Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

«Όρος επιβίωσης, η οικοδόμηση μιας νέας, σύγχρονης δημοκρατίας» | Ομιλία 21.07.2019

Για τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Πάτρας | Δήλωση 15.07.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

Ο αποχαιρετισμός του Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Ροβέρτο Σπυρόπουλο | 25.06.2019

«Με τον Γιάννη γιορτάζει μία Ελλάδα ευκαιριών, δημοκρατίας και ελευθερίας» | 25.06.2019

 

Συνέντευξη Τύπου του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου μετά τη λήξη της Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (29-30/10/2009) στις Βρυξέλλες

Γ. Πεταλωτής:    Καλησπέρα σας. Μετά τη λήξη της Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 29 και 30 Οκτωβρίου, ο κ. Πρωθυπουργός θα σας ενημερώσει για το περιεχόμενο των εργασιών της. Θα ακολουθήσει περιορισμένος αριθμός σχετικών ερωτήσεων. Ευχαριστώ.

Γ. A. Παπανδρέου:   Κατ’ αρχήν, χαίρομαι που βλέπω παλιούς γνωστούς δημοσιογράφους και ανταποκριτές, αλλά και πολλούς καινούργιους βεβαίως, τους οποίους χαιρετίζω επίσης.

Θα ήθελα να σας ενημερώσω για τη συζήτηση που κάναμε σ’ αυτό το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που γίνεται σε μια κρίσιμη συγκυρία όχι μόνο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά για τον όλο κόσμο. Κρίσιμη διεθνή συγκυρία λόγω της οικονομικής κρίσης την οποία περνά ο κόσμος, αλλά βεβαίως και για το θέμα της κλιματικής αλλαγής.

Κι αυτό που κρίνεται σ’ αυτά τα Συμβούλια είναι το αν έχει την ικανότητα η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις προκλήσεις, να αναλαμβάνει σοβαρές ευθύνες στην επίλυση αυτών των μεγάλων θεμάτων και σε πρωτοβουλίες που μπορούν να συμβάλουν σε θετικές λύσεις.

Άρα, λοιπόν, ένα πρώτο βασικό, το οποίο νομίζω έχει μια θετική κατάληξη, είναι ότι πάρθηκε απόφαση σε ό,τι αφορά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, που θέτει τέλος – ελπίζουμε, διότι περιμένουμε βεβαίως και την τελική απόφαση της Τσεχίας – σε μια μακρά περίοδο θεσμικής αβεβαιότητας.

Παρά τις όποιες κριτικές μπορεί να κάνει κανείς για τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, είναι σίγουρο ότι αυτό το θεσμικό πλαίσιο είναι πολύ καλύτερο από την προηγούμενη Συνθήκη. Η νέα αυτή Συνθήκη βελτιώνει τη λειτουργικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι ώστε να αποκτήσει πρώτα απ’ όλα μια διεθνή ισχυρή παρουσία, με τον υψηλό εκπρόσωπο που θα έχει σημαντικές αρμοδιότητες και δυνατότητες.

Θα μπορέσει να εξοπλιστεί με πιο αποτελεσματικούς θεσμούς. Θα ενισχυθεί η δημοκρατική λειτουργία και νομιμοποίηση των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βεβαίως θα απλουστευτούν σημαντικά και οι διαδικασίες αυτών των αποφάσεων.

Στόχος δικός μας πάντα και ελπίζουμε ότι και η Συνθήκη της Λισσαβόνας θα είναι προς την κατεύθυνση αυτή, είναι πρώτα ο πολίτης, η συμμετοχή των πολιτών, στο κέντρο των πολιτικών μας να είναι ο Ευρωπαίος πολίτης.

Η εφαρμογή αυτής της νέας Συνθήκης ανοίγει επίσης νέες προοπτικές για την περαιτέρω διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως παραδείγματος χάρη προς τα Δυτικά Βαλκάνια.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να παρουσιαστεί η Ελλάδα με την δική της πρόταση, τη νέα πρωτοβουλία και το νέο όραμα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της περιοχής. Το 2003 στη Θεσσαλονίκη, βάλαμε τα θεμέλια για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων. Ήταν μια δύσκολη απόφαση, με ανηφορικό δρόμο, αλλά υπήρξε τότε δυναμική. Δυστυχώς, τα χρόνια που πέρασαν, χάθηκε και ο προσανατολισμός και ο δυναμισμός αυτής της προοπτικής.

Γι’ αυτό, ερχόμαστε σήμερα να δώσουμε μια νέα δυναμική στην ενταξιακή διαδικασία, θέτοντας έναν συμβολικό, αλλά και τολμηρό στόχο, έναν πολιτικό στόχο για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι το 2014, δηλαδή 100 χρόνια μετά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Σεράγεβο.

Η Ελλάδα είναι ξανά παρούσα με πρωτοβουλίες, με δυναμισμό. Και βέβαια, αυτή η πρότασή μας πιστεύω ότι θα συμβάλει, χωρίς εκπτώσεις σε κριτήρια, χωρίς να δημιουργεί πλασματικές ελπίδες, στο να σταματήσει αυτό το τέλμα της τεχνοκρατικής διαδικασίας, που ουσιαστικά έχει παγώσει την ενταξιακή τους πορεία, και θα δώσει νέα ελπίδα και όραμα στη γειτονιά, κάτι το οποίο χρειαζόμαστε και εμείς, συμφέρει την Ελλάδα αυτή η προοπτική, θα συμβάλει στη δημοκρατική μεταρρύθμιση εντός αυτών των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων, μιας ευνομούμενης πολιτείας, για κάθε χώρα που θέλει να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επίσης, θα συμβάλει και σε ένα νέο δυναμισμό για την επίλυση και διμερών προβλημάτων, όπως παραδείγματος χάρη το πρόβλημα που έχουμε εμείς με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, το πρόβλημα του ονόματος, για το οποίο είχα την ευκαιρία χθες να συζητήσω με ξεκάθαρο τρόπο με τον ομόλογό μου, κ. Γκρούεφσκι.

Η κλιματική αλλαγή είναι το μεγαλύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα. Είχα την ευκαιρία λοιπόν και στο Συμβούλιο να περιγράψω τις δικές μας, αρνητικές εμπειρίες από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την ερημοποίηση με την οποία απειλούν οι πολλές πυρκαγιές στη χώρα μας, το πρόβλημα της διαχείρισης και προστασίας των υδάτινων πόρων, το ζήτημα των απορριμμάτων, αλλά ακόμα και των μεταναστευτικών ρευμάτων. Διότι απόρροια της κλιματικής αλλαγής – και θα είναι όλο και πιο έντονο, εάν δεν αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα – θα είναι η τεράστια μεταναστευτική πίεση, η προσφυγιά λόγω των κλιματικών συνθηκών, το οποίο ήδη βλέπουμε εμείς στα ανατολικά μας – και όχι μόνο – σύνορα.

Εμείς ζούμε αυτά τα φαινόμενα, αλλά όπως είπα, και όπως βεβαίως διαπιστώνουν όλοι στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δεν είναι μόνο ελληνικά φαινόμενα αυτά. Είναι φαινόμενα παγκόσμια. Και εδώ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σημαντικό θα έλεγα, ηγετικό ρόλο να παίξει. Να παίξει ηγετικό ρόλο όχι για να κάνει τον ηγέτη, αλλά διότι έχει ηθική, αλλά και ουσιαστική υποχρέωση να συμβάλει στην επίλυση αυτού του τεράστιου προβλήματος. Και έχει ακόμα μεγαλύτερη υποχρέωση, διότι υπάρχει ένα κενό ηγεσίας διεθνώς.

Ξέρω και ξέρουμε ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα έχει πολύ καλή πρόθεση, έχει αλλάξει ουσιαστικά την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών σε ό,τι αφορά στην κλιματική αλλαγή, όταν η προηγούμενη Κυβέρνηση της Αμερικής δεν αναγνώριζε καν το φαινόμενο αυτό ως υπαρκτό, αλλά έχει όμως εσωτερικά προβλήματα στο να πείσει το Κογκρέσο.

Από την άλλη, υπάρχει η Κίνα που έχει κάνει επίσης πολύ σημαντικά βήματα στην επένδυση στην πράσινη ανάπτυξη. Είχα την ευκαιρία και εγώ να συναντήσω την ηγεσία τους πριν από λίγους μήνες. Όμως, δεν είναι σε θέση ή δεν έχει τη βούληση σήμερα να παίξει τον κυρίαρχο ρόλο διεθνώς, σε ό,τι αφορά την πράσινη αυτή αλλαγή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Άρα λοιπόν, έχουμε υποχρέωση να πάμε στην Κοπεγχάγη σε δύο μήνες με προτάσεις, με δικές μας δεσμεύσεις, που θα μπορούμε να βάλουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ώστε να μπορέσουμε να πιέσουμε, ή να πείσουμε αν θέλετε και τις υπόλοιπες περιοχές του κόσμου για σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες θεωρούμε ότι πρέπει να είναι και νομικά δεσμευτικές.

Θεωρώ επίσης, πέραν του ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει και μπορεί να παίξει ρόλο στην κλιματική αλλαγή, ότι έχει και μία ευκαιρία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα διεθνώς. Το πέρασμα σε μια πράσινη τεχνολογία είναι και μία ευκαιρία να ξαναποκτήσει η Ευρώπη έναν πολύ σημαντικό οικονομικό και παραγωγικό ρόλο παγκοσμίως.

Ακριβώς αυτός είναι ο στόχος μας και για την Ελλάδα, να μεταβούμε στη λογική της πράσινης τεχνολογίας, ανάπτυξης, εκπαίδευσης, που θα δώσει και νέες δουλειές και νέα ανάπτυξη στη χώρα μας, μια εντολή την οποία πήραμε βεβαίως και ως χώρα, και ως κυβέρνηση από τις πρόσφατες εκλογές.

Βέβαια, οι αλλαγές αυτές, αυτή η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία είναι πολύ δύσκολη και γι΄ αυτό ακριβώς έγινε πολλή συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο γύρω από τους χρηματοδοτικούς πόρους και τα εργαλεία τα οποία θα μπορεί να έχει κανείς στα χέρια του, για να μπορέσει να κάνει αυτή τη μετάβαση: μια αλλαγή στην τεχνολογία, μια αλλαγή στην παιδεία, στις υποδομές, στην ενέργεια, στον τουρισμό, στον πράσινο τουρισμό, στις μεταφορές και σε πολλά άλλα.

Άρα λοιπόν, ήταν λογικό να επικεντρωθεί το Συμβούλιο, και να είναι και το αντικείμενο διαφωνιών, για το πώς θα χρηματοδοτήσουμε αυτή τη νέα αναπτυξιακή αντίληψη. Η πρόταση που κατέθεσα εγώ προσωπικά, εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης, είναι να συνδέσουμε την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης με την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Δηλαδή, να βρεθούν νέες επενδύσεις, που θα αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση, αλλά θα είναι επενδύσεις, στην προσπάθεια της ανθρωπότητας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των χωρών μας, να μεταβούν σε μια πράσινη οικονομία, έτσι ώστε να είναι και βιώσιμη, που θα έχει ως αποτέλεσμα να αναπτυχθούν οι οικονομίες μας, για να μπορούμε να έχουμε και αντιμετώπιση της ύφεσης, αλλά και των μεγάλων ελλειμμάτων, που πολλές φορές δημιουργούνται σε πάρα πολλά κράτη, ειδικά λόγω αυτής της ύφεσης που έχουμε σήμερα.

Σε αυτό, έκανα μία συγκεκριμένη πρόταση χθες για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, πέραν αυτών των οποίων συζητούσαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι τώρα και, σήμερα, είχα την υποστήριξη της πρότασης αυτής και από τον Gordon Brown και από τον Αυστριακό Καγκελάριο, τον κ. Feynman, και από την Επιτροπή. Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως είναι ο φόρος επί των συναλλαγών, που στα αγγλικά λέγεται transaction tax, ή αλλιώς, όπως παλαιότερα είχε ονομαστεί Τobin tax, φόρος του Tobin.

Επίσης, καταθέσαμε ιδέες, όπως είχαν διαμορφωθεί και από το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, των Πράσινων οικολόγων, διεθνούς χρηματοδότησης, μέσα από τα διεθνή ταμεία αυτής της πράσινης τεχνολογίας, ιδιαίτερα προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως βεβαίως και φόρο επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος.

Χαίρομαι, διότι η πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή και αποφάσισε το Συμβούλιο να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει όλες τις καινοτόμες μεθόδους χρηματοδότησης, στις οποίες αναφερθήκαμε σήμερα και χθες. Είναι σημαντική αυτή η απόφαση και είναι σημαντικό το ότι τους τελευταίους μήνες και στα πλαίσια της Σοσιαλιστικής Διεθνούς είχαμε κάνει συστηματική δουλειά γι΄ αυτές τις προτάσεις.

Σε ό,τι αφορά βεβαίως την οικονομία, σε συνεργασία με τον Βρετανό Πρωθυπουργό, στηρίχθηκε η ιδέα για μια νέα στρατηγική ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας, το οποίο και αυτό υιοθετήθηκε και θα γίνει επεξεργασία από την Επιτροπή, ώστε να συζητηθεί το Δεκέμβριο.

Το Δεκέμβριο θα έχουμε πολλά θέματα, όχι μόνο τα θέματα της οικονομίας, αλλά και το θέμα της λαθρομετανάστευσης. Είχαμε όμως μία πρώτη, σημαντική θα έλεγα απόφαση και ένα κείμενο σε αυτή μας τη συνάντηση, στο οποίο ζήτησα ορισμένες τροποποιήσεις, που έγιναν δεκτές.

Η λογική είναι ότι τα συμπεράσματα πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που ζούμε. Είμαστε βεβαίως ικανοποιημένοι για το ότι υπάρχει πρόθεση από πλευράς της Τουρκίας να προσέλθει στο διάλογο γύρω από τη λαθρομετανάστευση και το εμπόριο ανθρώπων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά βεβαίως, από την άλλη μεριά, πέραν των προθέσεων χρειαζόμαστε και έργα. Και είχα την ευκαιρία να περιγράψω το πρόβλημα, το οποίο ζει η Ελλάδα, όπως βεβαίως κι άλλες χώρες, ιδιαίτερα της Μεσογείου. Τα μηνύματα της Ένωσης πρέπει να είναι ξεκάθαρα προς την Τουρκία.

Η λαθρομετανάστευση είναι κοινή πρόκληση, απαιτεί τη συνεργασία όλων και ιδιαίτερα, χρειάζεται συνεργασία από πλευράς της Ένωσης απέναντι στον περίγυρο, ώστε η Τουρκία να εφαρμόσει το πρωτόκολλο της επανεισδοχής, κατ΄ αρχήν στο διμερές επίπεδο, κάτι για το οποίο είχα την ευκαιρία να συζητήσω και με τον Τούρκο Πρωθυπουργό, τον κ. Ερντογάν, στην πρόσφατη συνάντησή μας, αλλά βεβαίως, να υπάρξει επιτέλους και μια συμφωνία επανεισδοχής με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οφείλει βεβαίως η Ευρωπαϊκή Ένωση να βοηθήσει και την Τουρκία, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά αυτό το πρόβλημα. Κατανοούμε ότι είναι και για την Τουρκία ένα σημαντικό πρόβλημα και έχουμε βεβαίως τους τρόπους για να βοηθήσουμε και την Τουρκία. Από την άλλη μεριά όμως, αυτό μπορεί να γίνει, μόνο αν θέλει, αν έχει τη βούληση η Τουρκία να συνεργαστεί.

Και δεν βοηθά, όταν δεν συνεργάζεται παραδείγματος χάρη με τη FRONTEX. Έχουμε επανειλημμένα περιστατικά, παρενοχλητικών μηνυμάτων που απευθύνει τουρκικό ραντάρ προς αεροσκάφη της FRONTEX, τα οποία περιπολούν την ευρωπαϊκή θάλασσα, τα σύνορα της Ευρώπης στο Αιγαίο.

Η πρακτική αυτή πάντα δημιουργεί την εντύπωση ότι η Τουρκία προσπαθεί να παρεμποδίσει αυτή την κοινή μας δράση, την κοινή μας προσπάθεια για την καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης στην περιοχή. Και βεβαίως, μιλάμε για την ίδια περιοχή, που τα τελευταία χρόνια δέχεται τις εντονότερες πιέσεις σε ό,τι αφορά τη λαθρομετανάστευση στην Ευρώπη. Και έχουμε δυστυχώς, λόγω αυτών των πιέσεων, ανθρώπινες τραγωδίες, όπως την προχθεσινή.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, θέλω να τονίσω ότι πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό από όλους ότι, αυτό το εμπόριο των ανθρώπων είναι μια τεράστια πρόκληση, που πρέπει να αντιμετωπίσουμε από κοινού. Δεν είναι πρόβλημα μόνο της Ελλάδας ή μόνο των χωρών της Μεσογείου. Είναι πρόβλημα ολόκληρης της Ευρώπης, είναι ένα διεθνές πρόβλημα.

Μεθαύριο, θα φιλοξενήσουμε στην Αθήνα το Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Μετανάστευση και θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε σε βάθος αυτές τις πολιτικές. Είναι όμως ντροπή και προσβολή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Άρα λοιπόν, το Δεκέμβριο έχουμε χρέος να διαμορφώσουμε τη συνολική μας πολιτική για τα ζητήματα αυτά, κάτι στο οποίο αναφέρονται και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου.

Κλείνοντας, παρότι όπως συνηθίζεται, δεν αναφερόμαστε σε εσωτερικά ζητήματα στις συνεντεύξεις αυτές, νομίζω ότι είναι σημαντικό να κάνω μια δήλωση για τα πρόσφατα τρομοκρατικά χτυπήματα, που βρίσκουν την ελληνική κοινωνία ενωμένη. Είμαστε ενωμένοι απέναντι στην τυφλή δολοφονική βία, που σημαδεύει την ευνομία, σημαδεύει όμως και τους νέους, νέους εργαζόμενους, νέα παιδιά, τους περαστικούς, απλούς πολίτες, αλλά και ένστολους πολίτες.

Όλοι μαζί, υπεύθυνα και στοχευμένα, μπορούμε να δώσουμε τέλος σ’ αυτό τον κύκλο του αίματος, που υπονομεύει ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, αλλά βεβαίως, το ξέρετε πολύ καλά εσείς που είσαστε ανταποκριτές εδώ στις Βρυξέλλες, βλάπτει και την εικόνα μας, βλάπτει τη χώρα μας διεθνώς. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν και είναι η υπεύθυνη στάση και όλων των κομμάτων της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Απέναντι στη βία, εμείς προτάσσουμε τη Δημοκρατία. Περισσότερη Δημοκρατία, σεβασμός στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, εύρυθμη λειτουργία και ετοιμότητα των οργάνων, που είναι επιφορτισμένα με την προστασία του πολίτη. Για μας, η ευνομία σημαίνει ότι η Πολιτεία έχει υποχρέωση να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, που είναι η ζωή, η περιουσία, οι ελευθερίες.

Ίσως θα ήταν χρήσιμο να σας πω ότι είχα αρκετές συναντήσεις σε διμερές επίπεδο – μερικές βεβαίως αρκετά σύντομες, όπως ξέρετε ότι γίνεται στο πλαίσιο αυτών των Συμβουλίων – με τον κ. Σαρκοζί, την κυρία Μέρκελ, τον κ. Μπράουν, τη Σουηδική Προεδρία, τον Πρωθυπουργό της Βουλγαρίας, της Σλοβενίας, βεβαίως και τον Δημήτρη Χριστόφια, τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και εχθές, είχα την ευκαιρία, στο πλαίσιο και του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να συναντήσω και να μιλήσω με σοσιαλιστές, όπως είναι ο Θαπατέρο, ο Σόκρατες και ο Μπράουν.

Σας ευχαριστώ.

Στ. Ευσταθιάδης («ΒΗΜΑ»):   Κύριε Πρόεδρε κι εγώ να σας χαιρετίσω εκ μέρους όλων, νομίζω για τη χαρά να σας βλέπουμε εδώ ως Πρωθυπουργό, και να μας ενημερώνετε για τις εργασίες του Συμβουλίου. Μου έκανε εντύπωση ότι δεν αναφερθήκατε καθόλου στο τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο. Γεγονότα όπως στο Ιράν, στο Αφγανιστάν, έχουν δημιουργήσει μια γενικότερη ανωμαλία την οποία η Ευρώπη την υφίσταται διότι ήταν υποχρεωμένη να στέλνει και στρατούς, ανήκοντας στο ΝΑΤΟ ή και χωρίς. Απασχολήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση σ’ αυτό το Συμβούλιο γι’ αυτά τα πράγματα που συμβαίνουν στον εξωευρωπαϊκό χώρο και επιδρούν επί της Ευρώπης;

Γ. A. Παπανδρέου:   Δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη, αλλά οπωσδήποτε εγώ είχα την ευκαιρία, με αντικείμενο το θέμα της λαθρομετανάστευσης, να τονίσω ότι τα γεγονότα στο Πακιστάν και στο Αφγανιστάν, μας επηρεάζουν άμεσα κι έχουμε μεγάλη προσφυγιά από αυτές τις χώρες. Βεβαίως, οι Υπουργοί Εξωτερικών είχαμε την ευκαιρία χθες το βράδυ να συζητήσουμε αυτά τα θέματα και υπάρχουν και κάποιες ανακοινώσεις γύρω από τα ζητήματα αυτά. Αν χρειαστεί στο τέλος, μπορεί να σας πει δυο λόγια ο κ. Δρούτσας.

Ι. Χασαπόπουλος («MEGA»):   Κύριε Πρόεδρε, τώρα που φαίνεται ότι ξεπερνιούνται τα προβλήματα για τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, έχετε καταλήξει εσείς ποιο θα είναι το πρόσωπο που θα προτείνετε για τη θέση του Επιτρόπου; Και αν θα είναι πλήγμα για την Ελλάδα αν δεν πάρουμε το χαρτοφυλάκιο του περιβάλλοντος, που τόση σημασία δίνει η κυβέρνησή σας.

Γ. A. Παπανδρέου:   Δεν έχω κάνει δημόσια πρόταση. Είμαι σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή. Πολλές φορές, τα πρόσωπα μπορούν να παίξουν κι ένα ρόλο στο ποιο θα είναι το portfolio. Και βεβαίως, δεν είναι μόνο το portfolio του περιβάλλοντος, υπάρχουν κι άλλα σημαντικά θέματα και ούτως ή άλλως, το θέμα του περιβάλλοντος, είτε το έχουμε, είτε δεν το έχουμε, θα είναι στην κεντρική μας πολιτική επιλογή, και για την Ελλάδα, και για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ειρ. Καρανασοπούλου («ΝΕΑ»):   Είπατε ότι μαζί με τον κ. Μπράουν προτείνατε να υπάρξει μια νέα στρατηγική ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας, και αυτό έγινε δεκτό να παρουσιαστεί το Δεκέμβριο. Ήθελα απλώς μια διευκρίνιση, αν μιλάτε για την παρουσίαση μιας στρατηγικής εξόδου από την κρίση, το exit strategy δηλαδή. Αυτό είναι που θα παρουσιαστεί το Δεκέμβριο ή είναι κάτι καινούργιο αυτό που σχεδιάζετε με τον κ. Μπράουν; Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Κι επειδή η οικονομία είναι και για μας, για τη χώρα μας σε ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή, εσείς έχετε μιλήσει για δημοσιονομικό εκτροχιασμό, ήθελα να μάθω αν στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών σας σκοπεύετε να συμβάλετε στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας με άλλες πρωτοβουλίες. Αν πρόκειται να συναντηθείτε δηλαδή με κάποιους, γιατί και οι αγορές είδαμε ότι αντιδρούν αρνητικά σ’ αυτό, δεν αντιδρούν μόνο οι Βρυξέλλες, οπότε αν έχετε να μας πείτε κάτι για το προσεχές διάστημα, δηλαδή πώς σκοπεύετε να συμβάλετε θα το εκτιμούσαμε. Ευχαριστώ.

Γ. A. Παπανδρέου:   Πρώτα απ’ όλα, θεωρώ ότι η Ελλάδα, με τις πρωτοβουλίες που παίρνει και με την έντονη παρουσία της σε όλα τα θέματα, αποκτά μια νέα αξιοπιστία, που είναι χρήσιμη όχι μόνο στα διεθνή ζητήματα, όχι μόνο στα βαλκανικά, στα ευρωπαϊκά ζητήματα, αλλά είναι χρήσιμη και για τα οικονομικά ζητήματα. Η εικόνα μιας Ελλάδας με διάθεση να προωθήσει λύσεις, να παίρνει πρωτοβουλίες, είναι μια εικόνα θετική για τη χώρα μας. Θεωρώ ότι αυτό θα επηρεάσει θετικά και στο οικονομικό επίπεδο, δηλαδή στις διαπραγματευτικές μας δυνατότητες.

Δεύτερον, αν και δεν είχαμε την ευκαιρία, δεν ήταν και αντικείμενο να συζητήσουμε ειδικά για την ελληνική οικονομία, αυτό είχε συζητηθεί και στο ECOFIN, αλλά οπωσδήποτε, στις διμερείς συναντήσεις και επαφές, στο λίγο χρόνο πάντα που έχουμε, εγώ είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσω τη βούληση που έχει η χώρα μας, πρώτα απ’ όλα να νοικοκυρέψει τα οικονομικά μέσα από τις προτάσεις που έχουμε καταθέσει, αλλά και παράλληλα να έχουμε αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία για τη χώρα μας, που είναι σημαντικό για την αξιοπιστία απέναντι στους ευρωπαϊκούς αλλά και διεθνείς θεσμούς.

Είναι η εποχή να κάνουμε πια σοβαρές τομές για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε προϋπολογισμό, για μια μεγάλη αλλαγή στα φορολογικά μας και με το νέο νομοσχέδιο, με σοβαρή αναδιανομή, που θα παίξει πιστεύω σημαντικό ρόλο και στην τόνωση της οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά, επιβεβαίωσα την ανάγκη, μαζί με το νοικοκύρεμα, να τονώσουμε την αγορά σε μια εποχή ύφεσης, διότι – είπατε για τη στρατηγική εξόδου, το exit strategy, για το οποίο υπάρχει πολλή συζήτηση ακόμα και σε συντηρητικούς κύκλους – δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι έχουμε φθάσει στο τέλος αυτής της κρίσης. Μπορεί να έχουμε μειώσει τις επιπτώσεις και, μάλιστα, με παρέμβαση τόνωσης, από πλευράς δημοσίων επενδύσεων σε πάρα πολλές χώρες, έχουν μειώσει τις επιπτώσεις της ύφεσης σε ένα βαθμό, όμως είναι ακόμα υπαρκτές. Και μάλιστα, αρνητικές πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις θα δούμε στο θέμα της ανεργίας.

Κι αυτό, μας προβληματίζει όλους, όπως προβληματίζει και εμάς. Γι’ αυτό έχουμε μιλήσει για την ανάγκη, η Ελλάδα να έχει δικό της πακέτο τόνωσης, που θα χτυπήσει το πρόβλημα της ανεργίας, θα δώσει δουλειές στους νέους, θα μπορέσει να συντηρήσει υπάρχουσες δουλειές, θα μπορέσει να τονώσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Θα μπορέσει να βοηθήσει τα στρώματα που έχουν χαμηλούς μισθούς και συντάξεις, θα μπορέσει να βάλει την αρχή, τις βάσεις, για μια άλλη αναπτυξιακή λογική, που αφορά στην πράσινη ανάπτυξη και που θα είναι και για εμάς μια σοβαρή, ανταγωνιστική οικονομία, με επένδυση βεβαίως εκεί όπου χρειάζεται, στις απαραίτητες τεχνολογίες, στην παιδεία και στις υποδομές. Αυτή η πρότασή μας θεωρώ ότι γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη.

Βεβαίως, όπως πολύ σωστά είπατε, πολλά χρόνια ταλαντεύσεων έχουν δημιουργήσει την εικόνα της αναξιοπιστίας. Και αυτό είναι κάτι το οποίο εμείς πρέπει να ανατρέψουμε. Πιστεύω ότι θα μπορέσουμε να το ανατρέψουμε, συνεργαζόμενοι και με τους κοινωνικούς εταίρους στην Ελλάδα, με έναν τρόπο αποτελεσματικό, όσο και αν είναι δύσκολος αυτός ο αγώνας.

Σε ό,τι αφορά το exit strategy, τη στρατηγική εξόδου, πιστεύουν οι περισσότεροι, βεβαίως και οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, ότι είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για τη διακοπή μιας προσπάθειας τόνωσης της οικονομίας. Χρειάζεται περαιτέρω τόνωση της οικονομίας, για να μην μπούμε σε μια ύφεση νέα.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η πρόταση την οποία στήριξα και εγώ, μαζί με τον Γκόρντον Μπράουν, για μια νέα στρατηγική για την ανάπτυξη και την απασχόληση, είναι μια θετική πρόταση. Και βεβαίως, θα τη συζητήσουμε το Δεκέβριο στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής για τη Λισαβόνα. Ελπίζω να είναι θετική η ανταπόκριση και των άλλων εταίρων.

Β. Πετούρη («ΝΕΤ»):   Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να σταθώ στην αναφορά σας για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μιλήσατε για μια διαδικασία που θα δώσει μια ενιαία δυναμική στην επίλυση διμερών προβλημάτων. Και με αφορμή τη χθεσινή σας ολιγόλεπτη συνάντηση με τον Σκοπιανό ομόλογό σας, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν διαπιστώσατε ένα τέτοιο κλίμα στον κ. Γκρούεφσκι. Ένα θετικό κλίμα σε ό,τι αφορά την επίλυση. Π.χ. ο Σκοπιανός Πρόεδρος μίλησε χθες για το σπάσιμο του πάγου ανάμεσα στις δυο πλευρές.

Γ. A. Παπανδρέου:   Το ελπίζω, αλλά βέβαια καλύτερα να μιλήσει είναι ο ίδιος για το πώς διέγνωσε τη συνάντηση αυτή. Ήταν μια πρωτοβουλία, και νομίζω είναι πάντα χρήσιμο, να τα λέει κανείς με τον πιο ειλικρινή, πιο ανοιχτό και πιο απλό τρόπο, χωρίς περιστροφές και χωρίς να υπάρχουν πολλές φορές τρίτοι, οι οποίοι ερμηνεύουν, διερμηνεύουν, δημιουργούν υπερβολικές ελπίδες ή υπερβολικές παρανοήσεις.

Και με αυτό τον τρόπο είχα την ευκαιρία να τονίσω την πολύ γνωστή μας θέση, την κόκκινη γραμμή, για μία ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, έναντι όλων. Να τονίσω ότι εμείς είμαστε οι πρώτοι που θα θέλαμε να δούμε την προοπτική της γείτονος χώρας, ως καλοί εταίροι και καλοί σύμμαχοι και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και στο ΝΑΤΟ, αλλά και ότι προϋποθέτει την επίλυση του ζητήματος του ονόματος. Και τόνισα ότι αν αυτό μπορούμε να το λύσουμε, είναι σίγουρο ότι θα δημιουργήσουμε μια εστία σταθερότητας, αλλά θα ανοίξουμε και πολλές προοπτικές για τις διμερείς σχέσεις, βεβαίως και για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Σίγουρα, θα ανοίξουμε την προοπτική και θα συμβάλουμε στη δυναμική και ευρύτερα για τα Δυτικά Βαλκάνια.

Κ. Αδάμ («ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»):   Δυο πράγματα κ. Πρόεδρε. Σε αυτόν τον κύκλο των νέων συζητήσεων για τη στρατηγική ανάπτυξης και απασχόλησης με τον κ. Μπράουν στο πλαίσιο της Λισαβόνας, επαναφέρατε ήδη στους εταίρους τις απόψεις σας για αναθεώρηση ή και κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας το οποίο το έχετε αναπτύξει προεκλογικά; Και ένα δεύτερο. Το πολύ αυστηρό και δίκαιο ύφος που κρατήσατε εδώ αναφερόμενος στην αρνητική στάση της Τουρκίας στη συνεργασία της στον τομέα της λαθρομετανάστευσης, δεν αντικατοπτρίζεται στο κοινό κείμενο των συμπερασμάτων όπου εκφράζουν την ικανοποίηση για τη συνεργασία με την Τουρκία, χωρίς καμία ειδική αναφορά στις πολύ αρνητικές επιδόσεις της Τουρκίας στη συνεργασία της με FRONTEX, αλλά και παρενόχληση ελληνικής κυριαρχίας όταν λειτουργεί η FRONTEX. Γιατί συνέβη αυτή η ήπια επί 27 αντιμετώπιση της Τουρκίας στη λαθρομετανάστευση;

Γ. A. Παπανδρέου:   Εγώ είχα την ευκαιρία να εκφράσω τις δικές μας θέσεις, αλλά και τη δική μας αξιολόγηση για την Τουρκία. Βεβαίως, όπως θα είδατε, το κείμενο αφορά στην έναρξη των συζητήσεων. Άρα, λοιπόν, νομίζω είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθεί η Τουρκία, όταν ξεκινούν οι συζητήσεις. Εμείς χαιρετίσαμε μεν την έναρξη, λέγοντας από την άλλη μεριά ότι αυτό θα κριθεί στην πράξη, και όχι στα λόγια.

Αλλά το ότι μας διαβεβαιώνει η Σουηδική Προεδρία ότι ξεκινούν αυτές οι διαπραγματεύσεις, είναι μια σημαντική πρόοδος, όταν η ίδια η Τουρκία είχε ουσιαστικά αρνηθεί στο παρελθόν να κάνει αυτές τις συζητήσεις για το Σύμφωνο, για την επανεισδοχή.

Σε ό,τι αφορά τη θέση μας για το Μάαστριχτ, δεν έχει αλλάξει η θέση μας, αλλά όπως είπα και στην Ελληνική Βουλή, πρέπει να κατανοήσει κανείς τη θέση της χώρας μας αυτή τη στιγμή, ό,τι φορά την οικονομική της κατάσταση και την εικόνα της οικονομίας μας ώστε στην κατάλληλη στιγμή, αξιόπιστα, να μπορούμε να διεκδικούμε μεγάλες ανατροπές και μεγάλες αλλαγές.

Θα μπορούσε εύκολα δηλαδή, αν εγώ ασχολούμουν απλώς με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ σε ό,τι αφορά τα οικονομικά, να θεωρήσουν ότι προσπαθούσα να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα σε ότι αφορά το χρέος της χώρας μας αυτή την εποχή. Άρα λοιπόν, νομίζω ότι θα έβλαπτα τα συμφέροντα της χώρας μας, εάν έθετα ένα σημαντικό, επίμαχο και ιδεολογικό ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε αυτή την πρώτη μου συνάντηση.

Όμως, το ότι υπήρξε συμφωνία για σημαντικές αλλαγές στον τρόπο χρηματοδότησης της ανάπτυξης, σε ό,τι αφορά τα νέα εργαλεία, νομίζω ήταν μια πολύ μεγάλη επιτυχία, και μάλιστα επιτυχία των προοδευτικών δυνάμεων, που δυστυχώς είμαστε μειοψηφία στο Συμβούλιο.

Γ. Ααντύπας («ΈΘΝΟΣ»):   Κύριε Πρόεδρε θα ήθελα να σας ζητήσω να μας ενημερώσετε για τα πρόσωπα που ακούγονται στο Συμβούλιο για τις νέες θέσεις που προκύπτουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την υιοθέτηση της Συνθήκη της Λισαβόνας. Και ένα επιπλέον ερώτημα, αν υπάρχει περίπτωση να ακούσουμε και κάποιο ελληνικό όνομα σε αυτή την ιστορία.

Γ. A. Παπανδρέου:   Εκ των πραγμάτων, ελληνικό όνομα θα υπάρξει για την Επιτροπή. Υπάρχουν πολλές συζητήσεις γύρω από τα ονόματα, αλλά όπως ξέρετε, όταν πρώτα απ’ όλα δεν έχει ακόμα τυπικά κυρωθεί η Συνθήκη, θα ήταν πολύ νωρίς να ξεκινήσουμε αυτή τη συζήτηση.

Είναι πολύ πιθανόν, εφόσον υπάρξει μια θετική ανταπόκριση της Τσεχίας, στις αρχές Νοεμβρίου να έχουμε μια έκτακτη Σύνοδο Κορυφής, για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο θέμα των ονομάτων.

Β. Γιακουμής («ΑΝΤ1»):   Κύριε Πρόεδρε, με βάση τις συζητήσεις και τις συναντήσεις ή τις επαφές που είχατε με τους ομολόγους σας στο Συμβούλιο, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν πιστεύετε ότι το σχέδιό σας για την έξοδο της χώρας μας από την κρίση θα εγκριθεί από τους Ευρωπαίους και πόσο αισιόδοξος είστε για την παράταση που ζητά η χώρα μας όσον αφορά τα οικονομικά μεγέθη που έχουν παραδοθεί, την παράταση για το έλλειμμα, και πόσο είναι αυτό τελικώς, διότι ακόμη δεν έχει ξεκαθαριστεί. Σας ευχαριστώ πολύ.

Γ. A. Παπανδρέου:   Όπως σας είπα, στο περιθώριο αυτού του Συμβουλίου ελάχιστο χρόνο μπορούσε να έχει κανείς για να συζητήσει το θέμα αυτό και, μάλιστα, συζητήσαμε πολύ περισσότερο για θέματα εξωτερικής πολιτικής, των γειτόνων μας, Κυπριακό, Τουρκία, FYROM, Βαλκάνια, αλλά και την κλιματική αλλαγή. Παρότι λοιπόν δεν είχαμε μεγάλα περιθώρια για συζήτηση γι’ αυτό το θέμα, θεωρώ ότι μπορούμε να πετύχουμε σημαντικούς στόχους, ότι η πρότασή μας είναι αξιόπιστη.

Είναι όμως ένας αγώνας. Δεν είναι ένας εύκολος αγώνας, είναι ένας δύσκολος αγώνας, να πείσουμε ξανά ότι η Ελλάδα είναι αξιόπιστη και ότι αυτά τα οποία εμείς καταθέτουμε. Γιατί θεωρώ ότι ως πρόταση δεν έχουν αντίρρηση, αλλά αναρωτιούνται αν αυτά η Ελλάδα θα τα τηρήσει.

Εκεί χρειαζόμαστε τη συνεργασία όλων των φορέων στη χώρα μας, για να βοηθήσουν να νοικοκυρέψουμε το κράτος μας, την πολιτεία μας, να μπορέσουμε πραγματικά να ανορθώσουμε την οικονομία μας, να δώσουμε ξανά ζωή και οξυγόνο στην αγορά και στην απασχόληση.

Β. Μούρτης («ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ»):   Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν μετά τη συνάντηση και τη συνομιλία που είχατε με τον κ. Γκρούεφσκι και την προϋπόθεση που θέσατε για επίλυση του ονόματος πριν αρχίσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις το Δεκέμβριο έχετε αποφασίσει να βάλετε βέτο σε αυτή τη διαδικασία.

Γ. A. Παπανδρέου:   Νομίζω ότι είμαι σαφής και έχω τονίσει και στον ίδιο, ότι για να υπάρξει έναρξη των διαπραγματεύσεων, πρέπει να υπάρξει λύση στο ζήτημα του ονόματος.

Γ. Τσακίρης («ALTER»):   Κύριε Πρόεδρε, αναφερθήκατε κι εσείς στο θέμα με την τρομοκρατική ενέργεια που έγινε στο Τμήμα της Αγίας Παρασκευής. Ήθελα να σας πω ότι απ’ ό,τι βλέπουμε ακούμε φωνές από την αντιπολίτευση ότι σπείρατε ανέμους και θερίζετε θύελλες. Ακούμε λοιπόν κριτική για τις πρώτες ενέργειές σας, ότι η Αστυνομία είναι ακέφαλη και ότι έχει διαλυθεί η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, περιμένοντας τις αλλαγές που θα προωθήσετε. Το σχόλιό σας θα ήθελα.

Γ. A. Παπανδρέου:   Δεν θα ήθελα να σχολιάσω περαιτέρω εσωτερικά ζητήματα, πέρα από αυτό το οποίο ανέφερα. Και νομίζω ότι και ο Ελληνικός λαός έχει αξιολογήσει όλο αυτό το ζήτημα και στις περασμένες εκλογές.

Χρ. Πουλίδου («Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ»):   Κύριε Πρόεδρε, μία ουρά στην ερώτηση του κ. Αντύπα και μία δική μου ερώτηση. Μπορεί να μην συζητήσατε ονόματα για τις θέσεις των υψηλών πόστων που δημιουργεί η Συνθήκη της Λισαβόνας, όμως υπάρχει ένα γεγονός, ότι σε όλα τα ευρωπαϊκά πόστα, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Kομισιόν, την Ευρωβουλή και στα δύο που φτιάχνονται τώρα, οι υποψηφιότητες είναι όλες ανδρικές. Δεν πρέπει να μπει κάποια στιγμή και μία γυναικεία υποψηφιότητα; Σοβαρά όμως. Υπάρχει ένα έλλειμμα γυναικών. Και αυτό πρέπει να ειπωθεί σοβαρά, να αντιμετωπιστεί σοβαρά. Το ένα. Και το δεύτερο. Ήθελα να σας ρωτήσω, είπατε για τη λαθρομετανάστευση. Στα συμπεράσματα της Συνόδου βλέπω ότι οι 27 ηγέτες ζητάτε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επεξεργαστεί ένα σχέδιο για τη βίαιη σχεδόν επαναπροώθηση λαθρομεταναστών στις χώρες καταγωγής τους, με έξοδα του κοινοτικού προϋπολογισμού. Αυτή την πρακτική την έχουν καταγγείλει στο παρελθόν πάρα πολλοί ανθρωπιστικοί φορείς. Είναι δυνατόν να ζητάτε κάτι τέτοιο;

Γ. A. Παπανδρέου:   Πρώτα απ’ όλα, στο πρώτο δεν έχω καμία αντίρρηση με την προτροπή – δεν νομίζω να είναι ερώτηση, αλλά προτροπή – με την οποία συμφωνώ, να υπάρξουν περισσότερες γυναίκες σε περισσότερα πολιτικά πόστα, κάτι το οποίο έχω υπηρετήσει από κάθε θέση στην οποία έχω αναλάβει ευθύνες, και τώρα ως Πρωθυπουργός.

Σε ό,τι αφορά τα θέματα της λαθρομετανάστευσης, μας καλύπτουν πλήρως οι αποφάσεις του Συμβουλίου. Εγώ θα συμφωνήσω ότι υπάρχουν δύο πτυχές. Πολλές είναι οι πτυχές, αλλά δύο είναι οι βασικές. Η μία είναι η προστασία των συνόρων και η άλλη είναι η ανθρωπιστική διάσταση. Και τις δύο αυτές διαστάσεις, πρέπει να τις υπηρετήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και στη συνολική πρόταση που θα έρθει το Δεκέμβριο, ελπίζω ότι και αυτές οι δύο διαστάσεις θα υπηρετούνται σωστά από τις προτάσεις της Επιτροπής και τελικά βεβαίως, από τις δικές μας αποφάσεις, του Συμβουλίου

Δ. Λαγού («FLASH»):   Θα ήθελα να ρωτήσω, όπως περιγράψατε το θέμα της Τουρκίας σε σχέση με τη μετανάστευση, καταλαβαίνουμε ότι και στην Κωνσταντινούπολη στην επίσκεψή σας και στην άτυπη συνάντηση με τον κ. Ερντογάν είχατε θέσει θέμα λαθρομετανάστευσης. Δεν το είχαμε πληροφορηθεί. Να δούμε το ζήτημα αυτό ως ένα προστάδιο ενόψει του Δεκεμβρίου για την κρίση, τη στάση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, στην κατεύθυνση του να αποφύγει ενδεχομένως το άνοιγμα σοβαρότερων ζητημάτων;

Γ. A. Παπανδρέου:   Κατ΄ αρχήν, θεωρώ ότι το θέμα του εμπορίου ανθρώπων, είναι ένα πάρα πολύ σοβαρό θέμα για τη χώρα μας, δεν είναι μικρό θέμα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κι άλλα θέματα. Αντιθέτως. Υπάρχουν και άλλα θέματα, και πολύ σοβαρά, και όλα αυτά θα είναι αντικείμενο αξιολόγησης ενόψει των αποφάσεών μας το Δεκέμβριο.

Κ. Καλλέργης («ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»):   Ήθελα να σας ρωτήσω για την οικονομία, επειδή αναφερθήκατε και στο θέμα της αξιοπιστίας της Ελλάδος, πιστεύετε ότι η αξιοπιστία της χώρας κι έναντι των αγορών, μπορεί να εξυπηρετηθεί με ένα μεγάλο χρονικό διάστημα προσαρμογής, σαν κι αυτό που ζητάμε, τέσσερα χρόνια, ή θα ήταν ίσως καλύτερα να επιταχύνουμε λίγο, δεδομένου ότι κι αυτά τα τέσσερα χρόνια δεν είναι για μηδενισμό ας πούμε του ελλείμματος ή για πλήρη πραγματικά δημοσιονομική εξυγίανση, είναι απλώς για να φτάσουμε ίσα-ίσα στη νομιμότητα του ελλείμματος 3%;

Γ. A. Παπανδρέου:   Το πρόγραμμα της τετραετίας το οποίο έχουμε είναι ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα. Είναι ένα πρόγραμμα το οποίο δεν θα δημιουργήσει σοκ στην ελληνική οικονομία, διότι αυτό το οποίο δεν θα θέλαμε, και νομίζω είμαστε πειστικοί και προς όλες τις πλευρές, όταν είπαμε ότι εάν αυτή τη στιγμή, εν μέσω ύφεσης, πάρεις μέτρα ακόμα πιο περιοριστικά σε ό,τι αφορά εισοδήματα, σε ό,τι αφορά την κίνηση στην αγορά, σε ό,τι αφορά επενδύσεις, θα δημιουργήσουμε μια ακόμα βαθύτερη ύφεση, με αποτέλεσμα να μπούμε σε έναν φαύλο κύκλο. Διότι η βαθύτερη ύφεση θα σημάνει εκ των πραγμάτων ακόμα πιο μικρά έσοδα προς τον κρατικό κορβανά και άρα και μεγαλύτερα ελλείμματα και έλλειψη δυνατότητας της χώρας μας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που υπάρχουν.

Άρα λοιπόν, χρειάζεται μια διττή προσπάθεια, από τη μια μεριά σοβαρότατο νοικοκύρεμα, θα έλεγα μια άλλη αντίληψη διακυβέρνησης και αξιοποίησης των χρημάτων του Ελληνικού λαού, και μια προσπάθεια όλων μας σε αυτό το νοικοκύρεμα, με τη διαφάνεια, με το φορολογικό σύστημα που θα είναι υποβοηθητικό, στο να διαμορφώσουμε και μια φορολογική συνείδηση στη χώρα μας.

Επιπλέον, με το χτύπημα της διαφθοράς, με το χτύπημα της πελατειακής λογικής και σπατάλης, με την καλύτερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, και θα έλεγα με διεκδίκηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, που μπορούμε να έχουμε, με πρωτοβουλίες για επενδύσεις από το εξωτερικό, ιδιωτικές επενδύσεις, που είναι μέρος της προσπάθειάς μας, και της δικής μου προσωπικής προσπάθειας.

Κι από την άλλη μεριά, η απαραίτητη τόνωση της οικονομίας, για να μπορέσει να ξαναπάρει μπρος, διότι αν δεν ξαναπάρει μπρος, έσοδα δεν θα έχουμε. Και για να ξαναπάρει μπρος, πρέπει να βοηθήσουμε ιδιαίτερα τα χαμηλότερα οικονομικώς στρώματα, τα χαμηλότερα εισοδήματα, τους χαμηλοσυνταξιούχους, να βοηθήσουμε τον άνεργο, να βοηθήσουμε τη μικρομεσαία επιχείρηση με τη ρευστότητα, να βοηθήσουμε σε επενδύσεις από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, σε σοβαρές επενδύσεις στη νέα αυτή τεχνολογία, που νομίζω ότι θα δώσει και νέες προοπτικές, και επαγγέλματα, και ανταγωνιστικότητα στη χώρα μας.

Αυτό είναι το σχέδιό μας σε γενικές γραμμές, το οποίο έχουμε εκθέσει επανειλημμένως. Και πιστεύω ότι η υποδοχή αυτού του σχεδίου είναι γενικώς θετική, πάντα με το ερώτημα της αξιοπιστίας, το οποίο δυστυχώς κουβαλάμε. Και δεν είναι το θέμα αν είναι η μία ή η άλλη παράταξη στην κυβέρνηση διότι όταν παλαιότερα είχαμε μιλήσει για το αρνητικό της απογραφής, είπαμε ότι αυτό δεν είναι αρνητικό για το ΠΑΣΟΚ, δεν είναι αρνητικό για τη Νέα Δημοκρατία, είναι αρνητικό για την Ελλάδα κι αυτό είναι που σήμερα πληρώνουμε.

Άρα, λοιπόν, εμείς πρέπει να ξαναβρούμε την απαραίτητη αξιοπιστία, με σοβαρότητα και με υπευθυνότητα. Θα είναι ένας δύσκολος δρόμος, αλλά πιστεύω ότι μπορούμε να το καταφέρουμε.

Γ. Πιτταράς («ALPHA TV»):   Κύριε Πρόεδρε, επειδή αναφερθήκατε στην αγορά εργασίας, στο κείμενο συμπερασμάτων διαβάζουμε μία διαπίστωση ότι αναμένεται επιδείνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας, μία προτροπή να μην υπάρξει εφησυχασμός κι ένα συμπέρασμα που λέει ότι «θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε γιατί επίκειται αύξηση των επιπέδων ανεργίας». Στην Ελλάδα αυτά πώς μεταφράζονται; Δηλαδή τι σκοπεύετε να κάνετε; Γιατί το μόνο απτό πράγμα που έχουμε αυτή τη στιγμή στα χέρια μας είναι ένα νέο κύμα ανέργων εργαζόμενων μέχρι πρότινος στα προγράμματα stage, και ενδεχομένως ένα νέο κύμα ανέργων από όσους είναι μέχρι τώρα συμβασιούχοι και δεν ξέρουν ακόμα το νέο καθεστώς εργασίας. Ευχαριστώ.

Γ. A. Παπανδρέου:   Πρώτα απ΄ όλα, στο κείμενο πολύ σωστά αναφέρεται και γι΄ αυτό υπάρχει, όπως ειπώθηκε και προηγουμένως, μία επιφύλαξη να μιλάμε για την έξοδο από την κρίση, ή για μια στρατηγική εξόδου από τις πολιτικές τόνωσης της οικονομίας.

Η φράση «στρατηγική εξόδου» είναι η φράση που αναφέρεται στις πολιτικές τόνωσης της οικονομίας, που ακολούθησαν πάρα πολλές χώρες μέσα από τις δημόσιες επενδύσεις. Έχει ανεβεί κατά 2% το έλλειμμα γενικώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω των δημοσίων επενδύσεων για να χτυπηθεί η ύφεση. Κι αυτή είναι μια συνειδητή πολιτική πάρα πολλών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό είχε και έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει την ύφεση, αλλά σήμερα, διαπιστώνουμε ότι δεν είμαστε σίγουροι ότι έχουμε βγει από αυτή την οικονομική κρίση. Άρα, λοιπόν, τονίζεται ότι μπροστά μας έχουμε το θέμα της ανεργίας, που το τόνισα κι εγώ. Γι’ αυτό ακριβώς, και εγώ, μαζί με τον κ. Μπράουν, στηρίξαμε την προοπτική να υπάρξει μια νέα πολιτική, μια νέα στρατηγική σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, πάρα πολύ σημαντικό για την Ευρώπη να χρηματοδοτήσουμε τέτοιες πολιτικές, και θα είναι πάρα πολύ σημαντικό για την Ελλάδα.

Και βεβαίως, εμείς έχουμε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την πολιτική αντιμετώπισης της ανεργίας που δεν είναι το εμπόριο ψυχών και η ρουσφετολογική αντιμετώπιση. Είναι το δικαίωμα σε όλους να έχουν την προστασία, την υποστήριξη, την απαραίτητη εκπαίδευση και επανακατάρτιση και τη βοήθεια με κίνητρα, ώστε να μπορέσουμε να χτυπήσουμε την ανεργία και να διασφαλίσουμε δουλειές.

Μ. Πολλάτος («ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ»):   Κύριε Πρόεδρε, σε ό,τι αφορά το Σκοπιανό είπατε ότι «πολλοί τρίτοι δημιουργούν υπερβολικές ελπίδες ή υπερβολικές παρανοήσεις». Σε ποιους αναφέρεστε, στους Αμερικανούς; Στον Μεσολαβητή του ΟΗΕ τον κ. Νίμιτς ο οποίος θεωρεί ότι προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες για τη διευθέτηση της εκκρεμότητας; Θα ήθελα να μας το διευκρινίσετε. Κι ένα δεύτερο σε ό,τι αφορά την οικονομία, στα συμπεράσματα νομίζω ότι εξαντλούνται σε ευχολόγια αυτά που λέει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την αντιμετώπιση της κρίσης, αν έχουμε χιλιάδες θέσεις εργασίας νομίζω όπως παρατήρησε και ο κ. Πιτταράς ακόμη και στην Ελλάδα με την κατάργηση των stage. Είπατε επίσης ότι «χρειάζεται νέα τόνωση της οικονομίας, για να μην μπούμε σε ύφεση». Μήπως υπονοείτε ένα νέο πακέτο ενίσχυσης των τραπεζών με κρατικά χρήματα;

Γ. A. Παπανδρέου:   Για την οικονομία έχουμε πει πολύ συγκεκριμένα τι θα κάνουμε. Έχουμε κάνει τις προγραμματικές μας δηλώσεις, δεν χρειάζεται να πω περισσότερα.

Σε ό,τι αφορά τις επαφές μας και τις επαφές μου με ηγέτες άλλων χωρών, η εμπειρία μου πολλών ετών είναι ότι η απευθείας ειλικρινής συζήτηση, θέτοντας τα θέματα και τα εθνικά μας συμφέροντα, είναι ο καλύτερος τρόπος για να διαμορφωθεί -μπορεί να διαφωνήσουμε- η αίσθηση ότι δεν παίζουμε παιχνίδια. Να είναι καθαροί οι κανόνες του παιχνιδιού και να ξέρουν καθαρά ποιες είναι οι δικές μας θέσεις και απαιτήσεις για την επίλυση του προβλήματος.

Αυτό επιδιώκω και θα επιδιώκω. Αυτό δεν σημαίνει ότι λύθηκε το πρόβλημα. Σημαίνει όμως ότι δημιουργούμε, πιστεύω, μια νέα δυναμική. Και αν υπάρξει θετική ανταπόκριση σ’ αυτά τα οποία εμείς λέμε, μπορούμε να έχουμε και μια θετική εξέλιξη.

Ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε επίσης