Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

«Όρος επιβίωσης, η οικοδόμηση μιας νέας, σύγχρονης δημοκρατίας» | Ομιλία 21.07.2019

Για τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Πάτρας | Δήλωση 15.07.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

Ο αποχαιρετισμός του Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Ροβέρτο Σπυρόπουλο | 25.06.2019

«Με τον Γιάννη γιορτάζει μία Ελλάδα ευκαιριών, δημοκρατίας και ελευθερίας» | 25.06.2019

 

Συνέντευξη του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου σε εκπροσώπους Βελγικών Μέσων Ενημέρωσης

Δημοσιογράφος:   Πριν μερικούς μήνες, αναφέρατε σε μια δήλωσή σας τη λέξη «υστερία». Ακόμα όμως κάποιοι οικονομολόγοι αμφιβάλουν κατά πόσο η Ελλάδα θα είναι σε θέση να ξεπληρώσει το χρέος της. Πόσο σίγουροι μπορεί να είναι οι Βέλγοι φορολογούμενοι και οι βελγικές τράπεζες ότι θα αποπληρώσετε το χρέος σας;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Υιοθετήσαμε όλα αυτά τα μέτρα και αυτό το πρόγραμμα και, με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είμαστε σε θέση να διαβεβαιώσουμε τους πιστωτές μας, ότι θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω.

Αυτός είναι ο βασικός στόχος μας και ο σκοπός όλων των προσπαθειών και των δύσκολων αποφάσεων που πήραμε στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Νομίζω δε, ότι έχουμε δείξει πως έχουμε όχι μόνο την πολιτική θέληση, αλλά και την ικανότητα να εφαρμόσουμε αυτά τα μέτρα. Ήδη, τους τελευταίους μήνες, έχουν γίνει στην Ελλάδα περισσότερες αλλαγές από ό,τι τις τελευταίες δεκαετίες και θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες για να αποκτήσει η χώρα μας μια βιώσιμη οικονομία.

Δημοσιογράφος:   Προγραμματίζετε επομένως περισσότερα μέτρα;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Έχουμε μια ολόκληρη δέσμη μέτρων. Ολοκληρώνουμε τώρα το συνταξιοδοτικό σύστημα. Ασχολούμαστε με την αγορά εργασίας και τα κλειστά επαγγέλματα, αλλά κα με άλλους τομείς όπου απαιτούνται αλλαγές.

Σίγουρα, επίσης, θα γίνουν αλλαγές στο δημόσιο τομέα, για να εξασφαλίσουμε διαφάνεια και να καταπολεμήσουμε τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις και τις δωροδοκίες. Αυτές είναι οι κύριες προτεραιότητές μας.

Ταυτόχρονα, θα αναπτύξουμε την οικονομία μας σε τομείς όπως η πράσινη ενέργεια. Η Ελλάδα παρουσιάζει ένα τεράστιο δυναμικό στην ανανεώσιμη ενέργεια. Στην αιολική ενέργεια, έχουμε το μεγαλύτερο δυναμικό σε όλη την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, λόγω των ανέμων που πνέουν στις θάλασσες και τα νησιά μας και, φυσικά, στην ηλιακή και τη γεωθερμική ενέργεια – αυτές αποτελούν τους νέους τομείς ανταγωνιστικότητας.

Χρειάζονται επίσης αρκετές αλλαγές και στη γεωργία, για να ενισχυθεί ποιοτικά. Υπάρχει η Μεσογειακή δίαιτα, που αποτελεί ένα συγκριτικό αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να εκμεταλλευθούμε.

Στον τουρισμό υψηλής ποιότητας, θα προσελκύσουμε πελάτες από συγκεκριμένα κομμάτια της αγοράς, για παράδειγμα εκπαιδευτικός, πολιτιστικός ή θρησκευτικός τουρισμός, αλλά θα προωθήσουμε και εναλλακτικές μορφές τουρισμού, γιατί στην Ελλάδα υπάρχει δυνατότητα για διάφορες δραστηριότητες, από καταδύσεις στη θάλασσα, μέχρι σκι στα βουνά. Αυτά θα αλλάξουν. Πρόκειται για αναπτυξιακές αλλαγές, βέβαια.

Οι αποφάσεις που αφορούν στα δύσκολα μέτρα, τα οποία πονούν, έχουν ήδη υιοθετηθεί και αυτό μας δίνει μια ανάσα για να προχωρήσουμε στις βαθύτερες αλλαγές που έχει ανάγκη ο Ελληνικός λαός, για να γίνει βιώσιμη η οικονομία μας.

Δημοσιογράφος:   Κύριε Πρωθυπουργέ, έχετε ήδη εισπράξει μια πρώτη δόση από τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Πώς χρησιμοποιήσατε τα χρήματα αυτά; Είστε σε θέση να διακρίνετε τα πρώτα αποτελέσματα από τη χρήση των χρημάτων αυτών;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Καταρχήν, όπως και άλλες χώρες, έπρεπε να αντιμετωπίσουμε δημοσιονομικές ανάγκες και αποπληρωμή χρεών. Για το λόγο αυτό, χρειαζόμαστε ένα συστηματικό πρόγραμμα δανεισμού, όπως και πολλές άλλες χώρες.

Αυτό που συνέβη, όμως, ήταν ότι παρά τα πολύ σημαντικά μέτρα τα οποία υιοθετήσαμε, για να βάλουμε μια τάξη στα του οίκου μας, και τα οποία έδειχναν όχι μόνο την πολιτική μας βούληση, αλλά και τη δημιουργία μιας βιώσιμης οικονομίας, οι αγορές αντέδρασαν με ιδιαίτερη νευρικότητα, με υστερία θα έλεγα. Θα προσέθετα, επίσης, ότι λόγω της κρίσης του 2008, οι αγορές είναι ιδιαίτερα ανήσυχες.

Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να παρέμβεις με κάποιο τρόπο στην αγορά, προσφέροντας τα απαραίτητα δάνεια – και αυτό έκαναν η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Χορήγησαν τα δάνεια, που μας επιτρέπουν να χρηματοδοτήσουμε και να αναχρηματοδοτήσουμε την οικονομία μας, να αντιμετωπίσουμε το χρέος μας και τις δανειακές μας υποχρεώσεις και να πάρουμε μια ανάσα.

Αυτό συνέβη. Και το μήνυμα τώρα, είναι: ηρεμήστε τις αγορές, αλλά κυρίως δημιουργήστε αίσθημα ασφάλειας στον Ελληνικό λαό.

Επιτρέψτε μου, όμως, να ευχαριστήσω τον Βελγικό λαό για την αλληλεγγύη και τη βοήθειά του. Ο Ελληνικός λαός εκτιμά ιδιαίτερα τη στάση αυτή, που αποδεικνύει βεβαίως και ότι βρισκόμαστε σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Δημοσιογράφος:   Αναφέρατε δάνεια, αναφέρατε αλληλεγγύη. Μήπως όλα αυτά ήρθαν καθυστερημένα; Παρευρεθήκατε σε πολλές Συνόδους Κορυφής στις Βρυξέλλες, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο. Θεωρείτε ότι σήμερα η Ελλάδα πληρώνει αυτή την καθυστέρηση και αυτή την αλληλεγγύη που εκφράστηκε αργά;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Θα πω κάτι, που ίσως φανεί παράδοξο. Από τη μια μεριά, η Ευρώπη καθυστέρησε σε σχέση με τις αγορές. Από την άλλη, όμως, η Ευρώπη πήρε αποφάσεις πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στο παρελθόν. Αυτή είναι η Ευρώπη.

Είμαστε σε θέση, παρά τους θεσμικούς και τους πολιτικούς περιορισμούς, να παίρνουμε αποφάσεις αρκετά γρήγορα.

Οι αγορές σφυροκόπησαν την Ελλάδα για αρκετούς μήνες και αυτό γέννησε πολύ αρνητικά συναισθήματα σε όλο τον Ελληνικό λαό. Κάθε μέρα, όχι μόνο εγώ και η Κυβέρνηση, αλλά όλοι μας, ξυπνούσαμε με τα θέματα της οικονομίας. Όλοι οι Έλληνες πολίτες, από… τριών ως ενενήντα τριών ετών, γνωρίζουν τι σημαίνει «spread» – λέξη άγνωστη πριν από μερικούς μήνες. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του κλίματος ανασφάλειας που επικρατούσε. Τώρα, όμως, το ξεπεράσαμε και προχωρούμε σε μια φάση ομαλότητας, στην εφαρμογή των αλλαγών.

Οι αλλαγές υλοποιούνται με γρήγορους ρυθμούς. Και πιστεύω ότι ο Ελληνικός λαός αισθάνεται έντονα την ανάγκη να ξαναβάλουμε τη χώρα σε τροχιά και να προσπαθήσουμε να επιλύσουμε ή να αλλάξουμε κάποια πράγματα, κάποιους τρόπους ή συνήθειες του παρελθόντος, που ξέρουμε ότι είναι λάθος. Έχουμε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να κάνουμε την Ελλάδα μια πολύ ισχυρή και ανταγωνιστική χώρα.

Δημοσιογράφος:   Πώς βλέπετε το μέλλον του ευρώ και το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Πιστεύω ότι η περίπτωσή μας αποτέλεσε μια ενδιαφέρουσα και, φυσικά, πολύ δύσκολη για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη, απόδειξη των αδυναμιών της Συνθήκης του Μάαστριχτ και της Ευρωζώνης, καθώς και της ανάγκης για περισσότερο δημοσιονομικό συντονισμό, για περισσότερη οικονομική διακυβέρνηση και για αυστηρότερο έλεγχο της κατάστασης.

Όπως ξέρετε, αναλάβαμε τη διακυβέρνηση πριν από μερικούς μήνες και παραλάβαμε μια πολύ αρνητική κατάσταση, που ξεπερνούσε όλες τις προβλέψεις μας.

Δεν υπήρχε προφανώς μεθοδολογία και έλεγχος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν νομίζω ότι ήταν σκόπιμο, αλλά αυτό πρέπει να διορθωθεί, πρέπει να βρεθεί ένας ισχυρός μηχανισμός ελέγχου. Με τον τρόπο αυτό, θα έχουμε την ευκαιρία μιας πιο στενής συνεργασίας.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερη Ευρώπη, και όχι λιγότερη, σε αυτή την κρίση. Χρειαζόμαστε περισσότερη συνεργασία, και όχι λιγότερη. Χρειαζόμαστε ολοκλήρωση, και όχι αποσύνθεση. Χρειαζόμαστε μια πιο δυνατή φωνή σε διεθνές επίπεδο, σχετικά με το κανονιστικό, τραπεζικό, οικονομικό σύστημα, και τη διεθνή οικονομία.

Ελπίζω ότι η κατάσταση αυτή μπορεί να αποτελέσει ένα εγερτήριο σάλπισμα για όλους τους Ευρωπαίους, ώστε να συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι μαζί, και καλύτερα θα συνεργαστούμε, και πιο ισχυροί γινόμαστε. Με άλλα λόγια, αν δεν είχαμε την Ευρωζώνη και αν δεν είχαμε αυτή τη συνεργασία, πολλές χώρες, όχι μόνο αυτές που ακούστηκαν, λόγω των αντιδράσεων της αγοράς, θα βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη θέση.

Άρα, πιστεύω ότι η Ευρωζώνη δρα θετικά, ακόμα και σε αυτές τις δύσκολες περιστάσεις. Τώρα είναι η στιγμή να την ενδυναμώσουμε και να την αναδιαρθρώσουμε, έτσι ώστε να υποστηρίζει αποτελεσματικότερα το νόμισμά μας, το ευρώ.

Δημοσιογράφος:   Υπάρχει ακόμα το ενδεχόμενο η Ελλάδα να ζητήσει αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους της;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Όχι, το ενδεχόμενο αυτό έχει αποσυρθεί. Και ο λόγος είναι, επειδή έχουμε πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να αποτρέψουμε τη στάση πληρωμών.

Αυτό ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας όλων. Εξασφαλίσαμε μια ήπια μετάβαση σε μια πιο βιώσιμη οικονομία, που θα μας επιτρέψει να αποπληρώσουμε κανονικά το χρέος μας.

Δημοσιογράφος:   Γνωρίζετε την κατάσταση στο Βέλγιο; Συνειδητοποιείτε ότι ο Πρωθυπουργός που έχετε μπροστά σας, μπορεί να μην είναι στη θέση του σε λίγους μήνες ή λίγες εβδομάδες;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Αυτή είναι η πολιτική, σε όλες της χώρες. Η μόνη μου επιθυμία είναι, και είμαι σίγουρος ότι αυτό θα συμβεί, η επερχόμενη Βελγική Προεδρεία να είναι, όπως πάντα, σημαντική και ιδιαίτερα αποτελεσματική. Γνωρίζετε την Ευρώπη πολύ καλά. Έχετε την πείρα. Όπως είπε και ο Πρωθυπουργός, ο κύριος Λετέρμ, αυτή θα είναι η δωδέκατη Προεδρεία του Βελγίου. Αναλαμβάνετε τα ινία σε μια πολύ σημαντική και κρίσιμη στιγμή για την Ευρώπη.

Πιστεύω ότι όλοι είναι ευτυχείς, που θα βρίσκεται το Βέλγιο στο πηδάλιο. Υπάρχει και ένας άλλος Βέλγος στο πηδάλιο βέβαια, ο κύριος Βαν Ρόμπεϊ, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Έχετε να προσφέρετε την αναγκαία πείρα που χρειαζόμαστε στις συζητήσεις και στις διαπραγματεύσεις, που αποτελούν κομμάτι της Ευρωπαϊκής ζωής, αλλά και της πολιτικής ζωής του Βελγίου.

Το πνεύμα αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, για να αντιμετωπίσουμε την κρίση και τις απαραίτητες θεσμικές αλλαγές. Και όταν μιλάω για θεσμικές αλλαγές, δεν αναφέρομαι στη Συνθήκη, αλλά σε νέες δυνατότητες, όπως ο πρόσφατος μηχανισμός στήριξης και η Ατζέντα 2020.

Πού πηγαίνει η Ευρώπη; Πρέπει να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί. Θα επενδύσουμε στην πράσινη ενέργεια; Θα επενδύσουμε στις υποδομές; Θα δημιουργήσουμε περισσότερες θέσεις απασχόλησης; Θα φροντίσουμε τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, που αποτελούν κομμάτι της ευρωπαϊκής μας παράδοσης; Πώς θα τα συντηρήσουμε; Πώς θα τα ενισχύσουμε; Πώς θα προστατεύσουμε τους πολίτες μας; Στους τομείς αυτούς, το Βέλγιο μπορεί να παίξει ένα πολύ σημαντικό ρόλο.

Δημοσιογράφος:   Έχετε πολύ εντυπωσιακά ποσά για αμυντικές δαπάνες, αποτελούν επίσης σημεία, που δεν μπορείτε να αγγίξετε, ή θα προσπαθήστε να το περιορίσετε;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Μια και το αναφέρατε, πολλοί αναρωτιούνται μερικές φορές, γιατί η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, το οικονομικό ζήτημα του χρέους και όλα τα άλλα.

Χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, αν δούμε τι συνέβη τον προηγούμενο αιώνα, θα διαπιστώσετε ότι η χώρα μας πέρασε δύο Παγκόσμιους Πολέμους, έναν εμφύλιο και δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Ζήσαμε πολλές δικτατορίες. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είμαστε τελείως απομονωμένοι από τους γείτονές μας, και η μόνη μας σύμμαχος ήταν ταυτόχρονα και εχθρός μας – η Τουρκία.

Έπρεπε να αφιερώνουμε τεράστια κονδύλια στην άμυνά μας, όλα αυτά τα χρόνια, και συνεχίζουμε ακόμα – αγγίξαμε ενίοτε το 6%, 5%, 4% του ΑΕΠ. Παρόλα αυτά, καταφέραμε με την αξία μας, να μπούμε στην Ευρωζώνη. Αλλά όλα αυτά αποτέλεσαν τροχοπέδη για την οικονομία μας και την ανάπτυξή μας.

Θα έλεγα, επομένως, ότι όσο περισσότερο ολοκληρώνεται η Ευρώπη, όσο περισσότερο, σύμφωνα και με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, δείχνει την αλληλεγγύη της – με την ευρύτερη έννοια, όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε πολιτικό – τόσο λιγότερη θα είναι η ανάγκη να έχουμε μεγάλες στρατιωτικές δαπάνες, γιατί η Ευρώπη θα αποτελεί τη δύναμη.

Φυσικά, όσο περισσότερο η γειτονική μας Τουρκία εργάζεται μέσα στα ευρωπαϊκά πλαίσια σεβασμού των συνόρων, της εδαφικής ακεραιότητας, του Διεθνούς Δικαίου, τόσο περισσότερο μπορούμε να συνεργαστούμε, για να περιορίσουμε τον αμυντικό μας προϋπολογισμό.

Είναι ένα από τα θέματα που συζητήσαμε με τον Πρωθυπουργό Ερντογάν. Και εκείνος βλέπει θετικά το ενδεχόμενο περιορισμού των στρατιωτικών δαπανών. Πιστεύω ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί, ενισχύοντας την Ευρώπη, αλλά επίσης ενισχύοντας τις Ελληνο-τουρκικές σχέσεις και βρίσκοντας λύσεις σε θέματα όπως η υφαλοκρηπίδα, μέσα από την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και τον σεβασμό των κανόνων καλής γειτονίας.

Επομένως, είμαι πράγματι αισιόδοξος και θα είναι πραγματικά ευτύχημα για τον Ελληνικό λαό να περικοπούν οι αμυντικές δαπάνες.

Δημοσιογράφος:   Μια τελευταία, σύντομη ερώτηση. Έχετε ήδη εισπράξει την πρώτη δόση της βοήθειας από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ. Πόσο διάστημα θα περάσετε με τα χρήματα αυτά και πότε θα προχωρήσετε στο επόμενο βήμα, το επόμενο δάνειο;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Δεν έχω στη διάθεσή μου αυτή τη στιγμή το λεπτομερές πρόγραμμα, αλλά πρόκειται για γνωστά στοιχεία. Άρα, μπορείτε να δείτε πότε θα χρειαστούμε τα δάνεια. Πιστεύω, όμως, ότι το θετικό είναι πως δεν υπάρχει πρόβλημα αυτή τη στιγμή, μια και έχουμε εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Αν χρειαστούμε αυτή τη βοήθεια, αν οι αγορές δεν ανταποκριθούν, θα έχουμε, τουλάχιστον για τα τρία επόμενα χρόνια, αυτή τη σημαντική στήριξη.

Με τον τρόπο αυτό, θα έχουμε στη διάθεσή μας τον απαραίτητο χρόνο για να προχωρήσουμε στις αναγκαίες για την οικονομία μας αλλαγές, έτσι ώστε όταν απευθυνθούμε στις αγορές, να μην αντιμετωπίσουμε προβλήματα.

Θα είμαστε ένας αξιόπιστος οφειλέτης και μια αξιόπιστη χώρα, που θα εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους, με τα κατάλληλα επιτόκια.

Για άλλη μία φορά, ευχαριστώ το Βέλγιο για την υποστήριξή του.

*   *   *   *   *   *   *   Η συνέντευξη του Πρωθυπουργού, Γιώργου Α. Παπανδρέου, δόθηκε στα ακόλουθα Μέσα Ενημέρωσης και τους αντίστοιχους δημοσιογράφους:

«Le Soir», Στον δημοσιογράφο Labaki Maroun

«VRT», Στους δημοσιογράφους Elisabeth Lannoo, και Robert Heirbaut

«Belga», Στον δημοσιογράφο Pierre-Emmanuel Briquet

«RTBF», Στον δημοσιογράφο Frédéric Gersdorff

«RTL-TVI», Στην δημοσιογράφο Micheline Thienpont

«RTBF-radio»,  Στον δημοσιογράφο Willy Vandervorst

«La Croix» Στον δημοσιογράφο Sébastien Maillard

Διαβάστε επίσης