Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Πλαίσιο Ομιλίας στη 50ή Σύνοδο των Πρυτάνεων

«Κύριε Πρύτανη, κυρίες και κύριοι, πρώτα απ’ όλα είναι ιδιαίτερη τιμή που βρίσκομαι εδώ, μαζί σας, μετά από συνεννόηση, βεβαίως, με εσάς, τον προεδρεύοντα, σε μια συνάντησή σας, όπου μας δίνεται η ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις. Και θα ήθελα με το ξεκίνημα, να τονίσω ότι, ελπίζω να μην είναι η μόνη φορά. Ίσως μπορέσουμε και εμείς να σας καλέσουμε κάποια στιγμή, όταν και εσείς θα μπορέσετε ή ένα μέρος τουλάχιστον του Προεδρείου σας, για να συνεχίσουμε μια συζήτηση που ξεκινάμε με αυτόν τον τρόπο σήμερα.

Θα ήθελα να πω ότι είναι και ιδιαίτερη χαρά που βρίσκομαι μαζί σας, έχω συνδεθεί με σας διότι έχω περάσει από το Υπουργείο Παιδείας και μάλιστα δυο φορές, έστω και αν ήταν σύντομες οι παρουσίες μου εκεί.

Αλλά πέραν της παρουσίας μου στο Υπουργείο Παιδείας, οι εμπειρίες μου από τις πολλές συζητήσεις ανά τον κόσμο τα τελευταία χρόνια με έχουν πείσει, για τη σημασία της παιδείας, τη σημασία της εκπαίδευσης, τη σημασία της κατάρτισης, τη σημασία της έρευνας, για μια χώρα μιλώντας με πάρα πολλούς σε διάφορες κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, βλέποντας και από κοντά τα επιτεύγματα, και τις δυσκολίες, ανάλογα βεβαίως με την επένδυση που έκαναν οι χώρες αυτές στο χώρο της παιδείας.

Για μένα προσωπικά αλλά και για το ΠΑΣΟΚ, ο τομέας της παιδείας δεν αποτελεί απλώς μια προτεραιότητα για τις επόμενες κυβερνήσεις.

Αποτελεί το πρωταρχικό θέμα των επόμενων δεκαετιών.

Αποτελεί την εγγύηση για την ισότιμη συμμετοχή της Ελληνίδας και του Έλληνα, του ελληνισμού ολόκληρου στο νέο κόσμο, στη νέα παγκόσμια οικονομία και κοινωνία.

Αποτελεί εγγύηση για την ευμάρεια και την ευημερία μας, τον πολιτισμό και την ισχυρή φωνή μας, την εμπέδωση μιας κοινωνίας ανθρωπιάς, αλληλεγγύης και συνεισφοράς.

Αποτελεί εγγύηση για την ίδια την ύπαρξή μας.

Η επένδυση στον άνθρωπο, την επιστήμη, την έρευνα, την τεχνολογία και τον πολιτισμό είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσει η χώρα μπροστά.

Δεν αρκούν όμως τα χρήματα γι’ αυτό.

Χρειάζονται τομές στο σύστημα.

Στόχος μας πρέπει να είναι να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις του ελληνισμού από στενές γραφειοκρατικές λογικές και παράλληλα να διαφυλάξουμε την αρχή της ισότητας των ευκαιριών για όλους, αλλά και της ενίσχυσης, της υποστήριξης των αδύναμων ώστε να συμμετέχουν και αυτοί ισότιμα στην κοινωνία μας.

Τα ελληνικά Πανεπιστήμια έχουν τη δυνατότητα υπό προϋποθέσεις ν’ ανταποκριθούν στις μεγάλες προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας.

Πρώτο

Η οικονομία της Γνώσης αναπτύσσεται ραγδαία. Τα Πανεπιστήμια αναδεικνύονται στους πιο σημαντικούς θεσμούς για την οικονομία της γνώσης.

Οι σπουδαιότερες εταιρείες κατευθύνουν τουλάχιστον το 1/3 των επενδύσεων τους στην γνώση.

Δεύτερο

Όλο και μεγαλύτερος αριθμός πολιτών συμμετέχει στην ανώτατη εκπαίδευση. Στις χώρες του ΟΟΣΑ,οι ενήλικες με ανωτάτη εκπαίδευση σχεδόν διπλασιάστηκαν από το 1975 έως το 2000. Από το 22% του πληθυσμού στο 41%.

Τρίτο

Η παγκοσμιοποίηση μηδενίζει τις αποστάσεις.

Ο αριθμός των πολιτών που σπουδάζουν εκτός της χώρας τους, διπλασιάστηκε τα τελευταία 20 χρόνια.

Για τις χώρες του ΟΟΣΑ ανήλθε σε 1,9 εκατομ. ανθρώπους.

Η εκπαίδευση, για πολλές χώρες, μετατρέπεται σε εξαγωγική βιομηχανία.

Τέταρτο

Σε παγκόσμιο επίπεδο τα Πανεπιστήμια ανταγωνίζονται για την προσέλκυση σπουδαστών και πόρων. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, 300 δισ. $ επενδύονται παγκόσμια στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

Περίπου 80 εκατομ. πολίτες σπουδάζουν στον κόσμο και 3.5 εκατομ. άνθρωποι ασχολούνται με την διδασκαλία τους και την φροντίδα της ακαδημαϊκής τους ζωής.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, και ειδικά τα Πανεπιστήμιά μας, οφείλουν να ανταποκριθούν με επιτυχία σ΄αυτές τις προκλήσεις.

Τα ελληνικά Πανεπιστήμια έχουν την ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη της χώρας και στην ανάδειξη μεγάλου αριθμού εξαιρετικών επιστημόνων, που διέπρεπαν και διαπρέπουν, τόσο στον εθνικό όσο και στον διεθνή χώρο.

Τα ελληνικά Πανεπιστήμια έχουν κάνει σημαντικά βήματα αλλά η εξέλιξή τους εμποδίζεται από μια ασφυκτική γραφειοκρατία. Επιπλέον, μεγάλο μέρος της προσπάθειας των φοιτητών επικεντρώνεται στις εξετάσεις κι όχι στην ανάπτυξη κριτικής και συνθετικής σκέψης.

Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν καθηγητές διακεκριμένους διεθνώς και πολλοί νέοι πτυχιούχοι διαπρέπουν στο εξωτερικό. Αυτό όμως, δεν εμφανίζεται στη λίστα των 100 πρώτων στην Ευρώπη, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες.

Από την μια πλευρά, έχουμε πετύχει να δημιουργήσουμε στο εσωτερικό του συστήματός μας σημαντικές νησίδες ποιότητας και ακαδημαϊκής αριστείας.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι:

α) Η παρουσία των ελληνικών ερευνητικών ομάδων στην ευρωπαϊκή και διεθνή ερευνητική δραστηριότητα με την παρουσία στα ανταγωνιστικά ερευνητικά έργα των Προγραμμάτων για την Έρευνα της ΕΕ.

β) Η δημιουργία σημαντικών δημόσιων υποδομών και ιδίως ηλεκτρονικών που διεύρυναν καθοριστικά τις διαθέσιμες δυνατότητες του ελληνικού πανεπιστημιακού δυναμικού.

γ) Η δημιουργία εξαιρετικών μεταπτυχιακών προγραμμάτων.

Από την άλλη πλευρά όμως, το σύστημα χαρακτηρίζεται από γραφειοκρατικές λειτουργίες, ασφυκτικό εναγκαλισμό με την κεντρική διοίκηση και συχνά από αναποτελεσματική διαχείριση. Αρνητικές πτυχές που τείνουν να αποκτήσουν μονιμότερα χαρακτηριστικά.

Για να πετύχουμε, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από ‘ιδεολογικές αδράνειες’ προτάσσοντας πειστικές εναλλακτικές λύσεις απέναντι στα σύγχρονα ιδεολογικά διλήμματα μεταξύ του κρατισμού και της ανεξέλεγκτης δράσης των δυνάμεων της αγοράς. Διαφορετικά, θα οδηγηθούμε σε μια δύσκολα αντιμετωπίσιμη κατάσταση ενός νέου, και κλασσικού αλλά και τεχνολογικού, αυτή τη φορά αναλφαβητισμού, που θα οδηγεί στην περιθωριοποίηση μεγάλες ομάδες ανθρώπων, με προφανείς αρνητικές κοινωνικές συνέπειες.

Κι εδώ θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι.

Το δημόσιο πανεπιστήμιο θα παραμείνει ο βασικός μοχλός για την τριτοβάθμια παιδεία. Δεν φοβόμαστε όμως και άλλες μορφές μη-κρατικών φορέων.

Θέλουμε το δημόσιο έλεγχο για να διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον, την σύνδεση με την παραγωγή και τις ανάγκες της κοινωνίας, τον κοινωνικό χαρακτήρα και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών κάθε εκπαιδευτικής μονάδας.

Η στάση αυτή επιβάλλεται από το γεγονός ότι η γνώση συνιστά πρωτογενές αγαθό και όχι συμπληρωματικό για την ευημερία πολιτών και κοινωνιών.

Η προσπάθεια για την κατάκτηση της γνώσης πρέπει να διαρκεί όλη την παραγωγική ζωή του ανθρώπου και όχι μόνο στη νεότητά του.

Η εκπαίδευση, καθίσταται το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα, για άτομα και κοινωνίες.

Τα Πανεπιστήμια είναι η αιχμή αυτής της επένδυσης.

Πρέπει να χρηματοδοτηθεί η ερευνητική δραστηριότητα των Πανεπιστημίων μας – που αποτελεί προϋπόθεση για τη βελτίωση της θέσης τους στην διεθνή ερευνητική κοινότητα.

Η βασική έρευνα απαιτείται για την παραγωγή νέας γνώσης και πρωτότυπης τεχνολογίας, που ανοίγει δρόμους για τη δημιουργία ερευνητικής κουλτούρας.

Η εφαρμοσμένη έρευνα μπορεί να συμβάλλει στην οικονομική πρόοδο μιας χώρας με την ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, με την διασύνδεσή της με τον παραγωγικό ιστό.

Η έρευνα για να φέρει αποτελέσματα έχει ανάγκη, εκτός από τις κατάλληλες επενδύσεις, από στρατηγικό σχεδιασμό, ευέλικτους θεσμούς, κοινωνική αποδοχή της επένδυσης στην έρευνα, διεθνείς συνεργασίες, περιβάλλον καινοτομίας και συμπεριφορές που θα στοχεύουν στη δημιουργία παράδοσης.

Τα Πανεπιστήμια να αναπτύξουν πρωτοβουλίες ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του συνεχώς αυξανόμενου φοιτητικού πληθυσμού.

Τα Πανεπιστήμια να διευρύνουν τις δραστηριότητες τους στον χώρο των μεταπτυχιακών προγραμμάτων αλλά και της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

Για μας, το 40% του Δ’ ΚΠΣ πρέπει να επενδυθεί στην εκπαίδευση, τη μόρφωση, την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε σε συνδυασμό με τη άμεση κάλυψη του στόχου για 5% του ΑΕΠ στην παιδεία να οδηγήσει σε διπλασιασμό των δαπανών για την παιδεία.

Όμως όπως ανέφερα και πριν, πέρα από τα χρήματα, τα σημερινά προβλήματα απαιτούν ριζικές λύσεις.

Οι τομές

Η ανασύσταση των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων μπορεί να γίνει μόνο όταν απελευθερώνουμε τα Πανεπιστήμιά μας από τα δεσμά της γραφειοκρατίας και κάνουμε πράξη την ουσιαστική αυτοτέλειά τους.

Κάθε ίδρυμα θα διαμορφώνει την δική του φυσιογνωμία, τους στόχους του, την στρατηγική του, τη δομή και τη λειτουργία του με βάση τον εσωτερικό κανονισμό του.

Η μόνη εμπλοκή του κράτους στη λειτουργία του θα είναι η χρηματοδότηση συμφωνημένων προγραμμάτων και η διαπίστωση εκπλήρωσης των συμφωνιών

Στόχος μας είναι οι πτυχιούχοι να αποκτούν ουσιαστικά εφόδια και να είναι ανταγωνιστικοί στην ελληνική αλλά και στη διεθνή αγορά εργασίας.

Το κάθε ίδρυμα θα μπορεί με εσωτερικές διαδικασίες, όχι με την πολύπλοκη κεντρική διαδικασία που έχουμε σήμερα, να δημιουργεί νέα προγράμματα σπουδών ή νέα τμήματα.

Να μεταβάλει υφιστάμενα προγράμματα, να καθορίζει τις περιοχές που θα διαμορφώνει μεταπτυχιακά προγράμματα, να αλλάζει ή να εξελίσσεται σε ό,τι αφορά τα πτυχία τα οποία δίνονται, να δημιουργεί παραρτήματα και να διαμορφώνει προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης.

Αυτά όλα αξιολογούνται αλλά δεν θα είναι αντικείμενο μιας κεντρικής γραφειοκρατικής απόφασης.

Εδώ θα ανοίξω μία παρένθεση. Μέσα σ’ αυτή τη λογική εμείς γι’ αυτό το λόγο και για πολλούς άλλους λόγους, έχουμε αντιταχθεί στο πρόσφατο σχέδιο νόμου για την εκκλησιαστική εκπαίδευση. Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει ανάγκη πρώτα απ’ όλα τόσων Πανεπιστημιακών Μονάδων Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης.

Δεύτερον, θεωρούμε ότι, αυτό θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα των ίδιων των υπαρχόντων Πανεπιστημίων να αναβαθμίσουν ή να αλλάξουν ή να προωθήσουν τέτοιου είδους ανάγκες που πιθανώς να έχει η Εκκλησία. Η αν θέλουμε να μιλήσουμε για εκκλησιαστική εκπαίδευση με τη μορφή που θέλει η κυβέρνηση, ας δούμε τη δυνατότητα να εκπαιδεύει η ίδια η Εκκλησία τα στελέχη της, με τον δικό της τρόπο.

Δεν θα είχαμε αντίρρηση και σε ένα μη κρατικό Πανεπιστήμιο, αλλά με συγκεκριμένους όρους και συγκεκριμένες διαδικασίες της Εκκλησίας, όχι όμως μ’ αυτό το -θα έλεγα- θεσμικό έκτρωμα, το οποίο προωθείται αυτή τη στιγμή από την κυβέρνηση.

Τα ΑΕΙ θα πρέπει να προσελκύσουν πόρους πέρα από την κρατική χρηματοδότηση με την δυνατότητα δημιουργίας εδρών που θα φέρουν το όνομα του δωρητή – χρηματοδότη – ιδιώτη ή και δημόσιου φορέα.

Ένα άλλο, μεγάλο θέμα είναι η προσέλκυση διακεκριμένων επιστημόνων του εξωτερικού στην Ελλάδα.

Είναι κρίμα, επιστήμονες, που αγαπούν την πατρίδα τους και την τιμούν στο εξωτερικό, να μην μπορούν να προσφέρουν στους νέους μας.

Γνωρίζω ότι έχουν γίνει πολλές προσπάθειες στο παρελθόν, από όλες τις κυβερνήσεις, με πενιχρά όμως αποτελέσματα.

Αυτό οφείλεται στο ότι πολλοί από αυτούς δεν είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν μια διεθνή καριέρα για να επιστέψουν μόνιμα στην Ελλάδα.

Θα ήταν όμως διατεθειμένοι να επισκέπτονται τη χώρα και να συνεργάζονται με τα ελληνικά πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα.

Αυτό μπορεί να γίνει με την παροχή κινήτρων στα ανώτατα ιδρύματα για να συνάπτουν συμφωνίες με καταξιωμένους Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού για συνεργασία και διδασκαλία για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Στόχος μας είναι η Ελλάδα να γίνει κέντρο εκπαίδευσης των Βαλκανίων και της Μεσογείου.

Να γίνει πραγματικά μια σημαντική βιομηχανία γνώσης για ολόκληρη την περιοχή.

Οι αρχές

Βασικές αρχές του νέου μας σχεδίου είναι η μετάβαση από την ομοιομορφία στην πολυτυπία και από την ισοπεδωτική λογική στην ενίσχυση της άμιλλας και του ποιοτικού ανταγωνισμού με την εγγύηση του δημοσίου κοινωνικού ελέγχου.

Ο δημόσιος έλεγχος διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον, τον κοινωνικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης χωρίς να συμπίπτει με την κρατική ασφυξία του σήμερα.

Τα εργαλεία

Τα βασικά πολιτικά μας εργαλεία για την επίτευξη του στόχου είναι:

α) η αποκέντρωση,

β) η δημοκρατική συμμετοχή και

γ) η κοινωνική λογοδοσία.

Μέσω της αποκέντρωσης το εκπαιδευτικό σύστημα συνδέεται πολύ καλύτερα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιφέρειας.

Μέσω της δημοκρατικής συμμετοχής διασφαλίζεται η κοινωνική συναίνεση που αποτελεί προϋπόθεση για τις μεγάλες τομές.

Μέσω της κοινωνικής λογοδοσίας διασφαλίζεται ο κοινωνικός έλεγχος του συστήματος.

Θα ήθελα τώρα να γίνω πιο συγκεκριμένος σε σχέση με τις άμεσες προτεραιότητες μας για το νέο Πανεπιστήμιο.

Προτεραιότητα πρώτη

Έμφαση στις εκπαιδευτικές λειτουργίες

Στο σημείο αυτό, αναφέρομαι σε παραδείγματα νέων προσεγγίσεων που τα Πανεπιστήμια μπορούν να υιοθετήσουν στο πλαίσιο της αυτονομίας τους την οποία και προτείνουμε ως βασικό άξονα της πολιτικής μας.

§ Παροχή δυνατότητας, σε όσα τμήματα το επιλέξουν, ευελιξίας στην ανάπτυξη καινοτομικών προγραμμάτων σπουδών. Τα τμήματα θα πρέπει να μπορούν πρώτο, να αναπτύσσουν πολλαπλά προγράμματα σπουδών που οδηγούν ενδεχομένως και σε διαφορετικά πτυχία και δεύτερο, να συνδυάζουν, μερικά ή ολικά, τα προγράμματα σπουδών τους ώστε να αντιμετωπίζονται οι νέες ανάγκες και να χορηγούν από κοινού πτυχία πχ συνδυασμός σπουδών μηχανικού και οικονομίας.

§ Αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στη διδακτική διαδικασία με τη δημιουργία ψηφιακών βιβλιοθηκών. Αυτό θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε και το εμπόδιο ‘ένα σύγγραμμα’ ως βάση για τη διδασκαλία καθώς και να αναπτύξουμε την επαφή μεταξύ του διδάσκοντα και του διδασκομένου σε σχεδόν εξατομικευμένη βάση.

Εδώ θέλω να προτείνω το εξής:

Θα ήταν χρήσιμο να συζητήσουμε σοβαρά την πρόταση ενός επιστήμονα ελληνικής καταγωγής , του Νίκολας Νεγκρεπόντε, για το laptop των 100 δολαρίων. Έναν φορητό υπολογιστή για κάθε μαθητή και φοιτητή. Έχει διαμορφώσει μια πρόταση και ζητά ενδιαφερόμενους για συνεργασία, όπως και με κράτη.

Πιστεύω, ότι θα πρέπει να κατατεθεί μια πρόταση και να στηριχθεί. Θα μπορούσε το ελληνικό κράτος να προμηθευτεί, από τους πρώτους αυτό το laptop και να το δώσει στους φοιτητές αλλά και στους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν είναι μεγάλο το κόστος, αν είναι αυτό το κόστος των 80 ευρώ.

§ Θεσμοθέτηση συστήματος κινήτρων και υποχρεώσεων όπως για παράδειγμα να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη στις εξελίξεις των διδασκόντων η ποιότητα της διδασκαλίας τους ή ο ειδικός ρόλος των σεμιναρίων, ασκήσεων στη διδασκαλία.

§ Θεσμοθέτηση προγραμμάτων σπουδών που θα βασίζονται σε προγράμματα σπουδών σπονδυλωτής εξέλιξης και όχι στον απαράδεκτα υψηλό αριθμό μαθημάτων που είναι η καθιερωμένη σήμερα πρακτική.

§ Συμπλήρωση του προγράμματος σπουδών με δεξιότητες που αφορούν στην οργάνωση της εργασίας, στην επικοινωνία, στην δημιουργικότητα και την καινοτομία.

Θα πρέπει να αξιολογείται θετικά στις διαδικασίες εξέλιξης και εκλογής των μελών ΔΕΠ η προώθηση καινοτόμων εκπαιδευτικών προσεγγίσεων και πρακτικών και η δημιουργία αντίστοιχων εργαλείων.

Προτεραιότητα δεύτερη

Αυτονομία στη διοίκηση

Τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ είναι απαραίτητο να απελευθερωθούν από τον ασφυκτικό διοικητικό εναγκαλισμό τους από την κεντρική διοίκηση. Είναι αδιανόητο να καθορίζει το ΥΠΕΠΘ μια σειρά ζητήματα άμεσης λειτουργίας των ιδρυμάτων ακόμα και των πλέον ασήμαντων.

Αντίθετα τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ πρέπει να συνδεθούν με τους κοινωνικούς και τους παραγωγικούς φορείς σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Η απελευθέρωση αυτή συνοδεύεται από:

Ένα νέο σύστημα ανάδειξης πανεπιστημιακών αρχών με νέο αντιπροσωπευτικότερο τρόπο φοιτητικής συμμετοχής.

Την συγκρότηση ενός νέου διοικητικού μοντέλου μέσω της εισαγωγής managers στις κρίσιμες διοικητικές υπηρεσίες και την υπαγωγή προσωπικού στα διοικητικά όργανα του Πανεπιστημίου.

Την εκπόνηση από κάθε ίδρυμα σχεδίου δράσης ανεξάρτητα, με ιεραρχημένους στόχους, χρονοδιαγράμματα επίτευξης των στόχων αυτών και πρόβλεψη – προϋπολογισμό των μέσων, των τρόπων και των πόρων για την επίτευξή τους.

Σε εθνικό επίπεδο το ΥΠΕΠΘ παρεμβαίνει υποστηρικτικά και ελέγχει την προσαρμογή των σχεδίων δράσης με τους εθνικούς στρατηγικούς στόχους.

Η βασική ιδέα είναι το κάθε ίδρυμα να αυτό-αξιολογείται με βάση το βαθμό επιτυχίας στην υλοποίηση του σχεδίου δράσης του.

Με τον τρόπο αυτό, τα ιδρύματα αυτοδεσμεύονται σε διαδικασίες κοινωνικής λογοδοσίας που διεξάγονται υπό όρους διαφάνειας και αντικειμενικότητας.

Προτεραιότητα τρίτη

Διεύρυνση των δυνατοτήτων εξεύρεσης πόρων και καλύτερη αξιοποίηση των πόρων αυτών

Θα πρέπει λοιπόν τα ιδρύματα να στραφούν στην άντληση πόρων από τον ιδιωτικό τομέα και τους κοινωνικούς φορείς, πάντοτε όμως υπό δημόσιο έλεγχο.

Εκτός όμως από την αύξηση των πόρων σημαντική είναι και η ορθολογική και στοχευμένη κατανομή τους. Απαιτείται ένα σύστημα λειτουργικής και εύχρηστης καταγραφής και παρακολούθησης της εξέλιξης των δαπανών σε συνδυασμό με στόχους και αποτελέσματα. Έτσι θα διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση των σημαντικών πόρων που η κοινωνία επενδύει.

Για τη διάθεση των πόρων πρέπει να διαμορφωθεί – αξιοποιώντας και την ευρωπαϊκή πείρα – ένα απλό και διαφανές σύστημα κατανομής της δημόσιας χρηματοδότησης στα ιδρύματα της χώρας με πολλαπλά και σύνθετα κριτήρια.

Κριτήρια που θα αντανακλούν μια δέσμη προτεραιοτήτων, που θα επιβραβεύουν τα καλύτερα ιδρύματα ή τμήματα ή ερευνητικές μονάδες και θα υποβοηθούν όσα χρειάζονται την υποστήριξη για την ανάπτυξή τους.

Αγαπητοί κύριοι Πρυτάνεις,

Οφείλουμε ν’ αναζητήσουμε μια νέα, ζωογόνο και δυναμική σχέση του πανεπιστημίου με τον καθηγητή, τον φοιτητή και την κοινωνία.

Οφείλουμε να δώσουμε μια νέα ώθηση μακράς πνοής στα ΑΕΙ.

Στόχος είναι το δημιουργικό, παραγωγικό, και ανταγωνιστικό Πανεπιστήμιο.

Ένα σύγχρονο Πανεπιστήμιο, που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του διεθνούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος και θα παρέχει σε όλες και όλους ισοτιμία σε δυνατότητες και ευκαιρίες.

Η πολιτική μας πρόταση συμπυκνώνεται στο στόχο της δημιουργικής ανταγωνιστικότητας με κοινωνική συνοχή.

Στόχος είναι η γνώση να αποτελεί εθνικό πλεονέκτημα.

Στόχος είναι οι Έλληνες επιστήμονες να θέσουν τη σφραγίδα τους σε μια αναβαθμισμένη παρουσία της Ελλάδας στην παγκόσμια κοινότητα.

Θέλουμε τον πανεπιστημιακό δάσκαλο, πρωτοπόρο, καινοτόμο, ηγέτη στην κοινωνία της γνώσης. Με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, σύγχρονες πρακτικές, με ουσιαστικό και γόνιμο διάλογο επιδιώκουμε την αναβάθμιση του κύρους των πανεπιστημιακών δασκάλων.

Επιδιώκουμε να υφάνουμε ένα ισχυρό νήμα εμπιστοσύνης δασκάλου – σπουδαστή – κοινωνίας.

Αυτές οι αλλαγές εξυπηρετούν επίσης τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την απασχόληση. Δεν μπορούμε σήμερα να ισχυριζόμαστε ότι το εκπαιδευτικό σύστημα υφίσταται μόνο για να προσφέρει εκπαίδευση.

Μάλλον η εκπαίδευση είναι και η προϋπόθεση για την απασχόληση.

Οι σύγχρονες ανάγκες απαιτούν η εκπαίδευση να οδηγεί σε απασχόληση και η απασχόληση να είναι σε διαρκή επαφή με το εκπαιδευτικό σύστημα.

Αυτές οι προτάσεις, μέσα πια στις νέες συνθήκες της σημερινής εποχής, θα τεθούν σε διάλογο με συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας, των καθηγητών και των αρμόδιων φορέων.

Αυτές οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν τη συμμετοχή της κοινωνίας, διαφορετικά γίνονται «αυταρχικές εντολές», που ξεσηκώνουν και δημιουργούν αντιδράσεις. Τελικά αποτυγχάνουν και απαξιώνονται.

Σας ευχαριστώ.»

Διαβάστε επίσης