Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

«Όρος επιβίωσης, η οικοδόμηση μιας νέας, σύγχρονης δημοκρατίας» | Ομιλία 21.07.2019

Για τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Πάτρας | Δήλωση 15.07.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

Ο αποχαιρετισμός του Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Ροβέρτο Σπυρόπουλο | 25.06.2019

«Με τον Γιάννη γιορτάζει μία Ελλάδα ευκαιριών, δημοκρατίας και ελευθερίας» | 25.06.2019

 

Συζήτηση με σπουδαστές του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, Θέμα: «Η νέα γενιά της Ελλάδας σε μια Ευρώπη χωρίς Σύνορα»

Φίλες και φίλοι σπουδαστές, αγαπητέ Πρόεδρε, κυριά Περιφερειάρχη, ήρθα εδώ πρώτα από όλα για να συζητήσουμε διότι ο διάλογος σημαίνει να ακουστείτε κι εσείς, να μάθουμε μαζί αλλά ίσως ακόμη περισσότερο από κοινού να αξιολογήσουμε ποιες είναι οι νέες προκλήσεις της εποχής μας και πως τις αντιμετωπίζουμε. Πράγματι με μεγάλο ενδιαφέρον θέλω ν’ ακούσω τις δικές σας απόψεις και να μοιραστώ μαζί σας και τις δικές μου εμπειρίες.

Αλλά θέλω να ξεκινήσω με μια ιστορία απλώς για να δει κανείς και ποια διαφορετική εποχή ζούμε. Όταν ήρθα πρώτη φορά εδώ στην Καστοριά ήμουν κι εγώ φοιτητής, ήρθα με auto stop μ’ ένα σάκο στην πλάτη και από εδώ έφυγα πάλι με auto stop για τη Φλώρινα και μετά στο Μοναστήρι στην γειτονική μας χώρα τη FYROM, από εκεί στα Σκόπια και μετά προς Σουηδία όπου θα δούλευα για να βγάλω το χαρτζιλίκι μου.

Εδώ περνώντας απέναντι στο Μοναστήρι, συνάντησα σ’ ένα δρόμο διάφορους μεγάλους στην ηλικία να πίνουν ναργιλέ κι έναν Έλληνα ο οποίος από τον Εμφύλιο είχε φύγει και βεβαίως ήταν μια πολύ δύσκολη εποχή και στιγμή. Είχα επίσης μετά στο δρόμο που περνούσα με το διαβατήριο πολλές σφραγίδες, πολύ αστυνομία, πολλούς ελέγχους σε διάφορα κέντρα που πήγα Βουδαπέστη, ή στην Τουρκία, σταματούσα, έβγαινα το βράδυ να δω κι άλλους νέους με φόβο πολλές φορές μιλούσαμε σπαστά εγώ τα γερμανικά, τα αγγλικά, προσπαθούσαμε να συνεννοηθούμε και βρισκόμασταν και βλέπαμε πόσο κοντά ήμασταν αλλά και πόσο μακριά, πόσο μας χώριζαν δυο κόσμοι, πόσο μας χώριζαν ο ψυχρός πόλεμος, αλλά πόσο θα θέλαμε να μπορούμε να είμαστε κοντά και να συνεργαστούμε.

Ήταν μια άλλη εποχή και άλλη πρόκληση τότε να φύγει η διαίρεση του ψυχρού πολέμου, να αποκατασταθεί η δημοκρατία όπως κι εδώ στην Ελλάδα να εμπεδωθεί η δημοκρατία, όπως και βεβαίως να υπάρξει αυτό το μεγάλο σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» να μπορέσουμε να μιλήσουμε εμείς και να καθορίσουμε εμείς τη δική μας τύχη, τη δική μας μοίρα.

Σήμερα όμως είναι νέες οι προκλήσεις σε αυτό το παγκόσμιο χωριό το οποίο ζούμε με τις πολλές τεχνολογικές καινοτομίες, με τα προβλήματα του περιβάλλοντος, τα προβλήματα βορρά – νότου -όπως λέγονται- του πλούτου και της φτώχειας των ανισοτήτων, των μεταναστών, της προσφυγιάς, της μετακίνησης πληθυσμών όπου ανοίγονται πάρα πολλές νέες ευκαιρίες αλλά βεβαίως υπάρχει και μεγαλύτερη ρευστότητα, ανασφάλεια, ανισότητα και ανεργία.

Μέσα σε αυτά βλέπουμε και νέες απειλές όπως τα πρόσφατα τρομοκρατικά χτυπήματα στην Κωνσταντινούπολη και θα ήθελα εδώ από την Καστοριά να πω δυο λόγια γι’ αυτό το γεγονός και ως Υπουργός Εξωτερικών της χώρας μας, αλλά και ως μια αφορμή για να ξεκινήσουμε τη συζήτηση.

Θα ήθελα πρώτα από όλα να καταδικάσω με τον πιο απόλυτο τρόπο αυτή την πράξη. Μια πράξη τυφλής βίας. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω τα θερμά συλλυπητήρια στις οικογένειες των θυμάτων, στους πολίτες της Κωνσταντινούπολης και της Τουρκίας και στην Τουρκική Κυβέρνηση.

Δηλώνουμε την πρόθεσή μας για στενή συνεργασία με την Τουρκία αλλά και με τις άλλες γειτονικές χώρες, στην προσπάθεια πάταξης αυτού του βάρβαρου φαινομένου.

Η επίθεση αυτή είναι σίγουρο ότι θα είχε και βαθύτερους στόχους. Μεταξύ αυτών ίσως να είναι και ο στόχος η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και θέλω εδώ να δηλώσω ότι στεκόμαστε κοντά και υποστηρικτές της πορείας αυτής της Τουρκίας και του τουρκικού λαού προς την Ευρώπη.

Καλούμε δε όλους να μην αφήσουν τα ακραία στοιχεία να εκθρέψουν την πορεία αυτή και να σταματήσουν τα θετικά βήματα που έχει κάνει η Τουρκία για την εμβάθυνση της δημοκρατίας και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ίσως η πιο ισχυρή απάντηση στα πρόσφατα αυτά γεγονότα να είναι ακριβώς η ακόμη μεγαλύτερη προσήλωση στην ευρωπαϊκή πορεία. Σε αυτό τον στόχο, που μακροπρόθεσμα θα εμπεδώσει και το αίσθημα ασφάλειας και στην Τουρκία και ευρύτερα νομίζω στην περιοχή. Η ενότητα της Τουρκίας αλλά η ενότητα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς αυτό τον στόχο είναι μια αδήριτη ανάγκη.

Θέλω τελειώνοντας αυτό το θέμα να τονίσω ότι στο νέο Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτό που επεξεργαζόμαστε το οποίο κατατέθηκε ως πρόταση στο σχέδιο του Συμβουλίου Κορυφής στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένα άρθρο για την ασφάλεια της Ευρώπης, για την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα δε αναφέρεται και στην αλληλεγγύη ενόψει τρομοκρατικών χτυπημάτων.

Παρ’ ότι δεν έχει ψηφιστεί το Σύνταγμα αυτό ακόμη και συζητείται αυτές τις μέρες και αυτούς τους μήνες, πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί και πρέπει να ενεργοποιήσει το πνεύμα αυτού του άρθρου να έρθει αρωγός στην Τουρκία στη νέα περιπέτειά της και αυτό εμείς, η Ελλάδα, θα το επιδιώξουμε και μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί για την Ελλάδα μια σταθερή, δημοκρατική και ασφαλής Τουρκία αποτελεί βασική προτεραιότητα και θα έλεγα και εθνικό συμφέρον της ίδιας της Ελλάδας.

Με αυτή τη δήλωσή μου ίσως πολλοί από εσάς αναρωτηθούν: «Μήπως είναι παράξενη η δήλωση; Διότι μπορούμε εμείς οι Έλληνες να θέλουμε την ασφάλεια της Τουρκίας; Μιας χώρας που ακόμη κατέχει στρατιωτικά το 1/3 της Κύπρου και με την οποία κατά καιρούς έχουμε εντάσεις στο Αιγαίο;». Η απάντηση είναι ναι και ίσως και η εξήγηση πιο απλή από ότι θα νόμιζε κανείς.

Σε μια στιγμή που ζούμε τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, υπάρχουν νέες και μεγάλες προκλήσεις. Τα προβλήματα που έρχονται από το παρελθόν πρέπει να λυθούν, όπως το πρόβλημα της Κύπρου. Πρέπει να τα λύσουμε και κάνουμε κάθε προσπάθεια να τα λύσουμε. Αλλά πραγματικά θα ήταν μια εθνική μας τύφλωση αν δεν κοιτάγαμε μπροστά στα νέα προβλήματα, στις νέες προκλήσεις αλλά και στις νέες ευκαιρίες της εποχής μας.

Γι’ αυτό θα ήθελα να κουβεντιάσω μαζί σας σε αυτή τη νέα εποχή που πρέπει με τους γείτονές μας να βλέπουμε συνεργασίες, συμμαχίες και αυτές βεβαίως όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής και της ασφάλειας, αλλά σε τομείς που εσείς ξέρετε καλά και ίσως δουλεύετε και ασχολείστε με το διεθνές εμπόριο, την πολιτική επικοινωνία, τις δημόσιες σχέσεις και την πληροφορική που θα είναι ένα νέο τμήμα εδώ στα ΤΕΙ σύντομα.

Στο διεθνές εμπόριο και στις επενδύσεις. Συνεργασία σε αυτούς τους τομείς, στην έρευνα, στην τεχνολογία, στις τηλεπικοινωνίες, στη βιοτεχνολογία, στο περιβάλλον και την προστασία ειδικότερα του περιβάλλοντος, στην καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, στην εμπέδωση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Νομίζω ότι μπορούμε πράγματι μπροστά στον φόβο, τη φρίκη του θανάτου και του πολέμου, την τρομοκρατία, μπροστά στην ανασφάλεια που αυτά όλα τα φαινόμενα δημιουργούν και δικαιολογημένα, μπορούμε να προτάξουμε ένα όραμα μιας διαφορετικής κοινωνίας, διαφορετικού κόσμου, ανοιχτών οριζόντων, μιας κοινωνίας της ειρήνης και της ασφάλειας, ενός κόσμου ευημερίας και βιώσιμης ανάπτυξης, ενός κόσμου δημοκρατίας και δικαίου ένα νέο κόσμο της ηθικής και της συνέπειας.

Προς αυτό τον στόχο, προς αυτό το όραμα ήδη η χώρα μας παίζει ένα πρωτοποριακό ρόλο στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη και διεθνώς. Αλλά είστε εσείς οι νέοι που θα κληθείτε να διαχειριστείτε αυτή τη νέα πραγματικότητα, αυτό το νέο μέλλον που είναι και δικό σας και δικό μας.

Θέλω να καταλήξω με μερικές σκέψεις που έχουν και μερικά ερωτήματα και αυτό για να βοηθήσω στο άνοιγμα της κουβέντας. Πράγματι ζούμε σ’ ένα παγκόσμιο χωριό. Ο κόσμος μας, για όλους μας είναι και πιο μεγάλος και πιο μικρός. Πιο μεγάλος, διότι έχει επεκταθεί σε όλη την υφήλιο, έχουμε μια διεθνή αγορά, έχουμε δυνατότητες επικοινωνίας και τηλεπικοινωνίας που δεν υπήρχαν παλαιότερα και δίνονται νέες σημαντικές ευκαιρίες.

Αλλά είναι και πολύ πιο μικρός ο κόσμος όχι λόγω των συγκοινωνιών και των τηλεπικοινωνιών, αλλά λόγω του ότι είμαστε ένας κόσμος με αλληλεξάρτηση. Ξέρετε πολύ καλά κι εσείς από τις δικές σας σπουδές, ότι μια χρηματαγορά στην Ασία παραδείγματος χάρη, ανάλογα με τη διακύμανσή της, ή όπως έγινε και πριν από λίγα χρόνια με την κρίση που πέρασαν οι χρηματαγορές εκεί, επηρεάστηκε όλος ο κόσμος. Η δυνατότητα του κεφαλαίου να φεύγει από μια χώρα σε μιαν άλλη και μέσα σε λίγα λεπτά σχεδόν να μπορεί να αλλάζει τα οικονομικά δεδομένα, δημιουργεί σημαντικά προβλήματα και δείχνει πόσο αλληλεξαρτώμενοι είμαστε.

Στο θέμα του περιβάλλοντος ή στο θέμα του θερμοκηπίου, ή των πόρων του νερού, το πώς ακριβώς επηρεάζει το περιβάλλον μια χώρα δημιουργεί προβλήματα σε άλλες χώρες, όχι μόνο γειτονικές, αλλά και διεθνώς. Αυτό, βάζει ένα πάρα πολύ σημαντικό ερώτημα: Σ’ ένα παγκόσμιο χωριό ποιος είναι ο δήμαρχος ή ο κοινοτάρχης, ποιο είναι το δημοτικό συμβούλιο; Ποιος παίρνει αποφάσεις; Ίσως ακόμη περισσότερο ποιες είναι οι αρχές, ποιες είναι οι αξίες πάνω στις οποίες χτίζουμε αυτό το νέο παγκόσμιο χωριό και καλούμαστε να συζητήσουμε πια, για μια παγκόσμια διακυβέρνηση;

Η παγκοσμιοποίηση της αγοράς έχει φέρει και ειδικότερα στους προοδευτικούς ανθρώπους να θέτουν σημαντικά ερωτήματα και να λένε «Μα, εάν η αγορά είναι ελεύθερη παγκοσμίως μπορεί όχι απλώς να δίνει ευκαιρίες, να απελευθερώνει πράγματι κάποιες παραγωγικές δυνάμεις, αλλά μπορεί να δημιουργεί και τεράστια προβλήματα» και ήδη βλέπουμε τεράστια προβλήματα όπως είναι η μεγάλη ανισότητα, παρά την αύξηση του πλούτου διεθνώς, την φτώχεια, την πείνα, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και άρα την ανάγκη να βάλουμε κανόνες και θεσμούς για να μπορεί να ελεγχθεί αυτή η παγκόσμια οικονομία μ’ ένα τρόπο που θα προστατεύει τελικά τον ίδιο τον πολίτη, τον ίδιο τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Άρα τα μεγάλα ερωτήματα που εμείς πρέπει να εξηγήσουμε είναι ποιοι πρέπει να είναι αυτοί οι κανόνες, ποιες είναι οι αξίες πάνω στις οποίες θα χτίσουμε αυτό το μέλλον. Ποιοι θα είναι οι θεσμοί, ποιος θα συμμετέχει, πως θα αποφασίζουμε. Είναι μεγάλα ερωτήματα και ιδιαίτερα ερωτήματα δημοκρατίας, γιατί ουσιαστικά αυτό που λέμε είναι πως μπορεί να φτιάξουμε μια υφήλιο όπου ο κάθε πολίτης Έλληνας, Τούρκος, Σέρβος, Αφρικανός, Αυστραλός, Ευρωπαίος, Αμερικανός, Λατινοαμερικανός θα έχει πράγματι λόγο, θα ακούγεται και θα ακούγεται δημοκρατικά.

Εδώ, αυτή είναι μια μεγάλη δημοκρατική πρόκληση και η Ελλάδα είχε πάρει και μια σημαντική πρωτοβουλία κατά τη διάρκεια της Προεδρίας της, αυτή της ηλεκτρονικής ψήφου και δημοκρατίας, όπου καλέσαμε νέους (αλλά όχι μόνο) από όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα από την Ευρώπη να ψηφίσουν, να πουν τις απόψεις τους. Είχαμε συμμετοχή πάνω από 160.000 πολίτες που είπαν τις απόψεις τους για το Ιράκ, για το περιβάλλον, τη μετανάστευση, την ανεργία και σε πολλά άλλα θέματα. Δοκιμάζουμε νέες μορφές δημοκρατίας και συμμετοχής και είναι μια μεγάλη πρόκληση.

Τι κάνουμε όμως εμείς στην περιοχή μας;

Πρώτα από όλα η Ευρωπαϊκή Ένωση η ίδια ίσως να είναι ένα πρότυπο για το πώς αντιμετωπίζουμε αυτή την παγκοσμιοποίηση. Διότι ακριβώς η Ε.Ε. βγήκε από έναν τεράστιο πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τότε οι ιδρυτές της Ένωσης είπαν να φτιάξουν θεσμούς ώστε ποτέ πια να μην έχουμε πόλεμο.

Και δημιούργησαν θεσμούς συνεργασίας, αγοράς, αλλά και συναπόφασης πάνω σε αρχές όπως της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, του σεβασμού των συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας των χωρών, της βαθιάς πίστης στη δημοκρατία και της συμμετοχής του πολίτη, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την καταπολέμηση του φασισμού και του αντισημιτισμού, ειδικότερα στην προσπάθεια να δουλέψουν και να φτιάξουν έναν πολυπολιτισμικό κόσμο και βεβαίως στην ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος. Και τώρα ακόμη περισσότερο προωθείται στην Ε.Ε. η έννοια μιας κοινής ασφάλειας και άμυνας.

Ουσιαστικά τι είπε η Ευρώπη; Είμαστε διαφορετικοί λαοί, έχουμε διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές καταγωγές, διαφορετικές παραδόσεις. Πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί; Ας φτιάξουμε λοιπόν μια βάση κοινών αξιών, κοινής ηθικής, όπου ο καθένας θα μπορεί να διατηρεί το ωραίο κομμάτι του πολιτισμού του και τις παραδόσεις του, τη γλώσσα του, τα εθνικά του χαρακτηριστικά, αλλά όλοι μαζί θα σεβόμαστε αυτές τις βασικές αρχές και μέσα από αυτές τις βασικές αρχές θα μπορέσουμε να συμβιώσουμε ελεύθερα, δημοκρατικά και ειρηνικά.

Μέχρι στιγμής η Ευρώπη έχει καταφέρει να προωθήσει μια τέτοια λογική. Η Ελλάδα επωμίζεται ένα ιστορικό χρέος και μια ιστορική ευθύνη: αυτή την λογική των κοινών αξιών να την μεταφέρει στην γειτονιά της, στα Βαλκάνια, Αλβανία, FYROM, Σερβία και Μαυροβούνιο, Κροατία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, Κύπρο. Και όπως μεταφέρουμε αυτές τις αρχές, όπως συμβάλλουμε εμείς στην μεταφορά αυτών των αρχών, να μπορέσουμε να μιλήσουμε για μια κοινότητα αξιών, μια κοινή κοινότητα αξιών, δημοκρατίας και ανάπτυξης.

Αυτό όμως σημαίνει σ’ ένα παγκόσμιο χωριό ότι και εσωτερικά πρέπει να γίνουν ακόμα πολλές αλλαγές. Θα έλεγα ότι το κράτος αλλάζει την φύση του. Δεν μπορεί να είναι το κράτος που θα έρθει να λύσει κάποιο πρόβλημα σε κάθε γειτονιά διότι οι εξελίξεις είναι ραγδαίες.

Το κράτος πρέπει να γίνει ουσιαστικά παιδαγωγός της κοινωνίας, υποστηρικτής της κοινωνίας, των πρωτοβουλιών της κοινωνίας και του πολίτη, της νέας γενιάς. Όπου πια η πρωτοβουλία είναι σ’ εσάς, όπου πια εσείς θα αναπτύξετε τις δημιουργικές σας δυνάμεις, θα έρθει το κράτος να σας βοηθήσει ώστε όλο και καλύτερα να πάρετε εσείς όμως τις καλύτερες και σωστότερες αποφάσεις.

Να απελευθερώσουμε ό,τι πιο ζωντανό έχουμε στην κοινωνία μας, να απελευθερώσουμε τις ανθρώπινες δυνάμεις, να τις υποστηρίξουμε ιδιαίτερα μέσα από τον χώρο της παιδείας, ώστε στην προσαρμογή στην πρωτοβουλία και στις εξελίξεις που έρχονται να μπορούμε με ασφάλεια και σιγουριά να αντιμετωπίζουμε τις ευκαιρίες, αλλά και τις απειλές.

Αυτό σημαίνει βεβαίως να ρίξουμε όπως είπα μεγάλο βάρος σε έναν ηθικό εκσυγχρονισμό του κράτους, ενός κράτους με συνέπεια, ενός κράτους που θα αποκεντρώνει εξουσίες, ενός κράτους που θα βοηθά και θα στηρίζει τον πολίτη.

Ένα παράδειγμα ήδη το συζητήσαμε εδώ με τον Πρόεδρο και τους υπεύθυνους των Τμημάτων. Το Υπουργείο Εξωτερικών θα μπορούσε κάλλιστα μαζί σας να οργανώσει ειδικές θέσεις για άσκηση είτε είναι το Τμήμα της Διεθνούς Εμπορίας, γιατί όπως πολύ σωστά είπε ο Πρόεδρος έχει μεταφερθεί πια το όλο τμήμα του Υπουργείου Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, των εμπορικών ακολούθων στο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά και της Επικοινωνίας και των Δημοσίων Σχέσεων.

Διότι οπωσδήποτε η εξωτερική πολιτική όπως σήμερα ασκείται έχει να κάνει πολύ περισσότερο με τη δημόσια διπλωματία και ακόμα περισσότερο με την διπλωματία του πολίτη μέσα από τους μη κυβερνητικούς φορείς και οργανισμούς.

Και σ’ αυτό θα θέλαμε να έρθετε όχι μόνο για να μάθετε, αλλά και για να μας μάθετε από τη δικιά σας εμπειρία, τη δικιά σας δημιουργικότητα, τη δικιά σας σκέψη, να περιγράψετε τον θεσμό του Υπουργείου Εξωτερικών με τις νέες τάσεις και με τα νέα δεδομένα.

Είναι ακριβώς αυτή η λειτουργία του κράτους προς τον πολίτη, όπου θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε, να αξιοποιήσουμε και να απελευθερώσουμε τις δυνατότητες της ίδιας της κοινωνίας. Όχι να αποφασίσουμε εμείς για τον πολίτη, αλλά να του δώσουμε τη δυνατότητα ο ίδιος να παίρνει σωστές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις για τη ζωή του και την τοπική του κοινωνία ή για την όποια δραστηριότητα του.

Με αυτά τα λόγια έχω θέσει μερικά σημαντικά ερωτήματα. Πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει βρεθεί σήμερα σε μια πολύ σημαντική θέση στην ιστορία της, μια στιγμή κύρους, μια στιγμή οικονομικής ευμάρειας που δεν είχε στο παρελθόν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα προβλήματα λείπουν.

Οι προκλήσεις είναι μπροστά μας. Αλλά εσείς η νέα γενιά, η νεότερη γενιά της χώρας, είσαστε εκείνοι που θα είσαστε οι πρωταγωνιστές. Γι’ αυτό είναι δικιά μου χαρά και τιμή που είμαι κοντά σας και έτσι θα έχω την ευκαιρία τώρα εγώ να σας ακούσω και να μιλήσουμε μαζί. Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Ερώτηση: (εκτός μικροφώνου) Έχετε αναφερθεί λίγο στην ομιλία σας πριν επιγραμματικά, απλώς δεν κατάλαβα και να μείνετε λίγο παραπάνω, όπου αφορά την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. τη θέση της Ελλάδας.

Γιώργος Παπανδρέου: Είναι μεγάλο θέμα αλλά με χαρά να μιλήσω για το θέμα αυτό. Πριν από λίγα χρόνια τέθηκε το ζήτημα εάν θέλουμε την Τουρκία να την κάνουμε υποψήφια χώρα ή αν θέλουμε να την κρατήσουμε απέξω.

Ήταν ένα μεγάλο δίλημμα γιατί βεβαίως με την Τουρκία έχουμε σημαντικά προβλήματα, όπως είναι το Κυπριακό. Δεν είναι διμερές θέμα Ελλάδας – Τουρκίας, είναι ένα διεθνές πρόβλημα που παρακολουθεί η Διεθνής Κοινότητα και ιδιαίτερα ο ΟΗΕ.

Έχουμε όπως είπα και προηγουμένως τις εντάσεις που υπάρχουν στο Αιγαίο, ζητήματα άλλα που μας απασχολούν όπως είναι η μειονότητα, το Πατριαρχείο, η Σχολή της Χάλκης, πάρα πολλά ζητήματα.

Τι σημαίνει όμως ένταξη μιας χώρας, όχι μόνο της Τουρκίας, στην Ε.Ε.; Όπως είπα προηγουμένως, το να είσαι μέλος της Ε.Ε. σημαίνει ότι υιοθετείς κάποιες κοινές αρχές, κάποιες κοινές αξίες, κάποιους κανόνες.

Όταν έκανα κάποιες επαφές με διάφορους Υπουργούς, θυμάμαι μου έλεγε ένας Υπουργός -να μην πω το όνομα του- από μια μεγάλη χώρα «Μπορεί την Τουρκία να την ονομάσουμε υποψήφια, αλλά δεν θα την κάνουμε ποτέ μέλος. Έτσι, να μην παραπονιέται». Και σκεφτήκαμε και είπαμε μήπως είναι καλύτερα όχι να είναι απλώς υποψήφια, αλλά να είναι πραγματική υποψήφια. Όχι εικονική, virtual όπως κάποιοι έλεγαν, εικονική υποψήφια.

Γιατί το είπαμε αυτό; Είπαμε να δώσουμε πράγματι την ευκαιρία στην Τουρκία να ενταχθεί στην Ε.Ε., αλλά για να είναι πραγματική υποψήφια πρέπει να κάνει αυτό που κάνουν όλες οι υποψήφιες χώρες.

Τι κάνουν; Πρέπει να είναι δημοκρατικές, πρέπει να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, πρέπει να σέβονται τις θρησκευτικές ελευθερίες. Πρέπει όταν μιλάμε για δημοκρατικές χώρες ο στρατός να μην παίζει ρόλο πολιτικό, αλλά να είναι υπό την πολιτική, δημοκρατικά εκλεγμένη ηγεσία της χώρας.

Σημαίνει ότι θα πρέπει μια τέτοια χώρα να έχει καλή γειτονία όπως κάθε χώρα της Ε.Ε. Να σέβεται τα σύνορα. Να λύνει τα προβλήματα ειρηνικά και όχι μέσω απειλών. Και βεβαίως να δέχεται όλες τις λογικές ότι δεν μπορούν να υπάρχουν τεχνητά σύνορα, όπως είναι σήμερα στην Κύπρο με την κατοχή και την πράσινη γραμμή.

Κι έτσι είπαμε ότι ίσως μας συμφέρει εμάς. Και όχι μόνο νομίζω ότι έχει φανεί ότι μας συμφέρει, αλλά νομίζω ότι ήδη είχαμε σημαντικές επιτυχίες. Πρώτα απ’ όλα την ίδια την ένταξη της Κύπρου. Χωρίς πρόβλημα, χωρίς να δημιουργηθούν ζητήματα μεγάλα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Βλέπουμε τον απλό πολίτη τον Τουρκοκύπριο, ο οποίος πριν από λίγα χρόνια έλεγε «εγώ θέλω να είμαι ξεχωριστά τελείως από τον Ελληνοκύπριο» να λέει «όχι, να είμαστε μαζί στην μία και ενιαία Κύπρο μέσα στην Ε.Ε.».

Έχουμε δει ότι οι εντάσεις έχουν μειωθεί. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν, αλλά έχουν μειωθεί.

Έχουμε έναν ανοιχτό διάλογο και δεν τον φοβόμαστε, γιατί αυτός ο διάλογος γίνεται εκ των πραγμάτων στη βάση των αρχών αυτής της Ένωσης, της Ε.Ε., αρχών διεθνούς δικαίου.

Για πρώτη φορά μπορούμε και συζητάμε θέματα που ποτέ δεν συζητάγαμε. Έχουμε κατορθώσει μετά από 40 χρόνια που δεν είχαμε καμία συμφωνία, εκτός από μία επί Ανδρέα Παπανδρέου, τη λεγόμενη συμφωνία Γιλμάζ – Παπούλια, για τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, έχουμε τώρα στη Βουλή ψηφίσει, και η Τουρκική Εθνοσυνέλευση και η Ελληνική Βουλή, 15 συμφωνίες, από τη συνεργασία στον τουρισμό μέχρι το περιβάλλον, μέχρι τα βιβλία της ιστορίας και πρόσφατα συμφωνήσαμε για την συμφωνία αποφυγής διπλής φορολογίας.

Έχει αυξηθεί ο τουρισμός ανάμεσα μας, έχει περίπου τριπλασιαστεί, έχει τριπλασιαστεί το εμπόριο μεταξύ μας. Βεβαίως με την πτώση της λίρας έχουμε ένα ισοζύγιο αρνητικό για την Ελλάδα και θετικότερο για την Τουρκία. Και βεβαίως έχουμε ακόμα και σε σημαντικά θέματα πάρει σημαντικές αποφάσεις, όπως π.χ. την υπογραφή και από τις δύο χώρες της συνθήκης της Οτάβας, που είναι για την κατάργηση των ναρκών κατά προσωπικού, που βρίσκονται αυτές οι νάρκες στα σύνορα των χωρών μας και βεβαίως έχουμε πολλά θύματα από αυτές τις νάρκες.

Βεβαίως κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η Τουρκία πράγματι θα πάρει τον δρόμο αυτόν και θα κάνει όλες τις απαραίτητες αλλαγές. Αλλά είναι σημαντικό π.χ. ότι αυτό το καλοκαίρι ψήφισε νόμο όπου άλλαξε τον ρόλο του στρατού το Συμβούλιο Ασφάλειας το δικό τους, άλλαξε νόμους για τα βασανιστήρια, άλλαξε νόμους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, άλλαξε νόμους για τη γλώσσα την τουρκική, κάτι που πριν από λίγα χρόνια δεν θα μπορούσε καν να το φανταστεί κανείς.

Ξέρετε ότι σήμερα Έλληνες υπάλληλοι διαφόρων Υπουργείων πηγαίνουν και εκπαιδεύουν Τούρκους υπαλλήλους για το τι είναι Ε.Ε.; Ξέρετε ότι Έλληνες δικαστές πηγαίνουν και έχουν κάνει σεμινάρια σε 200-300 δικαστές Τούρκους για το τι είναι η ευρωπαϊκή νομοθεσία σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλων σημαντικών θεμάτων;

Βεβαίως είναι μια πορεία αργή, δύσκολη, επίπονη και πολλές φορές υπάρχουν και ακραίες φωνές. Αλλά νομίζω ότι ο δρόμος αυτός μας συμφέρει. Συμφέρει να δούμε αυτή την περιοχή πραγματικά να είναι μια περιοχή ειρήνης, συνεργασίας και αλληλεγγύης.

Και να σας πω ότι δεν είναι ένα όραμα απλώς σημερινό αυτό. Ήταν και ένα όραμα της χώρας μας από την εποχή του Ρήγα Φεραίου. Όσοι έχετε διαβάσει τον Ρήγα, θα ξέρετε ότι μιλούσε ακριβώς για μια Ομοσπονδία των Βαλκανίων βασισμένη στις αρχές της τότε βεβαίως Γαλλικής Επανάστασης και ουσιαστικά τις αρχές της δημοκρατίας και της ελευθερίας όπως τις ξέρουμε σήμερα.

Και αυτή είναι η προοπτική, αυτό είναι το όραμα που μπορεί να γίνει πραγματικότητα και είναι πολύ σημαντικό και για την οικονομία μας και για την επιβίωση μας.

Σε αυτό το παγκόσμιο χωριό, εκεί όπου υπάρχουν συγκρούσεις και προβλήματα, οι περιοχές περιθωριοποιούνται, ξεχνιούνται. Δεν θα πάνε ούτε επενδύσεις, ούτε τουρίστες, ούτε και ενδιαφέροντα και στον πολιτισμό θα μπορέσουν να σας φέρουν και εσείς που είστε στην πολιτική επικοινωνία θα ξέρετε πόσο και τα μέσα ενημέρωσης ένα μικρό γεγονός ή ένα μικρό πρόβλημα το αναδεικνύουν διεθνώς.

Άρα λοιπόν για να μπορέσουμε να έχουμε λόγο εμείς, όχι μόνο ως Έλληνες, αλλά ως περιοχή, αλλά και ως Έλληνες, θα πρέπει να φέρουμε την ασφάλεια και την ειρήνη και τη συνεργασία εδώ. Αυτά τα μηνύματα όλο και περισσότερο νομίζω ότι περνούν και στην τουρκική κοινωνία, αλλά και στην ελίτ της Τουρκίας.

Αν πραγματικά συνεχίσουν το δρόμο τον ευρωπαϊκό, εσείς θα είσαστε η γενιά που θα ζήσει έναν διαφορετικό κόσμο, μια διαφορετική σχέση με την Τουρκία και θα φτάσουμε επίσης στο σημείο όπως έχουμε σχέσεις με την Ιταλία να έχουμε σχέσεις και με την Τουρκία.

Βεβαίως κανένας δεν μπορεί να το εγγυηθεί όπως είπα, γιατί είναι σημαντικές οι αλλαγές που πρέπει να κάνουν, υπάρχουν τριγμοί μέσα στην ίδια την κοινωνία της Τουρκίας και οι μεταρρυθμίσεις έχουν και τους αντιπάλους τους. Γι’ αυτό όμως και η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να στηρίξει αυτή την πορεία, τις ευρωπαϊκές δυνάμεις στην Τουρκία και να βοηθήσει την Τουρκία σ’ αυτή την πορεία εφόσον αυτή εκφράζει αντίστοιχη βούληση κι αυτό κάνουμε. Αν το καταφέρουμε, θα έχουμε φτιάξει πράγματι έναν διαφορετικό κόσμο. Ευχαριστώ.

Ερώτηση: (εκτός μικροφώνου)

Γιώργος Παπανδρέου: Κι εγώ σ’ ευχαριστώ. Σημαντικά ερωτήματα. Πως μπαίνει πρώτα απ’ όλα η Κύπρος στην Ε.Ε. Σύμφωνα με τον νόμο και την απόφαση που πήραμε στην Κοπεγχάγη, μπαίνει ολόκληρη. Τυπικά μπαίνει ολόκληρη η Κύπρος. Θα μου πείτε πως μπαίνει ολόκληρη; Υπάρχει και μια προηγούμενη αντίστοιχη περίπτωση, η Γερμανία.

Όταν μπήκε η Γερμανία στην Ε.Ε., τότε ήταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μπήκε βεβαίως μόνο η Δυτική Γερμανία. Αλλά τυπικά, σύμφωνα με τον νόμο, μπήκε ολόκληρη η Γερμανία, ενιαία. Και βεβαίως όταν πια έπεσαν τα τείχη του Βερολίνου, μπήκε αυτόματα και το υπόλοιπο κομμάτι. Δεν χρειάστηκε κάτι καινούριο, μπήκε αυτόματα η υπόλοιπη ανατολική Γερμανία.

Κάτι παρόμοιο ακριβώς έχει αποφασιστεί για την Κύπρο. Τυπικά έχει μπει όλη η Κύπρος. Απλώς έχει ανασταλεί η εφαρμογή των ευρωπαϊκών νομοθεσιών στο βόρειο τμήμα που κατέχεται από τον τουρκικό στρατό γιατί βεβαίως δεν μπορεί να εφαρμοστεί.

Αλλά από τη στιγμή που θα αλλάξει η κατάσταση και θα επανενωθεί το νησί, αμέσως η Ε.Ε. και ουσιαστικά και de facto θα δεχτεί το υπόλοιπο τμήμα στους κόλπους της.

Το δεύτερο ερώτημα, μα είναι μεγάλες οι διαφορές, πράγματι είναι μεγάλες οι οικονομικές διαφορές. Είναι περίπου 1 προς 5, 1 προς 6 οι μισθοί διαφορετικοί. Βέβαια αυτό αποτελεί και ένα κίνητρο για τον Τουρκοκύπριο, που λέει «να, εδώ υπάρχει ένα παράδειγμα το οποίο πρέπει να ακολουθήσω». Και είναι πολλοί που λένε, οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι «να αλλάξει η κατάσταση, να φύγει η κατοχή από πάνω μας και να μπορούμε ως Κύπριοι πια να είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι.

Και έχω πει κι εγώ πολλές φορές και στην Τουρκία και δημοσίως ότι η Κύπρος ή θα μας ενώσει ή θα μας χωρίσει και ότι θα πρέπει τελικά την Κύπρο να την αφήσουμε ελεύθερη και η Ελλάδα και η Τουρκία και να βοηθήσουμε τις δύο κοινότητες εκεί που πράγματι έχουν δεσμούς ιστορικούς και πολιτικούς, όχι να ανταγωνιστούν η μία την άλλη, αλλά να συνεργαστούν και να βοηθηθούν η μία από την άλλη.

Αυτό που έχει αποφασίσει όμως και η Ε.Ε., είναι ότι ήδη έχουμε κρατήσει 200 εκ. Ευρώ μόνο και μόνο για την ανάπτυξη και του βόρειου τμήματος. Και βεβαίως θα υπάρξει και εφόσον υπάρχει συνέχεια μια διεθνή συνάντηση χορηγών -όπως θα έχετε δει έγινε πρόσφατα για το Ιράκ, πιο παλιά για το Αφγανιστάν, ακόμα πιο παλιά για τη Σερβία, για την Γιουγκοσλαβία- για την ανασυγκρότηση και για την οικονομική ανάπτυξη της νήσου.

Άρα λοιπόν θα προστεθούν σ’ αυτά τα 200 εκ. Ευρώ σημαντικά ποσά από διεθνείς οργανισμούς και κράτη που θα συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη και ελπίζουμε βέβαια και στην … μεταξύ του Ελληνοκύπριου και του Τουρκοκύπριου.

Εδώ έχουμε ένα μεγάλο γεγονός, ότι ήδη έπεσε αυτό το τείχος, τουλάχιστον για την επαφή μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Και κάποιοι που έλεγαν ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν να κάνουν χωριό, δεν μπορούν να ζήσουν μαζί, έπεσε κι αυτό το ταμπού.

Γιατί ο Ντενκτάς έλεγε συνεχώς «μα εμείς είμαστε μια χαρά. Φτιάξαμε αυτή τη γραμμή, οι Τούρκοι από δω, οι Έλληνες από κει, καλύτερα είμαστε. Έτσι κι αλλιώς αν βρεθούμε μεταξύ μας πάλι θα τσακωνόμασταν. Και όχι μόνο θα τσακωνόμασταν, αλλά θα σκοτωνόμασταν».

Κι όμως είδαμε συγκινητικές στιγμές, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να ξαναβρίσκονται. Και όχι μόνο αυτό, αλλά να βρίσκονται και να πηγαίνουν στα παλιά τους τα σπίτια Έλληνες στην τουρκοκυπριακή περιοχή όπου μένουν πια Τουρκοκύπριοι ακόμα και έποικοι και Τουρκοκύπριοι να κατεβαίνουν και να βλέπουν τα σπίτια τους στην ελεύθερη Κύπρο.

Και όμως δεν υπήρξαν επεισόδια. Υπήρξαν συγκινητικές στιγμές ανθρώπινες που δείχνει τη βούληση των δύο αυτών, των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, να μπορέσουν να ξαναφτιάξουν την κοινωνία τους ενωμένη, δημοκρατική και ελεύθερη. Και εμείς σε αυτό πρέπει να τους στηρίξουμε.

Σε ό,τι αφορά την Τουρκία το ερώτημά σας ήταν κατά πόσο μπορούμε να βοηθήσουμε στην επίλυση του Κυπριακού. Αυτό το οποίο λέω κι εγώ όταν μου έρχονται πολλοί Τούρκοι δημοσιογράφοι και μου λένε «Βάζετε ως προϋπόθεση την επίλυση του Κυπριακού για να δώσετε μια ημερομηνία στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την έναρξη των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία;» Θέλω να σας πω εδώ ότι η διαδικασία το να είσαι υποψήφιος, έχει πολλές δοκιμασίες, είναι λίγο σαν ένα φοιτητή, ή σαν ένα μαθητή που πάει για το πτυχίο του και μετά έχει βεβαίως την άσκηση του και ίσως και τα επαγγελματικά δικαιώματα.

Άρα λοιπόν έχουμε πολλές φάσεις μπροστά μας ακόμη για να γίνει μέλος η Τουρκία. Μια φάση είναι οι διαπραγματεύσεις. Δεν έχουν ξεκινήσει επισήμως οι διαπραγματεύσεις. Αυτό που έχει γίνει τώρα είναι μια προετοιμασία της Τουρκίας για να φτάσει σε κάποια βασικά κριτήρια, να ολοκληρώσει τα βασικά κριτήρια για να μπορέσει να ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις. Μέσα στα κριτήρια αυτά είναι βεβαίως τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα λεγόμενα κριτήρια Κοπεγχάγης. Είναι και οικονομικά κριτήρια που ίσως πολλοί από εσάς να έχετε μια σχέση με το πως λειτουργεί η οικονομία της αγοράς, αλλά υπάρχουν κι άλλα πολιτικά ζητήματα. Θα τα πούμε κριτήρια; Θα τα πούμε προτεραιότητες; Νομίζω αυτό δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το θέμα είναι ότι το Κυπριακό πρόβλημα όχι μόνο πια από τους Έλληνες ή τους Κύπριους, αλλά από όλη την Ευρώπη έχει τεθεί ως μεγάλο πρόβλημα η Τουρκία, ως θέμα που πρέπει να βοηθήσει για τη λύση του και η ίδια έχει τεράστια ευθύνη γιατί έχει κατοχικό στρατό πάνω.

Η δική μας σκέψη όταν έμπαινε η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ακριβώς αυτή: το Κυπριακό πρόβλημα θα είναι πια πρόβλημα της Ευρώπης. Για να δημιουργήσουμε πρόβλημα στην Ευρώπη; Όχι. Ακριβώς για να δημιουργήσουμε τις ευκαιρίες επίλυσης του προβλήματος και γι’ αυτό απαντώ κι εγώ όταν με ρωτούν για τις προϋποθέσεις της Τουρκίας, λέω «Ας δει η Τουρκία την πορεία της Κύπρου και τη δική της πορεία, ως μια μεγάλη ευκαιρία για την επίλυση του Κυπριακού».

Να τελειώσουν μ’ ένα πρόβλημα που κουβαλούν γενιές και Ελλήνων και Τούρκων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, διότι αν λυθεί αυτό το πρόβλημα είναι σίγουρος ότι από εκεί και πέρα οι σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας όχι μόνο θα βελτιωθούν, αλλά μπορεί κάποια στιγμή να παίξουμε ένα πολύ σημαντικό ρόλο για την περιοχή μας, όπως σήμερα παίζει η Γαλλία και η Γερμανία για ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτή είναι η απάντησή μου.

Ερώτηση: (Μιλά μακριά από το μικρόφωνο)

Γιώργος Παπανδρέου: Είναι ένα σωστό ερώτημα αυτό κι ένα ερώτημα το οποίο συζητούμε και παλεύουμε και μεταξύ μας όταν βρισκόμαστε εμείς στο Υπουργείο Εξωτερικών όχι μόνο των 15 πια αλλά και των 25 κρατών – μελών και μελλοντικών κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρώτα – πρώτα πιστεύω ότι η εμπειρία είχε μια επίδραση στον Ευρωπαίο πολίτη, που πρώτα από όλα άρχισαν να αισθάνονται μια ταυτότητα ευρωπαϊκή. Κάποιες χώρες, ας πάρουμε τη Γερμανία το αίσθημα του να είσαι Ευρωπαίος, ήταν βεβαίως αλλά βασικά ήταν Γερμανός και παραμένει. Έχει όμως από όλες τις σφυγμομετρήσεις δείξει ότι μετά τον πόλεμο του Ιράκ ο απλός Γερμανός πολίτης σ’ ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ταυτίζεται και με την Ευρώπη. Αν θέλετε έχει δυο ταυτότητες: είναι και Γερμανός και Ευρωπαίος. Δεν θέλουμε να χάσουμε τη μία ή την άλλη ταυτότητα. Θέλουμε κι εμείς ακριβώς αυτή τη διπλή ταυτότητα και Έλληνες και Ευρωπαίοι και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Διότι αν έχουμε μια ενιαία εξωτερική πολιτική και μια ενιαία ασφάλεια… και οι ίδιοι οι λαοί πρέπει να αισθάνονται ότι «Ναι εγώ θα πολεμήσω κάποια στιγμή (γιατί αυτό το ερώτημα είναι πολύ βασικό) για την Εσθονία;». Ο Εσθονός θα πολεμήσει για την Ελλάδα; Αυτό το αίσθημα νομίζω ότι ενδυναμώθηκε.

Δεύτερον, αισθάνθηκαν όλες οι χώρες και ιδιαίτερα οι πολίτες ότι πρέπει η Ευρώπη να παίξει τον ρόλο της, πρέπει να έχει φωνή, ότι πρέπει να έχει μια πιο ισχυρή παρουσία σε σχέση με την ασφάλεια και την άμυνα. Επί Προεδρίας μας πήραμε μια πρωτοβουλία και είπαμε «Γιατί δεν καθόμαστε να σκεφτούμε μια αντίληψη ασφαλείας, ένα δόγμα ασφαλείας για την Ευρώπη;».

Τότε βάλαμε κάτω ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να πούμε όλοι μας ότι είναι τουλάχιστον οι γενικές αρχές της εξωτερικής μας πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Αυτή η πρόταση έγινε αποδεκτή από όλους. Ήδη το πρώτο σχέδιο στο Συμβούλιο Κορυφής της Θεσσαλονίκης συζητήθηκε και μέχρι την Ρώμη στο Συμβούλιο Κορυφής του Δεκεμβρίου θα έχει –υποτίθεται- τελειώσει και εκεί θα αποφασίσουμε τελικά γι’ αυτή τη νέα μας πολιτική.

Βεβαίως μέσα σε αυτό υπάρχει κι ένα παράλληλο ερώτημα: Ποια είναι η σχέση της Ευρώπης με τις ΗΠΑ. Περισσότερο εκφράσαμε μια καλή απάντηση προχθές, που είπε ότι θέλουμε να είμαστε και Ευρωπαίοι και αυτόνομοι, αλλά όχι ανταγωνιστικοί. Θέλουμε ν’ ακουγόμαστε, θέλει η Ευρώπη ν’ ακούγεται, αλλά μέσα από ένα διάλογο με τις ΗΠΑ και νομίζω ότι έτσι θα μπορέσουμε και περισσότερο να επηρεάσουμε και βεβαίως περισσότερο να εντοπίσουμε και τα πραγματικά προβλήματα της εποχής.

Άρα πολύ σωστό το ερώτημα και δύσκολο γιατί κάθε χώρα έχει τα δικά της προβλήματα, η κάθε κοινωνία αλλά όλο και περισσότερο διαμορφώνεται μια κοινή συνείδηση των κοινών προβλημάτων που πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε.

Ερώτηση: (Μιλά μακριά από το μικρόφωνο)

Γιώργος Παπανδρέου: Θέτετε διάφορα ζητήματα σε μια ερώτηση. Πρώτα από όλα νομίζω ότι το φαινόμενο το οποίο βλέπουμε είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει μια διεθνή διάσταση. Νομίζω ότι όλους μας απασχολεί πως αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της τρομοκρατίας και εδώ υπάρχουν ίσως οι διαφορετικές φιλοσοφίες.

Θα έλεγα ότι στην Ευρώπη και στην Αμερική μπορεί να δει κανείς δυο διαφορετικές τάσεις… Όλοι λέμε και όλοι θέλουμε να μην υπάρχει αυτό το φαινόμενο και το καταδικάζουμε και θεωρούμε ότι είναι ένα βάρβαρο φαινόμενο και μια κατάφορα άδικη και βίαιη πράξη. …

Το ερώτημα είναι πώς το αντιμετωπίζουμε. Υπάρχει μια αντίληψη ότι μπορεί μόνο με αστυνομικά ή με στρατιωτικά μέσα να χτυπηθεί η τρομοκρατία. Δεν λέω ότι δεν χρειάζονται, πρέπει να φυλάξεις τα σύνορά σου, αλλά τελικά πρέπει όμως και η ευρωπαϊκή αυτή αναζήτηση γιατί υπάρχει αυτό το φαινόμενο. Βεβαίως μπορεί κάποιος να πει ένα σωρό λόγους. Αλλά συνήθως το φαινόμενο αυτό έχει κάποιες ρίζες όχι ότι δικαιολογούν, αλλά ότι βλέπουμε ποιο είναι το πρόβλημα. Είναι από συγκρούσεις, είναι από κατοχές, είναι από χώρες με τεράστιες ανισότητες, είναι από χώρες με έλλειψη δημοκρατίας που δεν μπορεί να εκφραστεί ο λαός και που κάποιοι νομίζουν ή δεν βλέπουν άλλο δρόμο, παρά το δρόμο του φανατισμού, το δρόμο του φονταμενταλισμού, της θρησκευτικής υστερίας και τελικά και της βίας.

Άρα αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο πρέπει και αστυνομικά μέτρα βεβαίως να πάρουμε αλλά πρέπει να δούμε και τις κοινωνικές και πολιτικές αιτίες αυτού του προβλήματος. Ιδιαίτερα θα έλεγα στον αραβικό και μουσουλμανικό χώρο, υπάρχει ένα αίσθημα έλλειψης δικαίου, ένα αίσθημα ανικανοποίητο των στόχων τους, των οραμάτων τους και υπάρχει έλλειψη δημοκρατίας και έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης, έλλειψη της παρουσίας τους στο διεθνές γίγνεσθαι.

Μόνο μια στατιστική να σας πω δεν θυμάμαι τα ακριβή νούμερα, αλλά τα βιβλία που μεταφράζονται σε όλο τον αραβικό κόσμο, είναι πέντε φορές λιγότερα από τα βιβλία που μεταφράζονται στην Ελλάδα. Σε όλο τον αραβικό κόσμο τα βιβλία που μεταφράζονται είναι πέντε φορές λιγότερα από αυτά που μεταφράζονται στην Ελλάδα! Οι εταιρείες της Mircosoft δεν σκέφτονται καν να επενδύσουν σε αραβικές χώρες γιατί δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον, ή ελάχιστο ενδιαφέρον για το διαδίκτυο λόγω των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών.

Άρα η απομόνωση αυτών των χωρών δημιουργεί πολλά προβλήματα. Εδώ η Ελλάδα έχει ένα κρίσιμο ρόλο διότι έχει πολύ καλές σχέσεις με τις αραβικές χώρες παραδοσιακά και μας εκτιμούν και θέλουμε να βοηθήσουμε. Αλλά ίσως ένα από τα βασικά προβλήματα που υπάρχει είναι … το παλαιστινιακό πρόβλημα και που έχει … ο αραβικός κόσμος και ο μουσουλμανικός κόσμος ότι δυο μέτρα και δυο σταθμά ακολουθεί η διεθνής κοινότητα. Άλλα μέτρα για το Κόσοβο, άλλα μέτρα για την Κύπρο, άλλα μέτρα για την Παλαιστίνη. Αυτό ενδυναμώνει το αίσθημα του άδικου και δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση σε πολλές μάζες και σε πολλές κοινωνίες.

Το αν εμείς είμαστε στόχος δεν μπορώ να το ξέρω. Αλλά δεν μπορούμε απλώς να περιμένουμε ότι μπορεί να μην είμαστε. Πρέπει κι εμείς να λαμβάνουμε τα απαραίτητα μέτρα, πάντα όμως σεβόμενοι μια βασική αρχή: τη Δημοκρατία. Γιατί θα ήταν μεγάλο λάθος εάν για να προφυλάξουμε την κοινωνία μας, την… Διότι εάν είμαστε σε κάτι διαφορετικοί, είναι ότι είμαστε δημοκρατική χώρα.

Ότι έρχονται ξένοι και μπαίνουν ξένοι στη χώρα μας, είμαστε και θα είμαστε μια χώρα που πάντα θα έρχονται οι ξένοι. Γιατί τους έχουμε και ανάγκη… Θεωρώ όμως ότι το μετανάστη ειδικότερα το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να βοηθήσουμε το μετανάστη που μένει πια στη χώρα μας να ενταχθεί κανονικά στην κοινωνία μας.

Να σας πω ένα παράδειγμα γιατί υπάρχει το παράδειγμα του Τσενάι με τη σημαία, όμως είναι ένα παράδειγμα που έχει σημασία. Σε κάποια μεγάλη διεθνή συνάντηση έρχεται μια γυναίκα πάνω μου και μιλούσε ελληνικά, άπταιστα ελληνικά. Τη ρωτώ «Ελληνίδα είσαι» «Όχι» μου είπε «Είμαι από την Κροατία» «Τι είσαι;» «Είμαι Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων». «Μα πως εσύ ξέρεις τόσο καλά ελληνικά;» «Ήταν ο πατέρας μου προπονητής μιας ποδοσφαιρικής ομάδας στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’70 και έμαθα τα ελληνικά και όχι μόνο έμαθα τα ελληνικά, αλλά αισθάνομαι Ελληνίδα. Μάλιστα ήμουν πρώτη μαθήτρια και σήκωσα την ελληνική σημαία στη παρέλαση». Αυτή που σήκωσε την ελληνική σημαία σήμερα είναι Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στην Κροατία και αυτή είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την Ελλάδα.

Σκεφτείτε πόση μεγάλη σημασία δείχνουν για την αγάπη προς την χώρα μας ότι μπόρεσε αυτή η κοπέλα να σηκώσει την ελληνική σημαία. Το λέω αυτό, διότι νομίζω ότι αν θέλουμε να εντοπίσουμε προβλήματα που υπάρχουν από τη μετανάστευση είναι πολύ καλύτερα να αισθανθούμε την … της κοινωνίας όχι από μόνη της, να βοηθήσουμε και την ελληνική κοινωνία κι έχουμε πολλά να κάνουμε και πολλά που απαράδεκτα δεν κάνουμε.

Η ταλαιπωρία πολλές φορές των μεταναστών, η γραφειοκρατία που αντιμετωπίζουμε, δυστυχώς κι εμείς πολλές φορές είναι κάτι το οποίο δεν βοηθά στην ουσιαστική τους ένταξη. Κάποιοι από αυτούς θα πάνε πίσω στις πατρίδες τους και πρέπει να θυμούνται την Ελλάδα με αγάπη, κάποιοι από αυτούς θα είναι πολίτες και τα παιδιά τους και πρέπει να αισθάνονται περήφανοι για τη χώρα αυτή.

Άρα νομίζω ότι για το θέμα της μετανάστευσης που αναφέρατε, η καλύτερη αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων είναι ακριβώς να τους βοηθήσουμε να ενταχθούν κι αυτοί μέσα σε αυτή την κοινωνία και βεβαίως έχουμε κι εμείς παράδοση και ο Φίλιππος και εγώ και είμαι σίγουρος και πολλοί εδώ από την Καστοριά, που ήμασταν κι εμείς μετανάστες και ξέρουμε τι σημαίνει να σε υποδέχονται θετικά, ή αρνητικά και πως αντιμετωπίζεις την κοινωνία μετά από την οποία βγήκες ως μετανάστης.

Ερώτηση φοιτητή: (εκτός μικροφώνου) Είμαι φοιτητής Δημοσίων Σχέσεων και θέλω να κάνω μια ερώτηση στηριζόμενος σε ένα άρθρο μιας εφημερίδας, όπου αναφερόταν ότι το τελευταίο διάστημα μεταξύ του Γενικού Γραμματέα μαζί με τον ομόλογο του είχαν γίνει κάποιες συναντήσεις για θέματα …

Γιώργος Παπανδρέου: Δεν το διάβασα το άρθρο, αλλά νομίζω ότι πρέπει να είμαστε σαφείς για την διαδικασία που ακολουθείται. Είναι μια διαδικασία που πρώτα απ’ όλα αποφασίσαμε στην ίδια την Βουλή. Είχα πάει κι εγώ προσωπικά και είχαμε πει ότι έχουμε διαφορετική άποψη ακόμη για το πρόβλημα. Μας λένε ότι δεν αναγνωρίζουν ως ένα σημαντικό ζήτημα που έχει σχέση και με την οριοθέτηση αν θέλετε συνόρων, όχι ακριβώς συνόρων γιατί δεν είναι σύνορα, αλλά είναι η υφαλοκρηπίδα, είναι το θέμα της υφαλοκρηπίδας.

Βεβαίως έχουμε άλλα προβλήματα. Δεν έχουν σχέση με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Κατά καιρούς έχουμε στον εναέριο χώρο τις υπερπτήσεις και τις παραβιάσεις. Είναι μεγάλο πρόβλημα. Έχουμε προβλήματα όπως είναι -το τόνισα και προηγούμενα- το θέμα της ελληνικής μειονότητας, της περιουσίας τους, της περιουσίας του Πατριαρχείου, το άνοιγμα της Χάλκης, … για τις θρησκευτικές ελευθερίες. Δεν είναι διμερές ζήτημα, είναι ένα γενικό πρόβλημα. Προβλήματα έχουμε λοιπόν.

Στο Αιγαίο όμως αυτό το οποίο έχουμε πει είναι ότι επειδή έχουμε διαφορετική αντίληψη, ας ξεκινήσουμε διερευνητικές επαφές. Τι σημαίνει αυτό; Να δούμε αν μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο επίλυσης μέσα στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου.

Και έχω τονίσει επανειλημμένως και εδώ και στη Βουλή, αλλά και στην Τουρκία, ότι «στα κυριαρχικά δικαιώματα δεν διαπραγματευόμαστε, δεν συζητάμε και αν νομίζετε εσείς ότι θέλετε να πάρετε κάποια νησιά και μέσα από τις διαπραγματεύσεις θα πάρετε κάποια νησιά, δεν θα τα βρούμε ποτέ.

Αν το πρόβλημα σας τελικά είναι μια συγκοινωνία, εναέριος χώρος, αλλά σεβόμενοι τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και τα του διεθνούς δικαίου, αυτό μπορούμε να το συζητήσουμε όπως το συζητάμε και με την Ιταλία και με άλλες γειτονικές χώρες. Είναι τελείως διαφορετικό. Αλλά για να καταλάβουμε τελικά τι θέλετε και τι θέλουμε και ποιες είναι οι πραγματικές προθέσεις και μήπως βρεθεί και κάποιος δρόμος για να το λύσουμε, ας ξεκινήσουμε διερευνητικές επαφές.

Πιστεύω ότι ήταν μια θετική και σοφή πράξη. Και μάλιστα είπαμε να προχωρήσουμε και με ένα ρυθμό που θα είναι εποικοδομητικός και όχι αναγκαστικά να σπεύσουμε. Γιατί έχουν γίνει τέτοιες προσπάθειες και στο παρελθόν, επί Κυβέρνησης Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου βεβαίως, θα θυμόσαστε με τον Οζάλ και αργότερα επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, οι οποίες τελικά δεν κατέληξαν σε ένα τελικό αποτέλεσμα.

Άρα λοιπόν μπορώ να διαβεβαιώσω ότι κανένα κυρίαρχο δικαίωμα δεν διαπραγματευόμαστε, αλλά το ότι ο διάλογος γίνεται με την Τουρκία το θεωρώ θετικό.

Και να πω και κάτι άλλο. Είναι λογικό ίσως παλιότερα όταν αισθανόμασταν ανίσχυροι και με απειλές, να φοβόμασταν τον διάλογο. Σήμερα δεν έχουμε να φοβηθούμε. Είμαστε μια διαφορετική Ελλάδα. Και ισχυρή -μη μιλάμε μόνο αρνητικά, αλλά είναι σημαντικό ότι και ..- και από πλευράς οικονομίας και από πλευράς θέσης στην Ε.Ε. και από πλευράς κύρους διεθνώς. Έτσι λοιπόν νομίζω ότι το να συζητάμε ανοιχτά, ξεκάθαρα, ειλικρινά με οποιονδήποτε και για οτιδήποτε, δεν πρέπει να το φοβόμαστε. Έτσι υπερασπιζόμαστε καλύτερα τα συμφέροντά μας.

Και όταν μπορεί ο Υπουργός Εξωτερικών να πηγαίνει στην Τουρκία και να λέει ότι «έχω πρόβλημα με αυτό που κάνετε εδώ» και να το λέει και δημοσίως στις τουρκικές τηλεοράσεις, είναι νομίζω μια σημαντική πρόοδος για τα συμφέροντά μας, για την κατανόηση των λαών μας, παρά να τα λέμε μεταξύ μας, να φωνάζουμε, να καταγγέλλουμε μεταξύ μας, να καταγγέλλετε κι εσείς μεταξύ σας και ποτέ να μην καταλαβαίνουμε ο ένας τι θέλει ο άλλος.

Αν θα τα βρούμε δεν ξέρω, αλλά κάνουμε προσπάθεια και τελικά ο στόχος είναι ακριβώς να αλλάξει αυτή η κατάσταση και μόνο με τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Ευχαριστώ.

Διαβάστε επίσης