Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Επαφές για τον πρωτογενή τομέα της παραγωγής | 26.05.2020

“Η πανδημία του κορονοϊού ανέδειξε την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ανάγκη συνεργασίας” | συνέντευξη Xinhua 21.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στην 9η συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με την Ελληνική Κυβέρνηση του Συνεδρίου του Economist με θέμα: «Το Όραμα μιας Ισχυρότερης Ευρώπης Μέσω των Ηγετών της»

«Σας ευχαριστώ πολύ. Θα μιλήσω ελληνικά, απλώς θα ήθελα να καλωσορίσω στα αγγλικά όλους τους ξένους προσκεκλημένους μας, εδώ στο Συνέδριο του Economist. Πιστεύω – ότι Συνέδριο του Economist είναι, πια, το 9ο Συνέδριο- έχει πλέον γίνει ένας θεσμός εδώ στην Ελλάδα, και νιώθω πανευτυχής γι’ αυτό.

Είναι μεγάλη χαρά, για μένα λοιπόν, που βρίσκομαι μαζί σας σήμερα. Και θα ήθελα να πω λίγα λόγια όσον αφορά στην ηγεσία, και την πρόκληση που αντιμετωπίζουμε. Τώρα, λοιπόν, θα μιλήσω τη μητρική μου γλώσσα, τα ελληνικά.

Επάνω από την Ευρωπαϊκή Ήπειρο βρίσκεται το φάντασμα του Ευρωσκεπτικισμού. Σε λίγες εβδομάδες θα έχουμε σημαντικές αποφάσεις σε πολλές χώρες στην Ήπειρό μας. Ήδη, στην Ελλάδα συζητήσαμε για το Ευρωσύνταγμα. Εμείς, ως αντιπολίτευση, θα περιμέναμε να έχουμε το δικαίωμα ενός δημοψηφίσματος. Θεωρούμε ότι, ο ελληνικός λαός θα ήταν θετικός σε μια τέτοια περίπτωση. Αλλά σήμερα ψηφίζουμε στη Βουλή με σημαντική πλειοψηφία υπέρ του Ευρωσυντάγματος.

Αλλά θα έχουμε σημαντικές αποφάσεις και σε άλλες χώρες. Στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στις εκλογές στην Αγγλία, και βεβαίως, πολλές άλλες διαδικασίες στις οποίες είτε για το Ευρωσύνταγμα, είτε για εθνικές εκλογές η Ευρώπη είναι το επίκεντρο των συζητήσεων, η Ευρώπη και το μέλλον της.

Τι είναι, όμως, αυτός ο Ευρωσκεπτικισμός; Αν ρωτήσετε, θα ακούσετε διάφορα. Είναι ο φόβος των μεγάλων χωρών, μήπως και χάσουν το ρόλο τους σε μια Ενωμένη Ευρώπη. Είναι ο φόβος των μικρών χωρών, μήπως οι μεγάλες χώρες κυριαρχήσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι ο φόβος των Βόρειων χωρών, μήπως χάσουν το πραγματικά σημαντικό κοινωνικό τους μοντέλο και πρότυπο κοινωνίας. Είναι ο φόβος εργαζομένων της Δυτικής Ευρώπης, μήπως χάσουν δουλειές από τους μετανάστες από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Είναι ο φόβος των νέων χωρών που έχουν ενταχθεί, πια, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μήπως μείνουν δεύτερης κατηγορίας χώρες. Είναι ο φόβος των πλουσιότερων χωρών, μήπως πληρώνουν πολλά για την Ευρώπη. Είναι ο φόβος των φτωχότερων περιοχών και χωρών, μήπως παίρνουν λίγα, ενώ δίνουν πολλά εκτιθέμενοι σε μια πολύ πιο ανταγωνιστική αγορά.

Είναι ο φόβος των αγροτών, για το πως θα αντιμετωπίσουν μια ανταγωνιστική παγκόσμια οικονομία έξω από τη λογική των καθιερωμένων επιδοτήσεων. Είναι ο φόβος των πολιτών, μήπως παίρνονται αποφάσεις πολύ μακριά τους, εκεί μακριά στις Βρυξέλλες και όσο διευρύνεται η Ευρώπη, τόσο πιο μακριά φαίνονται και οι Βρυξέλλες.

Είναι ο φόβος ακραίων, που φοβούνται την αλλοίωση της πολιτιστικής τους ταυτότητας μέσα στην διευρυμένη Ευρώπη. Είναι ο φόβος των βιομηχανιών, μήπως δεν αλλάζει αρκετά γρήγορα η Ευρώπη στις νέες συνθήκες ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά.

Βλέπετε, ο ευρωσκεπτικισμός είναι μια συνένωση πολλών και διαφορετικών συμφερόντων, αντικρουόμενων θα έλεγα συμφερόντων, που, όμως, έχουν το κοινό στοιχείο, ότι είναι ευρωσκεπτικιστές.

Τι ενώνει όλους αυτούς τους ευρωσκεπτικιστές, τι κοινό έχουν; Το κοινό τους είναι ο φόβος, το κοινό τους είναι η ανασφάλεια. Και τα ερωτήματα των πολιτικών ηγεσιών, των πολιτικών ηγετών της Ευρώπης είναι μεγάλα μπροστά σ’ αυτό τον ευρωσκεπτικισμό.

Πρώτο ερώτημα είναι, αν εμείς οι πολιτικοί ηγέτες θα καλλιεργήσουμε αυτό το φόβο, θα βάλουμε λάδι στη φωτιά αυτής της ανασφάλειας ή αν υπεύθυνα θα αντιμετωπίσουμε αυτούς τους φόβους δημιουργώντας νέες συνθήκες σταθερότητας και ανάπτυξης;

Ένα δεύτερο ερώτημα για τους ηγέτες της Ευρώπης είναι, αν είναι έτοιμοι, αν είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε τα προβλήματα, αν είμαστε έτοιμοι να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις, αν είμαστε έτοιμοι να δημιουργήσουμε τους νέους θεσμούς, που θα μας κάνουν πιο ικανούς ως Ευρωπαίους να αντιμετωπίσουμε τις αλλαγές στον κόσμο; Βέβαια το Ευρωσύνταγμα, ακριβώς προς αυτό τον στόχο κινήθηκε, να είμαστε πιο έτοιμοι.

Ένα τρίτο βασικό ερώτημα είναι, μπροστά στο φόβο, μπροστά στην ανασφάλεια των πολιτών, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το πρόβλημα ή είναι η λύση του προβλήματος;

Για μένα, βεβαίως, αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση λύση και μάλιστα όχι μόνο λύση, αλλά και παράδειγμα και για άλλες περιοχές ανά τον κόσμο. Αλλά λύση υπό κάποιες προϋποθέσεις. Προϋποθέσεις που σηματοδοτούν την ανάγκη να υπάρχει πολιτική βούληση για σοβαρές αποφάσεις με τους εξής βασικούς στόχους.

Οι πολιτικές μας, τα μέσα μας, να υπηρετήσουν αξίες και στόχους. Πρώτα απ’ όλα σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, σε ένα πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον, που όλο και περισσότερο εντάσσεται και η Ευρωπαϊκή Ένωση, χρειάζεται όλο και περισσότερο να υπάρχει και η έννοια της αλληλεγγύης, της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Ουσιαστικά, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το φάσμα, το πρόβλημα της περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού μας, που δύσκολα αντιμετωπίζουν τις μεγάλες αλλαγές που έρχονται, που επέρχονται.

Θέλω να δώσω ένα παράδειγμα για την αγροτική πολιτική και πως αλλάζει. Αλλάζει η αγροτική πολιτική, και από εκεί που επιδοτείται η παραγωγή, επιδοτείται το εισόδημα του παραγωγού. Δηλαδή, υπάρχει ένα είδος εγγυημένου εισοδήματος, που επιτρέπει στον αγρότη να ενταχθεί, να μπει σε άλλες μορφές παραγωγής, πιο ανταγωνιστικές στην ελεύθερη αγορά. Εδώ έχουμε ένα παράδειγμα, όπου ουσιαστικά διασφαλίζει το κοινωνικό σύνολο, την ασφάλεια, τη σιγουριά του αγρότη, για να μπορεί να κάνει αλλαγές.

Έτσι, η όλη λογική της ασφάλειας στη νέα μας εποχή, της κοινωνικής ασφάλισης και της ασφάλειας στη νέα εποχή, είναι ασφάλεια όχι για να μείνουμε στάσιμοι, αλλά ασφάλεια για να μπορούμε να αλλάζουμε. Άρα, πιο ουσιαστική ασφάλεια, διότι όταν ζητάς απ’ τον άλλον να αλλάξει, δημιουργείται ήδη μια ανασφάλεια, ψυχολογική, αλλά και ουσιαστική.

Επομένως, η Ευρώπη πρώτα απ’ όλα πρέπει να διαμορφώσει, να γίνει η ίδια, ένα νέο πλαίσιο για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, που, θα δίνει, όμως, και τη σιγουριά στον πολίτη ότι μπορεί να αλλάξει.

Ένα δεύτερο πολύ σημαντικό στοιχείο έχει σχέση με την ανάπτυξη. Η Ευρώπη έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα, και αυτά τα οποία για πολλούς θεωρούνται πηγή φόβου και απειλής, πρέπει εμείς να τα αντιστρέψουμε, και να τα κάνουμε πηγή δημιουργίας και έμπνευσης.

Η Ευρώπη έχει μια πολλαπλότητα, έναν πλουραλισμό πολιτισμών, γλωσσών, θεσμικών παραδόσεων, οικονομικών παραδόσεων και γνώσεων, μια πολυπολιτιστική Ευρώπη, με πολλές διαφοροποιήσεις. Αυτά αν αξιοποιηθούν σωστά, είναι μια τεράστια εμπειρία, μια τεράστια πηγή γνώσης, όπως λέμε τα best practices, οι καλύτερες εφαρμογές και πρακτικές, να αξιοποιηθούν απ’ όλες τις πλευρές της Ευρώπης, ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να γίνει χώρος δημιουργίας.

Και αν θέλετε, το σημερινό μοντέλο της επιχείρησης, της οικονομίας, είναι το μοντέλο που συνεχώς, καινοτομεί, που ακριβώς προσπαθεί να δημιουργήσει συνεχώς και να αλλάζει συνεχώς, να αναζητά την καινοτομία συνεχώς σε μια εξελισσόμενη διεθνή αγορά. Άρα, πρέπει να επενδύσουμε στη γνώση και στην καινοτομία, γνώση και καινοτομία, όμως που θα αξιοποιήσει τις καλύτερες των παραδόσεών μας και των πρακτικών μας.

Αυτό σημαίνει όμως ότι θα χρειαστεί με τη διευρυμένη Ευρώπη κάτι περισσότερο σε μέσα και σε χρηματοδότηση, απ’ ό, τι είχαμε στο παρελθόν. Είναι κάτι το οποίο ανέφερε και ο κ. Μπαρόζο χθες, μια τέτοια Ευρώπη χρειάζεται πόρους. Είναι μια ανάπτυξη επίσης που θα βασιστεί στην ποιότητα της δημόσιας υγείας και στην ποιότητα του περιβάλλοντος.

Μια τρίτη σημαντική αξία, είναι οι ίδιες οι αξίες μας, οι κοινοί κανόνες, ο κοινός κώδικας, για τα οποία μίλησε και ο κ. Μπαρόζο χθες. Και εδώ νομίζω ότι, πρέπει να ρίξουμε βάρος στην Παιδεία, να δώσουμε βάρος, πια, στην ευρωπαϊκή Παιδεία, όχι με την έννοια απλά της επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά με την έννοια της διαμόρφωσης του Ευρωπαίου πολίτη, του πολίτη που αισθάνεται Ευρωπαίος. Της παιδείας που διαμορφώνει μια ευρωπαϊκή συνείδηση. Μια ευρωπαϊκή συνείδηση που δεν θα καταπατά, αλλά θα αναδεικνύει τις διαφορετικές παραδόσεις μας, και θα σέβεται τις διαφορές μας και θα τονίζει την πολυπολιτισμικότητα, αλλά θα εμπεδώνει και κοινές αξίες και κώδικες.

Αυτή η Παιδεία είναι προϋπόθεση και για την εμβάθυνση, που είναι το τέταρτο σημείο της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών, γιατί ένα πολύ μεγάλο μέρος του ευρωσκεπτικισμού έχει σχέση, όχι τόσο με την Ευρώπη, έχει και με την Ευρώπη, αλλά έχει σχέση και με τη λειτουργία των δικών μας δημοκρατιών, των δικών μας κοινωνιών.

Σήμερα πολλοί πολίτες αισθάνονται αποξένωση απ’ το πολιτικό σύστημα, αισθάνονται αποξενωμένοι, αισθάνονται ότι, οι θεσμοί μας, είτε σε εθνικό επίπεδο, είτε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν έχουν την απαραίτητη δημοκρατική νομιμοποίηση. Και ακούμε πολλές φορές για την απαξίωση της πολιτικής, η οποία, όμως, έχει σχέση, ακριβώς, με την ανάγκη εμβάθυνσης πιστεύω των δημοκρατικών μας θεσμών.

Έχει, όμως, πολύ μεγάλη σχέση αυτό και με το μέλλον της Ευρώπης, διότι μιλάμε για τους θεσμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είχα την τύχη να είμαι στο προεδρείο της Συνέλευσης Για Το Μέλλον της Ευρώπης, όπου συζητήσαμε ακριβώς το Ευρωσύνταγμα, το οποίο αυτό τις μέρες ψηφίζεται σε διάφορες χώρες της Ένωσης.

Υπήρχαν δύο Σχολές, και μια Τρίτη, θα έλεγα, κάπως πιο ασθενική, την οποία υποστηρίζω εγώ. Η μία Σχολή έλεγε ότι, χρειάζεται να εμβαθύνουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά η εμβάθυνση αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται στο επίπεδο των πολιτικών ελίτ. Και αυτή βεβαίως, είναι ουσιαστικά η ιστορία μέχρι σήμερα της Ένωσης. Υπήρχε μια άλλη Σχολή που έλεγε «Φοβόμαστε αυτή την πολιτική ελίτ της Ευρώπης, άρα είμαστε εναντίον της εμβάθυνσης, θα πρέπει να μείνουμε όλο και περισσότερο ως κράτη – μέλη για να υπάρχει αυτή η δημοκρατική νομιμοποίηση».

Εγώ θα πρότεινα μια τρίτη προσέγγιση: να υπάρξει εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η εμβάθυνση να είναι υπόθεση των πολιτών, όχι μιας πολιτικής ελίτ. Και αυτό, βεβαίως, περιστρέφεται και γύρω από την έννοια του Ευρωπαίου πολίτη, αλλά σημαίνει και βαθύτατες δημοκρατικές τομές και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σήμερα, ο μόνος θεσμός που βασικά εκλέγεται άμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι το Ευρωκοινοβούλιο. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ευρωκοινοβούλιο έχει τη μεγαλύτερη νομιμοποίηση στη συνείδηση των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από όλους τους άλλους θεσμούς, είτε λέγεται Επιτροπή, είτε λέγεται Συμβούλιο Υπουργών, ή τους άλλους θεσμούς.

Άρα, νομίζω, ότι πρέπει να σκεφτούμε πολύ πιο σοβαρά για το μέλλον της Ευρώπης, πιο άμεσες μορφές δημοκρατίας στην εκλογή των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είχε υποστηριχθεί από εμένα, από τον πρώην πρωθυπουργό της Ιρλανδίας που τώρα είναι πρέσβης στην Ουάσιγκτον και από τον νυν υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας, που ήταν τότε Επίτροπος στην Επιτροπή για το Ευρωσύνταγμα, να έχουμε άμεσες εκλογές για την επιλογή του Προέδρου της Επιτροπής ή μεθαύριο του Προέδρου της Επιτροπής και του Συμβουλίου, δηλαδή να συνενώσουμε αυτές τις δυο ιδιότητες.

Άμεση εκλογή, που θα σήμαινε ότι, αυτό το πρόσωπο θα είχε και τη δημοκρατική νομιμοποίηση να κυβερνήσει ουσιαστικά την Ευρώπη. Αλλά μόνο έτσι, μέσα από δημοκρατικές τομές, μπορούμε να μιλήσουμε για την αντιμετώπιση του μέλλοντος της Ευρώπης και του ευρωσκεπτικισμού που πιστεύω ότι, θα συνεχιστεί.

Τέλος, χρειάζεται η Ευρώπη να παίζει συνεχώς ένα ρόλο στον ευρύτερο κόσμο. Αλλά ποιος είναι ο ρόλος αυτός; Πιστεύω ότι, είναι απλός στη σύλληψη, αλλά δύσκολος στην πράξη. Είναι ουσιαστικά η προώθηση αυτών των ευρωπαϊκών αξιών, η υποστήριξη αυτών των αξιών ανά τον κόσμο. Οι αξίες της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αξία της αλληλεγγύης, η αξία της προστασίας του περιβάλλοντος, η καταπολέμηση της ανισότητας κ.ο.κ.

Αυτό σημαίνει βεβαίως, να μπορούμε να έχουμε μια πιο ουσιαστική και δημοκρατική λειτουργία σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου η Ευρώπη θα προωθεί τον εκδημοκρατισμό των διεθνών θεσμών, όπου η Ευρώπη θα χρηματοδοτεί την ανάπτυξη και σε τρίτες χώρες, όπου η Ευρώπη θα στηρίζει -όπως στηρίζει- σημαντικές πολιτικές για το περιβάλλον όπως είναι η Συνθήκη του Κιότο, όπου η Ευρώπη θα συμβάλλει ουσιαστικά στην καταπολέμηση της ανισότητας, ιδιαίτερα αν μιλάμε για περιοχές όπως την Αφρική. Δεν μπορούμε ένα μεγάλο μέρος της δύσης, μια μειοψηφία του κόσμου να αγνοεί για πολύ καιρό ακόμη αυτές τις τεράστιες συνθήκες φτώχειες, τις ανισότητες μεταξύ των πλουσίων και των φτωχότερων στην παγκόσμια κοινωνία.

Αλλά η Ευρώπη θα πρέπει να προωθήσει και ένα μοντέλο επίλυσης διαφορών που θα βασίζεται και στη δική της εμπειρία μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την εμπειρία της περιφερειακής συνεργασίας, των περιφερειακών θεσμών που συνδυάζουν οικονομία, δημοκρατικούς θεσμούς και προστασία βασικών αξιών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο νομίζω ότι, η Ευρώπη θα βρει όλο και περισσότερο το ρόλο της, θα μπορεί να ξεπερνά αντιθέσεις μεγάλες, όπως υπήρξαν στο παρελθόν και όταν ήμασταν τότε Προεδρία με τον πόλεμο του Ιράκ. Δυστυχώς, δεν ήταν και δεν βρέθηκε ενωμένη η Ευρώπη απέναντι σε αυτό το πρόβλημα, αλλά θα μπορέσει να παίξει ρόλο, και καλύτερο ρόλο, και στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στις σχέσεις της με τη Ρωσία και την Κίνα, που πρέπει να θεωρηθούν ως βασικοί εταίροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και της ευρύτερης γειτονιάς, από τη Μεσόγειο μέχρι και τη Μαύρη Θάλασσα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμείς, ως χώρα, αναπτύξαμε μια εξωτερική πολιτική που προωθούσε τη σταθερότητα στα Βαλκάνια, στη Ν.Α. Ευρώπη, δημιουργώντας αυτό που ειπώθηκε προηγούμενα, τον ενθουσιασμό για την Ευρώπη. Για μας, εδώ στην περιοχή, η Ευρώπη είναι ένας φάρος για ένα οδικό χάρτη των λαών της περιοχής, όπου θα έλεγα ότι, δεν υπάρχει ο ευρωσκεπτικισμός, θα έλεγα υπάρχει περισσότερο ο ευρωενθουσιασμός, ή τουλάχιστον η πολιτική βούληση να πορευτούν οι λαοί της περιοχής με τις αναγκαίες θυσίες που χρειάζονται, για να μπορέσουν να ενταχθούν σε αυτή τη μεγάλη οικογένεια.

Είναι σημαντικό ν’ αναδείξουμε το θετικό αποτέλεσμα της Ευρώπης σε αυτή την περιοχή, παρ’ ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά προβλήματα, διότι είναι μια απάντηση και στον ευρωσκεπτικισμό που υπάρχει σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, ότι η Ευρώπη λειτουργεί, ότι η Ευρώπη μπορεί να είναι αποτελεσματική, ότι τελικά η σταθερότητα σε αυτή την ήπειρο και η σταθερότητα και η επίλυση διαφορών σε αυτή την ήπειρο, είναι δυνατή λόγω της Ευρώπης. Βλέπουμε πια ότι ανοίγονται νέες δυνατότητες -παρά τις δυσκολίες που είχαμε πέρσι στο να βρούμε μια λύση στο Κυπριακό, – βλέπουμε ότι η Ευρώπη αποτελεί τη μοναδική διέξοδο και ελπίδα για την επίλυση του Κυπριακού. όπου οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι θα μπορέσουν να ζήσουν, να συμβιώσουν με μια λύση μέσα στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ, θα μπορέσουν να συμβιώσουν ειρηνικά στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Το ίδιο και στα Βαλκάνια. Μια σημαντική απόφαση που πήραμε εμείς στην Σύνοδο Κορυφής στη Θεσσαλονίκη, ήταν να προωθήσουμε την ένταξη των χωρών των Βαλκανίων. Όχι μόνο της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, που χαιρόμαστε ιδιαίτερα για το ότι, πολύ σύντομα θα είναι μαζί μας μέσα στην οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήταν πάντα στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να στηρίξει αυτές τις δύο χώρες, αλλά και τις άλλες γειτονικές χώρες των Βαλκανίων, των Δυτικών Βαλκανίων, γιατί μέσα από αυτή την πρόοδο προς την ευρωπαϊκή οικογένεια και τους ευρωατλαντικούς θεσμούς, θα μπορούσαμε να δώσουμε ένα νέο φως, να δώσουμε άλλον φωτισμό στα προβλήματα τα χρονίζοντα, τα προβλήματα που δημιούργησαν εθνικιστικές ή θρησκευτικές ή άλλες συγκρούσεις.

Έτσι, το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου, το πρόβλημα της Σερβίας Μαυροβουνίου, παίρνουν τελείως άλλες διαστάσεις μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής τους προοπτικής. Το ίδιο, βεβαίως, η Βοσνία Ερζεγοβίνη, η Κροατία, η Αλβανία, και βεβαίως, και με τη γείτονα χώρα μας, τη FYROM ελπίζουμε σε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση του θέματος του ονόματος, να υπάρχει ουσιαστική διάκριση μεταξύ των δύο χωρών. Η ευρωπαϊκή πορεία την οποία στηρίζουμε, θεωρούμε ότι είναι πορεία μέσα στην οποία θα μπορούμε να βρούμε και εκεί λύσεις.

Το ίδιο, βεβαίως, κάναμε όταν ξεκινήσαμε μια νέα σχέση με την Τουρκία. Είχα την ευκαιρία και την χαρά, θα έλεγα, την πρόκληση τότε, χαρά σήμερα, να είμαι ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της νέας μας πολιτικής απέναντι στην Τουρκία.

Ο στόχος μας ήταν, όταν ήμουν Υπουργός Εξωτερικών, να δώσουμε την προοπτική στην Τουρκία να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσα απ’ αυτή την προοπτική, βήμα-βήμα να μπορέσουμε να εμπεδώσουμε αξίες κοινές, και αυτές οι κοινές αξίες να είναι η βάση της επίλυσης των διαφορών μας, των προβλημάτων μας, είτε είναι η Κύπρος, είτε είναι οι διμερείς μας σχέσεις.

Θεωρούμε ότι, αυτό το πλαίσιο πρέπει να διατηρηθεί. Και βεβαίως, οι πρόσφατες ενέργειες στο Αιγαίο από πλευράς της Τουρκίας, κάθε άλλο παρά συμβάλλουν σ’ αυτό το πνεύμα, αφού δυστυχώς, με τέτοιες ενέργειες οξύνονται πάλι οι σχέσεις. Αλλά πρέπει να κατανοήσουν, οι ιθύνοντες στην Τουρκία, ότι υπάρχουν αρχές, και μέσα στο πλαίσιο αυτών των αρχών μπορούμε να λύσουμε ζητήματα που προκύπτουν. Αλλά χρειάζεται, όμως, αυτές οι αρχές να τηρούνται στην ευρωπαϊκή πορεία κάθε χώρας.

Θέλω να τονίσω εδώ κάτι. Η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, που φοβίζει αρκετούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για μας τουλάχιστον, για μένα προσωπικά, θεωρώ ότι είναι λάθος αυτός ο φόβος. Μια ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας θα διασφαλίσει ευρύτερη σταθερότητα, αλλά θα δώσει και ένα μήνυμα της Ευρώπης σε παγκόσμιο επίπεδο, ότι είμαστε μια πράγματι πολυπολιτιστική περιοχή, όπου υπάρχουν αξίες όπως η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η διαφάνεια, η καταπολέμηση της διαφθοράς, η ανταγωνιστικότητα, η αλληλεγγύη. Οι έννοιες που έχουν σχέση με μία θρησκεία, έχουν και βαθύτερες οικουμενικές επιπτώσεις, είναι οικουμενικές αξίες και ξεπερνούν τον Χριστιανισμό, έχουν σχέση με τον Μουσουλμανισμό, με τους Μουσουλμάνους αλλά και με άλλες θρησκείες ανά τον κόσμο. Και υπάρχουν αν θέλετε οι διαφορές των θρησκειών, αλλά οι έννοιες αυτές έχουν σχέση με τις ανάγκες τις βασικές των ανθρώπων.

Είναι κάτι που ως Έλληνας δε μπορώ παρά να το πιστέψω, έχοντας και την παράδοση εμείς εδώ στην Ελλάδα, της πατέντας αν θέλετε της δημοκρατίας πριν από χιλιάδες χρόνια. Θεωρούμε ότι αυτή η έννοια είναι έννοια παγκόσμια και οικουμενική.

Φίλες και φίλοι, θεωρώ ότι η Ευρώπη έχει σημαντικά, μεγάλα διλήμματα και προκλήσεις μπροστά της. Όταν ξεκίνησε η Ένωση, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν για να μην ξαναγίνει ένας ακόμα παγκόσμιος πόλεμο, ήταν για να μην ξαναγίνουν οι τερατουργίες του ολοκαυτώματος και των τεράστιων συγκρούσεων.

Σήμερα που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταφέρει να φέρει την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης, της ευρωπαϊκής ηπείρου, έχουμε νέες προκλήσεις, και ουσιαστικά η Ευρώπη έχει να αποδείξει στον κόσμο ότι, μπορεί να είναι ένα μοντέλο, ένα πρότυπο ανάπτυξης, ανταγωνιστικής ανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο, σε μια διεθνή αγορά, αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, βαθύτατα δημοκρατική και πολυπολιτιστική.

Είναι αυτό το δίλημμα το οποίο έχουμε εμείς, και αυτή η πρόκληση, και πιστεύω ότι, χρειάζεται όλες οι ηγεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αρθούν στο ύψος αυτής της πρόκλησης.

Σας ευχαριστώ.»

Διαβάστε επίσης