Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Συνέντευξη Τύπου του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου μετά τη λήξη της Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

Γιώργος Α. Παπανδρέου:    Κυρίες και κύριοι, όταν βρέθηκε η Ελλάδα, πριν από λίγους μήνες, στη δίνη της οικονομικής κρίσης, είχαμε τότε προτείνει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης. Ενός μηχανισμού, που θα έκανε παρέμβαση, δυναμική παρέμβαση στις αγορές, όταν επιτίθενται σε μια χώρα. Ενός μηχανισμού, που θα εξασφάλιζε την απρόσκοπτη ροή χρηματοδότησης και δανείων, εκεί όπου οι αγορές τινάζουν τα spreads, τα επιτόκια, στα ύψη και δυσκολεύουν, ή είναι απαγορευτικά για τη δανειοδότηση μιας χώρας.

Όπως ξέρετε, δώσαμε τη μάχη και, τελικά, δημιουργήθηκε ένας προσωρινός μηχανισμός. Αυτός ο μηχανισμός στήριξης έκανε την παρέμβαση υπέρ της Ελλάδας, με το δάνειο των 110 δις ευρώ και έθεσε και προϋποθέσεις και για άλλες χώρες, εάν το χρειάζονταν, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, πιθανώς και άλλες.

Άρα, είναι μια σημαντική εξέλιξη, θα έλεγα μια σημαντική νίκη, ότι σήμερα αποφασίζεται η δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού στήριξης και σταθερότητας. Και είναι σημαντικό, γιατί αυτό αποτελεί και μια ακόμη σημαντική ψηφίδα, στη δημιουργία μιας ισχυρής οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που, θυμίζω, αποτελεί μια πάγια θέση και επιδίωξη της χώρας μας.

Οι λεπτομέρειες, για το πώς θα λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός στήριξης και ποιος θα είναι ο στόχος σε κάθε περίπτωση, μπροστά σε μια κρίση, θα καθοριστούν σε επόμενη φάση της διαπραγμάτευσης, μετά από εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και σε συνεργασία με τα κράτη – μέλη.

Εμείς, βέβαια, καταθέσαμε ήδη τις γενικές γραμμές των προτάσεών μας για τη δημιουργία και τους στόχους αυτού του μηχανισμού, αλλά και για τη συμβολή αυτού του μηχανισμού στην ευρύτερη αναπτυξιακή προσπάθεια της Ευρώπης, λέγοντας ότι η σταθερότητα των οικονομιών μας δεν μπορεί να μην συνδυάζεται με την ανάπτυξη και, μάλιστα, ότι η ίδια η ανάπτυξη είναι μέρος και προϋπόθεση της σταθερότητας των οικονομιών μας και των δημοσιονομικών μας.

Γι’ αυτό, στη συζήτηση που κάναμε χθες, παρότι δεν αποφασίζαμε για τις πολιτικές αυτές, μιλήσαμε για την ανάγκη να δημιουργηθούν οι απαραίτητες υποδομές, στην Κεντρική, Ανατολική και Νότια Ευρώπη, στις μεταφορές, τις ψηφιακές υποδομές, στην πράσινη, καθαρή ενέργεια, αλλά και στη στήριξη της έρευνας, της καινοτομίας και της παιδείας. Πρόκειται για πολύ σημαντικές, πιστεύουμε, επενδύσεις, οι οποίες θα μας κάνουν και ανταγωνιστικούς, θα κάνουν την Ευρώπη ανταγωνιστική, αλλά θα δημιουργήσουν και δουλειές, καθώς θα μπορούσαν – όπως έχω ξαναπεί σε αυτές τις συνεντεύξεις – να βρεθούν τα επιπλέον χρήματα που χρειάζονται, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσα από ευρωομόλογα, πράσινα ομόλογα, τον φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα, ή και τον λεγόμενο φόρο «Tobin Tax», δηλαδή τον φόρο επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Αυτά τα θέματα θα είναι οπωσδήποτε προς διαπραγμάτευση τους επόμενους μήνες. Βέβαια, βάλαμε στην αρχή του κειμένου για το μηχανισμό στήριξης, και την ανάγκη αυτός ο μηχανισμός να υποβοηθά την ισορροπημένη και βιώσιμη ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί πράγματι, υπάρχουν ανισότητες, τις οποίες γνωρίζουμε και εμείς θέλουμε ακριβώς αυτές οι ανισότητες να ξεπεραστούν.

Σε ό,τι αφορά την πρόληψη κρίσεων, έγινε μια πολύ μεγάλη συζήτηση γύρω από το πώς θα προλάβουμε τις κρίσεις και πώς θα δημιουργήσουμε και αντικίνητρα για χώρες που, πιθανώς, από κακές πρακτικές, διογκώνουν τα ελλείμματά τους και το χρέος τους.

Εκεί υπήρξε συζήτηση για την ενίσχυση των κυρώσεων, κάτι το οποίο εμείς έχουμε εισηγηθεί, να γίνουν δηλαδή πιο αποτελεσματικές οι κυρώσεις που σήμερα υπάρχουν. Όμως, αντιταχθήκαμε ευθέως στην πρόταση που κατέθεσε η Προεδρία προς ψήφιση και απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής, για την αφαίρεση του δικαιώματος ψήφου.

Είπαμε ότι είναι απαράδεκτη η πρόταση για την αφαίρεση του δικαιώματος ψήφου κράτους – μέλους. Και μάλιστα, είναι ακόμη πιο απαράδεκτη η λογική ότι, θα μπορεί να αφαιρεθεί πλήρως το δικαίωμα ψήφου, για όλα τα θέματα που αφορούν στα δικαιώματα των κρατών – μελών και στα ζητήματα για τα οποία αποφασίζουμε.

Εκεί δώσαμε μάχη, όπως πάντα δίνουμε μάχη, για να ισχυροποιήσουμε τη θέση της χώρας μας. Θεωρούμε, όμως, ότι αυτή η μάχη δεν ήταν μόνο ελληνική, ήταν και ευρωπαϊκή μάχη, διότι η γενική αναστολή του δικαιώματος ψήφου, θα σήμαινε ότι δεν θα είχαμε εμείς δικαίωμα – και γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι απολύτως απαράδεκτη αυτή η πρόταση – παραδείγματος χάριν, να έχουμε λόγο και ψήφο για θέματα ασφάλειας, της δικής μας ασφάλειας, για θέματα της δικής μας εθνικής άμυνας, για θέματα των σχέσεών μας στη γειτονιά μας, για θέματα που αφορούν στους αγρότες, στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και στα προβλήματά τους, ή για θέματα που αφορούν στις θάλασσές μας, στη ναυτιλία μας, στον τουρισμό μας, στα νησιά μας, στην περιφερειακή ανάπτυξη.

Θεωρούμε ότι μια τέτοια πρόταση χτυπά βαθιά το δημοκρατικό δικαίωμα των λαών, των πολιτών και των εθνών μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μια παράδοση δημοκρατίας, την οποία εμείς θέλουμε να ενισχύσουμε, όχι να υπονομεύσουμε.

Έτσι λοιπόν, εγώ δεν δέχτηκα καν να μπει ως θέμα συζήτησης – όχι ως απόφαση, αλλά ούτε ως θέμα συζήτησης – η πρόταση για την αφαίρεση του δικαιώματος ψήφου. Έχει μπει μια άλλη διατύπωση, που είναι πολύ περιορισμένης υφής και, βεβαίως, ήδη υπάρχει, όπως ξέρετε, αυτή η έννοια στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, σε ό,τι αφορά τις επιτηρήσεις. Πράγματι, όταν μπει κανείς σε επιτήρηση, υπάρχει μια τέτοια διατύπωση – και αυτό έγινε για την Ελλάδα, δυστυχώς, αλλά επειδή μπήκαμε σε επιτήρηση δύο φορές – ώστε να μπορεί να αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου των κρατών – μελών, αλλά μόνο για θέματα στενά δημοσιονομικά και οικονομικά.

Άρα, λοιπόν, με τη μάχη αυτή αποφύγαμε το χειρότερο και αποφύγαμε και μία – θα έλεγα – πολύ αρνητική εξέλιξη, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θέλω να το τονίσω αυτό, γιατί θεωρώ ότι οι θυσίες του Ελληνικού λαού πιάνουν τόπο, διότι μπορέσαμε αξιόπιστα και δώσαμε αυτή τη μάχη και πετύχαμε την ανατροπή αυτής της πρότασης, που κατατέθηκε ως σχέδιο απόφασης στα συμπεράσματα. Και αυτό δείχνει ότι αποκαθιστούμε καθημερινά, με τη δουλειά και τη συνέπειά μας, την αξιοπιστία μας και έχουμε αποτελέσματα.

Μπορούμε πια ισότιμα να διαπραγματευόμαστε, σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες. Πείθονται πια οι εταίροι μας από τα έργα μας, όχι από τα λόγια, και από τις θυσίες μας. Και πιστεύω, επίσης, ότι χάρις στην εξαιρετική ωριμότητα του Ελληνικού λαού, που κατανοεί αυτές τις δύσκολες συνθήκες, μπορούμε με συνέπεια και σταθερότητα να προχωρήσουμε σε αυτές τις μεγάλες αλλαγές και τις μάχες που δίνουμε.

Κλείνοντας, θα ήθελα απλώς να πω ότι έχουμε πετύχει και κάποιες άλλες αλλαγές στο κείμενο συμπερασμάτων. Θα ήθελα να αναφερθώ στην πρωτοβουλία που πήραμε προ εβδομάδας για τη Μεσόγειο, την Πρωτοβουλία για την Κλιματική Αλλαγή στη Μεσόγειο, μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε και σε συνεργασία με την Τουρκία, αλλά που συνυπέγραψαν τελικά οι 20 χώρες της Μεσογείου, με στόχο ακριβώς την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και της αξιοποίησης της πράσινης ενέργειας στην περιοχή, ιδιαίτερα της ΝΑ Μεσογείου, αλλά όχι μόνον.

Αναφέρθηκα σε αυτή την πρωτοβουλία και υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Κορυφής, ως μια πολύ θετική πρωτοβουλία, κάτι το οποίο, νομίζω, δίνει κύρος και σε αυτά τα οποία κάνουμε στον τομέα της πράσινης ανάπτυξης και της κλιματικής αλλαγής. Και υιοθετήθηκε στα συμπεράσματα, ως ένα παράδειγμα περιφερειακής συνεργασίας, ενόψει και της μεγάλης διαπραγμάτευσης που θα γίνει στο Κανκούν, για το θέμα της κλιματικής αλλαγής.

Σ. Ευσταθιάδης («ΤΟ ΒΗΜΑ»):   Αν κατάλαβα καλά, είστε ικανοποιημένος από το σύνολο των συμπερασμάτων και γενικά της εργασίας. Παρακολούθησα τη συνέντευξη που έδωσε προ ολίγου ο Πρόεδρος Ρόμπαϊ, όπου το κύριο βάρος της συνέντευξής του ήταν η σοβαρή δουλειά η οποία γίνεται εδώ, την οποία θα εξαργυρώσει κατά κάποιο τρόπο στους G-20, στη συνάντηση της Λισσαβόνας, με τον Ομπάμα και άλλους, που θα πάει εν καιρώ στη Ρωσία και τα λοιπά. Αυτό μου δίνει την ευκαιρία να σας ρωτήσω: μιλάμε εδώ συνήθως και μας κάνετε μια έκθεση της οικονομικής πλευράς των δραστηριοτήτων του Συμβουλίου, αλλά η διεθνής πλευρά σάς απασχολεί; Διότι εδώ, γίνονται τρομερές αλλαγές, ανακατατάξεις, εμφανίζονται χώρες της Ασίας να παίζουν πρώτο ρόλο, εμφανίζονται τριμερείς ή διμερείς συμφωνίες και αναφέρομαι στο Ντεβίλ, το οποίο σε λίγο θα έχει προέκταση από ό,τι λέγεται και στην Τουρκία. Θέλω λοιπόν να ρωτήσω, πρώτον, αν απασχολεί την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτό το πράγμα σοβαρώς και, δεύτερον, εάν υπάρχει θέση της Ελλάδας επ΄ αυτών. Ευχαριστώ.

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Ευχαριστώ κ. Ευσταθιάδη. Πολύ σωστά το θέσατε. Ένα από τα θέματα – δεν ήταν όμως ίσως το επίμαχο, γι΄ αυτό και δεν το ανέφερα σε λεπτομέρειες – ήταν βεβαίως τα εξωτερικά ζητήματα και οι στρατηγικές σχέσεις μας με μεγάλες χώρες, όπως είναι η Ρωσία, η Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία και άλλες.

Για το G-20, νομίζω ότι ήταν επιτυχία μας το ότι ζητήσαμε να προστεθεί εκεί η ανάγκη να υπάρχει έλεγχος στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μετά από την κρίση που είχαμε το 2008. Συνεχίζουμε να έχουμε προβληματισμό σε παγκόσμιο επίπεδο για τους κανόνες διαφάνειας, εποπτείας και φορολόγησης των τραπεζών.

Αυτό έχει τεθεί και εγώ ζήτησα να συμπληρωθεί με το να έχει θέση η Ευρωπαϊκή Ένωση, για να χτυπήσει τους φορολογικούς παραδείσους και τη φοροδιαφυγή μέσω των φορολογικών παραδείσων. Ακριβώς αυτό υιοθετήθηκε και νομίζω ότι είναι ένα θετικό βήμα, διότι θα πάει η Ευρώπη για να δώσει τη μάχη. Και όλοι συμφώνησαν να δώσουν τη μάχη γι΄ αυτό το μεγάλο θέμα, το οποίο βεβαίως αφορά και την Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά τις άλλες χώρες, νομίζω ότι έχουμε μια θετική αλλαγή κλίματος στη συνεργασία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ρωσίας, τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο, σε πολλούς τομείς, και μέσα από την ευρώ-ατλαντική σχέση ΝΑΤΟ-Ρωσίας, αλλά και μέσα από τη σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ρωσίας.

Στα θέματα άμυνας και ασφάλειας, δηλαδή, συμβάλαμε και συμβάλλουμε, και μέσα από τον ΟΑΣΕ, και εμείς, ως χώρα, προς αυτή την προσέγγιση, διότι η Ρωσία δίνει ιδιαίτερη σημασία σε αυτό τον Οργανισμό και η Ελλάδα θα συμμετέχει ενεργά στη συνάντηση που θα γίνει στην Σαναά το Δεκέμβριο. Και βεβαίως, έχουμε και την προώθηση αυτών των σχέσεων, των διμερών ή τριμερών, που θεωρώ ότι χαιρετίζονται ως θετικές κινήσεις, όπως έχουμε και την ενεργειακή συνεργασία, που και αυτή επίσης θεωρήθηκε θετική.

Υπάρχει ένας, θα έλεγα, θετικός, αλλά προβληματισμός, για την αύξηση της επιρροής της Κίνας και της οικονομικής της δύναμης, αλλά και για το πώς θα μπορούμε να συνεργαστούμε καλύτερα με την Κίνα, γύρω από την οικονομική ανάπτυξη και τα διεθνή προβλήματα.

Εγώ είχα την ευκαιρία, σε προηγούμενη συνάντηση που είχαμε εδώ, στις Βρυξέλες, με το ASEM, δηλαδή το Φόρουμ Ασίας-Ευρώπης, να αναφερθώ ακριβώς σε αυτή τη σχέση Ευρώπης-Ασίας, αλλά και Ευρώπης-Κίνας και, βεβαίως, να αναλύσω και την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει η Ελλάδα με την Κίνα, την οποία θεωρούμε θετική και για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη.

Δ. Μποτώνης («ΝΕΤ»):   Κύριε Πρόεδρε, σας άκουσα πριν από λίγο να μιλάτε για μια μάχη που δώσατε, την οποία και κερδίσατε. Επειδή τα ευρωπαϊκά θέματα αφορούν και την Ελλάδα και το αντίθετο, πιστεύετε ότι έτσι, με αυτό το κλίμα εκλογολογίας που υπάρχει στη χώρα μας, αποδυναμώνεται αυτή η προσπάθεια και συγκεκριμένα εδώ, στις Βρυξέλες; Και αν είχατε κάποια συζήτηση με ομολόγους σας, Ευρωπαίους, για το θέμα αυτό.

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Πρώτα απ΄ όλα, η ουσιαστική συζήτηση είναι η συνέπεια και η συνέχεια των προσπαθειών μας, να μη μείνουμε στη μέση του δρόμου, ιδιαίτερα οι θυσίες του Ελληνικού λαού. Η συνέπεια και η συνέχεια των αλλαγών που κάνουμε, για να μπορέσει η χώρα, όχι απλώς να ορθοποδήσει, αλλά να βγει και ισχυρότερη.

Δεν θα μπω στα θέματα των εκλογών, γιατί τα έχω πει εν εκτάσει προ ολίγων ημερών, αλλά βεβαίως είχα την ευκαιρία, με κάποιους από τους ομολόγους μου, να αναφερθώ στο θέμα αυτό και να τους εξηγήσω ακριβώς αυτό το οποίο έχω πει και δημοσίως στην Ελλάδα.

Και αυτό, για να έχουν και εκείνοι την εικόνα, πρώτα απ΄ όλα, της βούλησής μας και των αποφάσεών μας. Και η βούληση αυτή, της συνεχούς προσπάθειας και συνέπειάς μας, όχι μόνο να σταθεροποιήσουμε την Ελλάδα, αλλά και να αλλάξουμε ριζικά πρακτικές και αντιλήψεις του παρελθόντος και θεσμούς που μας κρατάνε πίσω, πέρασε αυτό το μήνυμα, που πιστεύω ότι ήταν ευπρόσδεκτο.

Ε. Καρανασοπούλου («ΤΑ ΝΕΑ»):   Κύριε Πρόεδρε, χωρίς να είναι βασικό σημείο, στη συνέντευξη που δώσατε στην Αθήνα, που ήταν ενόψει εκλογών, αφήσατε να εννοηθεί ότι εφόσον η προσπάθειά σας στο οικονομικό πρόγραμμα πάει καλά και βεβαίως η Κυβέρνηση συνεχίσει το έργο της, θα έχετε μία δυνατότητα ας πούμε αναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου, ή κάποιοι το έχουν ονομάσει και παράταση ή κάτι τέτοιο. Με τη σημερινή απόφαση των 27 ηγετών για τη δημιουργία αυτού του μόνιμου μηχανισμού, που προφανώς θα έχει και άλλες αρμοδιότητες, πέρα από το να διαχειρίζεται κάποια δις, όταν μία χώρα φτάνει στο απροχώρητο, θεωρείτε ότι αυτή σας η προσπάθεια, η πρόθεση ή το σχέδιο που έχετε για το μέλλον, για μια αναδιαπραγμάτευση, διευκολύνεται;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Κατ’ αρχήν, νομίζω ότι ακριβώς αυτή μας η συνέπεια αναγνωρίζεται από όλους, οι θυσίες του Ελληνικού λαού αναγνωρίζονται από όλους και η αποφασιστικότητα και βούλησή μας, εκτιμώνται πολύ θετικά. Και αυτό βοηθάει στη διαπραγμάτευση, την οποία είχαμε, σε αυτή την περίπτωση, για τη δημιουργία του μηχανισμού και για το θέμα των κυρώσεων.

Νομίζω ότι αυτό αποτελεί μια απτή απόδειξη, μια άμεση απόδειξη, ότι μία Ελλάδα με ισχυρή βούληση και με μια εικόνα συνέπειας έχει και πολλές διαπραγματευτικές δυνατότητες. Πόσο μάλλον και στην ίδια τη συμφωνία μας, όπου έχουμε, όπως είπα, και επαχθείς όρους – δεν είναι όλοι οι όροι επαχθείς, αλλά είναι πολλά αυτά που, πρώτοι εμείς, θέλουμε να αλλάξουμε.

Θέματα στο χώρο της Δημόσιας Διοίκησης, της διαφάνειας, της καταπολέμησης της σπατάλης, είναι θέματα στα οποία νομίζω κάθε Έλληνας πολίτης – ελπίζω να μην υπάρχουν εξαιρέσεις – θα θέλει να πραγματοποιηθεί μια τέτοια, μεγάλη αλλαγή. Και εμείς, προωθούμε αυτές τις αλλαγές, αλλά υπάρχουν προφανώς και όροι, που είναι επαχθέστεροι και δυσκολότεροι και, πιστεύω ότι, με τη συνέπειά μας, θα μπορούμε και εμείς να τα συζητήσουμε και να τα επαναδιαπραγματευτούμε.

Το θέμα της επιμήκυνσης, είναι ένα θέμα που δεν έχει τεθεί από εμάς, αλλά από το ίδιο το ΔΝΤ, από τον Στράους – Καν, που είναι κι αυτό ένα δείγμα της πρόθεσής τους να βοηθήσουν την Ελλάδα, να διευκολύνουν – αν θέλετε – την Ελλάδα για να ξεπεράσει την κρίση, στην οποία μπήκε λόγω του χρέους και του ελλείμματος. Είναι και αυτό σημαντικό, λοιπόν.

Σε ό,τι αφορά το μηχανισμό, θα έλεγα ότι δημιουργεί ένα θετικό πλαίσιο, διότι πια γίνεται ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός. Δεν έχουμε βεβαίως τις λεπτομέρειες της λειτουργίας του, που θα είναι θέμα διαπραγμάτευσης. Βεβαίως, εδώ αναφέρεται ότι θα πρέπει αυτός ο μόνιμος μηχανισμός να θεσμοθετηθεί μέχρι το 2013 – άρα, λοιπόν, ουσιαστικά, όταν εμείς θα έχουμε φύγει από το μηχανισμό.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι το όλο κλίμα, το οποίο θα δημιουργηθεί, μπορεί να είναι ένα θετικό κλίμα, διότι θα συζητηθούν πια και οι βασικοί κανόνες λειτουργίας αυτού του μηχανισμού. Και πάνω σ’ αυτό, βεβαίως, θα πρέπει και εμείς να αξιοποιήσουμε αυτές τις διαπραγματεύσεις, με ένα θετικό τρόπο και για τη χώρα μας.

Ι. Χασαπόπουλος («MEGA»):   Κύριε Πρόεδρε, ήθελα μια διευκρίνιση, αν μπορείτε να μας πείτε περισσότερα πράγματα. Σας άκουσα να λέτε, ότι η αφαίρεση ψήφου θα αφορά μόνο στενά δημοσιονομικά θέματα. Επειδή ακριβώς ο κ. Γιούνκερ, μπαίνοντας μέσα το πρωί, είπε ότι δεν υπάρχει αυτό το θέμα, η κυρία Μέρκελ, φαίνεται για λόγους τακτικής, το αφήνει ανοιχτό, ότι είναι ακόμα στο τραπέζι αυτό το θέμα, είναι ξεκάθαρο ότι αφορά μόνο στη Νομισματική Ένωση το θέμα της αφαίρεσης ψήφου;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Απολύτως, η ορολογία είναι απολύτως ξεκάθαρη.

Αυτή ήταν η μάχη την οποία δώσαμε. Ήταν μια μάχη δύσκολη, αλλά επέμεινα σ’ αυτό, λέγοντας ότι είναι απαράδεκτη η συσχέτιση αυτού του προβλήματος, με άλλα θέματα που είναι άσχετα και τα οποία αφορούν απολύτως βασικά, δημοκρατικά δικαιώματα, αν θέλετε, κάθε κράτους – μέλους, κάθε λαού και κάθε πολίτη.

Η φρασεολογία, βεβαίως – δεν είναι απόφαση – είναι πολύ πιο ήπια, είναι μια πρόταση, για να συζητηθεί, από πλευράς του Προέδρου του Συμβουλίου, δηλαδή του κ. Βαν Ρόμπαϊ, με τα κράτη – μέλη, η περίπτωση για το αν και λοιπά. Άρα, λοιπόν, είναι θέμα συζήτησης.

Η δική μου γνώμη είναι ότι, ουσιαστικά, όταν φτάσει σε ένα τελικό στάδιο, αν φτάσει σε ένα τελικό στάδιο, θα επικρατήσει το κλίμα το οποίο διαμορφώθηκε μετά από τη χθεσινή συζήτηση. Θα είναι, ίσως, μια ενίσχυση των υπαρχουσών διαδικασιών, για να είναι πιο αποτελεσματικές οι υπάρχουσες κυρώσεις, αλλά τίποτε άλλο.

Πάντως, εγώ δεν δέχτηκα καν τη συζήτηση – όχι απόφαση, ούτε καν συζήτηση – για το θέμα της αναστολής της ψήφου.

Π. Σώκος («ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»):   Κύριε Πρόεδρε, θα μου επιτρέψετε να επανέλθω λίγο στο θέμα των εκλογών, με βάση το δίλημμα το οποίο θέσατε την περασμένη εβδομάδα. Θέσατε αυτό το δίλημμα για να αποφευχθεί, όπως είπατε, η πολιτική αστάθεια μετά τις εκλογές, προκειμένου να εφαρμόσετε το πρόγραμμά σας απρόσκοπτα. Όμως, είδαμε από τότε μέχρι σήμερα, ότι οι αγορές αντέδρασαν μάλλον αρνητικά σ’ αυτή την προοπτική, τα spreads εκτοξεύτηκαν, η Αντιπολίτευση σήκωσε έντονα τους τόνους, ο κ. Σαμαράς δήλωσε χθες ότι είναι έτοιμος για εκλογές και σας κατηγόρησε για «λεονταρισμούς και βοναπαρτισμό». Από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πληροφορηθήκαμε χθες μέσω του Τύπου ότι και εκεί υπάρχει αρνητική αντίδραση. Το ερώτημά μου είναι, μήπως αυτό που θέλατε να αποφύγετε, την πολιτική αστάθεια, μήπως επισπεύστηκε, μήπως ήδη βρισκόμαστε σε συνθήκες πολιτικής αστάθειας, σε μια περίοδο όπου και το έλλειμμα μεγαλώνει, και τα προβλήματα της οικονομίας δεν έχουν ξεπεραστεί;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Η πρότασή μου είναι ακριβώς το αντίθετο. Και νομίζω ότι ακριβώς το γεγονός ότι ανέβηκαν τα spreads, δείχνει το πόσο ευάλωτη είναι η χώρα μας, σε όποιες κινήσεις μπορούν να ερμηνευτούν ως αστάθεια.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, η πρότασή μου ήταν για να ενισχύσω την ψήφο ευθύνης. Ψήφο ευθύνης, απέναντι σε μια κρίση που υπάρχει και, πολλές φορές, η Αντιπολίτευση – δεν θέλω να μπω σε μια συζήτηση, σε σχέση με το τι λέει η Αξιωματική Αντιπολίτευση – δεν θέλει να αναγνωρίσει, αλλά έχει κι αυτή, όμως, τεράστια ευθύνη για τις πράξεις της.

Και θα περίμενα, μάλιστα, αυτά που λέει στο εξωτερικό, να τα λέει και στο εσωτερικό, με την ίδια γλώσσα.

Γ. Τσακίρης («ALTER»):   Κύριε Πρόεδρε, απ’ ό,τι βλέπουμε σ’ αυτό το μόνιμο μηχανισμό στήριξης που δημιουργείται, μπαίνουν πλέον κι αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο, έτσι λένε, και οι τράπεζες. Θα θέλατε να μας πείτε, θα είναι αυτές οι τράπεζες που θα δανείζουν, που θα αγοράζουν ομόλογα μιας χώρας η οποία θα οδεύει προς τη χρεοκοπία, ή που θα είναι τέλος πάντων σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση; Και επίσης, αληθεύει ότι δημιουργήσατε εσείς έναν άξονα, με τις χώρες της Βαλτικής, απέναντι στην κυρία Μέρκελ, για την πρότασή της για την αφαίρεση ψήφου;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Πράγματι, αναφέρεται η συμμετοχή του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην όλη συζήτηση γύρω από το μηχανισμό στήριξης. Στην ευθύνη που έχει και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δηλαδή, το οποίο είναι μια λογική αρχή, αν σκεφτείτε ότι η κρίση, δεν λέω για τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, αλλά η κρίση του 2008 ξεκίνησε από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν ξεκίνησε από τα κράτη. Δεν ξεκίνησε ως κρίση χρέους κρατών στην υφήλιο, δεν ξεκίνησε ως κρίση ελλείμματος κάποιων κρατών.

Ξεκίνησε ουσιαστικά από μια απάτη των τοξικών ομολόγων, του χρηματοπιστωτικού συστήματος στης Ηνωμένες Πολιτείες, που βεβαίως είχε παγκόσμιες διαστάσεις, διότι αυτά τα τοξικά ομόλογα, τα είχαν αγοράσει πάρα πολλές χώρες, πάρα πολλά Ασφαλιστικά Ταμεία και πάρα πολλές τράπεζες.

Ευτυχώς, εμείς, και τότε, ως Αντιπολίτευση, χωρίς να γνωρίζουμε την έκταση και το βάθος αυτού του προβλήματος, είχαμε όμως πατήσει πόδι και είχαμε σταματήσει τα Ασφαλιστικά Ταμεία, επί Νέας Δημοκρατίας, από το να αγοράζουν αυτά τα τοξικά ομόλογα. Και έτσι, παρά το σκάνδαλο των ομολόγων, δεν πήρε τέτοια έκταση το θέμα, ώστε σήμερα να έχουμε τραγικές συνέπειες για τα Ασφαλιστικά μας Ταμεία.

Όμως, ποιος ακριβώς θα είναι ο ρόλος και ποια ακριβώς θα είναι η ευθύνη των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αυτό είναι θέμα προς συζήτηση και προς διαπραγμάτευση.

Εμείς θέσαμε και πάλι εδώ, ότι ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι και να μην προωθεί πρακτικές για την φοροδιαφυγή και τους φορολογικούς παραδείσους. Από τη μια μεριά, δηλαδή, να δανείζουν σε μια χώρα, και να ζητούν από τη χώρα αυτή να αποπληρώνει τα δάνεια και με τόκο και, από την άλλη μεριά, τα έσοδα τα οποία θα πρέπει να έχει μια χώρα, να φεύγουν και, μάλιστα, να διευκολύνουν οι ίδιες οι τράπεζες στο να φεύγουν αυτά τα χρήματα στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ένα κράτος να έχει τα απαραίτητα έσοδα, για να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του, ή για να επενδύσει για την ανάπτυξή του ή για το κοινωνικό κράτος.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη ερώτηση, αυτό το οποίο είπα στην εισήγησή μου, πολύ απλά, ήταν: σκεφτείτε τις συνέπειες, το τι σημαίνει να αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου από μια χώρα. Ότι δεν είναι κάτι αόριστο. Είναι κάτι, που έχει άμεση σχέση με τα συμφέροντα της κάθε χώρας.

Και αναφέρθηκα σε παραδείγματα, όπως θα μπορούσε να είναι η Ισπανία, η Πορτογαλία, η σχέση τους με τη Βόρεια Αφρική ή την Λατινική Αμερική, και στο να μην μπορούν να έχουν λόγο και ψήφο. Οι Βαλτικές Χώρες, να μην μπορούν να έχουν λόγο και ψήφο για τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης π.χ. με τη Ρωσία κ.ο.κ.

Μετά από τη δική μου τοποθέτηση, κατανόησαν ευτυχώς αρκετές χώρες τον κίνδυνο και εκεί δημιουργήθηκαν οι απαραίτητες συμμαχίες, οι συσχετισμοί, θα έλεγα – γιατί δεν ήταν μία θεσμική συμμαχία, απλώς συσχετισμοί στη συζήτηση – που τελικά μας έφεραν αυτό το θετικό αποτέλεσμα.

Α. Καρκαγιάννης («Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»):   Κύριε Πρόεδρε, εκλεχτήκατε πριν από ένα χρόνο, με εντολή να κυβερνήσετε για τέσσερα χρόνια. Διαθέτετε ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Συνεπώς, μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί αφήσατε τη Δευτέρα, στη συνέντευξή σας, ανοιχτό το ενδεχόμενο να προσφύγετε σε γενικές εκλογές; Είστε σήμερα εξίσου αποφασισμένος να εφαρμόσετε το Μνημόνιο, όπως όταν δηλώνατε προ λίγο μηνών ότι δεν σας ενδιαφέρει η επανεκλογή σας, αλλά μόνο το καλό του τόπου; Ευχαριστώ.

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Για τις εκλογές, έχω αναφερθεί εν εκτάσει, όπως σας είπα, πριν από λίγες ημέρες. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω. Είμαι αποφασισμένος να προχωρήσει η χώρα, να δώσω τη μάχη για να προχωρήσει η χώρα, με συνέπεια, με σταθερότητα, στις μεγάλες αλλαγές, στις απαραίτητες αλλαγές, οι οποίες θα είναι ευεργετικές για τον Ελληνικό λαό και για την Ελλάδα.

Χρ. Κούτρας («ΣΚΑΪ»):   Κύριε Πρόεδρε, κατηγορήσατε ουσιαστικά αν κατάλαβα καλά τον κ. Σαμαρά για διγλωσσία, ότι άλλα λέει μέσα, άλλα λέει έξω. Ο κ. Σαμαράς σας κατηγόρησε για «λεονταρισμό» χθες. Μάλιστα σήκωσε το γάντι που του πετάξατε για τις εκλογές και είπε ότι το κόμμα του είναι έτοιμο να προχωρήσει σε εκλογές. Θεωρείτε ότι όλο αυτό το κλίμα κάνει καλό στην προσπάθειά σας και της Κυβέρνησης, αλλά και της χώρας;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Το εσωτερικό κλίμα, δεν το διαμορφώνει μόνο η Κυβέρνηση, το διαμορφώνουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Και εγώ, γι’ αυτό ακριβώς ζήτησα ψήφο ευθύνης, αλλά βεβαίως ευθύνης από όλους, για να έχουμε μια συνέπεια, να έχουμε μια σταθερότητα στην πορεία των μεγάλων αλλαγών που χρειάζεται η χώρα. Αυτό έχω ζητήσει, αυτό υπηρετώ και πιστεύω ότι αυτή είναι και η βούληση του Ελληνικού λαού.

Γ. Πιτταράς («ALPHA»):   Κύριε Πρόεδρε, θέλω να μας ξεκαθαρίσετε, γιατί είχαμε μια πληροφόρηση ότι στο δείπνο, ακόμα και σήμερα, θα έμπαινε στο τραπέζι από τη μεριά της Γερμανίας το θέμα της ελεγχόμενης πτώχευσης, ένα μέτρο το οποίο ήθελε η ίδια να υπάρχει. θέλω να μας πείτε εάν έγινε καταρχήν κουβέντα γι’ αυτό και ποια είναι η θέση μας, γιατί τουλάχιστον απ’ όλα όσα ακούμε τους προηγούμενους μήνες, φαίνεται ότι μας αφορά.

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν αφορά εμάς και, βεβαίως, δεν υπήρξε καν ως θέμα συζήτησης. Υπήρξε απλώς μια συζήτηση, όταν αναφέρθηκαν αρκετοί στις ευθύνες και στη συμμετοχή των τραπεζών στο μηχανισμό στήριξης. Αλλά χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην Ελλάδα και χωρίς να υπάρξει καμία τέτοια νύξη.

Θέλω να τονίσω, όμως ότι, χωρίς να συνδέεται, η αναφορά στην αφαίρεση του δικαιώματος ψήφου, θα μπορούσε να έχει πολλαπλές ερμηνείες, εάν είχε υπάρξει στο κείμενο αυτό.

Σπ. Μουρελάτος («ΑΘΗΝΑ 9.84»):   Κύριε Πρόεδρε, πολλή συζήτηση έχει γίνει τις τελευταίες δύο εβδομάδες, ύστερα και από τη νέα αναθεώρηση του ελλείμματος του 2009, για την προοπτική, ή για το αν ασκούνται πιέσεις εν πάση περιπτώσει από κοινοτικούς παράγοντες, για τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων, πέρα των όσων περιγράφονται στο Μνημόνιο. Υπήρξε τέτοια πίεση σε αυτή τη Σύνοδο Κορυφής; Συζητήθηκε καθόλου αυτό το θέμα; Ήρθαν Ευρωπαίοι ηγέτες να σας πουν μήπως υπάρξει η ανάγκη και νέων μέτρων, πέραν των όσων περιγράφονται στο Μνημόνιο; Ευχαριστώ.

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Όχι, δεν υπήρξε καμία τέτοια συζήτηση. Ούτε ήταν, βεβαίως, στην ημερήσια διάταξη. Στις προσωπικές επαφές που είχα με όλους τους ηγέτες, αλλά και με όσους ηγέτες μίλησα, είπαν όλοι τα πιο θετικά λόγια για τις προσπάθειες που κάνει η Ελλάδα και ο Ελληνικός λαός. Αναγνωρίζουν τις προσπάθειες αυτές.

Π. Θεοδωρόπουλος («ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ»):   Κύριε Πρόεδρε, στην αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, που σήμερα συζητήσατε στη Σύνοδο Κορυφής, τίθεται πλέον θέμα να παρακολουθείται και η πορεία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ως αναγκαίος παράγοντας του Συμφώνου Σταθερότητας για την ανταγωνιστικότητα. Και βάσει αυτών, εάν δεν παρακολουθείται από κάποιο κράτος-μέλος, θα υπάρχουν κυρώσεις. Με δεδομένο ότι η Κυβέρνηση προωθεί μια σειρά από αναδιαρθρώσεις, υπάρχει περίπτωση να ξανανοίξετε το ασφαλιστικό ή τις εργασιακές σχέσεις, για να προχωρήσετε και σε νέες αναδιαρθρώσεις;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Δεν τέθηκε ποτέ αυτό το θέμα στη συζήτηση, αλλά ούτε και υπάρχει τέτοιο θέμα στην Ελλάδα. Εμείς έχουμε κάνει τις απαραίτητες αλλαγές και, βεβαίως, η ανταγωνιστικότητα της χώρας μας είναι – πιστεύω – ακράδαντα συνυφασμένη με την επένδυσή μας στο ανθρώπινο δυναμικό, στην εκπαίδευση, στην καινοτομία και, βεβαίως, στο σπάσιμο των καρτέλ, στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων κ.λπ.

Όλα αυτά θα βοηθήσουν σαφώς στην ανταγωνιστικότητα της χώρας, αλλά και στο να δώσουμε αξία στα προϊόντα μας, στα ελληνικά προϊόντα, ώστε να μπορέσουν να είναι ανταγωνιστικά, επειδή είναι αξίας – και όχι απλώς επειδή είναι φτηνά και επειδή είναι προϊόντα φτηνής εργασίας.

Προϊόντα, που θα έχουν μέσα τους τη γνώση, την παράδοση, την καινοτομία, τη νέα τεχνολογία και, άρα, εκεί είναι και η επένδυσή μας. Αυτός είναι ο στόχος μας. Και πιστεύω ότι αυτός είναι ο στόχος, που θα δώσει και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα στην οικονομία μας, πάντα μέσα από τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε τη λεγόμενη «πράσινη τεχνολογία», που έρχεται και που θα είναι αυτή, στην οποία εμείς πρέπει να γίνουμε – και αυτή είναι η προσπάθειά μας – πρωτοπόροι.

Α. Μαραθιάς («ΝΕΤ 105.8»):   Κύριε Πρόεδρε, ήθελα να σας ρωτήσω, παρά τα όσα λέτε με κατηγορηματικό τρόπο, δημοσιογραφικοί και πολιτικοί κύκλοι στην Ελλάδα επιμένουν ότι πάμε σε επαναδιαπραγμάτευση του χρέους. Μάλιστα, υπήρχαν και σχετικές αναφορές σήμερα σε κάποιες ξένες ιστοσελίδες. Ότι η Κυβέρνηση ανησυχεί από την ψήφο των πολιτών, γι’ αυτό ενδεχομένως ακόμη και το Δεκέμβριο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, να προχωρήσει σε πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Τελικά, η Κυβέρνηση ανησυχεί για κάτι; Η Κυβέρνηση Παπανδρέου, η ελληνική Κυβέρνηση, ελέγχει την πολιτική και οικονομική κατάσταση και τις εξελίξεις στην Ελλάδα;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Πιστεύω ότι αποδείξαμε τον τελευταίο χρόνο ότι, ακόμη και στη σκληρότερη, στη δυσκολότερη κρίση, καταφέραμε να ελέγξουμε τις καταστάσεις και να προωθήσουμε μια σταθερότητα, με συνέπεια. Και αυτό συνεχίζουμε να κάνουμε.

Νομίζω όμως ότι το θέμα των στατιστικών, που σωστά αναφέρατε, δείχνει την ευαισθησία, υπερβολική θα έλεγα, αλλά εν πάση περιπτώσει, δείχνει αυτή την ευαισθησία των αγορών. Δείχνει βεβαίως πόση συγκάλυψη υπήρξε από την προηγούμενη κυβέρνηση, στο πραγματικό έλλειμμα και, τελικά, και στο χρέος της χώρας, καθώς και ότι μια μικρή προσαρμογή από τη Eurostat, που κάνει τη δουλειά της, για να αποτυπώσει πλήρως και με διαφάνεια – και αυτό θέλουμε – τα ελλείμματα του 2009, πόσο αυτή η μικρή διόρθωση δημιουργεί, όχι κρίση, αλλά εν πάση περιπτώσει αντιδράσεις στις διεθνείς αγορές.

Αυτό θα το βλέπουμε, κατά καιρούς. Εγώ πιστεύω ότι αυτά τα φαινόμενα θα υπάρχουν. Όμως, είμαστε σε μια σταθερή πορεία. Άλλοτε θα γράφει ο ένας αναλυτής έτσι, άλλοτε θα γράφει ο άλλος αναλυτής διαφορετικά. Αυτά τα οποία εσείς συζητάτε, για το χρέος και τα λοιπά, τα έχουμε δει επί πολλούς μήνες να γράφονται. Είναι βεβαίως πολύ λιγότερα πλέον, αλλά σε κάθε σημείο, το οποίο μπορεί να δημιουργεί μια απορία ακόμη, θα δούμε ότι οι διάφοροι αναλυτές θα γράφουν ακριβώς πάλι τα ίδια πράγματα.

Και αυτό, διότι έχουν υπερβολικό φόβο, λόγω της νευρικότητας των αγορών, μετά από την κρίση του 2008. Και αυτό, το πληρώσαμε βεβαίως. Το πληρώσαμε, πρώτα απ’ όλα, διότι εμείς μπήκαμε – όπως έχω πει – θαλασσοδαρμένοι μέσα στην κρίση, αλλά το πληρώσαμε και το πλήρωσε και η υφήλιος, και το πληρώνει και σήμερα, πληρώνει αυτή τη νευρικότητα, που είναι υπερβολική.

Και αυτό είναι ένα θέμα, το οποίο πρέπει να ρυθμιστεί στο G-20 – η ρύθμιση, η εποπτεία, οι κανόνες της αγοράς – που θα δώσει και μια σταθερότητα στις χρηματαγορές, αλλά βεβαίως και μια σταθερότητα στην ανάπτυξη των χωρών και στη δυνατότητα των διαφόρων χωρών σε φτηνότερα δάνεια.

Πιστεύω ότι, παρά τα όποια σκαμπανεβάσματα θα βλέπουμε στο διεθνή Τύπο, έχουμε μια πορεία πολύ θετική, έχουμε πολλά θετικά δείγματα, από αξιόπιστες πηγές και από αξιόπιστους θεσμούς, είτε είναι η Νορβηγία που επένδυσε στην Ελλάδα, είτε είναι η Κίνα που θα επενδύσει, είτε είναι η Εθνική Τράπεζα με την ανακεφαλαιοποίηση, που πήγε πάρα πολύ καλά. Αυτά είναι τα έμπρακτα – και όχι τα θεωρητικά, τα οποία διαβάζουμε – σημάδια της ανάκαμψης και της θετικής πορείας της χώρας μας. Αυτή τη θετική πορεία, εμείς είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε.

Γ. Σπινθουράκης («ΑΘΗΝΑΪΚΟ – ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ»):   Κύριε Πρόεδρε, ακούγοντας το διάλογο και κυρίως το διάλογο του Σαρκοζί με τη Μέρκελ, νομίζω ότι βλέπουμε ένα παλιό διαχωρισμό στην Ευρώπη. Έχουμε τη Βόρεια Ευρώπη, εκεί όπου ήταν ο Λούθηρος, όπου πιστεύουν ότι πάντα πρέπει να γίνεται η εξιλέωση μέσω της τιμωρίας, και έχουμε και την καθολική Ευρώπη, που θέλει να δίνει και κανένα συγχωροχάρτι. Τώρα εμείς, οι οποίοι είμαστε Ορθόδοξοι και είμαστε κάπου στη μέση, πώς τοποθετούμαστε σ’ αυτό; Δεδομένου ότι αυτού του είδους οι πολιτικές διαβουλεύσεις για την οικονομία, συνήθως, ωφελούν τις μεγάλες χώρες, αφού οι μικρές χώρες δεν μπορούν να μπουν σε αυτές τις πολιτικές διαβουλεύσεις. Θα θέλαμε περισσότερο αυτοματοποιημένα συστήματα, ή να μπαίνει και ο πολιτικός διάλογος στα προβλήματα της οικονομίας; Ευχαριστώ.

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Κατ’ αρχήν, νομίζω ότι κάθε χώρα έχει το δικαίωμα – παρ’ ότι υπάρχουν μεγάλες και μικρές χώρες – και γι’ αυτό παλεύουμε κι εμείς, κάθε χώρα έχει το ισότιμο δικαίωμα, να έχει λόγο και ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βεβαίως, η βαρύτητα κάθε χώρας δεν είναι μόνο το μέγεθός της, αλλά είναι και η αξιοπιστία της, είναι και η δυναμική της, κάτι το οποίο είχε τρωθεί πάρα πολύ για τη χώρα μας και το οποίο ξαναχτίζουμε σε γερές βάσεις.

Σε ό,τι αφορά αυτή την ανάλυση που κάνατε για την ψυχολογία του Βορρά και του Νότου, θέλω απλώς να πω ότι, τους επόμενους μήνες, θα έχουμε μια σκληρή διαπραγμάτευση γύρω από το νέο προϋπολογισμό 2013 – 2020 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη, είχαμε μια πρώτη γεύση της συζήτησης και με το Ευρωκοινοβούλιο – όπου εγώ στήριξα τις θέσεις του Ευρωκοινοβουλίου, αλλά πολλοί άλλοι δεν τις στήριξαν – γύρω από την ανάγκη σοβαρών επενδύσεων σε υποδομές, σε παιδεία, σε καινοτομία, σε πράσινη ενέργεια. Και βεβαίως, θα υπάρξει και υπήρξε και συνέχεια σε αυτή τη συζήτηση, γύρω από το θέμα του προϋπολογισμού.

Άρα, θα έχουμε μια πολύ ισχυρή – αν θέλετε – αντιπαράθεση και διαπραγμάτευση, τους επόμενους μήνες. Γι’ αυτό, η Ελλάδα χρειάζεται ακόμη περισσότερο να έχει μια συνέπεια, μια συνέχεια και μια στάση ευθύνης. Διότι αυτό μας δίνει τα απαραίτητα φόντα, για να μπορούμε να διαπραγματευτούμε πιο ισχυρά.

Θέλω να τονίσω, βέβαια, για την Ελλάδα, όπου έχουμε τις δικές μας πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, ότι εγώ πιστεύω πως εμείς έχουμε συμπιέσει και, αν θέλετε, καταπιέσει τις τεράστιες δυνατότητες που έχει η χώρα μας, που έχει ο Έλληνας και η Ελληνίδα – δημιουργικότητας, φαντασίας, καινοτομίας και πρωτοβουλίας.

Και πιστεύω ότι αυτό που εδώ ο Έλληνας κρατά μέσα του, το δείχνει, φαίνεται, όταν βγαίνει στο εξωτερικό. Φαίνεται πόσο μπορεί και δημιουργεί, πόσο μπορεί και πετυχαίνει, όταν βρίσκεται σε άλλες συνθήκες, όπως γίνεται με τον Ελληνισμό της Διασποράς. Ακριβώς αυτές τις συνθήκες πρέπει να δημιουργήσουμε εμείς στη χώρα μας, για να μην έχουμε καμία εξάρτηση από «δάνειες» δυνάμεις, αλλά να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις.

Θ. Αθανασίου («ΕΤ3»):   Κύριε Πρόεδρε, έτσι όπως περιγράφεται -τουλάχιστον από αυτά που ακούμε – ο μηχανισμός στήριξης του ευρώ, έχει μια σειρά από στάδια. Στην αρχή, έρχονται οι Ευρωπαίοι και μαζεύουν τους δανειστές και συζητούν μια επιμήκυνση και, στη συνέχεια, προφανώς, αν και μετά την περίοδο αυτή δεν γίνει κάτι και η χώρα δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές, τότε έρχεται το περίφημο «haircut», δηλαδή ο περιορισμός αυτών των ποσών. Υπάρχει μια διογκούμενη ανησυχία ότι οι μικρές χώρες, οι χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, πλέον θα έχουν ομόλογα λιγότερο ελκυστικά και ότι τα spreads θα διευρυνθούν. Εμείς, μάλιστα, την επόμενη περίοδο, θα έχουμε ένα χρέος γύρω στο 105% του ΑΕΠ και, κάποια στιγμή, θα πρέπει να βγούμε στις αγορές. Αυτό, πόσο μας διευκολύνει και πόσο μας δυσκολεύει; Μήπως στο τέλος θα χρειαστεί να κάνουμε κι εμείς χρήση αυτού του προγράμματος;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Πρώτα απ’ όλα, δεν υπάρχει αυτό το πρόγραμμα κ. Αθανασίου, ούτε υπάρχει στις αποφάσεις, ούτε συζητήθηκε τέτοια διαδικασία. Εσείς το λέτε, σαν να είναι θέσφατο. Δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία. Αντιθέτως, μάλιστα, και ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας απέκλεισε τέτοιου είδους διαδικασίες, ακριβώς για να μην δημιουργήσει εντυπώσεις. Και δεν πρέπει κι εμείς να δημιουργήσουμε τέτοιες εντυπώσεις, ότι μπορεί αυτά να συμβούν, διότι τότε θα αντιδράσουν οι αγορές, σαν να έχουν ήδη συμβεί ή σαν να είναι επικείμενα.

Άρα, πιστεύω ότι είναι τελείως διαφορετική η συζήτηση. Η άλλη συζήτηση που γίνεται, για την επιμήκυνση της αποπληρωμής, είναι μια οργανωμένη διαδικασία, που δεν έχει καμία σχέση με τα «haircuts» και την πιθανή χρεοκοπία. Να κάνουμε μια ουσιαστική διαφοροποίηση, λοιπόν, του ενός με το άλλο, και να προσέξουμε κιόλας τι συμπεράσματα βγάζουμε, τα οποία δεν ευσταθούν στην πράξη.

Και επειδή είναι πάρα πολύ ευαίσθητο αυτό το θέμα, θα παρακαλούσα και εσάς, να μην ερμηνεύσουμε αυτό το κείμενο, με έναν τρόπο που μπορεί να ζημιώσει, βεβαίως, όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και άλλες χώρες, όπως και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Θεωρώ ότι ο μηχανισμός στήριξης, όπως έχει περιγραφεί, δίνει το γενικό πλαίσιο, το οποίο βεβαίως μετά θα εξειδικευτεί, μέσα από τη διαπραγμάτευση. Θέλουμε να δώσουμε το αίσθημα της ευθύνης που πρέπει να έχουν τα κράτη-μέλη, όπως βεβαίως και της ευθύνης που πρέπει να έχουν από εδώ και πέρα και οι τράπεζες, όχι για το παρελθόν, για το τι έγινε, αλλά για το από εδώ και πέρα, ώστε να μπει μια σωστή βάση για την εξυγίανση των οικονομιών μας.

Παράλληλα, όμως, εμείς θεωρούμε ότι και αυτός ο μηχανισμός στήριξης, πρέπει να είναι ένας μηχανισμός που θα βοηθήσει και την αναπτυξιακή πορεία της Ευρώπης. Και όπως έχω πει επανειλημμένως, όπως είπα και σήμερα, αλλά και χθες, που είχαμε την γενική συζήτηση γύρω από τα θέματα αυτά, προϋπόθεση της σταθερότητας είναι και η ανάπτυξη.

Και αυτό είναι ένα θέμα, το οποίο ακόμα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το λέει – δεν το λέω μόνο εγώ, ως σοσιαλιστής, αλλά ακόμα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Και αυτό πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψη της η Ευρώπη και όλες οι συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης, ότι η ανάπτυξη είναι βασικό στοιχείο και της ίδιας της σταθερότητας. Ανάπτυξη, που δημιουργεί δουλειές, που δημιουργεί κύκλο εργασιών, που δημιουργεί τζίρο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και που δίνει, βεβαίως, τη δυνατότητα να έχουμε και εύρωστα και υγιή δημοσιονομικά.

Ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε επίσης