Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

Επιστολή της Διεθνούς Επιτροπής για τα Ναρκωτικά προς τον πρόεδρο Ομπάμα | 19.01.2019

 

Παγκόσμια Ημέρα Ναρκωτικών – που βρισκόμαστε;

Η Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών είναι «προ των πυλών» (26/6) και μας υπενθυμίζει ότι κανείς δεν μπορεί να μένει αμέτοχος στο πρόβλημα των εξαρτημένων από ναρκωτικά ατόμων. Οι απόψεις ποικίλουν και είναι όλες σεβαστές, απαιτείται όμως να διαπαιδαγωγηθούμε, να βγούμε από τις φοβίες και τις προκαταλήψεις και να αντιμετωπίσουμε τους χρήστες με ανθρωπιά, έχουμε υποχρέωση να βοηθήσουμε το συνάνθρωπό μας. Το ζητούμενο είναι ότι δεν μπορούμε να παραμείνουμε άπρακτοι και με κλειστά τα μάτια, το θέμα μας αφορά όλους, ως πολίτες, ως γονείς, ως κοινωνία. Υπάρχει ένα ζήτημα ενημέρωσης και πιο ευαισθητοποιημένης προσέγγισης ενός προβλήματος που δεν αφορά μόνο «τους άλλους» ή τον γείτονα και εμείς απλά… λιθοβολούμε. Χρειάζεται η συνεργασία όλων των φορέων, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Πρέπει η δράση να επεκταθεί ανά την επικράτεια δεδομένου ότι τα ναρκωτικά δεν έχουν εντοπιότητα και όλοι μας πρέπει να ευαισθητοποιήσουμε τους κοινωνικούς φορείς, την κοινωνία μας, για τον τρόπο αντιμετώπισης των εξαρτημένων ατόμων.

Οι προσπάθειες στο μέτωπο των ναρκωτικών είχαν στο επίκεντρο τους ένα άκρως προωθημένο και επαναστατικό σχέδιο νόμου του οποίου κεντρικό σημείο αναφοράς αποτελούσε η στροφή στη θεραπευτική αντιμετώπιση του εξαρτημένου χρήστη. Με καινοτομίες, όπως η δυνατότητα χορήγησης μεθαδόνης (ή άλλου υποκατάστατου), ακόμη και σε κρατούμενους για ναρκωτικά στις φυλακές, αλλά και η διεύρυνση των αποδεικτικών μέσων για την κατάταξη ενός κατηγορουμένου στους χρήστες ναρκωτικών ώστε να τύχει των ευεργετικών ποινικών διατάξεων, Προωθούταν η πλήρης αποποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών και βαριές ποινές επισύροντας μόνο σε όσους διακινούν και εμπορεύονται ουσίες.

Με αυτό το σχέδιο νόμου, που είχε κατατεθεί σε διαβούλευση, η χρήση ναρκωτικών δε αποτελούσε πλέον αξιόποινη πράξη. Τιμωρούταν με πταισματική ποινή (κράτηση μέχρι τριών μηνών ή πρόστιμο μέχρι 1.000 ευρώ) η προμήθεια, κατοχή ναρκωτικών και η καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δεν δικαιολογούνται για την αποκλειστική χρήση του δράστη.

Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, προϊόν εντατικής δουλειάς, οδηγούσε σε μια θεμελιώδη και σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Μέχρι τότε η χρήση ναρκωτικών ήταν κατ’ αρχήν αξιόποινη πράξη και ο χρήστης τιμωρούνταν με μια πλημμεληματικού χαρακτήρα ποινή (φυλάκιση μέχρις ενός έτους), εκτός εάν ήταν συμπτωματικός χρήστης και οι περιστάσεις, κάτω από τις οποίες έγινε η χρήση σε συνδυασμό με την προσωπικότητα του δράστη δικαιολογούσαν την πρόβλεψη ότι δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί η πράξη στο μέλλον. Σ’ αυτή την περίπτωση μπορούσε το δικαστήριο να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.

KETHEA

Οι βασικές μεταρρυθμίσεις που επιφέρονταν με το νομοσχέδιο του 2011 (τα βασικά σημεία του οποίου στο σύνολο τους συζητούνται και σήμερα) ήταν οι ακόλουθες:

(α) Αποποινικοποίηση της χρήσης. Αποποινικοποιείται πλήρως για πρώτη φορά η χρήση ναρκωτικών ουσιών και δεν τιμωρείται η προμήθεια και κατοχή μικροποσοτήτων για αποκλειστική χρήση του δράστη. Αυτό συνιστά συμπεριφορά που προσβάλλει μόνο τον ίδιο τον χρήστη. Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο της κατάχρησης αυτής της επιεικούς συμπεριφοράς προβλέπεται ότι η σχετική ατιμωρησία δεν αφορά την δημόσια χρήση ναρκωτικών.
Η αποποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών υπαγορεύεται από το σκεπτικό ότι η εν προκειμένω χρήση συνιστά πράξη αυτοπροσβολής, όπως για παράδειγμα δεν ποινικοποιούνται άλλες εξαρτήσεις, πχ το κάπνισμα ή η κατανάλωη οινοπνεύματος.

Στηρίζουμε μια φιλοσοφία στο θέμα της αποποινικοποίησης της χρήσης. Δεν είναι ένα θέμα ταμπού, είναι το αυτονόητο. Ένα καίριο πρώτο βήμα στην αντιμετώπιση ενός ευρύτερου προβλήματος που αγγίζει πλείστες όσες πτυχές της κοινωνίας μας. Εδώ ειπεισέρχοτναι και ζητήματα αξιών. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ο σεβασμός του ανθρώπου, ενώνουν και βοηθούν την αλληλοκατανόηση στηρίζουν την ανεκτικότητα και πρωτίστως ξεπερνούν αισθήματα που διχάζουν και εκφάνσεις απόρριψης που δεν έχουν θέση στη κοινωνία μας. Μην το ξεχνάμε το θέμα της χρήσης ναρκωτικών ουσιών δεν έχει σύνορα και η έξοδος από αυτά απαιτεί τη συνδρομή μας στην ομαλή ένταξη των συνανθρώπων μας σε μια καινούργια για αυτούς καθημερινότητα. Απέναντι στην καταστολή και την περιθωριοποίηση, επιλέγουμε την ανθρωπιά, την ευαισθησία και την κοινωνική ευθύνη.

(β) Εξορθολογισμός του αξιόποινου και των ποινών για την διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Καθορίζονται αντικειμενικά κριτήρια για τη διάκριση ελαφρύτερων μορφών αξιόποινης διακίνησης ναρκωτικών από βαρύτερες και ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις διακίνησης. Είναι πιο δίκαιη πια η μεταχείριση των μικροδιακινητών ακόμα δε περισσότερο αν είναι και εξαρτημένποι. Φυσικά λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη της διακίνησης.

(γ) Κατοχύρωση του δικαιώματος στη θεραπεία. Είναι η βασική μεταρρυθμιστική επιλογή του νομοσχεδίου. Υπήρξαν προβλέψεις αντίστοιχες, πλην όχι πλήρεις προβλέψεις, στο παρελθόν. Η διάγνωση της εξάρτησης πραγματοποιείται με ένα πληρέστερο σύστημα απόδειξης. Δεν αρκεί η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συχνά είναι ατελής. Χρησιμοποιούνται και άλλα αποδεικτικά μέσα. Όπως έγγραφα συμβουλευτικών ή θεραπευτικών προγραμμάτων, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων, ιατρικό ιστορικό κλπ.

Μόνη η εισαγωγή σε εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης (που περιλαμβάνει και τη σωματική αποτοξίνωση και το πρόγραμμα ψυχολογικής απεξάρτησης) δίνει τη δυνατότητα για τη χορήγηση υφ’ όρων απόλυσης για τη παρακολούθηση του προγράμματος απεξάρτησης, την αναβολή της άσκησης ποινικής δίωξης, την αναστολή της ισχύος εντάλματος σύλληψης, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, την αναβολή στράτευσης και την αναβολή της δίκης. Η πετυχημένη ολοκλήρωση του προγράμματος απεξάρτησης μπορεί να οδηγήσει σε οριστική αποχή από την ποινική δίωξη, σε υποχρεωτική αναστολή της ποινής και σε υποχρεωτική αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης υπέρ του δράστη. Το δικαίωμα στη θεραπεία το έχει ο κρατούμενος είτε έχει αναγνωριστεί από το δικαστήριο ως εξαρτημένος είτε όχι. Αξιοποιούνται έτσι, όλες οι κατακτήσεις της επιστήμης και της εφαρμογής στις σύγχρονες έννομες τάξεις που συνδέονται με την ειδική πρόληψη.

Η βασική μας φιλοσοφία ήταν να αντιμετωπίσουμε τους συνανθρώπους μας-χρήστες με κατανόηση και ανθρωπιά, να τους δείξουμε ότι σεβόμαστε την αδυναμία τους και έχουμε όλη την καλή διάθεση να τους στηρίξουμε, να ενισχύσουμε την προσπάθειά τους να απεξαρτηθούν. Κρίναμε αναγκαίο να δείξουμε την ανθρωπιά μας κυρίως στην προσπάθειά των χρηστών για επανένταξη στο κοινωνικό σύνολο, να τους δώσουμε ίσες ευκαιρίες, να ενθαρρύνουμε την παραγωγικότητά τους, να τους εμπιστευτούμε ως παραγωγικές μονάδες σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής. Έτσι κι εκείνοι θα πάψουν να έχουν αισθήματα κατωτερότητας αλλά και να νιώθουν ότι τους αντιμετωπίζουμε ως «απόκληρους» ή «αποβράσματα», θα πάρουν θάρρος, θα πιστέψουν στις δυνάμεις τους, θα είναι λιγότερο επιρρεπείς στο να ξανακυλήσουν στο βόρβορο των ναρκωτικών. Με λίγα λόγια το θέμα είναι να συνδράμουμε όσο περισσότερο μπορούμε στην στήριξη των χρηστών μετά την διαδικασία της αποτοξίνωσης, να τους αγκαλιάσουμε σαν όλους τους υπόλοιπους πολίτες, να τους συμπαρασταθούμε στο νέο τους ξεκίνημα, έχοντας στο νου μας ότι το να ξεφύγει κάποιος από τα ναρκωτικά είναι μια επίπονη διαδικασία, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά, για τον ίδιο αλλά και για το περιβάλλον του, οικογενειακό και κοινωνικό.

Δεν αρκεί όμως να προχωρήσουμε προς αυτή τη θετική κατεύθυνση, δεν μπορούμε να σταματήσουμε τις προσπάθειες μας με τη ψήφιση του κώδικα ναρκωτικών. ‘Εχουμε όμως ακόμα πολλά να κάνουμε και να διευρύνουμε τις κινήσεις μας γύρω από βασικά ερωτήματα, που πρέπει να τεθούν σε διάλογο. Η μείωση της ζήτησης, είναι ένα πρώτο θέμα, πώς μπορούμε να περιορίσουμε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, κυρίως στη νεολαία; Δεύτερο ζήτημα είναι ο περιορισμός της βλάβης – αν δεν γίνεται απόλυτος περιορισμός της χρήσης, τουλάχιστον να περιορίσουμε τη βλάβη στην υγεία, να αποφύγουμε την περιθωριοποίηση του ανθρώπου, που έκανε ή κάνει χρήση ναρκωτικών ή ακόμα, αν βρίσκεται σε κατάσταση εξάρτησης. Και τρίτο βεβαίως τη μείωση της προσφοράς, της διακίνησης και εμπορίας παράνομων ουσιών κατά τέτοιο τρόπο που να πλήξουν πραγματικά το οργανωμένο έγκλημα και τους εγκληματικούς κύκλους, το παράνομο κέρδος, την τεράστια οικονομική δύναμη που δημιουργείται, τη σύνδεση του οργανωμένου εγκλήματος στη διακίνηση των ναρκωτικών και με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, όπως είναι η διακίνηση ανθρώπων και όπλων, όπως είναι και η τρομοκρατία.

Κάθε μέρα οφείλουμε όλοι, Πολιτεία, γονείς, ενεργοί πολίτες, να σκύβουμε στο πρόβλημα των ναρκωτικών. Στη χώρα μας, η πολιτική που εφαρμόστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έδωσε σημαντικά αποτελέσματα. Με προτεραιότητα στην πρόληψη, λειτούργησαν τα Κέντρα Πρόληψης που ευαισθητοποίησαν όλες τις τοπικές κοινωνίες. Δημιουργήθηκαν προγράμματα, με σεβασμό στο δικαίωμα της θεραπείας και επανένταξης των εξαρτημένων ατόμων. Με την πεποίθηση ότι, η χρήση δεν αποτελεί πρωτίστως αξιόποινη πράξη μπήκαν σε λειτουργία και ο ΟΚΑΝΑ και το ΚΕΘΕΑ με τα παραρτήματα του.

Ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα είναι η θλιβερή λίστα αναμονής του Οργανισμού που υπάρχει πλέον μόνον στην Αθήνα, όπου ο χρόνος αναμονής για ένταξη σε πρόγραμμα θεραπείας έχει μειωθεί στα 3,5 χρόνια έναντι 7,5 ετών που είχε φθάσει στο πρόσφατο παρελθόν, ενώ οι θεραπευόμενοι του ΟΚΑΝΑ έχουν φθάσει σήμερα στους 8.500, έναντι 4.500 που ήταν ο αριθμός τους πριν από πολύ λίγα χρόνια.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, τα κρούσματα AIDS μεταξύ των χρηστών έχουν αυξηθεί ραγδαία, γεγονός που εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Επίσης στις ελληνικές πιάτσες έχουν κάνει την εμφάνισή τους και νέες επικίνδυνες ουσίες, όπως το σίσα.

Ζωντανή πρέπει να παραμείνει και η λειτουργία του ΚΕΘΕΑ χωρίς να ακυρώνεται ο συστατικός χαρακτήρας του νόμου N.4139 για τα ναρκωτικά , ο οποίος κατοχυρώνει το ρόλο του ΚΕΘΕΑ και του ΟΚΑΝΑ ως φορέων θεραπείας και βασικών πυλώνων της εθνικής στρατηγικής, αλλά και την απόφαση του πρωθυπουργού τον Ιούνιο με την οποία όρισε τον πρώτο εθνικό συντονιστή για τα ναρκωτικά. Το ΚΕΘΕΑ επιγραμματικά υπενθυμίζει ότι η παραμονή στη χρήση κοστίζει έξι φορές περισσότερο από τη λειτουργία αποτελεσματικών προγραμμάτων απεξάρτησης και κοινωνικής ένταξης, όπως αυτά του ΚΕΘΕΑ, και ότι διεθνείς οργανισμοί, όπως το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Ναρκωτικά (EMCDDA) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO), καλούν τις κυβερνήσεις να λαμβάνουν υπόψη τη σχέση κόστους-οφέλους των υπηρεσιών πριν προβούν σε μέτρα περιορισμού τους.

Βεβαίως η σημερινή οικονομική κρίση δεν βοηθάει, πλην όμως πρέπει να ξεπεράσουμε τη δυσπραγία και να χαράξουμε ένα συνολικό σχέδιο δράσης. Οφείλουνε να συνεχίσουμε να κινούμαστε σε αυτό τον άξονα. Να θέσουμε σε εφαρμογή μία Διυπουργική Επιτροπή που θα εκπονίσει ένα πρόγραμμα το οποίο και θα εφαρμόσουμε. Το φαινόμενο της χρήσης ουσιών απαιτεί συνεχή και διαχρονική παρακολούθηση για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων απέναντι στις οποίες δεν πρέπει να στεκόμαστε αμήχανα.

Διαβάστε επίσης