Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Χαιρετισμός του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην εκδήλωση του ΥΠΕΚΑ «Χτίζοντας το μέλλον» για τα βιώσιμα κτίρια και την πράσινη ανάπτυξη

Ο Πρωθυπουργός, Γιώργος Α. Παπανδρέου, παραβρέθηκε σήμερα σε εκδήλωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στην οποία η ηγεσία του ΥΠΕΚΑ παρουσίασε το Πρόγραμμα «Χτίζοντας το μέλλον» για τα Βιώσιμα Κτίρια και την Πράσινη Ανάπτυξη.

Στην έναρξη της εκδήλωσης, ο Πρωθυπουργός απηύθυνε τον ακόλουθο χαιρετισμό: 

Θέλω να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω που βρίσκεστε σήμερα εδώ, σε αυτή τη νέα προσπάθεια, αν θέλετε, σε μια νέα αναπτυξιακή πολιτική που έχουμε για τη χώρα μας.

Γνωρίζετε ότι, για πολλά χρόνια, ακόμα και όταν ήμασταν Αντιπολίτευση, επιμέναμε σε μια αλλαγή προτύπου ανάπτυξης, βιώσιμης ανάπτυξης, στη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη» και στην προοπτική αυτή. Είχαμε ακούσει πολλά, βέβαια, γύρω από αυτή τη λέξη – πολλοί έλεγαν ότι είναι γενικολογίες ή ότι είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για μια τέτοια μορφή ανάπτυξης στην Ελλάδα, επειδή έχει παρωχημένες υποδομές.

Από τότε, έχει περάσει αρκετός χρόνος, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι και αποδείχθηκε ότι το μοντέλο, η νέα προοπτική αυτής της πράσινης και βιώσιμης ανάπτυξης, είναι τελικά μονόδρομος για όλες τις οικονομίες, και τις σύγχρονες, αλλά και τις αναπτυσσόμενες.

Χώρες όπως η δική μας, θα έλεγα ότι δεν έχουν κι άλλη επιλογή. Ακριβώς επειδή βρεθήκαμε σε μία κρίση, αυτή η κρίση είναι και μία ευκαιρία να κάνουμε τη στροφή, να κάνουμε τις απαραίτητες τομές και αλλαγές, ώστε να πάμε το γρηγορότερο σε μια μετάβαση, που θα κάνει και βιώσιμη την οικονομία μας, αλλά και πολύ πιο ανταγωνιστική.

Πέρα από το αυτονόητο, δηλαδή την προστασία του περιβάλλοντος, εμείς συνδυάζουμε ακριβώς αυτή την έννοια, της προστασίας του περιβάλλοντος, με μια άλλη αναπτυξιακή λογική. Δηλαδή, αντί να είναι αντιτιθέμενα αυτά τα δύο, εμείς θέλουμε να είναι αλληλοσυμπληρούμενα.

Μία ανάπτυξη, που θα οδηγήσει στην εξοικονόμηση μεγάλων ποσών για το Δημόσιο και για τους πολίτες και, από την άλλη μεριά, η μετάβαση σε αυτή την τεχνολογία θα δημιουργήσει επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας, προστιθέμενη αξία στα προϊόντα που παράγουμε, αξία στις υπηρεσίες μας, γεγονός που θα δώσει ακριβώς το στίγμα της ανταγωνιστικότητας, αυξάνοντας τελικά και το εθνικό μας εισόδημα.

Από την πρώτη στιγμή που αναλάβαμε τη χώρα, ξεκινήσαμε να δουλεύουμε, ώστε η βιωσιμότητα και οι πράσινες επενδύσεις να γίνουν και βασικός άξονας στις περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες της χώρας: στον τουρισμό, στη νέα επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, στο νέο προσανατολισμό της αγροτικής μας παραγωγής – και βεβαίως, ο τομέας των κατασκευών και των κτιρίων, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.

Αντιθέτως, ο κατασκευαστικός κλάδος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της ελληνικής οικονομίας, άρα και ένα από τα σημαντικότερα πεδία υπέρβασης, για την οικονομική κρίση. Οι κατασκευές είναι υπεύθυνες για περισσότερο από το 50% των επενδύσεων στη χώρα.

Ο χώρος για παρεμβάσεις και νέα οικονομική δραστηριότητα σε αυτό τον τομέα είναι πολύ μεγάλος και μπορούν να συμμετέχουν όλοι, με όφελος και για την εθνική μας οικονομία, αλλά και για τον ίδιο τον πολίτη, τον ιδιώτη. Όπως βεβαίως και για το ενεργειακό μας ισοζύγιο, το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό και ενόψει των υποχρεώσεών μας για το 2020, αλλά και για τις δεσμεύσεις που έχουμε, ως Ευρωπαϊκή Ένωση, για το Κιότο.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό, όμως, να καθοριστεί το είδος των επενδύσεων που θα πραγματοποιήσουμε στα κτίρια. Πάντα, θα χρειαζόμαστε επενδύσεις σε κατασκευές νέων κτιρίων, όμως, σε πολύ περιορισμένο βαθμό σε σχέση με το παρελθόν.

Δεν μιλάμε για το διπλασιασμό των κτιρίων στη χώρα μας, αφού πρώτα απ΄ όλα, ένα από τα βασικά προβλήματα που έχουν οι πόλεις μας είναι η υπερκάλυψη των ελεύθερων και των δημοσίων χώρων, που έχουν περιοριστεί δραματικά και, βεβαίως, η ποιότητα ζωής, που έχει υποβαθμιστεί και λόγω της δραματικής οικιστικής πυκνότητας.

Άρα, λοιπόν, η στρατηγική μας είναι να αναβαθμίσουμε ακόμα περισσότερο την υπάρχουσα υποδομή, να αναβαθμίσουμε την υποδομή των κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών που υπάρχουν στη χώρα μας.

Ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους, για να παρέμβουμε στα ήδη υπάρχοντα κτίρια, και τα δημόσια, αλλά και τα ιδιωτικά, κοινώς στα σπίτια μας, στο σπίτι του καθενός μας, είναι η οικονομική ζημιά που υφιστάμεθα όλοι – διότι όλοι ζημιωνόμαστε – από την πολύ υψηλή κατανάλωση ενέργειας. Και είναι τεράστια αυτή η ζημιά.

Τα ελληνικά νοικοκυριά, λαμβάνοντας υπόψη και το σχετικά θερμό κλίμα μας, παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ενεργειακή κατανάλωση στην Ευρώπη. Είναι απαράδεκτο, σε μια χώρα με τέτοιο κλίμα, οι Έλληνες να έχουν τη μεγαλύτερη ενεργειακή κατανάλωση στην Ευρώπη.

Για παράδειγμα, ενώ έχουμε σχεδόν το ίδιο κλίμα με την Ισπανία, έχουμε περίπου 30% μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας και περίπου διπλάσια κατανάλωση ενέργειας από την αντίστοιχη της Πορτογαλίας.

Αλλά ίσως το πιο εντυπωσιακό είναι ότι, η κατανάλωση ενέργειας σε ένα μέσο ελληνικό σπίτι, είναι 2-3 φορές μεγαλύτερη από τις χώρες με πολύ ψυχρότερο κλίμα, όπως είναι το Βέλγιο, ή ακόμα και οι σκανδιναβικές και βόρειες χώρες. Δηλαδή, οι Έλληνες πληρώνουν διπλάσια και τριπλάσια το κόστος της ενέργειας για την κατοικία τους, για τις δουλειές τους, για το εργοστάσιό τους, για τα δημόσια κτίρια, από ό,τι πληρώνουν οι Σκανδιναβοί.

Αποτέλεσμα είναι, βεβαίως, και τα υπέρογκα ποσά για πετρέλαιο και για ρεύμα. Και αυτό, συγκριτικά με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, είναι ένα σημαντικό στοιχείο και για την ανταγωνιστικότητα της δικής μας οικονομίας γιατί, εκ των πραγμάτων, δεν επιβαρύνει μόνο τον προσωπικό ή οικογενειακό προϋπολογισμό, αλλά και το κόστος των επιχειρήσεων.

Προφανώς, για χρόνια, κάτι κάναμε λάθος. Το ένα πρόβλημα ήταν ότι, ποτέ δεν φροντίσαμε ως κράτος, να νομοθετήσουμε τις απαραίτητες ενεργειακές και περιβαλλοντικές διατάξεις για την προστασία των κτιρίων, άρα, να υπάρχει μια ενεργειακή πολιτική για τον τρόπο κατασκευής, που θα έπρεπε να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του σχεδιασμού μας, είτε για τα κτίρια, είτε για τις πόλεις.

Καταλήξαμε να εξαρτώμαστε σε επικίνδυνο βαθμό από τις συμβατικές ενεργειακές πηγές, όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα, βεβαίως, αυτό να προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη στο περιβάλλον, αλλά και να ζούμε ακόμα και σε ανθυγιεινές συνθήκες. Πέραν του κόστους και της εξάρτησής μας, δηλαδή, αυτό έχει οπωσδήποτε επιπτώσεις στην υγεία μας και στο ευρύτερο περιβάλλον μας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, λόγω της μακροχρόνιας απραξίας και έλλειψης νομοθετικού πλαισίου και τεχνικού έργου, υπολογίζουμε ότι απαιτούνται πλέον πάνω από τρία εκατομμύρια επιμέρους επεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας, μόνο και μόνο για να περιορίσουμε την αύξηση της κατανάλωσης για θέρμανση, κατά 20% έως το 2020.

Αν δεν το κάνουμε αυτό, αν δεν πάρουμε αυτά τα μέτρα, θα αυξηθεί περίπου κατά 19%, την επόμενη δεκαετία, η κατανάλωση της ενέργειας, που αντιστοιχεί σε περίπου 9 δισεκατομμύρια πρόσθετο κόστος. Περίπου 9 δισεκατομμύρια περισσότερα θα πληρώσει ο Έλληνας καταναλωτής και ο επιχειρηματίας στο Δημόσιο, μόνο και μόνο από την αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας τα επόμενα χρόνια.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι είναι ένα τεράστιο μέγεθος, το οποίο επιβαρύνει την οικονομία μας, επιβαρύνει την τσέπη του καθενός και, βεβαίως, πόση σημασία έχει αυτό, εν μέσω της οικονομικής κρίσης την οποία περνάμε.

Θα έλεγα, όμως, ότι ένα χαρακτηριστικό αυτής της υπόθεσης είναι και η κοινωνική αδικία που υπάρχει, αν θέλετε, μια ταξική αδικία. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοήσουμε ότι, οι συνέπειες αυτής της αμέλειας της χώρας μας, επιβάρυναν ακόμα περισσότερο, υπέρμετρα περισσότερο θα έλεγα, πολίτες χαμηλών εισοδηματικών τάξεων.

Γιατί αυτό: το γεγονός ότι δεν επενδύσαμε ως χώρα στην ενεργειακή προστασία των σπιτιών μας, γενικότερα, επιβάρυνε πολύ λιγότερο όσους είχαν χρήματα και πολύ περισσότερο όσους δεν είχαν. Προφανώς, και λόγω των κατασκευών, αλλά βεβαίως και λόγω της εισοδηματικής τους δυνατότητας. Γιατί η θερμική ποιότητα των κτιρίων, καθώς και η ενεργειακή τους κατανάλωση, σχετίζεται άμεσα και με το εισόδημα των κατοίκων τους.

Για να το πω πιο απλά, πιο χαρακτηριστικά: μόνο το 8% των πολιτών χαμηλού εισοδήματος κατοικεί σε κτίρια με διπλά υαλοστάσια και μόνωση. Μόνο το 8%. Ενώ στα υψηλά εισοδήματα, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 64%. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά: ότι έχει συνέπειες και στην κατανάλωση ενέργειας. Δηλαδή, αυτοί που δεν έχουν τη μόνωση και τα υαλοστάσια, οι χαμηλόμισθοι, τα χαμηλά εισοδήματα, πρέπει να πληρώσουν πολύ περισσότερα, γιατί καταναλώνουν και πολλή περισσότερη ενέργεια και, βεβαίως, αυτό έχει επίπτωση και στο περιβάλλον στο οποίο ζουν.

Αποτέλεσμα της διαφοροποίησης στην ποιότητα των κτιρίων, είναι ότι υπάρχει μεγάλη θερμική κατανάλωση, ανά μονάδα επιφάνειας. Μεγάλη θερμική κατανάλωση ανά μονάδα επιφάνειας, στα πολύ χαμηλά εισοδήματα, σε σχέση με τα πολύ υψηλά εισοδήματα. Και το κόστος θέρμανσης ανά άτομο και μονάδα επιφάνειας, είναι κατά 127% μεγαλύτερο στις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις. Δηλαδή, τα χαμηλά εισοδήματα πληρώνουν 127% παραπάνω, ανά μονάδα επιφάνειας, από τα υψηλά εισοδήματα.

Άρα, λοιπόν, υπάρχει και αυτή η έννοια της αδικίας, μέσα από την κακή κατανομή, αν θέλετε, των βαρών της χρήσης της ενέργειας, στη χώρα μας και στα κτίριά μας. Θέλουμε λοιπόν, με το πρόγραμμα αυτό που σήμερα ανακοινώνουμε, με τις προτάσεις που έχουμε και την υλοποίησή τους, να αποκαταστήσουμε και αυτή την αδικία.

Είναι η πραγματοποίηση ενός εθνικού προγράμματος, που αναβαθμίζει τα κτίρια, το κτιριακό απόθεμα, το κτιριακό περιβάλλον, και αποτελεί μια μεγάλη αναγκαιότητα και για την οικονομία μας, και για την κοινωνική συνοχή.

Κατά συνέπεια, εμείς οφείλουμε, και αυτό κάνουμε, να επενδύσουμε άμεσα, ώστε να βελτιώσουμε τα κτίρια των πολιτών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, να βελτιώσουμε την ποιότητα των ενεργοβόρων κτιρίων του Δημοσίου και, βεβαίως, να πείσουμε και τους μεγάλους καταναλωτές, όπως είναι τα εμπορικά κτίρια, να εξοικονομήσουν ενέργεια, γιατί θα είναι προς όφελός τους. Έτσι, θα αναβαθμίσουμε και το περιβάλλον ευρύτερα, αλλά και ειδικότερα, το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύουν οι εργαζόμενοι.

Ήδη, δημιουργήσαμε μια νέα σύγχρονη νομοθεσία. Αυτή η νομοθεσία, που εφαρμόζεται αυτή τη στιγμή, είναι για τα νέα και τα υπάρχοντα κτίρια. Το πρόγραμμα «Χτίζοντας το μέλλον», είναι το μεγαλύτερο και το πλέον φιλόδοξο πρόγραμμα επέμβασης στον κτιριακό τομέα, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το τονίζω αυτό, είναι το μεγαλύτερο πρόγραμμα σε όλη την Ευρώπη.

Είναι ένα ανοιχτό παράθυρο στην κοινωνία, δηλαδή, μια δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών, όλων των οικογενειών, όλων των νοικοκυριών, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των πολιτών, να μειωθεί το κόστος διαβίωσης, να αυξηθεί η οικονομική δραστηριότητα στον κατασκευαστικό τομέα, να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της κατασκευαστικής βιομηχανίας και να δημιουργηθεί μεγάλος αριθμός νέων θέσεων εργασίας. Επιπλέον, να μεταφερθεί και μια τεχνογνωσία στη χώρα μας σ’ αυτά τα επαγγέλματα, τα γνωστά επαγγέλματα, που είναι πάρα πολλά στον κατασκευαστικό χώρο, το οποίο βεβαίως θα έχει όφελος ακόμα και για τις εξαγωγές μας σε προϊόντα και υπηρεσίες.

Μπορούμε όλοι να ωφεληθούμε, και οι πολίτες, και το Δημόσιο, και οι επιχειρήσεις, όλοι όσοι δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό κλάδο, που ξέρουμε ότι έχει πληγεί και λόγω της οικονομικής κρίσης.

Τώρα, το κόστος τού να μην επενδύσουμε στην πράσινη κατασκευή, θα ήταν, αντιθέτως, τεράστιο. Θα σηκώναμε ένα μεγάλο βάρος, εάν δεν επενδύαμε σε αυτό τον τομέα. Θα συνέχιζε η χώρα να βυθίζεται σ’ ένα ενεργειακό παραλογισμό, οι πολίτες θα πλήρωναν όλο και περισσότερο για ενέργεια, χωρίς όμως να βιώνουν σε ένα καλό, άνετο, φιλικό και υγιεινό περιβάλλον, ενώ οι πόλεις μας θα γίνονταν εξαιρετικά αφιλόξενες.

Ξέρουμε, έχουμε ζήσει ακόμα και τα πρόσφατα καλοκαίρια, τι σημαίνει πια αυτή η αύξηση στη χρήση της ενέργειας αλλά και, λόγω των κλιματικών συνθηκών, η πολύ μεγαλύτερη δυσκολία που υπάρχει στις πόλεις μας, που επιβαρύνονται ακόμα περισσότερο με την προσπάθεια του κάθε πολίτη, της κάθε οικογένειας, να την αντιμετωπίσει, είτε με το air condition, είτε βεβαίως με το ηλεκτρικό – αυτές τις νέες συνθήκες οι οποίες δημιουργούνται, επιβαρύνοντας τελικά και το ίδιο το περιβάλλον.

Όμως, το αισιόδοξο στοιχείο είναι ότι είμαστε όλοι εδώ. Σήμερα, υπάρχει κοινός σκοπός, έχουμε κοινό στόχο. Και χαίρομαι που υπάρχει αυτή η στενή συνεργασία σας μαζί μας, ιδιαίτερα με το ΥΠΕΚΑ. Δίνουμε το σήμα, σήμερα, ότι δουλεύουμε μαζί για να πετύχουμε αυτούς τους στόχους. Και θα έλεγα ότι, εδώ, η κρίση μάς ενώνει. Δεν είμαστε ανταγωνιστές, είμαστε συμπληρωματικοί ο ένας του άλλου, για ένα Εθνικό Πρόγραμμα Πράσινης Κατασκευής, που αποτελεί και ένα απτό παράδειγμα.

Προφανώς, αυτή η προσπάθεια θέλει συνεννόηση, θέλει εθνική συνεννόηση, θέλει συνεργασία μεταξύ μας. Κράτος, πιστωτικά ιδρύματα, κατασκευαστές, βιομηχανία, μελετητές, εγκαταστάτες, πολίτες, ενώνουν σήμερα τις δυνάμεις τους, για να συμφωνήσουν σ’ ένα πλαίσιο αρχών εφαρμογής αυτού του πρωτόγνωρου προγράμματος στη χώρα μας.

Ήδη, απ’ ό,τι γνωρίζω, η βιομηχανία και το εμπόριο έχουν ανταποκριθεί πλήρως στο κάλεσμα και έχουν αναπτυχθεί ακόμα και σημαντικές εθελοντικές συμφωνίες, ανάμεσα στο κράτος και τον κατασκευαστικό τομέα, προς όφελος των πολιτών. Δηλαδή, πέρα από τα προγράμματα, που θα χρηματοδοτούνται και από το κράτος, και από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, από το Δημόσιο και το ΕΣΠΑ, θα υπάρχουν και δυνατότητες αυτοχρηματοδότησης, μέσω του συστήματος που έχει αναπτυχθεί.

Ένα πλαίσιο, που ορίζει ότι θα κατασκευασθούν από εδώ και πέρα μόνον υψηλής ποιότητας έργα, ότι οι οικονομικοί όροι θα είναι ευνοϊκοί για όλους και ότι θα χρησιμοποιηθούν τεχνικές και τεχνολογίες, που παραμένουν ως αξία, ως βιώσιμη αξία για τη χώρα και τους πολίτες και ότι, τελικά, ο μεγάλος κερδισμένος θα είναι ακριβώς ο Έλληνας πολίτης.

Θέλω και πάλι να σας ευχαριστήσω για την παρουσία σας εδώ και να δώσω το λόγο στην Τίνα Μπιρμπίλη, για να μας κάνει μια αναλυτική παρουσίαση του προγράμματος και να εξηγήσει τις λεπτομέρειες, για το πώς εντάσσεται ο καθένας σ’ αυτή την προσπάθεια, πώς μπορεί να πάρει πρωτοβουλία, είτε σε επιχειρηματική, είτε σε ιδιωτική βάση.

Χαίρομαι επίσης που είναι εδώ και φορείς, πέραν των επιχειρήσεων, και από τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, που ασχολούνται με το περιβάλλον και θα μπορέσουν να παίξουν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση των πολιτών και στην παρακολούθηση και αξιολόγηση αυτών των προγραμμάτων. Πάντα θέλουμε τη δική σας γνώση και, βεβαίως, την ευαισθησία σας, στις προσπάθειες που κάνουμε. Συμμετέχουν επίσης και κοινωνικοί φορείς, οι οποίοι εκπροσωπούνται με τους εξαίρετους φίλους που βρίσκονται σήμερα εδώ.»

Ο Πρωθυπουργός μετά την παρουσίαση του Προγράμματος, έκανε την ακόλουθη παρέμβαση:

«Θα ήθελα να προσθέσω κάτι, επειδή μιλάμε πολύ για τη νέα γενιά, ότι ο τομέας αυτός, της πράσινης ανάπτυξης, είναι σίγουρα μια μεγάλη ευκαιρία για την επιχειρηματικότητα των νέων και την καινοτομία. Ανοίγεται ένας ορίζοντας πολύ μεγάλος, όχι μόνο σε αυτό το θέμα, για την «Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον» και τα κτίρια, αλλά γενικότερα στην πράσινη ανάπτυξη. Και θα πρέπει να το δούμε αυτό, δίνοντας και ένα μήνυμα αισιοδοξίας στους νέους, αλλά και την προτροπή για τη δική τους επιχειρηματική πρωτοβουλία σε αυτό τον τομέα.

Θα έλεγα, επίσης, σε ό,τι αφορά τη νέα γενιά ότι, πέρα από τη συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας στο ερευνητικό κομμάτι, υπάρχει και ένα τεράστιο πεδίο νέων επαγγελμάτων ή εξειδίκευσης ή μετεξέλιξης επαγγελμάτων, από συμβατικά επαγγέλματα, μηχανικών, αρχιτεκτόνων και όλων των τεχνικών επαγγελμάτων, βεβαίως, σε αυτή τη νέα πορεία.

Και βεβαίως, ευαισθητοποίηση της νεότερης γενιάς, θα έλεγα μάλλον, ενημέρωση – γιατί ευαίσθητη είναι ήδη και, μάλιστα, πολύ περισσότερο από τη δική μας γενιά – μέσα στα σχολεία, για τη δυνατότητα της «Εξοικονόμησης Κατ’ Οίκον». Είναι ένα πολύ σημαντικό μήνυμα και προς τη νέα γενιά της χώρας μας, που έχει ιδιαίτερες ευαισθησίες, αλλά και αγωνία, προς αυτή την κατεύθυνση.»

Ο Πρωθυπουργός μετά τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων των φορέων που συμμετέχουν στον Πρόγραμμα και την τοποθέτηση της ΥΠΕΚΑ, Τίνας Μπιρμπίλη, είπε τα εξής:

«Συμπίπτουμε με την Υπουργό Περιβάλλοντος. Έχω και εγώ επτά σημεία, τα οποία έβγαλα από την κουβέντα μαζί σας, που ήταν πολύ χρήσιμη για μένα, για τις προτεραιότητες που εσείς θέσατε, τις οποίες, είτε εν είδη προβλήματος, είτε ως στόχο, πρέπει να έχουμε μπροστά μας.

Προδιαγραφές και ρόλος του κράτους – πιστεύω ότι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία. Είναι και μία αλλαγή αντίληψης, που θέλουμε να περάσουμε. Το κράτος, μέχρι σήμερα, ήταν αυτό που ασχολούταν και με τη λεπτομέρεια, ενώ εμείς πρέπει ακριβώς να φύγουμε από τη λεπτομέρεια, να φύγουμε απ’ τη μικρο-διαχείριση, να βάζουμε προδιαγραφές, να ελέγχουμε και να απελευθερώνουμε τις δυνάμεις, για να κάνουν τη δουλειά τους. Θα ελεγχθούν, βεβαίως, αλλά πρέπει να σας απελευθερώσουμε, να μην είμαστε εμείς εμπόδιο σε κάθε σας δράση.

Αυτό όμως σημαίνει πράγματι και συνεργασία με τους φορείς. Και αν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα συνεργασίας μεταξύ των Υπουργείων, νομίζω ότι και τα Επιμελητήρια, όπως και άλλοι φορείς, οι παραγωγικοί φορείς, θα πρέπει να βοηθήσουν στη διαμόρφωση των προδιαγραφών, οι οποίες, βεβαίως, ανάλογα με την τεχνολογία, που θα εξελίσσεται, μπορούν να διαμορφώνονται, να εξελίσσονται και να προσαρμόζονται.

Και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και τη νέα τεχνολογία των δικτύων, για να υπάρχει πολύ εύκολη πρόσβαση σε αυτές τις προδιαγραφές, καθώς και γνώσεις γύρω απ’ αυτά τα θέματα.

Σε ό,τι αφορά τις προδιαγραφές, απ’ ό,τι κατάλαβα από τις δικές σας σκέψεις, και για τα προϊόντα που θα διατίθενται, και για τις υπηρεσίες που θα διατίθενται, αλλά και για την ταυτότητα των κτιρίων – τη στατική, κάποιος είπε – πιθανώς, να χρειάζεται, όπως έχουμε πια την προώθηση της Κάρτας του Πολίτη, να έχουμε και την Ταυτότητα του Κτιρίου, ώστε να ξέρουμε ακριβώς τη διαδρομή και την ιστορία του, αλλά και ποιες είναι οι απαραίτητες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν.

Δεύτερο σημείο, που έβαλαν αρκετοί φορείς και είναι πολύ λογικό, είναι ότι, μέσα από αυτή τη διαδικασία, πρέπει να στηρίξουμε την ελληνική παραγωγή, τα ελληνικά προϊόντα, την ελληνική τεχνολογία, την ελληνική έρευνα, την ελληνική καινοτομία.

Αυτό σημαίνει, βεβαίως, συνεργασία και με τα Ερευνητικά Κέντρα μας. Προσπαθούμε να σπάσουμε το στεγανό που υπάρχει σήμερα, ουσιαστικά, μεταξύ εκπαιδευτικού – ερευνητικού συστήματος και παραγωγής. Ήταν σχεδόν ταμπού, ακόμα και να το πει κανείς. Και είναι αστείο να υπάρχει ταμπού, τη στιγμή που, παντού, η νέα τεχνολογία προκύπτει ακριβώς σε συνεργασία με την καινοτομία των επιχειρήσεων και την εφαρμοσμένη έρευνα.

Εκεί πιστεύω ότι θα βρούμε και νέες τεχνολογίες, δικές μας, που μπορεί να έχουν εξαγωγικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τη δική μας αγορά, αλλά και νέες εφαρμογές σε παραπλήσιους τομείς, όπως πολύ σωστά είπατε. Δηλαδή, πέρα από τη συγκεκριμένη δουλειά της εξοικονόμησης, πιθανώς, να υπάρχουν και αλλού εφαρμογές, για τις τεχνολογίες μας. Αλλά και η δυνατότητα να αναπτύξουμε και μια βιομηχανία – κάποιοι αναφέρθηκαν σε αυτήν, πολύ σωστά – όπως οι ανεμογεννήτριες.

Και επειδή ο Πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου μίλησε για το θέμα της ανεργίας των νέων, θα μπορούσαμε να συνδυάσουμε πολλά προγράμματα ανεργίας, δηλαδή επιμόρφωσης, επανακατάρτισης, επανεκπαίδευσης ώστε, αν δούμε ότι υπάρχει απ’ τη μια μεριά υπερπληθώρα επαγγελμάτων σε κάποιο τομέα, αλλά και ζήτηση από την άλλη πλευρά, να μπορεί, με ταχύρρυθμες εκπαιδεύσεις ή με ένα μεταπτυχιακό ή με μία επανακατάρτιση, να χρηματοδοτηθεί αυτό από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Έχουμε ήδη εξαγγείλει ένα παρόμοιο πρόγραμμα και πιστεύω ότι αυτό μπορεί να καλυφθεί και να βοηθήσει τα επαγγέλματα, όπως αυτά στα οποία αναφερθήκατε.

Τρίτο σημείο, τα κίνητρα και η βιώσιμη αγορά. Δηλαδή, όλο αυτό το σύστημα – το είπε και ο κ. Χαραλαμπίδης, της Greenpeace – να μην είναι απλώς ένα σύστημα στήριξης, που οδηγεί στην εξάρτηση από το κράτος και από ένα κρατικό πρόγραμμα, το οποίο θα πεθάνει μόλις σταματήσουν τα χρήματα, αλλά αντιθέτως, να δημιουργήσει μια αγορά.

Και εδώ, πράγματι, με τις διάφορες ενέργειες που έχουμε, νομίζω ότι ακόμα και αυτοχρηματοδότηση μπορεί να γίνει, μέσα από τις εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών, που θα αποπληρώνονται από τον προϋπολογισμό που έχει το νοικοκυριό προς τη ΔΕΗ, χωρίς αυτό να επιβαρύνει περαιτέρω τον ίδιο τον καταναλωτή.

Αντιθέτως, μέσα σε ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, θα έχει μείωση του κόστους. Και υπάρχουν, βεβαίως, και τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται και στηρίζουν αυτή την όλη προσπάθεια, μέσα από τις επιδοτήσεις.

Το τέταρτο σημείο είναι το θέμα της ενημέρωσης που είπατε, και ο κ. Παραδιάς της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων, και οι κοινωνικοί εταίροι, αλλά και η WWF, και η Greenpeace. Το θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό και θα έκανα μία πρακτική πρόταση εδώ: να δουλέψουμε μαζί με τα σχολεία, ιδιαίτερα με τους νέους των Λυκείων και των Γυμνασίων, που μπορούν και έχουν αυτές τις προσλαμβάνουσες.

Και εδώ, θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε, αλλά και να το αναθέσουμε σε εσάς, στις περιβαλλοντικές Οργανώσεις – και όχι μόνον, και ο κ. Παραδιάς μπορεί να συμβάλει, με τη δική του Ομοσπονδία και εμπειρία, αλλά και με τη διεθνή εμπειρία, βεβαίως, και των άλλων κλάδων – ώστε να μπορείτε να έχετε τους αντιπροσώπους σας, οι οποίοι να πηγαίνουν στα σχολεία και να ενημερώνουν για τα προγράμματα αυτά, που θα δώσουν και την ευαισθητοποίηση, αλλά και την γνώση, για το πώς μπορούν να οργανώσουν αυτά τα προγράμματα.

Παραδείγματος χάριν, το θέμα των συνιδιοκτητών σε μια πολυκατοικία, δεν αντιμετωπίζεται με νόμο, αλλά με τη συνεργασία των ιδιοκτητών μέσα σε ένα κτίριο. Αν λοιπόν, πράγματι, όπως ειπώθηκε, δημιουργηθεί μια συλλογική συνείδηση γύρω απ’ αυτό το θέμα, θα περάσει πολύ πιο εύκολα.

Αυτό θα μπορούσε να γίνει, όχι μόνο σε επίπεδο κτιρίων, αλλά και σε επίπεδο γειτονιάς ακόμα. Γι’ αυτό, το σχολείο μπορεί να παίξει ένα σημαντικό ρόλο, να πουν οι μαθητές, λόγου χάρη, «γιατί δεν μπαίνει η γειτονιά μας σε ένα τέτοιο πρόγραμμα». Και βεβαίως, μπορεί να δώσει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες και στους εμπλεκόμενους, πρώτα απ’ όλα, στους ίδιους τους πολίτες, αλλά και στις επιχειρήσεις, που έχουν τέτοια τεχνογνωσία και παραγωγικότητα.

Πέμπτο σημείο είναι η συμμετοχή του πολίτη, αλλά και η δική σας, συνεχής αξιολόγηση. Δηλαδή, όπως είπατε και εσείς, μπορεί να κολλήσει σε κάποιο γραφειοκρατικό εμπόδιο, ή – ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχουμε σήμερα, στις προσπάθειες που κάνουμε για μεγάλες αλλαγές – να συγκρούεται με την κατεστημένη νοοτροπία και πρακτική.

Όχι ότι φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά έτσι τους έχουμε μάθει εμείς, και έτσι έχει λειτουργήσει το Δημόσιο, όπου έχουν κάνει πολύπλοκες διαδικασίες. Προσπαθούμε να σπάσουμε τη γραφειοκρατία, να απλοποιήσουμε τις διαδικασίες. Εκεί μπορείτε να μας βοηθήσετε, με τις δικές σας παρατηρήσεις και προτάσεις, για το πώς μπορεί, πολλά απ’ αυτά, να καταργηθούν ως διαδικασίες ή να απλοποιηθούν.

Έκτο σημείο, που το είπε και ο κ. Καλυβιώτης του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών, και ο κ. Σπίρτζης από το Τεχνικό Επιμελητήριο, είναι ότι διορθώνουμε τα κακώς κείμενα, αλλά αυτό είναι και ένα απόθεμα. Δηλαδή, όπως γίνεται, για παράδειγμα, με την ηλεκτρονική συνταγογράφηση – χθες, ήμουν στον ΟΑΕΕ γι’ αυτό το θέμα. Έχουμε ένα τεράστιο περιθώριο να εξοικονομήσουμε χρήματα από τη μείωση της σπατάλης στη συνταγογράφηση φαρμάκου. Υπολογίζεται ότι θα μπορούσαμε να εξοικονομήσουμε, από μισό μέχρι ένα δις κάθε χρόνο, μπορεί και περισσότερο, για τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Αυτό όμως αποτελεί και μία ευκαιρία. Δηλαδή, είναι και ένα απόθεμα, το οποίο αυτή τη στιγμή μπορούμε να αξιοποιήσουμε.

Το ίδιο και με τα κτίριά μας. Παρότι σήμερα είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση, σε σχέση με κτίρια σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό είναι και ένα απόθεμα, το οποίο, εάν εμείς το αξιοποιήσουμε, θα μας δώσει πολύ θετικά αποτελέσματα.

Άρα, εδώ νομίζω – και χαίρομαι για την αυτοκριτική σας – είναι ένα αισιόδοξο σημείο. Και αυτό ακριβώς, είναι το έβδομο σημείο που θέλω να τονίσω, ότι σπάνια έχω βρεθεί σε συναντήσεις τόσων φορέων, μαζί με Υπουργείο, όπου να υπάρχει τέτοια ευρύτατη συναίνεση. Μπορεί να υπάρχουν επιμέρους παρατηρήσεις, βεβαίως, που είναι και πολύ δικαιολογημένες και λογικές, αλλά αυτό δείχνει και τη δουλειά που γίνεται.

Πιστεύω, επίσης, ότι δείχνει πως εμείς, η Ελλάδα, ανακαλύπτουμε συλλογικά τις δικές μας δυνάμεις, τις δυνατότητες που έχουμε, τις οποίες, πολλές φορές, δεν τις παρατηρούσαμε, δεν τις αναδεικνύαμε, δεν τις σεβόμασταν, αλλά χρησιμοποιούσαμε «δάνειες» δυνάμεις.

Νομίζω ότι αυτό είναι ένα αισιόδοξο μήνυμα ότι, σήμερα, μπορούμε και αναδεικνύουμε τις δικές μας δυνάμεις, που θα μας δώσουν πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα, πρώτα απ’ όλα, για την ίδια την ποιότητα ζωής μας, αλλά και για την οικονομία μας, την ανταγωνιστικότητά μας και την ποιότητα των προϊόντων μας.

Και γι’ αυτό, θέλω να σας ευχαριστήσω και να σας πω ότι, προσβλέπουμε σε αυτή τη στενή συνεργασία, τη συλλογική συνεργασία, στην προσπάθεια να ορθοποδήσει η χώρα και να την κάνουμε βιώσιμη και ανταγωνιστική.

Και πάλι, ευχαριστώ.

Διαβάστε επίσης