Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ας επιλέξουν οι πολίτες τον σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής | Άρθρο | 17.10.2017

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

 

Συζήτηση των αρχηγών των κομμάτων για το Κυπριακό

«Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή μετά τις εξελίξεις στη Λουκέρνη και ενόψει των δημοψηφισμάτων της 24ης Απριλίου. Και ο Κυπριακός λαός, οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι καλούνται να αποφασίσουν εάν αποδέχονται να συμβιώσουν σε ένα κοινό και ενιαίο κράτος και αν αποδέχονται την επανένωση και την επανασυμφιλίωση, εάν έχουν τη βούληση να αφήσουν πίσω τους το τραυματικό παρελθόν και να ανοίξουν μία νέα ιστορική περίοδο με την ένταξη της Κύπρου, της επανενωμένης Κύπρου, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αν βέβαια θεωρούν, ότι η προτεινόμενη λύση αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις ανάγκες και των δύο Κοινοτήτων. Δύο Κοινότητες σε μια ενωμένη Κύπρο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σ’ αυτή την εθνική πρόκληση κρινόμαστε όλοι. Οι πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας, οι ηγεσίες της Ελλάδας και της Κύπρου, ο ελληνικός λαός και ο ελληνισμός της Κύπρου. Κρίνεται το αίσθημα της ιστορικής μας ευθύνης για την ειρήνη, την ασφάλεια, τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, για το μέλλον της Κύπρου και της Ελλάδας, για την εθνική αξιοπιστία και τη σοβαρότητα που διαθέτουμε σε μια περίοδο κρίσιμων διεθνών περιφερειακών εξελίξεων και προκλήσεων.

Θέλω κατ’ αρχήν να σας πω, ότι η θεσμική και πολιτική σας υποχρέωση να ενημερώσετε τα κόμματα και τη Βουλή δεν μπορεί να εξαντληθεί στη σημερινή διαδικασία. Σήμερα βέβαια προτείνατε και συναντήσεις και νομίζω είναι θετικό αυτό και βεβαίως εμείς θα προσέλθουμε εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλέσει Συμβούλιο Αρχηγών.

Θέλω όμως επίσης να τονίσω, ότι θα πρέπει να λειτουργήσει και το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής. Eίναι το συνταγματικά κατοχυρωμένο και νομοθετημένο από τη Βουλή όργανο, το οποίο ήδη λειτούργησε τους τελευταίους μήνες κατά τη διάρκεια της δικής μας Κυβέρνησης και που επιτρέπει μία σε βάθος ενδελεχή συζήτηση πάνω στο θέμα του Σχεδίου Ανάν και των προοπτικών της λύσης.

Ελπίζουμε επίσης, ότι θα πάρει πρωτοβουλία η Κυβέρνηση να μπορέσουμε ξανά να συζητήσουμε εδώ στο Ελληνικό Κοινοβούλιο με περισσότερο χρόνο, με ουσιαστική δυνατότητα διαλόγου, που βεβαίως αυτή η διαδικασία ενημέρωσης δεν επιτρέπει με τη μεγαλύτερη δυνατή άνεση. Είναι ένα μεγάλο θέμα, στο οποίο πρέπει εμείς με σοβαρότητα να τοποθετηθούμε.

Θέλω όμως επίσης να τονίσω, ότι ακούγοντας και τις προγραμματικές σας δηλώσεις πριν από λίγες μέρες, αλλά και τη σημερινή σας δήλωση περί συναίνεσης, θα περίμενα μεγαλύτερη διαβούλευση, ουσιαστικότερη διαβούλευση όλες αυτές τις μέρες κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Διότι πράγματι ο κ. Μολυβιάτης με πήρε. Με πήρε όμως στο τέλος της διαδικασίας, αφού είχαν γίνει όλες οι διαπραγματεύσεις, απλώς να ενημερώσει ουσιαστικά για την τελική εξέλιξη.

Άρα, λοιπόν, ελπίζω ότι οι δεσμεύσεις σας για ουσιαστική συναίνεση θα γίνουν πράξη. Είναι αυτό το οποίο εμείς ζητήσαμε και το ζητήσαμε εδώ όχι μόνο ως αντιπολίτευση, αλλά και ως Κυβέρνηση προηγουμένως.

Παρά ταύτα θέλω να πω, ότι πήρα πρωτοβουλίες μετά από παράκληση του Προέδρου της Κύπρου και προς τον Κόφι Ανάν και προς τον Επίτροπο τον κ. Φερχόιγκεν, τον κ. Σολάνα, τον Μπράιαν Κόαν τον Υπουργό Εξωτερικών της Ιρλανδίας ο οποίος είναι ο προεδρεύων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επίπεδο υπουργών εξωτερικών και βεβαίως μίλησα αρκετά και με τον κ. Desoto υποστηρίζοντας πάντα και σθεναρά τις εθνικές θέσεις μας γύρω από το Κυπριακό πρόβλημα.

Έχω ασκήσει κριτική για τους χειρισμούς της Κυβέρνησης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, δεν θα επανέλθω όμως σ’ αυτή την κριτική, διότι θεωρώ ότι είναι ώρες ευθύνης και βεβαίως θεωρώ επίσης και κάτι ακόμα. Θεωρώ ότι είναι λάθος είτε από τη μία πλευρά να δημιουργήσουμε ένα κλίμα εθνικής ηττοπάθειας ή ότι υπάρχει το αίσθημα, ότι πιεζόμαστε εμείς να αποφασίσουμε για μια λύση που δεν μας αρέσει, είτε από την άλλη μεριά να υπάρχει το κλίμα ενός καταγγελτικού ηρωισμού των τροπαιοφόρων του ΟΧΙ.

Πιστεύω, ότι αυτό είναι σημαντικό, διότι είμαστε εμείς, είναι η Ελλάδα η οποία ζήτησε, επεδίωξε και κατάφερε να διαμορφώσει μια διαδικασία όπου να σύρει τελικά την ίδια την Τουρκία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Για πρώτη φορά μετά τα τραγικά γεγονότα του 1974, μετά από την εισβολή και κατοχή, είμαστε τόσο κοντά σε μια λύση του πολιτικού προβλήματος.

Απέναντι στην τουρκική παρελκυστική πολιτική μπορέσαμε με συγκεκριμένες κινήσεις από τη μια μεριά την ένταξη της Κύπρου, αλλά και από την άλλη την υποψηφιότητα της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να αλλάξουμε άρδην τις συνθήκες μέσα στις οποίες είχε κινηθεί το Κυπριακό τόσα και τόσα χρόνια. Ουσιαστικά ένα θέμα το οποίο ήταν ξεχασμένο, ένα θέμα που ήταν πολύ χαμηλά στην ατζέντα, στην ημερήσια διάταξη των μεγάλων δυνάμεων ή και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγινε πρώτο θέμα.

Και βεβαίως υπερασπιστήκαμε την στρατηγική της διεθνοποίησης του προβλήματος μέσα από την αναγνώριση του νομιμοποιητικού ρόλου του ΟΗΕ, του σεβασμού των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και βεβαίως την αξιοποίηση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εμείς θέλαμε και θέλουμε τη λύση και την επανένωση του Νησιού. Αυτή είναι η στρατηγική που υπερασπιστήκαμε και που υλοποίησε και η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επί Ανδρέα Παπανδρέου και η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επί Κωνσταντίνου Σημίτη. Είμαστε υπερήφανοι για την πολιτική αυτή, μια απόφαση που πήραμε από το 1995, που διεκδικήσαμε και πήραμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1995 με την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, το Ελσίνκι το 1999, την Κοπεγχάγη το 2002 και βεβαίως υπερήφανοι ότι υπογράψαμε την ένταξη των 10 χωρών μεταξύ αυτών και της Κύπρου τον περασμένο Απρίλη εδώ στην Αθήνα.

Βγάλαμε το Κυπριακό από τη λήθη. Το μήνυμα «Δεν ξεχνώ» εμείς το κάναμε πράξη με σκληρή δουλειά, με αποφασιστικότητα, με γνώση των διεθνών συσχετισμών και με αξιοποίηση των κατάλληλων ευκαιριών και συνθηκών, με στενή και συστηματική συνεργασία και τότε και σήμερα με τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη και με τον Πρόεδρο Τάσο Παπαδόπουλο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Με νέες πρωτοβουλίες που πήραμε και στον ΟΗΕ και στον Γενικό Γραμματέα. Εμείς ζητήσαμε την ουσιαστική εμπλοκή του ΟΗΕ και ως θέμα αρχής το λέω ανεξάρτητα από τις διαφωνίες που είχαμε ή συνεχίζουμε να έχουμε στις διαπραγματεύσεις για την μια ή την άλλη πρόνοια αυτού του σχεδίου, καλώς τις έχουμε γιατί στόχος κάθε διαπραγμάτευσης είναι να πετύχει το μέγιστο στο πλαίσιο ενός ρεαλιστικού συμβιβασμού.

Θέλω όμως εδώ να τονίσω επειδή άκουσα για την συμφωνία της Νέας Υόρκης, ότι η συμφωνία αυτή ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλίας που ανέλαβε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, τον περασμένο Δεκέμβριο με επιστολή του προς τον κ.Ανάν, για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, για την ανατροπή της παρελκυστικής πολιτικής και των καθυστερήσεων της Τουρκίας και του κ.Ντενκτάς.

Η συμφωνία της Νέας Υόρκης ήταν ο εξαναγκασμός του Ντενκτάς και της Τουρκίας να διαπραγματευτούν στο πλαίσιο ενός δεσμευτικού χρονοδιαγράμματος, οι οποίοι προσπαθούσαν πάντα να ματαιώσουν την προοπτική της λύσης.

Η Κύπρος και η Ελλάδα ήθελαν την λύση και μια λύση πριν από την 1η Μαΐου του 2004. Είναι λάθος λοιπόν να μιλάει κανείς για δεμένα χέρια διότι ήταν και πρωτοβουλία μας αλλά και διότι υπήρχαν και υπάρχουν τα περιθώρια να κινηθούμε και να αποφασίσουμε τελικά εμείς τι θέλουμε.

Θέλω επίσης να τονίσω ότι και εσείς κ.Καραμανλή και ο κ.Μολυβιάτης, ως αντιπολίτευση ήσασταν και απόλυτα ενήμεροι για την συζήτηση που γινόταν στην Νέα Υόρκη και βεβαίως είχατε επαφή όχι μόνο με εμάς, με τον Πρωθυπουργό τον κ.Σημίτη, με τον τότε Υπουργό τον κ.Γιαννίτση, αλλά και με τον Τάσο Παπαδόπουλο από την Νέα Υόρκη και συμφωνήσατε και εσείς οι ίδιοι με αυτή τη διαδικασία και σε μας και στον κ.Παπαδόπουλο. ?ρα, λοιπόν, ήταν εν γνώσει σας όλη αυτή η διαδικασία και πριν από τις εκλογές.

Εγώ πιστεύω ότι η Ελλάδα πρέπει να παλεύει, πρέπει να διαπραγματεύεται σκληρά. Πρέπει να είναι ενεργά παρούσα και θέλω και έτσι προσπαθώ πάντα και ακόμα και στην κριτική μου να βοηθώ ακριβώς αυτή την ουσιαστική συμμετοχή της χώρας μας σε όλες αυτές τις διαδικασίες.

Θέλω όμως να τονίσω το εξής. Η λογική ότι, ότι αποφάσεις λαμβάνει η κυπριακή κυβέρνηση αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις συνέπειές της, η Ελλάδα απλά συμπαρίσταται, νομίζω ότι δεν είναι μια πολιτική που εκπληρώνει το πραγματικό μας χρέος. Ίσως είναι μια βολική πολιτική μη κόστους αλλά νομίζω ότι βεβαίως σεβόμαστε την άποψη της ανεξάρτητης Κύπρου, σεβόμαστε την βούληση του κυπριακού λαού και του Ελληνοκυπριακού ελληνισμού αλλά έχουμε και εμείς άποψη. Και έχουμε άποψη σε ένα θέμα που είναι τεράστιας σημασίας για την ασφάλειά μας, για το μέλλον της περιοχής, για το μέλλον των γενεών που έρχονται.

Άρα, λοιπόν, εμείς θα αγωνιστούμε για τη διαμόρφωση μιας εθνικά αξιόπιστης και ισχυρής όχι μόνο εξωτερικής πολιτικής και θέσης απέναντι στο σχέδιο Ανάν. Δεν θα ακούσετε από μας καταγγελτικό λόγο, ούτε μηδενιστικές και ισοπεδωτικές προσεγγίσεις για το σχέδιο του κ.Ανάν. Δεν θα ακούσετε πλειοδοσίες και μειοδοσίες όπως είχαμε συνηθίσει να ακούμε απ’ την Νέα Δημοκρατία ως αντιπολίτευση.

Δεν πρέπει να εγκλωβιστούμε σε πρόσκαιρα τεχνικά διλήμματα που υπονομεύουν με τις συνέπειες του τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα και την προοπτική της σταθερότητας, της ασφάλειας και της ανάπτυξης στην περιοχή.

Οφείλουμε ως χώρα και ως πολιτικές δυνάμεις με συμφέροντα στην περιοχή, με συνείδηση του ρόλου μας, με γνώση των συνεπειών και των θετικών και των αρνητικών να αναλύσουμε το σχέδιο Ανάν, να δούμε τι σημαίνει μια θετική ή μια αρνητική έκβαση των δημοψηφισμάτων. Να διαμορφώσουμε εν τέλει τη δική μας ελληνική εάν θέλετε ελλαδική θέση για να πούμε με καθαρότητα και ειλικρίνεια χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από βολικά σχήματα, προς όλους τους πολίτες και τις πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου και τον κυπριακό λαό τη δική μας θέση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει και συμφωνώ μαζί σας κ.Πρωθυπουργέ, να υπάρχει μια ουσιαστική αξιολόγηση με ψυχραιμία, με νηφαλιότητα, με ρεαλισμό του σχεδίου Ανάν. Να αξιολογήσουμε τα θετικά και τα αρνητικά. Να δούμε πως θα ενισχύσουμε τα θετικά και πως θα αμβλύνονται τα αρνητικά μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι δυνατότητες της επανενωμένης Κύπρου θα είναι τελείως διαφορετικές απ’ ότι είναι σήμερα.

Γιατί σημαντικότερο απ’ όλα είναι να βλέπουμε το μέλλον, την προοπτική που ανοίγεται μπροστά για τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, τη δυναμική που θα αναπτύσσει η κοινή συμβίωση σε ένα ενιαίο κράτος. Να δούμε πράγματι τις νομικές πτυχές αυτού του σχεδίου αλλά να δούμε επίσης και τις δυναμικές που είτε θα βελτιώσουν, είτε απ’ την άλλη μπορεί να επιδεινώσουν μια λύση.

Η αξιολόγηση και η τοποθέτησή μας στο σχέδιο αυτό δεν μπορεί να γίνει στατικά και αριθμητικά. Πρέπει να γίνει με όρους του κοινού μέλλοντος των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αλλά και με γνώμονα τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει και μια αποτυχία της διεθνούς προσπάθειας για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης.

Σ’ αυτή την βάση εκφράζουμε με ευθύνη, ειλικρίνεια και αποφασιστικότητα την άποψή μας χωρίς τακτικισμούς, χωρίς να υπολογίζουμε πολιτικό κόστος. Αυτό βεβαίως μετά από την ενδελεχή μελέτη όλης αυτής της προσπάθειας από τον ΟΗΕ.

Εμείς θα ενημερώσουμε ψύχραιμα τον ελληνικό λαό για τα πραγματικά διακυβεύματα μιας αρνητικής και μιας θετικής εξέλιξης στο κυπριακό, χωρίς συναισθηματισμούς και ανέξοδες πατριωτικές κορώνες.

Για μας ο πατριωτισμός είναι να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας μας ακόμα και ενάντια σε δικαιολογημένες πολλές φορές συναισθηματικές φορτίσεις του παρελθόντος. Εμείς ανοίγουμε δρόμους για την ειρήνη, για τις επόμενες γενιές και αυτό πέρα από οποιοδήποτε συγκεκριμένο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος το οποίο πρέπει όλοι να σεβαστούμε.

Θέλω να χαιρετίσω από εδώ τον κυπριακό ελληνισμό, να ξέρει ότι θα υπερασπιστούμε με κάθε τρόπο τα συμφέροντα του κυπριακού ελληνισμού και βεβαίως σε κάθε περίπτωση όποιας έκβασης του δημοψηφίσματος θα συνεχίσουμε τον αγώνα, ώστε η Κύπρος να είναι ανεξάρτητη δημοκρατική και με ουσιαστικό ρόλο στην Ευρώπη και στην ευρύτερη περιφέρεια.

Ευχαριστώ πολύ.»

Διαβάστε επίσης