Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

Επιστολή της Διεθνούς Επιτροπής για τα Ναρκωτικά προς τον πρόεδρο Ομπάμα | 19.01.2019

Σχετικά με την αίτηση της Ένωσης Κεντρώων στη ΣΔ | Γραφείο Γιώργου Α. Παπανδρέου 18.01.2017

«Μία επιτυχία στην υπόθεση της Κύπρου, θα βοηθούσε την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή» | 19.04.2016

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στη συζήτηση στη Βουλή επί της προτάσεως του Πρωθυπουργού για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πριν από 25 μήνες, οι Έλληνες μας εμπιστεύτηκαν το τιμόνι της χώρας και απαίτησαν αλλαγή πορείας. Σε όλο αυτό το διάστημα, είχαμε να χειριστούμε τη μεγαλύτερη κρίση που αντιμετώπισε η Ελλάδα στην πρόσφατη ιστορία της. Μια κρίση, που δεν ήταν δική μας ευθύνη, αλλά εμείς αναλάβαμε την ευθύνη άλλων, για να πάμε τη χώρα μπροστά.

Κάθε ώρα, κάθε στιγμή όλους αυτούς τους μήνες, δώσαμε ένα σκληρό, ένα τιτάνιο αγώνα, για να σώσουμε την πατρίδα. Άλλοι, αυτό το θεωρούσαν δεδομένο, αλλά δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι η Ελλάδα θα απέφευγε τη χρεοκοπία. Και εμείς, αυτό καταφέραμε. Και είμαστε περήφανοι, που στηρίξαμε πατριωτικά τη χώρα μας, με διαπραγματεύσεις, με αγώνες, εντός και εκτός Ελλάδας, όχι με μεγάλα λόγια, όχι με κορώνες, αλλά με πράξη και με αλήθεια.

Για να μην θέσουμε σε κίνδυνο την κάθε ελληνική οικογένεια. Γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι, αν η ελληνική οικογένεια ζούσε τη χρεοκοπία, δεν θα ήταν απλά κάποια μείωση μισθού του δημόσιου υπαλλήλου ή του συνταξιούχου, αλλά θα ήταν καταστροφή για μια ολόκληρη γενιά. Θα δημιουργούσε θανάσιμο κίνδυνο και για το ευρωπαϊκό κεκτημένο της χώρας. Και ακόμα περισσότερο, θα δημιουργούσε τεράστιους κινδύνους και για την ασφάλεια της χώρας – και βλέπετε τις εξελίξεις που έχουμε στη γειτονιά μας.

Και σε ό,τι αφορά αυτή τη χρεοκοπία, για πολλούς, δεν υπήρχε το «αν», αλλά το «πότε». Και όμως, με τον αγώνα των Ελλήνων, πράγματι με τις πατριωτικές θυσίες των Ελλήνων, καταφέραμε να αποτρέψουμε αυτό που, εντός και εκτός, θεωρούσαν αναπόφευκτο.

Ματώσαμε, αναλάβαμε το κόστος εμείς, αυτή η παράταξη, το ιστορικό κόστος για την πατρίδα. Το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα ανέλαβε τις ευθύνες του, για να μπορέσει να αποτρέψει αυτή τη χρεοκοπία. Σηκώσαμε τα μανίκια και με σκληρή δουλειά, με κάθε ικμάδα των δυνάμεών μας, προστατεύσαμε τη χώρα μας και το ευρωπαϊκό της κεκτημένο.

Και ό,τι καταφέραμε τους τελευταίους μήνες, το καταφέραμε μαζί, μαζί με όλους τους Έλληνες. Γιατί η Ελλάδα, είμαστε όλοι εμείς. Και όπως μαζί καταφέραμε να σώσουμε την πατρίδα μας από τη χρεοκοπία, θα καταφέρουμε και να την αλλάξουμε ριζικά. Αυτή ήταν η εντολή του Ελληνικού λαού, και αυτή την εντολή εμείς υπηρετούμε και θα υπηρετούμε. Να αναμορφώσουμε την Ελλάδα, να τη βγάλουμε οριστικά από την κρίση. Και βέβαια, αυτό γίνεται.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, βρισκόμαστε ως χώρα, ως οικονομία, σε μια περίοδο μετάβασης. Όταν πρωτοξεκίνησε η κρίση, κάναμε τις επιλογές μας. Ζητήσαμε ευρωπαϊκή λύση. Ούτε χρεοκοπία, ούτε άλλες, δήθεν εύκολες, υπαρκτές ή ανύπαρκτες λύσεις, που ενδεχομένως να φαίνονταν ηρωικές και εύκολες στα μάτια του λαού, αλλά θα μας οδηγούσαν νομοτελειακά εκτός ευρώ, στη μικρή και ανυπόστατη Ελλάδα της δραχμής.

Είπα ότι θα μείνουμε και στην Ευρώπη, και στο ευρώ, και πάλεψα μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Σε κανένα άλλο. Όμως, θέλω επίσης να θυμίσω το αυτονόητο: η Ευρώπη και το ευρώ σημαίνουν και υποχρεώσεις, όχι μόνο δικαιώματα.

Μέσα σε ένα ορυμαγδό λαϊκισμού, υποκρισίας, ψεμάτων και συνομωσιολογίας, πάλεψα για να στηθεί από το πουθενά ο μηχανισμός στήριξης. Δεν υπήρχε μηχανισμός στήριξης πριν από 1,5 χρόνο. Δεν υπήρχε η έννοια του να στηρίξουν μια χώρα με υπέρογκα χρέη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και όμως, με τη δουλειά μας, την αξιοπιστία μας, τις θυσίες μας, καταφέραμε να πάρουμε το μεγαλύτερο πακέτο που είχε υπάρξει ποτέ στον πλανήτη. Για την Ελλάδα, όχι για κανέναν άλλον, για την Ελλάδα και τον Ελληνικό λαό.

Περάσαμε μεταρρυθμίσεις μεγάλες. Παλέψαμε με νύχια και με δόντια για να πετύχουμε στις 26 Οκτωβρίου μια ευρωπαϊκή συμφωνία για τη χώρα. Φέραμε στη χώρα συνολικά 240 δις ευρώ, μόνο και μόνο από το πακέτο στήριξης, αλλά και διαγραφή χρέους άλλων 100 δις δυνητικά, εφόσον εξελιχθεί σωστά και αξιόπιστα η διαπραγμάτευση με τον ιδιωτικό τομέα.

Και την ώρα που η Ελλάδα θα χρεοκοπούσε, πράγμα που εμείς αποτρέψαμε, ακούστηκε από πολλούς ότι είμαστε λίγοι, ότι είμαστε προδότες, ότι είμαστε ανεπαρκείς και πρέπει να φύγουμε.

Σας ρωτώ: πείτε μου μια κυβέρνηση, που έχει φέρει ένα τέτοιο πακέτο διαπραγμάτευσης και τέτοια ποσά για την Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, μια οποιαδήποτε κυβέρνηση. Και όταν καταφέρναμε σημαντικές κατακτήσεις στην Ευρώπη, ήταν πάλι το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα που τις κατάφερνε, είτε για την Κύπρο, είτε για τα Ταμεία Συνοχής.

Μας κατηγορούν πάρα πολλοί, οι οποίοι ποτέ δεν αντέδρασαν, ή καλλιέργησαν ακόμα και την ανομία, την ψηφοθηρία, το λαϊκισμό, την ατέλειωτη υποκρισία, την εξαπάτηση του πολίτη, παράγοντες που ήθελαν Βουλευτές στην τσέπη τους – όλα αυτά τα φαινόμενα από το παρελθόν, που έφεραν την Ελλάδα στην κρίση. Και βέβαια, σήμερα που βάζουμε τάξη με διαφάνεια, που κυνηγάμε τις off shore, τους λογαριασμούς στο εξωτερικό, τη φοροδιαφυγή, τα «θαλασσοδάνεια», σήμερα, ναι, είμαστε ο στόχος εμείς. Ναι, εμείς είμαστε γι’ αυτούς το πρόβλημα.

Εμείς είμαστε το πρόβλημα, γι’ αυτούς που φέρανε την Ελλάδα εδώ, αλλά δεν είμαστε το πρόβλημα του Ελληνικού λαού. Εμείς υπηρετούμε ακριβώς τη διαφάνεια και τα συμφέροντα του Ελληνικού λαού, απέναντι σ’ αυτούς οι οποίοι έφεραν τη χώρα σ’ αυτή την κατάσταση.

Επανέρχομαι, όμως, σε αυτά τα δύο χρόνια που πέρασαν. Δύο χρόνια τώρα, παρά τις πρωτοφανείς αναταράξεις, κρατάμε με σταθερό χέρι το τιμόνι της χώρας. Ναι, είμαστε σε μια πορεία πολύ δύσκολη. Κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί αυτή την πορεία, πριν από δύο χρόνια. Αυτή την παγκόσμια κρίση, αλλά και ελληνική.

Κατανοούμε απολύτως ότι υπάρχουν τόσοι που υποφέρουν, που οργίζονται. Μια αγορά, όπου οι εργαζόμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις περνούν πολύ δύσκολες στιγμές. Δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι, που είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται. Μια νέα γενιά, που φοβάται ότι δεν θα έχει ευκαιρίες.

Θα περάσουμε, όμως, μέσα από αυτή τη δύσκολη διαδικασία, για να φθάσουμε στην άλλη άκρη. Και ακριβώς οι αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου, μας δίνουν αυτή τη βάση για το επόμενο μεγάλο άλμα.

Έχουμε βεβαίως και μια κοινωνία, που συνεχώς παραπληροφορείται από όλους εκείνους που δεν την αφήνουν στιγμή σε χλωρό κλαρί, για να καταλάβει τι έχει συμβεί, τι διακυβεύεται, ποιες είναι οι επιλογές, οι ώριμες επιλογές, και να αποφασίσει και ο ίδιος ο λαός τι θέλει.

Όπως πολύ λογικά αναμένουν και οι εταίροι μας, χρειάζεται σοβαρότητα από όλο τον πολιτικό κόσμο. Χρειάζεται να ομονοήσει και να δείξει την εντελώς αυτονόητη επιλογή μας, να κάνουμε πράξη αυτή τη συμφωνία, να μείνουμε στο ευρώ, να ακολουθήσουμε μια ευρωπαϊκή πορεία, που θα στηρίζεται από ευρύτερες δυνάμεις, όπως στηρίχθηκε από ευρύτερες δυνάμεις και σε άλλες χώρες, στην Πορτογαλία και την Ιρλανδία, ή ακόμα και σε χώρες που δεν έχουν τα λεγόμενα «πακέτα στήριξης», όπως στην Ισπανία.

Αυτό, όμως, έλειπε από τη χώρα μας. Έλειπε αυτά τα δύο δύσκολα χρόνια, τα πιο δύσκολα των τελευταίων δεκαετιών. Αυτή τη στιγμή της εθνικής κρίσης, έλειπε αυτή η στήριξη, με κάποιες εξαιρέσεις, ομολογώ, αλλά έλειπε.

Γι’ αυτό, δεν μπορούσα παρά να υποχρεωθώ να προτείνω το δημοψήφισμα. Διότι εάν δεν αναλαμβάνει ο πολιτικός κόσμος τις ευθύνες του, πρέπει να πηγαίνει κανείς και να ρωτά απευθείας τον Ελληνικό λαό. Για άμεση απόφαση, όχι για να μοιράσουμε διαφορετικά τις καρέκλες. Να πάρει θέση και να αποφασίσει ο λαός.

Όμως, η σημερινή ημέρα απέδειξε ότι η κοινή πορεία του πολιτικού κόσμου, για την επίτευξη αυτών των αυτονόητων στόχων, ίσως να είναι εφικτή. Ότι μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί αυτό το βήμα. Να δείξουμε τη βούληση και την αποφασιστικότητά μας. Και αν δεν συναινέσουμε όλοι, αν δεν δουλέψουμε μαζί, πράγματι, δεν θα τα καταφέρουμε.

Είμαστε λοιπόν διατεθειμένοι να υποφέρουμε, χωρίς να δώσουμε τη μάχη μαζί; Ή είμαστε διατεθειμένοι να προχωρήσουμε σε πράξεις, πάνω στους στόχους μας; Αυτό το λέω από την πρώτη ημέρα: η εθνική ενότητα είναι το πιο σημαντικό εργαλείο – όπλο για να βγούμε από την κρίση. Η συμμετοχή του λαού. Διότι πιστεύουμε στο λαό. Πιστεύω προσωπικά στη Δημοκρατία και στην άμεση Δημοκρατία. Το ξαναλέω, γιατί γι’ αυτό ζήτησα και το δημοψήφισμα, για να αποφασίσουμε όλοι μαζί τι θέλουμε για την πατρίδα. Για να είναι απόφαση όλων των Ελλήνων το πού θα πάμε και να εκφραστεί κάθε ελληνική οικογένεια.

Πιστεύω και εμπιστεύομαι τον Ελληνικό λαό. Και για πρώτη φορά μετά το δημοψήφισμα για τη μοναρχία, έχουμε μια Κυβέρνηση, ένα Υπουργικό Συμβούλιο, έναν Πρωθυπουργό, που αποφάσισε να εμπιστευθεί τον Ελληνικό λαό, να πάρει άμεσα την απόφαση για το μέλλον, σε ένα τόσο καίριο και ζωτικό ζήτημα, όπως η δανειακή σύμβαση, οι αποφάσεις που αφορούν στο υπέρογκο χρέος, αλλά και οι διαρθρωτικές αλλαγές στη χώρα. Αποφάσεις, που είναι καθοριστικές για το μέλλον, το δικό μας και των παιδιών μας.

Γι’ αυτές τις αποφάσεις, δεν θα θέταμε στο δημοψήφισμα τη συμμετοχή μας στο ευρώ, όπως έχει ειπωθεί και διαψευστεί, και προ καιρού, αλλά και σήμερα και χθες, που είχαμε ξανά αυτή την κουβέντα, όπως και στις αρχές του καλοκαιριού. Το δημοψήφισμα θα έθετε το ζήτημα της δανειακής σύμβασης, της απόφασης της 26ης Οκτωβρίου. Με τη θετική του έκφραση, το δημοψήφισμα θα ήταν η καλύτερη απάντηση σε όλα τα σενάρια εξόδου της χώρας μας από το ευρώ.

Μια απάντηση της Αντιπολίτευσης σ’ αυτή την πρόταση, θα μπορούσε να ήταν η στήριξη του «ναι» στο δημοψήφισμα. Γιατί βέβαια, το ζήτημα της εξόδου μας από το ευρώ – και θέλω να είμαι ειλικρινής με τους συναδέλφους – είναι υπαρκτό. Και θα δίναμε μαζί με το λαό μια αποστομωτική απάντηση. Αλλά το ζήτημα, επί της ουσίας, δυστυχώς υπάρχει, όχι λόγω δημοψηφίσματος, αλλά λόγω βασικών ερωτημάτων, αγαπητοί συνάδελφοι. Όχι σήμερα, εδώ και μήνες συζητείται αυτό. Εκτός εάν θέλουμε να μην βλέπουμε τις αλήθειες. Και όταν αναφερόμασταν και εδώ, σ’ αυτή την αίθουσα, αλλά και σε δημόσιες δηλώσεις μας, στην πιθανότητα αυτής της εκδοχής, πολλοί μας κατηγορούσαν για εκβιασμό. Κάθε άλλο, ήμασταν και είμαστε απόλυτα ειλικρινείς. Και αυτό, απλώς, επιβεβαιώθηκε και χθες.

Εάν δεν εφαρμόσουμε αποφάσεις που, στο κάτω – κάτω, εμείς, η Κυβέρνηση, οι εκλεγμένοι του Ελληνικού λαού, διαπραγματευθήκαμε και πήραμε, και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτές τις αποφάσεις, που είναι πατριωτικές και ευεργετικές, όσο και αν σε κάποια σημεία μπορεί να υπάρχουν διαφορές, εάν δεν εφαρμοστούν για το καλό της πατρίδας, τότε πράγματι θα γλιστρήσουμε γρήγορα προς την έξοδο από το ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου για την Ελλάδα και την Ευρωζώνη, περίμενα ότι θα υπήρχε ευρύτερη στήριξη, για όλους αυτούς τους λόγους. Πολλοί με ρωτούν, «μα σας μείωσαν κατά 50% το χρέος και υπάρχει αρνητική αντίδραση γι’ αυτό;». Διότι ειπώθηκε ότι αυτό είναι τραγικό, ότι είναι καταστροφή. Για κάποιους, πιθανώς. Όχι για τον Ελληνικό λαό, πάντως. Όχι για τον Ελληνικό λαό. Για κάποιους, οι οποίοι πράγματι έχουν συμφέροντα, πιθανώς ναι.

Για όλους αυτούς τους λόγους, θέλαμε την ευρύτερη συμμετοχή και στήριξη. Και επειδή ήταν σωστή και ευεργετική απόφαση, αλλά και επειδή είναι φρόνιμο και αποτελεσματικό να συμμετέχουν στην εφαρμογή και στήριξη αυτών των νέων πολιτικών της χώρας, όσες περισσότερες δυνάμεις μπορούν.

Αντιθέτως, αυτό το οποίο εισπράξαμε όλοι, η Κυβέρνηση, η Κοινοβουλευτική μας Ομάδα, από τα υπεύθυνα κόμματα, ήταν από άρνηση μέχρι και ύβρεις. Εάν είχε υπάρξει μια ξεκάθαρη θέση στήριξης από κόμματα της Αντιπολίτευσης, από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, δεν θα είχα κανένα λόγο να προτείνω ως ύστατη λύση το δημοψήφισμα.

Το δημοψήφισμα, το πρότεινα ακριβώς για να εγγυηθώ την πορεία της χώρας μας στο ευρώ, εμπιστευόμενος εν τέλει το ένστικτο και τη σοφία του Ελληνικού λαού, πολύ περισσότερο από το λεγόμενο «πολιτικό κατεστημένο».

Σήμερα, με τη νέα θέση που διατύπωσε ο κ. Σαμαράς, έγινε – ελπίζω και εξακολουθώ να ελπίζω – ένα πολύ μεγάλο πολιτικό βήμα. Ο κ. Σαμαράς, με τη δήλωσή του το μεσημέρι, είπε ότι θα ψηφίσει τη δανειακή σύμβαση, προτείνοντας ταυτόχρονα τη συγκρότηση μιας μεταβατικής, όπως την είπε, κυβέρνησης, για να οδηγηθούμε σε εκλογές.

Εξέφρασα την ικανοποίησή μου για την απόφαση της Νέας Δημοκρατίας να ψηφίσει τη δανειακή σύμβαση. Και είπα και στο Υπουργικό Συμβούλιο και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, ότι τα άλλα θέματα που έθεσε για τον σχηματισμό κυβέρνησης και το χρόνο των εκλογών, δεν μπορεί κανείς και δεν πρέπει να τα απορρίψει εκ των προτέρων ή και να τα δεχθεί εκ των προτέρων. Άρα, πρέπει να συζητηθούν, προφανώς. Πρέπει να καθίσουμε και να τα συζητήσουμε.

Δεν απέκλεισα κανένα θέμα από τη συζήτηση, θέλω να είμαι πολύ καθαρός και πολύ ειλικρινής. Ούτε τη δική μου θέση. Και δεν είμαι γαντζωμένος σε καμία καρέκλα. Αυτό το έχω πει και το αποδεικνύω καθημερινά, για το πολιτικό κόστος που εγώ προσωπικά φορτώνομαι, για ένα θέμα που δεν δημιούργησα εγώ, αλλά δεν με ενδιαφέρει.

Εγώ είμαι έτοιμος και έχω πει ότι δεν με ενδιαφέρει ούτε να επανεκλεγώ. Εμένα, με ενδιαφέρει να σώσουμε την πατρίδα. Να το ξέρει αυτό ο κόσμος.

Άρα, λοιπόν, ας συζητηθούν όλα. Και η σύνθεση της Κυβέρνησης, και οτιδήποτε άλλο. Αλλά ας συζητηθούν. Δεν χρειαζόταν αυτή η συζήτηση; Να συζητήσουμε. Εξ ουρανού θα πέσει μια νέα Κυβέρνηση; Ή να παραιτηθεί έτσι μια Κυβέρνηση; Είναι υπεύθυνο αυτό; Ή υπάρχει κάποια έτοιμη κυβέρνηση, που περιμένει;

Η θέση μου είναι, επομένως, κρυστάλλινη. Άμεσα να αρχίσουν συζητήσεις για τη συγκρότηση ενός τέτοιου σχήματος, ευρύτερα αποδεκτού, ικανού, που να υπηρετεί τις εθνικές ανάγκες της δύσκολης φάσης της χώρας και, μετά, έχοντας διασφαλίσει με το καλό την ομαλή πορεία της χώρας – διότι αυτή είναι η υποχρέωσή μας, αγαπητοί συνάδελφοι, δεν μπορούμε να παίξουμε εδώ πέρα – και την εφαρμογή της δανειακής σύμβασης, όπως σας τα ανέλυσε και ο Αντιπρόεδρος πριν από λίγο, να πάμε σε εκλογική διαδικασία.

Όμως, να πούμε έτσι ότι παραιτείται μια Κυβέρνηση, θα μπορούσε να αφήσει τη χώρα έωλη. Να υπάρξει ένα τρομακτικό κενό, αυτή την κρίσιμη στιγμή. Μια ακυβερνησία. Για λίγο, για πολύ χρόνο; Ξέρετε ότι, σε άλλες χώρες, όταν γίνονται κυβερνήσεις συνεργασίας, μπορούν να περάσουν και μήνες στη διαπραγμάτευση.

Δεν λέω ότι αυτό πρέπει να γίνει εδώ. Πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα, όσο γίνεται πιο γρήγορα. Αλλά δεν μπορούμε σ’ αυτή την περίοδο να αφήσουμε ένα κενό εξουσίας. Ας το κάνουμε λοιπόν το γρηγορότερο, αλλά ας γίνει σωστά, προσεκτικά, χωρίς κινδύνους για τη χώρα.

Μπορώ να σας πω ότι υπήρξαν ήδη θετικές, θετικότατες αντιδράσεις σε διεθνές επίπεδο, αλλά και από Ευρωπαίους ηγέτες, που κατάλαβαν αυτό που ο καθένας ήταν λογικό να καταλάβει: ότι δηλαδή άνοιγε ένας δρόμος συνεννόησης, που θα ενίσχυε τις δυνατότητες του Ελληνικού λαού να ολοκληρώσει και να εφαρμόσει τη συμφωνία, με βάση το πλαίσιο των αποφάσεων που πετύχαμε στις 26 και 27 Οκτωβρίου.

Αναρωτιέμαι, η συναινετική διάθεση του κ. Σαμαρά κράτησε μόνο λίγες ώρες; Άκουσα να επαναλαμβάνει τις γνωστές αντιπολιτευτικές κορώνες, είδα να παίρνει την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας από την αίθουσα, να αποχωρούν για άλλη μια φορά από τη Βουλή.

Εάν πρόκειται να συνεργαστούμε – και το πιστεύω αυτό – σωστά, να έχουμε αγαστή συνεργασία, χρειάζεται να χτίσουμε επιτέλους προσεκτικά ένα νέο κλίμα εμπιστοσύνης, διαλόγου και κατανόησης μεταξύ μας. Να φύγουμε από τακτικισμούς. Και αυτό, θέλω να το υπηρετήσω.

Εγώ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα επιμείνω στην ανάγκη συνεννόησης. Στην ανάγκη να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, για να διασφαλίσουμε τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί υπέρ του Ελληνικού λαού.

Τον καλώ ακόμα και τώρα να επανεξετάσει τη θέση του ή να επιβεβαιώσει τη θέση του, να επανέλθει ακόμα και στην αίθουσα, ή τουλάχιστον να πάρει μέρος άμεσα στη συζήτηση αυτή, της συγκρότησης μιας Κυβέρνησης, με την ευρύτερη δυνατή στήριξη. Άμεσα, όσο γίνεται γρηγορότερα. Να τοποθετηθεί, με βάση το εθνικό συμφέρον, το συμφέρον του Ελληνικού λαού.

Κυρίες και κύριοι, δύο χρόνια τώρα, πάρα τις πρωτοφανείς αναταράξεις, κρατάμε σταθερό το τιμόνι σε μια δύσκολη πορεία, αλλά είναι η μόνη πορεία που εγγυάται ότι θα προστατεύσουμε την ελληνική οικογένεια από τα χειρότερα, ότι τα σχολεία και τα νοσοκομεία θα λειτουργήσουν, ότι ο μισθός του υπαλλήλου και η σύνταξη του συνταξιούχου θα καταβάλλονται.

Η μόνη πορεία που αλλάζει την Ελλάδα και την οδηγεί στην Ελλάδα που θέλουμε. Που φεύγει από την Ελλάδα των ελλειμμάτων και οδηγεί στην Ελλάδα των πλεονασμάτων. Στο πλεόνασμα αξιοπιστίας, ποιότητας, δημιουργίας και δικαιοσύνης. Από την Ελλάδα που χρωστάει παντού, την Ελλάδα των επιτηρήσεων, να πάμε στην Ελλάδα που δεν χρειάζεται «δάνειες» δυνάμεις για να επιβιώσει, αλλά βασίζεται στις δικές της δυνάμεις, αυτοδύναμη. Που αξιοποιεί όλα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα – και είναι πολλά, οι άνθρωποί της, ο πολιτισμός της, ο παραγωγικός της πλούτος, το ταλέντο των Ελλήνων, το μυαλό της νέας γενιάς.

Η μετάβαση από την Ελλάδα των ελλειμμάτων, στην Ελλάδα των πλεονασμάτων, μπορεί να είναι δύσκολη, ίσως και οδυνηρή για πολλούς, που συνήθως είναι τα γνωστά υποζύγια στην κοινωνία και στην οικονομία. Που καλούνται, για μια ακόμα φορά, να βάλουν πλάτη σε μια πρωτόγνωρη εθνική προσπάθεια. Και το κάνουν, με περίσσευμα ψυχής και καρδιάς, για την πατρίδα.

Γι΄ αυτό και η έγνοιά μου είναι, πρώτα απ’ όλα, σε κάθε σκληρά εργαζόμενο οικογενειάρχη, επιχειρηματία, αγρότη. Είναι ο μισθοσυντήρητος, ο άνεργος, ο απόμαχος της ζωής, που ζει με λιγότερα από ό,τι δικαιούται.

Αυτή είναι η έγνοιά μου, αυτούς θέλουμε να προστατέψουμε και αυτή η εθνική προσπάθεια αφορά πρωτίστως σε αυτούς. Γι΄ αυτό, ζητάμε την εθνική συστράτευση. Διότι η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου διαμορφώνει νέα δεδομένα και η εφαρμογή της νέες προοπτικές. Πρέπει να υλοποιηθεί το ταχύτερο, χωρίς να χαθεί ούτε μία ημέρα. Χωρίς να υπάρξουν κενά, χωρίς να υπάρξουν πισωγυρίσματα. Χωρίς να δώσουμε ευκαιρία σε οποιονδήποτε, να αμφισβητήσει τις δικές μας προθέσεις και δυνατότητες.

Είναι καθήκον μας. Και η απόφαση, ελπίζω, της Νέας Δημοκρατίας, να στηρίξει τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου, δημιουργεί επίσης νέα δεδομένα. Χαιρετίζουμε αυτή την απόφαση και πάλι, ως μια νέα περίοδο συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα.

Γι΄ αυτό ζητώ, όμως, και την ψήφο εμπιστοσύνης, για έναν παραπάνω λόγο: για να προχωρήσουμε, με την ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση, όχι μόνο στα αναγκαία βήματα για τη χώρα, αλλά να προχωρήσουμε άμεσα και στην έναρξη των συζητήσεων, χωρίς να υπάρχουν κενά, σε μια συνεργασία, που θα τύχει, ελπίζω, της ευρύτερης πολιτικής στήριξης.

Πιστεύω ότι η χώρα μας πρέπει να πάει μπροστά. Πιστεύω ότι η χώρα μας μπορεί να πάει μπροστά και θα πάει μπροστά, ενώνοντας τις δυνάμεις μας.

Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Διαβάστε επίσης