργός Παιδείας, ότι το σύστημα παιδείας το σημερινό, περιορίζει, αποθαρρύνει, εμποδίζει ή και φοβάται αυτή την ελευθερία της δημιουργίας και της σκέψης που ενσάρκωσε ο Μίκης.

Καθηλώνοντας τόσα νέα παιδιά σε μια ρουτίνα που τους αδικεί, που δεν τους αφήνει να ανακαλύψουν το δικό τους δημιουργικό ταλέντο, όποιο και να είναι αυτό, και που αδικεί και την Ελλάδα.

Ο Μίκης είναι μοναδικός. Αλλά στη μοναδικότητά του αντιπροσωπεύει την τεράστια δημιουργική δύναμη που κρύβεται στον καθένα μας, στο λαό μας ή αν θέλετε σε κάθε λαό.
Βαθιά αντικαθεστωτικός, μόνο και μόνο που ακολούθησε μια δικιά του δημιουργική πορεία σπάζοντας φόρμες και νόρμες.

Για αυτό και η σχέση μας με τον μύθο του Μίκη, δεν μπορεί ή δεν πρέπει να είναι λατρευτικός, σαν κάτι ξένο, μακρινό, αλλά απελευθερωτικός, σαν κάτι δικό μας, που μας εμψυχώνει, μας προκαλεί να απελευθερώσουμε και να ανακαλύψουμε τις δημιουργικές δυνατότητες που ο καθένας μας – ο λαός μας κρύβει.

Και αυτό εκφράζεται ανάγλυφα στη μουσική και στίχους του.

Το δεύτερο σημείο που συγκινεί, που εμπνέει εμάς τους Έλληνες, είναι η σχέση του με τις περιπέτειες, τα βάσανα, τις ήττες και τις νίκες του Ελληνικού λαού.

Πλάθεται και πλάθει, στη Ζάτουνα, με τα Αρκαδικά, στον Ωρωπό, στις εξορίες, στο αντάρτικο, στα βασανιστήρια τα δικά του, των συντρόφων του, της οικογένειάς του, στον αγώνα για την απελευθέρωση από τη δικτατορία, στην σχέση του με τους ποιητές, παραδοσιακούς και σύγχρονους της Ελλάδας.

Πλάθεται ο ίδιος, από τον πόνο, τις πληγές, τις ελπίδες, τους αγώνες ενός λαού.
Και αυτές εκφράζει με την μουσική του. Με τα τραγούδια που όλοι μας σιγοτραγουδούσαμε ή βροντοφωνάζαμε επί χούντας.

Ως εκφραστής του πόνου και της ελπίδας, δεν είναι απλά μέρος της ιστορίας μας, αλλά γίνεται και δημιουργός της.
Στην Ελλάδα της Αντίστασης, του Εμφυλίου, των αγώνων του 114, του Αντιδικτατορικού Αγώνα, της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου…

Αλλά και στην Ελλάδα των μεγάλων ποιητών, που ακούστηκαν σε κάθε Ελληνικό σπίτι, σε στάδια, στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στις φτωχογειτονιές…

Μας καλεί, αλλά και διαμορφώνει μια ξεχωριστή δυναμική, έμπνευση και φωνή που ενώνει, για να σπάσουμε δεσμά για μια απελευθέρωση συλλογική.

Τέλος, τα μηνύματά του αυτά, αγγίζουν τόσο βαθιά και τόσο βασικά ανάγκες και ελπίδες ανθρώπινες, που ξεπερνούν τα σύνορά μας, τα Ελληνικά, τα γεωγραφικά.

Γιατί ο Μίκης, ξεπέρασε με τις νότες του τα μικρά και συναντήθηκε με τα υψηλά ιδανικά.
Του ανθρωπισμού.
Του διαφωτισμού.
Της ειρήνης.
Της ελευθερίας.
Της φιλίας.
Της αδελφοσύνης.
Της αλληλεγγύης.
Της δικαιοσύνης.

Ποια η σημασία τους;
Είναι εδώ ο Νίκος ο Κοτζιάς, που ξέρει και ως πρώην ΥΠΕΞ, αλλά και ως παλιός συνεργάτης, όταν και εγώ ήμουν σε αυτή την θέση, τις πολλές μάχες, τις δύσκολες, που δίναμε για το δίκιο μας, ανά την υφήλιο, πόση σημασία είχαν.

Ίσως και εγώ, ως παιδί τις διασποράς, καταλάβαινα ότι η Ελλάδα, μπορεί να είναι γεωγραφικά σχετικά μικρή, αλλά σε πανανθρώπινες αξίες, συμβολίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο, που ακουμπά σχεδόν κάθε λαό και πολίτη ανά το κόσμο.

Αρκεί αυτό να μπορεί κανείς να το επικοινωνήσει πιστεύοντας και υπηρετώντας τις αξίες αυτές.
Και ήξερα πόσο μεγάλη σημασία αυτό είχε για τον κάθε συνομιλητή μου όταν παλεύαμε για τη χώρα μας.
Ο Μίκης, με την μουσική του, τα απλωμένα του χέρια, το πάθος του, τους στίχους και τη φωνή του, έκανε το Ελληνικό πανανθρώπινο, έκανε την Ελλάδα οικουμενική, γίνονταν όλοι Έλληνες – φίλοι και εχθροί – θέλοντας και μη.

Γιατί εξέφραζε την Ελλάδα των αξιών, αξιών πανανθρώπινων, που ακουμπούσαν όλων τις ψυχές και τις ελπίδες.

Με τις μουσικές και τα τραγούδια του, αλλά και με τους αγώνες του, ύμνησε την αξία των μεγάλων ιδανικών, με εκείνον τον μοναδικό τρόπο που γίνεται αντιληπτός σε κάθε γωνιά της γης.

Στην Κύπρο της τουρκικής κατοχής…

Στην Τουρκία, όπου στο όνομα της Ελληνο-τουρκικής φιλίας, οι μουσικές και τα τραγούδια του έσμιγαν με τις μουσικές και τα τραγούδια του κοινού μας φίλου Ζουλφού Λιβανελί.

Θυμάμαι όταν πορευτήκαμε με τον Ισραήλ Τζεμ για μια νέα προσέγγιση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, έκανε επίσκεψη και μαζί μας στο δείπνο ήταν ο Μίκης. Ζήτησε να τον ακούσει και κάθισε σε ένα πιάνο και τραγούδησε – για να στηρίξει αυτή την νέα ελπιδοφόρα πορεία μας.

Μα ακόμα και ο Ερντογάν, όταν επισκέφτηκε την Ελλάδα ως Πρωθυπουργός, επί της δικής μου Πρωθυπουργίας, θέλησε και πήγαμε στο σπίτι του Μίκη.

Ο οικουμενικός Μίκης, ήταν εκεί και για την Παλαιστίνη του αγώνα για τη δημιουργία Παλαιστινιακού κράτους…

Του Μαουτχάουζεν, του ολοκαυτώματος των Εβραίων…

Επιτρέψτε μου να κλείσω με μερικές ακόμα στιγμές προσωπικές.
Θυμάμαι τις δύσκολες στιγμές για τους Έλληνες, και τις κουβέντες μεταξύ του πατέρα μου Ανδρέα και του Μίκη, στο Παρίσι επί χούντας.
Παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις στην Λατινική Αμερική ως έμπνευση από τους απελευθερωτικούς τους αγώνες.
Και ο Μίκης δούλευε το οικουμενικό Canto General.
Η ειρωνεία… Ένα χρόνο αργότερα, το 1973, το έργο προγραμματίστηκε να παρουσιαστεί στη Χιλή σε μια συναυλία αφιερωμένη στον αγώνα του Ελληνικού λαού κατά της Δικτατορίας στην Ελλάδα, παρουσία του Σαλβαδόρ Αλιέντε και με απαγγελίες του ίδιου του Πάμπλο Νερούδα.
Η συναυλία αυτή δεν έγινε ποτέ, γιατί ο Πινοσέτ με το πραξικόπημα, αιματοκύλησε τη Χιλή.
Ο Πάμπλο Νερούδα «έφυγε» τον Σεπτέμβρη του 1973, αλλά το Canto General, παρουσιάστηκε σε πολλές χώρες.
Στην ελεύθερη πια Ελλάδα, της Μεταπολίτευσης, παρουσιάστηκε το 1975, σε συναυλίες αφιερωμένες στη μνήμη του Αλιέντε, του Νερούδα και στον αγωνιζόμενο λαό της Χιλής.
Και από το Canto General, είκοσι χρόνια μετά, το 1992, στο Canto Olympico, όταν ο τότε Πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ, είχε ζητήσει από τον Μίκη, να συνθέσει ένα συμφωνικό έργο για την Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης.
Βρέθηκα με τον Μίκη και στο Πουέρτο Ρίκο. Μαζί, με μερικούς ακόμα Έλληνες, παρουσιάζαμε στη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή την πρότασή μας για τους Ολυμπιακούς του 1996. Είχαμε πολύ χρόνο μαζί. Μας μίλησε για τα βασανιστήριά του αλλά και με οίκτο για τους βασανιστές του.
Μιλήσαμε για το πώς η Ολυμπιάδα θα εξύψωνε την εικόνα του Ελληνισμού διεθνώς. Και βέβαια για την Ολυμπιακή Εκεχειρία. Συνυφασμένη με την Ειρήνη. Χρόνια αργότερα θα υπέγραφε με τον Μαντέλα την πρωτοβουλία να γίνει η εκεχειρία πραγματικότητα.
Την ιδέα της Ειρήνης, στην οποία ο Μίκης είχε συμβάλλει τα μέγιστα.
Και έχω δει το πώς συγκινούνταν από τις υψηλές αξίες.
Μου ζήτησαν τελευταία από μια εφημερίδα, να γράψω για το τραγούδι του Μίκη που με σημάδεψε.

Η αλήθεια είναι ότι, πολλά τραγούδια του μας έχουν εκφράσει όλους.

Έγραψα λοιπόν, ότι τα τραγούδια του Μίκη, με συνοδεύουν σχεδόν από τότε που άρχισα να μαθαίνω και να καταλαβαίνω τον κόσμο, τη ζωή.

Και παρά το ότι είναι ιδιαίτερα έντονες οι εικόνες και οι αναμνήσεις μου από την περίοδο της δικτατορίας, όταν μαζί με τόσους άλλους Έλληνες και ξένους στην ξενιτιά, δημοκράτες, προοδευτικούς, τραγουδούσαμε τα τραγούδια του Μίκη, η πρώτη μου συνάντηση με τη μουσική του, είναι την περίοδο των Ανένδοτων αγώνων.

Θυμάμαι, μικρό παιδί, τις απέραντες ουρές αμαξιών, στο ταξίδι από την Αθήνα προς την Πάτρα, για τις περιοδείες του Ανδρέα και του Γέρου της Δημοκρατίας.

Σε ένα από τα πολλά αμάξια και εγώ, σε μια πορεία σχεδόν εξάωρη, με το αίσθημα μιας επικείμενης λύτρωσης, μιας νοσταλγίας για μια δημοκρατική χώρα, που όμως δεν είχε ακόμα γεννηθεί.

Είχαμε το αίσθημα ενός πόθου, αλλά και ενός καημού. Αυτό είναι το τραγούδι που θυμάμαι, που με σημάδεψε. Ο ΚΑΗΜΟΣ.

Τον τραγουδούσαμε στο δρόμο, με τις πολλές στροφές, που το τραγούδι τις έκανε να μοιάζουν σαν ένας χορός σίγουρος στην κοινή μας πορεία.

Τα λόγια του ΚΑΗΜΟΥ, ίσως για τον καθένα, να σημαίνουν κάτι διαφορετικό. Αλλά όταν τα λέγαμε όλοι μαζί, έπαιρναν ένα άλλο νόημα, ενός κοινού πόνου, αλλά και μιας κοινής μοίρας.

Το τραγούδι αυτό θυμάμαι να το λέει με πάθος η Μελίνα σε αντιδικτατορικές εκδηλώσεις στο εξωτερικό.

Αλλά και στη Σουηδία όπου βρεθήκαμε εκείνη την περίοδο της εξορίας, ο ΚΑΗΜΟΣ, έπιασε βαθιές ρίζες στις συνειδήσεις των Σουηδών. (Όλοφ Πάλμε – Άρια Σαγιονμάα)

Το μήνυμα του Μίκη, ίσως να μας αγγίζει τόσο γιατί μας θυμίζει την αισιόδοξη πλευρά, την καλοσύνη, που σβήνει τον πόνο και μας ξαναθυμίζει την σχεδόν παιδική ελπίδα μέσα μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θόδωρος Καλλιφατίδης, γράφοντας για τον Μίκη λέει: όταν ακούω τα τραγούδια του Μίκη, κλαίω σαν μικρό παιδί.

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα πια, σε όλα τα σχολεία της Σουηδίας τραγουδιέται ο ΚΑΗΜΟΣ με τον τίτλο – Τραγούδι για την Ελευθερία – σαν να ‘ναι δικό τους τραγούδι.

Όπως εμείς έτσι και οι επόμενες γενιές, θα δονούνται από το πάθος και την ομορφιά των δημιουργημάτων του.