Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ας επιλέξουν οι πολίτες τον σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής | Άρθρο | 17.10.2017

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου, στη Συζήτηση επί της Προτάσεως του Πρωθυπουργού για την Παροχή Ψήφου Εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ζήτησα την ανανέωση της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου προς τη νέα Κυβέρνηση, που σχημάτισα την Παρασκευή, γιατί η χώρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Και τη ζητώ, όπως ζητώ και την εθνική συνεννόηση, στη βάση συγκεκριμένων βασικών επιλογών και παραδοχών.
Πρώτη παραδοχή, αν θέλετε, πρώτος πυλώνας για την εθνική συνεννόηση: το χρέος και τα ελλείμματα αποτελούν εθνικό πρόβλημα και το πρόβλημα αυτό, μας θέτει υπό μία ιδιότυπη κηδεμονία.

Όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θεωρώ ότι αν θέλουμε να είμαστε εκτός, να μην είμαστε δηλαδή σε αυτή την ιδιότυπη οικονομική εξάρτηση, ας συμφωνήσουμε και ως βάση της εθνικής συνεννόησης ότι, πρώτοι εμείς χρειάζεται να βάλουμε τάξη στα του οίκου μας και ότι είμαστε όλοι διατεθειμένοι να κάνουμε τα πάντα, για να φύγουμε από την εξάρτηση, έστω κι αν αυτή σήμερα μας προστατεύει από τη χρεοκοπία.

Και να συμφωνήσουμε ότι τα προβλήματά μας δεν πρόκειται να λυθούν με το να διώξουμε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με το να διώξουμε τους εταίρους μας ή με το να μην ξαναπατήσει η τρόικα στη χώρα μας. Ας κατανοήσουμε ότι είναι δική μας πια η ευθύνη για την πορεία της χώρας και ότι είναι στο δικό μας χέρι να αλλάξουμε την κατάσταση. Και την αλλάζουμε την κατάσταση και αυτή είναι η δέσμευσή μας.

Όσο δύσκολο και επίπονο κι αν είναι, εμείς θα το καταφέρουμε, κανένας άλλος. Θέλω εδώ να ζητήσω τη συμφωνία σας, αγαπητοί συνάδελφοι. Εμείς πάντως ζητάμε ψήφο εμπιστοσύνης, όχι για να βρούμε εξιλαστήρια θύματα ή να ψάχνουμε συνωμοσίες και συνωμότες, αλλά για να αναλάβουμε κάθε δράση, πολιτική πρωτοβουλία και μεταρρύθμιση εμείς, οι Έλληνες, ώστε η Ελλάδα του αύριο να μην εξαρτάται από δάνειες δυνάμεις.

Δεν υπάρχουν ευθύνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Δεν υπάρχουν ευθύνες στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα; Και βέβαια, να έρθουμε και σε αυτές, αλλά κανείς δεν θα ακούσει την ελληνική φωνή, πρόταση, απαίτηση ή ακόμα και διαμαρτυρία και κριτική απέναντί τους, εάν δεν βλέπουν ότι εμείς αξιόπιστα διορθώνουμε τα λάθη μας, λάθη πολλών δεκαετιών.

Δεύτερο σημείο συνεννόησής μας: οι βασικές επιλογές μας για τη διαχείριση του χρέους μας. Τον περασμένο Μάιο, πριν ζητήσουμε τη στήριξη του μηχανισμού, φώναξα συνεργάτες, οικονομολόγους και τους αρμόδιους Υπουργούς στο γραφείο μου και έγραψα στον πίνακα, όπως συνηθίζω, τρεις επιλογές, τις τρεις μοναδικές, πραγματικές επιλογές που είχαμε μπροστά μας.

Εφόσον, είπα, δεν μπορούμε να βγούμε στις αγορές για να δανειστούμε, αξιολογήστε και επιχειρηματολογήστε υπέρ ή κατά των τριών παρακάτω επιλογών: πρώτη επιλογή, η χρεοκοπία. Δηλώνουμε, δηλαδή, στάση πληρωμών. Δεύτερη επιλογή, φεύγουμε από το ευρώ και δηλώνουμε και εδώ στάση πληρωμών, διότι δεν θα μπορούσαμε ούτε να σκεφθούμε να πληρώσουμε σε δραχμές το χρέος μας, που είναι σε ευρώ.

Τρίτη επιλογή, ζητάμε βοήθεια από το νέο ευρωπαϊκό μηχανισμό, που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε, και διαπραγματευόμαστε έναν δύσκολο, αλλά οργανωμένο δρόμο μπροστά στην κρίση. Δεν έχω το χρόνο σήμερα, βέβαια, να αντιπαραθέσω όλη την επιχειρηματολογία, γιατί απορρίφθηκαν οι δύο πρώτες επιλογές. Στην τρίτη επιλογή κατέληξε και το άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο της 22ας Απριλίου του 2010, την παραμονή της ανακοίνωσης της αίτησής μας για βοήθεια από τον μηχανισμό στήριξης.

Μπορώ να σας πω, όμως, ότι οι συνέπειες μιας επιλογής βίαιης χρεοκοπίας ή εξόδου από το ευρώ, θα ήταν άμεσες και καταστροφικές για το ελληνικό νοικοκυριό, τις τράπεζες, αλλά και για την αξιοπιστία της χώρας μας, που μπορεί να μας έφερνε πάλι στα ίδια, δηλαδή σε μια ιδιότυπη οικονομική κηδεμονία από τον ίδιο ή άλλο μηχανισμό, έχοντας όμως πληρώσει ένα τεράστιο τίμημα ολόκληρη η ελληνική κοινωνία.

Υπενθυμίζω ότι, χωρίς τον μηχανισμό στήριξης, θα πηγαίναμε κατευθείαν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, χωρίς ευρωπαϊκή στήριξη. Αλλά ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα στήριξης που έχει δώσει ποτέ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είναι αυτό της Βραζιλίας, δηλαδή 30 δισεκατομμύρια δολάρια. Πού θα έβρισκε 110 δισεκατομμύρια ευρώ και άλλα τόσα περίπου, στο νέο πρόγραμμα που συζητείται;

Προσπάθησα λοιπόν να αφυπνίσω τους Ευρωπαίους εταίρους, για να μας στηρίξουν, ενώ ταυτόχρονα αγωνίστηκα για να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας και κατεύθυνσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Στην αρχή, βρήκα πόρτες κλειστές, κανείς δεν μας άκουγε, κανείς δεν μας πίστευε, κανείς δεν πίστευε την Ελλάδα και τους Έλληνες. Τους είχαμε κοροϊδέψει για πολλοστή φορά, είχαμε πει και επισήμως ψέματα για το έλλειμμά μας.

Έδωσα μάχη για να στηθεί εκ του μηδενός ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης. Τη μάχη αυτή την κέρδισα, την κερδίσαμε, την κέρδισε η Ελλάδα, με την αξιοπιστία της, την κέρδισαν οι πολίτες αυτής της χώρας. Με ειλικρίνεια σας λέω, επίσης, ότι από τότε ξέραμε ότι το ελληνικό χρέος είναι δυσθεώρητο και δύσκολο να το διαχειριστούμε, με όποιο καλό πρόγραμμα και να είχαμε.

Γι΄ αυτό και σας λέω σήμερα – δεν θα μπορούσα να το πω χθες – ότι από τότε ξεκίνησαν μελέτες, προετοιμασίες και αθόρυβες διαπραγματεύσεις, για να φτάσουμε πρώτα απ’ όλα στη μείωση του επιτοκίου και στην επιμήκυνση του θεσμικού δανείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αυτό που τελικά καταφέραμε μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις τον Μάρτιο του 2011, δηλαδή πριν από δύο μήνες. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μόνο για το σκέλος του δανείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να έχουμε μια ανάσα 48,5 δισεκατομμυρίων ευρώ μέχρι το 2015 και 4 δισεκατομμυρίων ευρώ μείωσης των επιτοκίων.

Δεύτερον, σήμερα γίνεται οργανωμένα συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, δηλαδή αυτού που οφείλει η Ελλάδα σε ξένες και ελληνικές Τράπεζες και σε Ταμεία. Αυτό γίνεται πια σήμερα. Και τότε, όμως, είχαμε ξεκινήσει αυτές τις διαπραγματεύσεις και δεν θα βρισκόμασταν εδώ, εάν δεν είχαμε δείξει αυτούς τους μήνες, όλον αυτό το χρόνο, αξιοπιστία και συνέπεια στο πρόγραμμά μας. Δεν θα είχαμε φτάσει να συζητάμε για τη λύση του μεγαλύτερου προβλήματος αυτής και των επόμενων γενεών της Ελλάδας.

Ποτέ όμως δεν θα μπορούσαμε να συζητάμε τις κινήσεις μας δημοσίως, παρά τις φωνές, παρά τις κριτικές της Αντιπολίτευσης, παρά τις εκκλήσεις αναλυτών, έγκυρων και μη. Σήμερα, αυτή η συζήτηση έχει γίνει αντικείμενο επίσημης διαπραγμάτευσης στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Θέλω να σας ομολογήσω ότι, ακόμα κι αν με πολύ δύσκολη διαπραγμάτευση έχουμε μια επιτυχή έκβαση στο τέλος αυτής της εβδομάδας ή, αν θέλετε, τον επόμενο μήνα, το ζήτημα της διαχείρισης του ελληνικού χρέους δεν έχει τελειώσει.

Όμως, θεωρώ ότι η βασική επιλογή της οργανωμένης αντιμετώπισης του χρέους, της αντιμετώπισης του χρέους σε συνεργασία με τους εταίρους μας, με τρόπο που δεν δημιουργεί απότομες αντιδράσεις αγορών, δυσπιστία, ανοργάνωτη και ανεξέλεγκτη τελικά χρεοκοπία – έναν ξαφνικό θάνατο – είναι η δεύτερη βάση, πάνω στην οποία μπορεί και πρέπει να υπάρχει εθνική συνεννόηση και ψήφος εμπιστοσύνης. Και ρωτώ και γι΄ αυτό, αν συμφωνείτε με αυτή τη βασική μας επιλογή.

Τρίτο σημείο συνεννόησης μεταξύ μας: το χρέος και τα ελλείμματα είναι το σύμπτωμα της ασθένειας που βιώνουμε, όχι τα αίτια. Τα αίτια είναι πολύ βαθύτερα. Μπορούμε να συμφωνήσουμε στις αιτίες, στις ρίζες του προβλήματος και αυτές να χτυπήσουμε; Ίσως είναι πιο δύσκολο, γιατί ενέχουν και έντονα ιδεολογικό χαρακτήρα.

Για εμάς, η βάση του προβλήματος θεωρώ ότι είναι η ανισότητα στην κοινωνία μας. Ανισότητα, άνιση δηλαδή διαχείριση του πλούτου, άνιση κατανομή εξουσίας, άνιση κατανομή βαρών αλλά και καρπών της ανάπτυξης, άνιση, κακή και ιδιοτελής διαχείριση του δημόσιου πλούτου, που ιδιοποιείται είτε από μεγαλοπαράγοντες, είτε και από τη γραφειοκρατία, από συντεχνίες ή προνομιούχους, σε βάρος των πολλών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα πελατειακό κράτος, κοστοβόρο, υπέρογκο, συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και αδιαφανές, που κάθε άλλο παρά συνέβαλε στη βιώσιμη ανάπτυξη.

Και σε αυτό, προστέθηκε και ο σχετικά εύκολος και φθηνός δανεισμός λόγω ευρώ, που εκτόξευσε επιχειρήσεις-φούσκες, μικρές και μεγάλες, οι οποίες βασίστηκαν σε μια υπερκατανάλωση εισαγωγών και όχι σε μια βιώσιμη ελληνική παραγωγή. Αυτά είναι πρωτίστως πολιτικά προβλήματα.

Εμείς κληθήκαμε από τον Ελληνικό λαό, πρώτιστα, να κάνουμε βαθιές τομές σε ένα σύστημα πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και θεσμικό, που είχε φτάσει στην παρακμή. Και αν αυτές είχαν γίνει, αν είχαν γίνει πριν από την κρίση του χρέους και του ελλείμματος, τότε ίσως θα είχαμε αποφύγει ή τουλάχιστον μετριάσει τις επιπτώσεις μιας παγκόσμιας κρίσης, όπως το κατάφεραν άλλες χώρες.

Αναφέρομαι στη Χιλή, που είναι κοντά στα μεγέθη μας και στην ιστορία μας. Εκεί, τους βρήκε η κρίση με θεσμούς ισχυρούς, διαφάνειας, με πλεονάσματα και με καλή διαχείριση του πλούτου του λαού της Χιλής, και δεν αισθάνθηκαν καν την οικονομική κρίση.

Μπορούμε λοιπόν να εγγυηθούμε στον Ελληνικό λαό, ότι θα κάνουμε τις απαραίτητες θεσμικές αλλαγές στο κράτος, στο πολιτικό σύστημα, στη διάρθρωση της οικονομίας και αυτά να αποτελέσουν τον τρίτο και βασικό πυλώνα μιας νέας εθνικής συνεννόησης;

Τέταρτο σημείο. Με ρωτάτε: είναι σωστός ο δρόμος που έχουμε πάρει; Ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε; Μήπως το φάρμακο είναι σε λάθος δόση ή είναι λάθος η συνταγή;

Να συμφωνήσουμε στις πραγματικές διαστάσεις της πορείας μας, λοιπόν, και των δυσκολιών, αλλά και των επιτευγμάτων. Γιατί είναι πολύ εύκολο, αυτή την εποχή, σε αυτή την εθνική κρίση, να ασκεί ο καθένας αντιπολιτευτική κριτική, που ηχεί ευχάριστα ή που ξύνει πληγές των πολιτών, για ψηφοθηρικούς λόγους. Είναι πολύ βολικό να θέλει να βγάλει κανείς τελικά συμπεράσματα, ενώ βρίσκεται στη μέση του δρόμου και, μάλιστα, ίσως στο πιο δύσκολο σημείο. Είναι τόσο εύκολο να τα ισοπεδώνουμε όλα και να λέμε, έτσι αβασάνιστα, «αποτύχαμε, δεν έπιασαν τόπο οι θυσίες του Ελληνικού λαού».

Αγαπητοί συνάδελφοι, έπιασαν τόπο οι θυσίες του λαού. Δεν έχουμε φθάσει στο τέλος, αλλά έχουμε σοβαρά και θετικά αποτελέσματα. Φανήκαμε μέχρι τώρα συνεπείς σε όλες τις βασικές μας δεσμεύσεις. Περάσαμε μέχρι τώρα θετικά όλες τις εξονυχιστικές αξιολογήσεις. Μειώσαμε πέρυσι το έλλειμμά μας κατά 5 μονάδες του ΑΕΠ, όσο καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης δεν έχει καταφέρει μέχρι τώρα – ένας πραγματικός άθλος του Ελληνικού λαού.

Βάλαμε μπροστά μεγάλες αλλαγές: το ασφαλιστικό, τον «Καλλικράτη», την αξιοκρατία στο Δημόσιο, την απόλυτη διαφάνεια στις κρατικές αποφάσεις, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, με πράσινη ενεργειακή πολιτική.

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις μεγάλες αλλαγές, που έπρεπε να είχαν γίνει πολλά χρόνια πριν. Και είναι αλλαγές που, σταδιακά, θα μας οδηγήσουν σε μια οικονομία και μια κοινωνία βιώσιμη, παραγωγική, ανταγωνιστική και πιο δίκαιη. Αλλαγές, που θέλουν βεβαίως και το χρόνο τους.

Όμως, έχουμε και δυσκολίες, βέβαια, έχουμε αλλού και αποκλίσεις, για τις οποίες πρέπει να μιλήσουμε ειλικρινά. Ποιες ήταν οι δυσκολίες και τα λάθη; Ένα βασικό ήταν ότι οι εταίροι μας προέβλεπαν πως, με την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, το 2012, η Ελλάδα θα μπορούσε να αρχίσει να δανείζεται και πάλι κανονικά.

Αυτό φαίνεται ότι δεν είναι εφικτό, ήταν μια λάθος πρόβλεψη, μια πρόβλεψη που έγινε σε μια εποχή, πριν μεγαλώσει η κρίση χρέους στην Ευρώπη και πριν χρειαστεί να ενταχθούν κι άλλες δύο χώρες της Ευρωζώνης σε αυτό το μηχανισμό στήριξης.

Αλλά αυτή η λάθος πρόβλεψη δεν ήταν δική μας, ήταν όλων των εταίρων μας και διεθνών Οργανισμών, όπως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Εμείς, είχαμε μιλήσει νωρίς για την κρίση του ευρώ και όχι μόνο για την ελληνική κρίση. Ας μην αδικούμε, λοιπόν, τους εαυτούς μας για το γεγονός ότι αυτή η πρόβλεψη δεν επαληθεύτηκε – δεν φταίει η Ελλάδα.

Μάλιστα, εμείς πάντα μιλούσαμε για έναν μηχανισμό, που θα αντιμετώπιζε αποτελεσματικά τις αγορές, όπως τα ευρωομόλογα. Να δανείζεται δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ μέρους των κρατών-μελών, και οι χώρες με κακή διαχείριση, όπως η Ελλάδα, να πληρώνουν ένα σημαντικό πρόστιμο, αλλά όχι τοκογλυφικά επιτόκια.

Και αυτό πρέπει να το πούμε πολύ καθαρά, για να πάψουμε να αυτομαστιγωνόμαστε ως χώρα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι εμείς δεν τηρήσαμε τις δεσμεύσεις μας ή ότι η συνταγή ήταν λάθος. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι μειώσαμε κατά 5 και όχι κατά 5,5 μονάδες του ΑΕΠ το έλλειμμα – οι αγορές δεν αντέδρασαν σε αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν σοβαρά συστημικά προβλήματα.

Υποτιμήθηκε διεθνώς – και κυρίως στην Ευρώπη – το βάθος της κρίσης, το μέγεθος της αστάθειας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι οίκοι αξιολόγησης αποφασίζουν κατά το δοκούν. Συντηρούνται φορολογικοί παράδεισοι, παρά τις διαμαρτυρίες και προσπάθειες της Ελλάδας και άλλων χωρών, όπου πολλοί μεταφέρουν πόρους από την Ελλάδα, που θα έπρεπε είτε να φορολογηθούν, είτε να διατεθούν για επενδύσεις.

Οι κερδοσκόποι των παραγώγων έχουν κάθε λόγο να δουν την Ελλάδα να αποτυγχάνει, ενώ οι αναλυτές καθημερινά προβλέπουν χρεοκοπία. Αυτό και μόνον, μαζί με τα Μέσα Ενημέρωσης που δημιουργούν πανικό, επηρεάζει την ελληνική οικονομία, αποτρέπει επενδυτές και φοβίζει τον Έλληνα επιχειρηματία να επενδύσει. Μην αδικούμε λοιπόν εαυτούς. Μη δίνουμε τροφή σε όσους θέλουν την αποτυχία μας, ισοπεδώνοντας τα πάντα και ιδιαίτερα τις θυσίες του Ελληνικού λαού. Αυτές είναι οι θυσίες που πρέπει να σεβαστούμε, γιατί πραγματικά μας έχουν δώσει αξιοπιστία και διαπραγματευτική δύναμη για να συνεχίσουμε, χωρίς ανασφάλεια, μια δύσκολη πορεία.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το γεγονός ότι η χώρα μας δεν θα μπορέσει να δανειστεί το 2012 από τις αγορές, αποτελεί μια νέα, απρόβλεπτη επιπλοκή, μια απειλή για τη χώρα μας. Μια απειλή, που πρέπει να δούμε κατάματα, όμως, και να την αντιμετωπίσουμε χωρίς να βάλουμε το κεφάλι στην άμμο.

Γι΄ αυτό, ξεκινήσαμε και πάλι – και αυτή η Κυβέρνηση, αυτό έχει μπροστά της – διαπραγματεύσεις με τους εταίρους μας, για να βρούμε λύση, βιώσιμη λύση αυτή τη φορά, σε μακροπρόθεσμη βάση, για το πρόβλημα του υπέρογκου χρέους της χώρας και για να καλύψουμε ομαλά τις δανειακές μας ανάγκες τα επόμενα χρόνια.

Ζητώ λοιπόν και εδώ ψήφο εμπιστοσύνης, για να μπορέσουμε με ισχυρή φωνή να διαπραγματευθούμε μια νέα συμφωνία, που θα προστατεύει την Ελλάδα από τις άγριες διαθέσεις των αγορών, για τα επόμενα χρόνια.

Κανείς δεν μας επιβάλλει την εθνική συνεννόηση, αλλά σκεφτείτε: όταν το θέμα του ελληνικού χρέους αποτελεί κύριο αντικείμενο συζητήσεων σε όλες τις διεθνείς συναντήσεις, όταν η Ελλάδα και το πρόβλημα χρέους της είναι και πάλι πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες του κόσμου, όταν οι εταίροι μας δείχνουν πρόθυμοι να μας βοηθήσουν και πάλι, όταν τα Κοινοβούλιά τους, συνήθως και διακομματικά, ψηφίζουν υπέρ της Ελλάδας και διαθέτουν χρήματα των δικών τους φορολογουμένων, εγώ θεωρώ ότι είναι καθήκον μας να ομονοούμε σε μια εθνική προσπάθεια, σε αυτή την ιδιαίτερη για την Ελλάδα στιγμή.

Η εικόνα της διαίρεσης καθόλου δεν μας βοηθάει. Μας κάνει λιγότερο πειστικούς και δημιουργεί ανησυχία για τη σοβαρότητα με την οποία αξιοποιούμε τα χρήματα και τις αλλαγές που πρόκειται να κάνουμε, για να γίνουμε βιώσιμοι και ανταγωνιστικοί.

Ρωτούν: θα αποπληρώσουμε τα δάνειά μας; Πάντως, περισσότερο από εμάς, θέλουν οι ίδιοι να απεμπλακούν από αυτή την ιδιότυπη κηδεμονία. Πολιτικά, αντιδρούν στο να μας στηρίζουν, περιμένουν να σταθούμε εμείς στα πόδια μας. Αυτό, για όσους θεωρούν ότι η ένταξή μας στο μηχανισμό είναι μια συνομωσία.

Και ας μην ξεχνάμε ότι η λύση δεν είναι δεδομένη, υπάρχουν ακόμα πολλά προβλήματα και αντιστάσεις. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιδρούν, έχοντας δυσκολίες να πείσουν την κοινή τους γνώμη, ακόμη και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, όπου υπάρχουν αναδυόμενες χώρες, φτωχότερες, οι οποίες λένε, «γιατί τόσα, σε μια πλούσια χώρα, όπως η Ελλάδα;».

Γι’ αυτό, χρειάζεται εθνική ενότητα και την επιδιώκω με κάθε τρόπο. Η νέα Κυβέρνηση έχει ως πρώτο καθήκον, όπως είπα, να ολοκληρώσει την τρέχουσα διαπραγμάτευση. Είναι υπαρκτό πρόβλημα και το θέτει η πραγματικότητα με άμεσο τρόπο.

Ξέρετε πολύ καλά ότι τα διαθέσιμα του Δημοσίου θα εξαντληθούν σύντομα, αν δεν λάβουμε την πέμπτη δόση του δανείου. Παράλληλα, όμως, έχουμε και το μέλλον, τα επόμενα χρόνια. Γι΄ αυτό, δίνουμε μια δύσκολη μάχη διαπραγμάτευσης, για να διασφαλίσουμε την ηρεμία, την ασφάλεια και τη σιγουριά μας.

Θα συναντήσω, αύριο και μεθαύριο, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κ. Βαν Ρομπόι, και τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Μπαρόζο, ακριβώς γι΄ αυτά τα θέματα. Αυτά συζητά και ο νέος Υπουργός Οικονομικών, ο κ. Βενιζέλος, στο σημερινό έκτακτο EUROGROUP.

Πέραν της κρίσιμης διαπραγμάτευσης, η Κυβέρνησή μας έχει ως στόχο και προχωρά στις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται η χώρα: πρώτα απ’ όλα, την επίπονη δημοσιονομική εξυγίανση, που το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα προβλέπει, δίνοντας ένα τέλος στην παραγωγή ελλειμμάτων, με πρώτο σταθμό το 2012.

Διπλός στόχος-στοίχημα: να πετύχουμε πρωτογενές πλεόνασμα. Δηλαδή, απλά, το κράτος να πάψει να ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει. Και αυτό θα είναι ένα σαφές σήμα, επίσης, ότι δαμάζουμε πια το έλλειμμα και το χρέος.

Και δεύτερον, μια ανάπτυξη βιώσιμη, όχι παρασιτική που παράγει βάρη και ελλείμματα για τον Ελληνικό λαό. Και αυτός ο δεύτερος στόχος της Κυβέρνησης, είναι η προσπάθεια ευρύτερης ανασυγκρότησης και αλλαγής του αναπτυξιακού προτύπου.

Η νέα Κυβέρνηση προσαρμόζει τις νέες προτεραιότητες, για να αντιμετωπίσει πέντε βασικούς άξονες. Πρώτα απ’ όλα, να διορθώσουμε αδικίες που ανέδειξε η τελευταία περίοδος που βιώνουμε. Προσέξτε τι λέω: αδικίες προϋπάρχουσες, τις οποίες ανέδειξε, μεταξύ άλλων, ακόμα και η εφαρμογή του μνημονίου.

Δεν έφταιξε γι΄ αυτές το μνημόνιο – να είμαστε καθαροί και ειλικρινείς. Όταν καλούμαστε να μειώσουμε ραγδαία τα ελλείμματα, αναγκαστικά, τραβάμε χρήματα από το κράτος και την οικονομία. Όταν όμως υπάρχει ένα αδιαφανές, δαιδαλώδες και άνισο σύστημα είσπραξης-επιβολής φόρων και εισφορών, αλλά και ανεξέλεγκτων δαπανών, που δημιουργεί τεράστια σπατάλη και ευνοεί τη διαφθορά, τότε βεβαίως υπάρχει αδικία.

Για να το πούμε απλά, τραβάμε από τον κουμπαρά που έχουμε και δεν τραβάμε από τα λεφτά που είναι είτε κλεμμένα, είτε κρυμμένα. Και αυτό αδικεί τον καλοπληρωτή ή και αυτόν που δεν μπορεί να κρύψει και ευνοεί σκανδαλωδώς τον φοροφυγά.

Παρότι, κ. Σαμαρά, είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε και νέα και καλύτερα φορολογικά συστήματα και να τα συνδιαπραγματευθούμε, το πραγματικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι αυτό. Ας συμφωνήσουμε, λοιπόν, εδώ ότι πρέπει να φτιάξουμε και καλύτερους και αποτελεσματικότερους φορολογικούς μηχανισμούς, για να αντιμετωπίσουμε δραστικά τη φοροδιαφυγή και να διαμορφώσουμε μια φορολογική συνείδηση στη χώρα που, χωρίς αυτήν, αδικούνται οι πιο αδύναμοι.

Να δούμε, επίσης, τη διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό. Όπως ξέρετε, είμαι ήδη σε επαφή με την Πρωθυπουργό της Ελβετίας και κάνουμε κινήσεις για την είσπραξη φόρων από Έλληνες καταθέτες, που φοροδιαφεύγουν μέσω Ελβετίας. Η αίσθηση αδικίας στη χώρα μας δεν είναι μόνον υπαρκτή, αλλά μπορεί και να τινάξει στον αέρα το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Στην κορυφή των προτεραιοτήτων μας, είναι ένα νέο Σύνταγμα, εύληπτο, κατανοητό στον κάθε πολίτη. Δεν θα περιορίσουμε την προσπάθειά μας σε μια τεχνητή αναθεώρηση. Επιδιώκουμε μια ευρεία συζήτηση για τις ανάγκες ενός νέου καταστατικού χάρτη. Αυτονόητο: στρεβλώσεις όπως το άρθρο 86, σχετικά με την ποινική ευθύνη των Υπουργών, πρέπει να εκλείψουν οριστικά.

Έχω προτείνει στους Αρχηγούς των κομμάτων και προτίθεμαι να δημιουργήσω μια Επιτροπή 20–25 προσωπικοτήτων, που θα εκπροσωπούν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, η οποία θα καταγράψει και θα επεξεργαστεί προτάσεις για τις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα – προτάσεις από τους πολίτες, το διαδίκτυο και τους φορείς.

Από τη λειτουργία της Βουλής, τον αριθμό των Βουλευτών, την ευθύνη των Υπουργών, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, τη θητεία εκλεγμένων αξιωματούχων, το εκλογικό σύστημα, μέχρι τη Δικαιοσύνη και πολλά άλλα ακόμη, τα οποία θα παραδοθούν στην Κυβέρνηση, για να τα επεξεργαστεί η αρμόδια Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και, αμέσως μετά, να πάμε σε δημοψήφισμα. Δηλαδή, το Φθινόπωρο, να πάμε σε δημοψήφισμα για τις μεγάλες αλλαγές σε αυτό τον τόπο.

Ξέρω ότι τα «βέλη» της πλατείας, πολλές φορές, αδίκως στρέφονται προς τη Βουλή, όμως, θα έχουν απόλυτο δίκιο, αν αυτή η Βουλή δεν προχωρήσει σε μεγάλες τομές στο πολιτικό σύστημα. Και από αυτό θα κριθούμε, και η Κυβέρνηση, και όλα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης.

Έχουμε βεβαίως και το πρόγραμμα των μεγάλων αλλαγών στη Δημόσια Διοίκηση, για τις οποίες θα σας μιλήσει ο αρμόδιος Υπουργός.

Δεύτερη προτεραιότητα, η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, με τα πρώτα σημάδια περιορισμού της ύφεσης, που έχουμε μετά από χρόνια, και αύξησης-ρεκόρ των εξαγωγών, με άνοιγμα επαγγελμάτων, με θεσμικό πλαίσιο για επιτάχυνση μεγάλων επενδύσεων, με χρηματοδοτικά εργαλεία ΕΤΕΑΝ, με απλοποίηση της διαδικασίας ίδρυσης επιχειρήσεων και απλοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Επίσης, σπάσιμο της γραφειοκρατίας, ηλεκτρονικές υπηρεσίες του κράτους, μείωση συντελεστών στα κέρδη των επιχειρήσεων, που επενδύονται με επίκεντρο την πράσινη ανάπτυξη, παραγωγή εξαγωγικών προϊόντων αιχμής και στήριξη της αγροτικής εξαγωγής.

Κύριο θέμα, όμως, και κύρια μεγάλη αλλαγή, είναι η επένδυση στο ίδιο το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας μας, ξεκινώντας με ένα νέο σύστημα εκπαίδευσης, που προάγει δεξιότητες και ταλέντα μαθητών και σπουδαστών, καθώς και με μια ιστορική μεταρρύθμιση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Θεωρώ ότι πάνω σε αυτή τη βάση θα μπορούσαμε επίσης να έχουμε ευρύτατες συνεργασίες.

Και για την ανάπτυξη, βάζουμε για πρώτη φορά ένα τεράστιο πρόγραμμα σε εφαρμογή, αξιοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του κράτους, που θα φέρει θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία, επενδύσεις, δυνατότητες και υπηρεσίες στους πολίτες. Δεσμευόμαστε ότι αυτό θα γίνει με τον πλέον διαφανή τρόπο, με πλήρη ενημέρωση της Βουλής και των Ελλήνων πολιτών, θέτοντας ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Τρίτη προτεραιότητα, το αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Μια νέα ισορροπία μέσα στο δύσκολο πρόγραμμα του μνημονίου, που εγγυάται και τη μείωση των ελλειμμάτων, αλλά δημιουργεί και όλες τις συνθήκες για την προστασία των πιο αδύναμων στρωμάτων.

Προχωράμε στη στοχευμένη και δικαιότερη κατανομή των κοινωνικών δαπανών και ενοποιούμε όλες τις κοινωνικές παροχές, έτσι ώστε να παρέχονται από μία Υπηρεσία. Πρώτο βήμα, η βάση για να θεμελιώσουμε ένα σύστημα ελάχιστου εγγυημένου επιπέδου διαβίωσης, δίκαιες και αποτελεσματικές ρυθμίσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και ιατρική κάλυψη σε όλους τους ανέργους, που δεν καλύπτονται από Ταμεία.

Όπως έχουμε δεσμευτεί, προχωράμε στη ριζική αλλαγή του τρόπου απονομής συντάξεων, με στόχο τη σημαντικά ταχύτερη απονομή τους. Και παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, προτεραιότητα και απόφασή μας είναι η ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων – και αυτό θα γίνει το ταχύτερο δυνατόν.

Βασικό μέλημα, βέβαια, της κοινωνικής πολιτικής είναι η ανεργία. Παρεμβαίνουμε δυναμικά, ώστε 400.000 άτομα να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους, με στοχευμένα προγράμματα επιχορήγησης εισφορών. Δημιουργούμε, μέσω της επιδότησης ασφαλιστικών εισφορών, 65.000 νέες θέσεις εργασίας. Στόχος μας είναι να προωθηθεί η επιχειρηματικότητα.

Θεσμοθετούμε την κοινωνική οικονομία, ως εργαλείο προαγωγής του συλλογικού κοινωνικού συμφέροντος. Επίσης, την επέκταση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, βελτιώνοντας υπηρεσίες και μειώνοντας δαπάνες. Θέτουμε για πρώτη φορά σε ισχύ το σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Τέταρτη προτεραιότητα είναι η περαιτέρω ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας μας. Θα συνεχίσουμε και είμαστε απολύτως ξεκάθαροι εδώ, ότι τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας, που αφορούν θέματα εθνικής κυριαρχίας και εθνικών μας δικαιωμάτων, δεν θα παζαρευτούν ποτέ με το οικονομικό πρόβλημα που έχει σήμερα η Ελλάδα. Και αυτό, το έχουμε αποδείξει σε συγκεκριμένες στιγμές, όταν απειλήθηκε π.χ. το δικαίωμα ψήφου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω του οικονομικού προβλήματος, όπου βάλαμε ξεκάθαρο βέτο.

Αλλά να προσθέσω και μια πέμπτη προτεραιότητα, μπροστά και στο νέο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: να κινηθούμε μαζί για όλα τα παραπάνω, αλλά και για μεγάλες κατακτήσεις και μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Να προωθήσουμε, ναι, μεγάλες αλλαγές, παρά τη συντηρητική Ευρώπη, γιατί είμαστε ελάχιστοι οι προοδευτικοί στη διακυβέρνηση χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προοδευτικές αλλαγές, που θα βοηθήσουν την ανάπτυξη, όπως τα ευρωομόλογα και ο φόρος επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών, εργαλεία που θα βοηθήσουν και τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειδικότερα, πιο γρήγορη και λιγότερο γραφειοκρατική εκταμίευση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ, καθώς και νέα προγράμματα μεγάλων υποδομών, συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, που θα δώσουν αναπτυξιακή δυναμική στη χώρα. Και βεβαίως, ιδιαίτερα και επιπλέον προγράμματα για τη φτώχεια και την ανεργία, αλλά και για τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε τομείς όπως είναι η παιδεία, η υγεία και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση.

Τέλος, αγαπητοί συνάδελφοι, ένα ευαίσθητο για όλους μας θέμα – στο οποίο δεν έχω σηκώσει τους τόνους, επειδή θέλω να πιστεύω ότι, με τους εταίρους μας, μπορούμε να το λύσουμε – είναι το ζήτημα των εμπράγματων εγγυήσεων για το νέο δάνειο. Θεωρώ ότι και εδώ πρέπει να υπάρχει εθνική συνεννόηση και σύμπνοια, ως προς το ότι δεν μπορούμε να αποδεχθούμε όρους υποτιμητικούς για τη χώρα, αλλιώς, μπορεί να φθάσουμε σε αδιέξοδο, με ό,τι αυτό σημαίνει για όλους μας.

Αγαπητοί συνάδελφοι, ξέρουμε ότι ως λαός κάνουμε πολλές θυσίες. Κατανοούμε και ακούμε τις αγωνίες των Ελλήνων πολιτών, ακούμε τα ερωτήματά τους και θα εξακολουθήσουμε να το κάνουμε, να τα αφουγκραζόμαστε και να τα αντιμετωπίζουμε, μέσα στα δύσκολα πλαίσια αυτής της κρίσης.

Θέλω να διαβεβαιώσω όλους σήμερα, για ακόμα μία φορά, ότι οι θυσίες του Ελληνικού λαού θα πιάσουν τόπο. Υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, με αρχή, μέση και τέλος. Ας δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό, για να δημιουργήσουμε μια νέα Ελλάδα, μια διαφορετική χώρα, δημιουργική, με αποτελεσματικό κράτος, με ισονομία, με δυναμική και εξωστρεφή οικονομία, με ένα σύστημα δικαιοσύνης που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής, με ένα πολιτικό σύστημα διαφορετικό, διαφανές και δημοκρατικό, κοντά στον πολίτη, με σοβαρούς θεσμούς.

Όλοι θα αλλάξουν, όλοι θα αλλάξουμε μέσα από αυτή τη διαδικασία, αλλά θα πετύχουμε να δημιουργήσουμε μια καλύτερη και σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατική χώρα. Δίνουμε αυτή την υπόσχεση για τη νέα Ελλάδα, για την οποία η Κυβέρνηση ζητά σήμερα την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής.

Μια ψήφο εμπιστοσύνης, που σηματοδοτεί μια βαθύτερη εμπιστοσύνη, την εμπιστοσύνη στις προσπάθειες του Ελληνικού λαού, αυτή την κρίσιμη στιγμή. Την εμπιστοσύνη ότι, αυτές οι προσπάθειες θα μας φέρουν – και θα μας φέρουν – σε ένα καλύτερο μέλλον και σε ένα καλύτερο αύριο. Την εμπιστοσύνη ότι μπορούμε και θα τα καταφέρουμε, για να δημιουργήσουμε μια Δημοκρατία με περισσότερο οξυγόνο και συμμετοχή, μια οικονομία βιώσιμη και ανταγωνιστική και μια κοινωνία δίκαιη.

Για όλα αυτά, ζητώ ψήφο εμπιστοσύνης από την Ελληνική Βουλή.

Ευχαριστώ.»

*   *   *   *   *   *   *

Δευτερολογία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου, στη Συζήτηση επί της Προτάσεως του Πρωθυπουργού για την Παροχή Ψήφου Εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης μίλησε για εμπιστοσύνη και αξιοπιστία και μας ανέφερε τη συνταγή του προγράμματός του και την επαναδιαπραγμάτευση. Αυτό που δεν μας είπατε, κ. Σαμαρά, είναι ότι αυτό το δήθεν σωτήριο πρόγραμμα για την Ελλάδα, το περιφέρατε παντού, σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην τρόικα, όπου σας μίλησαν, σας άκουσαν και σας απέρριψαν.

Απέρριψαν το πρόγραμμά σας. Και δεν μπορώ να πω ότι δεν σας αγαπάνε, είστε παιδί τους, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όλων των Συντηρητικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως, απλά σας απέρριψαν. Γιατί αυτά που εσείς λέτε, όχι μόνο δεν είναι σωστά, αλλά θα φουσκώσουν τα ελλείμματα, θα δημιουργήσουν πληθωρισμό και θα μας φέρουν μπροστά στην εφιαλτική κατάσταση που ζήσαμε, του 2009, θα μας φέρουν ξανά μπροστά στη χρεοκοπία.

Τώρα, ακούστε τι λέει ο κ. Σαμαράς: για την απόρριψη, λέει, του προγράμματός τους, από όλους αυτούς τους επιφανείς, σοβαρούς πολιτικούς, για την απόρριψη και την αναξιοπιστία του προγράμματός τους, «δεν φταίει κανένας άλλος, παρά η προπαγάνδα του ΠΑΣΟΚ».

Δηλαδή, όταν ο Γιούνκερ, όταν ο Φιγιόν, όταν ο Μπαρόζο, όταν ο Ρομπάι, όταν η Μέρκελ, όταν ο Σαρκοζί, απορρίπτουν το πρόγραμμα, το κάνουν λόγω προπαγάνδας του ΠΑΣΟΚ! Μα είστε σοβαρός, κ. Σαμαρά; Είστε σοβαρός; Θέλετε να σας πιστέψει ο Ελληνικός λαός, με αυτά τα επιχειρήματα;

Δηλαδή, εμείς φταίμε για το δικό σας πρόγραμμα, που είναι αναξιόπιστο; Παραδεχτείτε το, κ. Σαμαρά. Το δικό σας πρόγραμμα είναι αναξιόπιστο και μην ψάχνετε άλλοθι για να κρυφτείτε. Παραδεχτείτε ότι το πρόγραμμά σας υπάρχει για να χαϊδεύει αυτιά, για ψηφοθηρικούς λόγους, όταν σήμερα έχουμε εθνική κρίση.

Αυτή είναι η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη; Αυτό θέλετε; Μας μιλήσατε για εμπιστοσύνη. Μεγάλα λόγια, εύκολα λόγια για το πρόγραμμά σας, το οποίο απέρριψαν με δημόσιες πια τοποθετήσεις, όπου κι αν πήγατε – και το γνωρίζω πολύ καλά.

Εγώ δεν κατέφυγα, κ. Σαμαρά, σε δημοσιογραφικές πληροφορίες. Θέλετε από δημοσιογράφους κοντά στον Πρωθυπουργό της Γαλλίας, να διέρρευσε ότι μπροστά στην άρνησή του να δεχτεί τις προτάσεις σας, απαντήσατε ότι του κλείσατε το μάτι; Ότι αυτά αποτελούν επιχειρήματα και πρόγραμμα για προεκλογικούς λόγους; Αυτή είναι η εθνική φανέλα, κ. Σαμαρά; Μάλλον γυρίσατε χωρίς φανέλα, ξεγυμνωμένος από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και στενοχωριέμαι για την Ελλάδα. Και για εσάς κ. Σαμαρά, και για την Ελλάδα. Διότι αυτό το οποίο λέγεται πια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι: «μα είστε σοβαροί στην Ελλάδα; Δεν καταλαβαίνετε πού βρισκόσαστε και ποια κρίση έχετε να αντιμετωπίσετε και όχι μόνον εσείς, αλλά όλη η Ευρώπη;».

Και ζητάτε εκλογές γι΄ αυτό το λόγο, κ. Σαμαρά; Για να παρουσιάσετε ρόδινα τα πράγματα, να δώσετε κούφιες υποσχέσεις και να σύρετε την Ελλάδα σε νέες περιπέτειες, όπως κάνατε τα προηγούμενα 5,5 χρόνια; Περιπέτειες, που ζούμε σήμερα δραματικά, λόγω των ελλειμμάτων και του χρέους που εσείς μας κληροδοτήσατε.

Να σας ρωτήσω, επειδή μιλάτε για εμπιστοσύνη και αξιοπιστία: τελικά, αποδέχεστε το σημείο αφετηρίας της πολιτικής μας; Αποδέχεστε ότι το σημείο αφετηρίας της πολιτικής μας, σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά, είναι 15,4% έλλειμμα;

Διότι όλοι οι άλλοι το αποδέχονται. Όλοι στην Ευρώπη το αποδέχονται. Και η EUROSTAT αυτό λέει. Εξακολουθείτε να ισχυρίζεστε ότι ήταν 9,9% και ότι, με μαγικές φόρμουλες, θα μπορούσε να μειωθεί; Γιατί αυτά είναι ζητήματα αξιοπιστίας. Η αξιοπιστία δεν χτίζεται πάνω σε αναλήθειες και ψευδή στοιχεία.

Μας λέει η Νέα Δημοκρατία, μας λέτε κ. Σαμαρά, ότι δήθεν δεν είμαστε καλοί διαπραγματευτές για την πατρίδα μας. Ότι στην Πορτογαλία διαπραγματεύτηκαν καλύτερα από εμάς τους όρους χρηματοδότησης. Για να δούμε ποια είναι η αλήθεια. Από πού ξεκινήσαμε εμείς; Ποιο ήταν το βάρος που εμείς αναλάβαμε και από πού ξεκίνησε η Πορτογαλία;

Η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με χρέος 90% του ΑΕΠ, εμείς μπήκαμε με χρέος 130% του ΑΕΠ. Η Πορτογαλία μπήκε με έλλειμμα 9% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 δισεκατομμύρια ευρώ, εμείς με έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ, δηλαδή 36 δισεκατομμύρια ευρώ παραπάνω από ό,τι μπορούσαμε να ξοδεύουμε, παραπάνω από όσα είχαμε ως έσοδα στη χώρα μας. Η Πορτογαλία έπρεπε να μειώσει το έλλειμμά της, το πρώτο έτος, μόνο κατά 2,4 δις ευρώ, δηλαδή 1,4% του ΑΕΠ και εμείς, κατά 14 δισεκατομμύρια, δηλαδή 5,5% του ΑΕΠ.

Να μιλήσουμε για το Δημόσιο; Σε 12μηνη βάση, η Πορτογαλία έχει μέσο μισθό 1.600 ευρώ μεικτά, ενώ στην Ελλάδα είναι κατά 31% μεγαλύτερος, δηλαδή 2.100 ευρώ μεικτά. Να πούμε ότι ο Σόκρατες είχε ήδη κάνει μια μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, εδώ και πολλά χρόνια, αντίστοιχη με τη δική μας, αυτή που εμείς κάναμε πέρυσι, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κι άλλες αλλαγές και ιδιαίτερα στο ασφαλιστικό σύστημα, αυτή τη στιγμή;

Άρα, λοιπόν, ας τελειώνουμε με τις εντυπώσεις ότι κάποιοι άλλοι ξέρουν να διαπραγματεύονται και εμείς δεν διαπραγματευόμαστε. Ας σταματήσουμε τα εύκολα λόγια, ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές, χωρίς πυροτεχνήματα περί επαναδιαπραγμάτευσης, διότι αυτό το μνημόνιο, το διαπραγματευόμαστε κάθε μέρα, με σοβαρότητα, αξιοπιστία και επιχειρήματα, όχι λέγοντας ότι θα μειώσουμε τα ελλείμματα, μειώνοντας τους φόρους και αυξάνοντας τις κοινωνικές δαπάνες.

Με σοβαρότητα και αξιοπιστία διαπραγματευθήκαμε και πετύχαμε να μην καταργηθεί ο 13ος και ο 14ος μισθός στον ιδιωτικό τομέα, παρότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Πείσαμε να μην ισχύσει η γενικευμένη μετάταξη όλων των προϊόντων στον υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ, όπως ήταν η αρχική πρόβλεψη του μνημονίου.

Πετύχαμε την επιμήκυνση και τη μείωση του επιτοκίου του δανείου των 110 δισεκατομμυρίων ευρώ – και ήταν βασική διαπραγμάτευση, βασική επαναδιαπραγμάτευση, αν θέλετε, στον όρο αυτό. Εμείς την κάναμε κ. Σαμαρά αυτή τη διαπραγμάτευση και εμείς την πετύχαμε. Και για την ακρίβεια, την πέτυχε ο Ελληνικός λαός, με τη συνέπεια και τις θυσίες του. Ναι, οι θυσίες αυτές πιάνουν τόπο.

Η Ιρλανδία δεν το πέτυχε αυτό και όταν ήμασταν στο Συμβούλιο Κορυφής και δεν υπήρξε τελικά συμφωνία με την Ιρλανδία για τους όρους του προγράμματος, είπαν «ωραία, εσείς δεν μπορείτε να έχετε αυτούς τους όρους, η Ελλάδα όμως γιατί να πληρώσει; Η Ελλάδα έχει κάνει αυτό που έπρεπε, με συνέπεια».

Και αυτή η αξιοπιστία, αγαπητοί συνάδελφοι, μας επιτρέπει να συνεχίζουμε να διαπραγματευόμαστε και να επαναδιαπραγματευόμαστε συνεχώς για καλύτερους όρους, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, βεβαίως. Δίνουμε τη μάχη στο στίβο, με αξιοπιστία και σοβαρότητα, δεν πετάμε κουβέντες του καφενείου. Αυτή είναι η πατριωτική και υπεύθυνη στάση μας.

Και σας πρότεινα να διαπραγματευθούμε από κοινού, με όλους τους Αρχηγούς των κομμάτων, για όποια θέματα θέλετε. Για το φορολογικό θέλετε; Από κοινού να πάμε να διαπραγματευθούμε, διότι πίστευα και πιστεύω ακόμα και σήμερα, μετά από την επίθεσή σας κ. Σαμαρά, σε αυτή την κοινή λειτουργία.

Διότι ναι, μας δίνει νέες δυνατότητες στη διαπραγμάτευση, μας δίνει μεγαλύτερη αξιοπιστία. Και είπα π.χ. αν πάμε όλοι μαζί, με ένα φορολογικό νομοσχέδιο πιο ελαφρύ, πιο απλό – έχουμε κι εμείς προτάσεις και περιμένουμε να τις συζητήσουμε – για να πείσουμε τους εταίρους μας, τότε να βγούμε όλα τα κόμματα και να πούμε «ναι, είναι ένα καλύτερο, ελαφρύτερο και δικαιότερο φορολογικό σύστημα».

Αλλά είναι πατριωτικό καθήκον, αυτό το σύστημα να το υπηρετήσουμε όλοι. Είναι πατριωτικό καθήκον να σταματήσουμε τη φοροδιαφυγή. Τότε θα είμαστε πειστικοί και γι’ αυτό η συναίνεση έχει σημασία – όχι γιατί δεν μπορούμε να κυβερνήσουμε κ. Σαμαρά, αλλά για να μπορέσουμε, αυτά τα οποία εμείς αποφασίζουμε, να τα κάνουμε συνείδηση στον Ελληνικό λαό.

Ας μη βάζουμε λοιπόν τρικλοποδιές στην ίδια μας τη χώρα. Και έχουμε πολλά άλλα ακόμη, επίσης θετικά, στη διαπραγμάτευση που κάνουμε καθημερινά. Από τις γενικευμένες συντάξεις που ήθελαν να κόψουν – που δεν έγινε – από τη μείωση των εργαζομένων στα βαρέα και ανθυγιεινά, από τη μαζική απόλυση των δημοσίων υπαλλήλων, μέχρι και το θέμα των εγγυήσεων ακόμα, όλα αυτά είναι θέματα που δεν είναι πλέον στο τραπέζι.

Και στη συνάντηση των Αρχηγών, εγώ ζήτησα από όλους, να είμαστε μαζί σε αυτή τη διαπραγμάτευση ή συνδιαπραγμάτευση, διότι ξέρω, βλέπω τα προγράμματα και σε πολλά υπάρχουν συγκλίσεις, σε άλλα ίσως όχι, αλλά ας δουλέψουμε πάνω σε αυτές τις συγκλίσεις.

Δεν θα μπω στη δημοσιογραφική ενασχόληση, ως προς το τι διαμείφθηκε μεταξύ μας τις προηγούμενες ημέρες. Και το λέω αυτό κ. Σαμαρά, διότι σας γνωρίζω, γνωριζόμαστε και είστε φίλος μου, προσωπικός, εδώ και χρόνια. Εγώ θεωρώ ότι ήταν μια στιγμή ιστορικής σημασίας. Δεν επετεύχθη αυτό το οποίο θα θέλαμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η αναζήτηση συνεργασίας και συναινέσεων δεν πρέπει να είναι διαρκής.

Όμως, πράγματι, δεν θα μείνω στον τρόπο με τον οποίο διαχειριστήκατε αυτή την πρόταση, θα πω δυο λόγια και γι’ αυτό, αλλά αυτό που αποδείχθηκε τελικά είναι ότι δεν είχατε τη διάθεση ουσιαστικής συνεργασίας. Θέλατε, όχι μόνο να παραδώσουμε την εντολή που μας έδωσε ο λαός πρόσφατα και, θα έλεγα, τη σχετικά νωπή εντολή, παρά τις μεγάλες δυσκολίες που έχουμε, αλλά και να κάνουμε μετάνοιες, να υιοθετήσουμε το πρόγραμμα, το οποίο απέρριψε ακόμα και το δικό σας κόμμα, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, και να διαπραγματευθούμε από την αρχή, όταν ξέρετε ότι είμαστε σε συνεχείς διαπραγματεύσεις, και μετά να πάμε σε εκλογές – αυτή ήταν η δημόσια τοποθέτηση του κόμματός σας, με διαρροές.

Σας είπα κ. Σαμαρά, να γράψουμε τα δύο μεγάλα κόμματα – γιατί όχι και άλλα – ιστορία. Σας είπα, ελάτε να αλλάξουμε σελίδα, να αφήσουμε τους τσακωμούς σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή, την ώρα που όλη η υφήλιος ασχολείται μαζί μας και με το πώς δεν θα χρεοκοπήσουμε. Να πάψουμε να δίνουμε σε όλο τον κόσμο την εικόνα μιας χώρας, που τσακώνεται και κατασπαράσσεται.

Γιατί εγώ, προσωπικά, και εμείς, βλέπουμε ως βάση συνεννόησης, όχι την πολιτική ήττα του άλλου, ούτε την ταπείνωση του αντιπάλου, αλλά την ειλικρινή προσπάθεια να δημιουργήσουμε κλίμα εμπιστοσύνης και σύγκλισης.

Μιας σύγκλισης, όμως, όχι στο μοίρασμα της εξουσίας, το οποίο – σας είπα – δεν είναι το πρόβλημά μου, αλλά σύγκλιση σε πολιτικές για το πού πηγαίνει η χώρα. Αυτή είναι η προϋπόθεση και είναι η προϋπόθεση μιας οποιασδήποτε πολιτικής συνεργασίας, είτε κυβερνητικής, είτε μεταξύ των κομμάτων του Κοινοβουλίου. Προφανώς, αυτό δεν έγινε εφικτό, αλλά θα ήταν για το καλό του τόπου.

Και πιστεύω ότι αυτή η προσέγγισή μου είναι και το νέο στοιχείο που φέρνουμε, για να κλείσουμε μια εποχή της μεταπολίτευσης. Διότι ειλικρινά, αγαπητοί συνάδελφοι, στη μεταπολίτευση, υπέβοσκε ακόμα μια εμφυλιο-πολεμική πόλωση. Μια πόλωση, που δεν επέτρεπε να στήσουμε εκείνες τις δομές και εκείνους τους θεσμούς, που οι ίδιοι θα σεβόμασταν. Που δεν θα άλλαζαν με κάθε κυβερνητική αλλαγή. Θεσμούς και αξίες, όπως της αξιοκρατίας – αυτονόητο. Όπως της διαφάνειας – αυτονόητο. Όπως της διαβούλευσης – αυτονόητο. Όπως της ευνομίας, αντί της ατιμωρησίας, το αυτονόητο που ζητάει ο πολίτης, είτε είναι στην πλατεία, είτε οπουδήποτε αλλού, προκειμένου να χτυπηθούν τα εξωθεσμικά κέντρα, που θέλουν να αιχμαλωτίζουν την πολιτική ζωή του τόπου.

Είχαμε αυτή την ευκαιρία, να δουλέψουμε μαζί πάνω σε αυτό. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της εθνικής συνεννόησης, πέραν της συγκυρίας, πέραν της κρίσης την οποία σήμερα αντιμετωπίζουμε, που βεβαίως είναι απόρροια όλων αυτών για τα οποία μίλησα προηγουμένως.

Την Τετάρτη, λοιπόν, ναι, αγαπητοί συνάδελφοι, έκανα μια υπέρβαση. Μια προσωπική υπέρβαση. Όχι για να φυγομαχήσω, όχι για να παραιτηθώ από οποιαδήποτε μάχη, αλλά για να πω σε όλους, «ελάτε να δώσουμε τη μάχη μαζί». Ελάτε επιτέλους να δώσουμε τη μάχη μαζί. Να δείξουμε ότι αλλάζει ο πολιτικός πολιτισμός. Όχι κύριοι, δεν φυγομαχώ, δεν θα φυγομαχήσω, όπως κάποιοι άλλοι έκαναν, θα δώσω και θα δώσουμε τη μάχη για την Ελλάδα.

Η ουσία της πρωτοβουλίας που πήρα την Τετάρτη, δεν είχε καμία σχέση με οφίτσια, με καρέκλες, με πλειοψηφίες, με συσχετισμούς ή με γκάλοπ. Είχε σχέση, αφενός με την ανάγκη, την ώρα που κρινόμαστε από φίλους στο εξωτερικό και από εταίρους, ή που μας χτυπούν οι διεθνείς αγορές, να δείξουμε ότι, με μια φωνή, εμείς λέμε «ναι, και θέλουμε, και μπορούμε να προχωρήσουμε ως Έλληνες».

Και αφετέρου, είχε σχέση με την ανάγκη να αλλάξουμε το πολιτικό πρότυπο στη χώρα μας, μέσα σε μια μεγάλη κρίση, οικονομική και κοινωνική, όπου απαιτεί ο πολίτης, η κοινωνία μας, τεράστιες αλλαγές που έχει εντοπίσει, που έχουμε εντοπίσει όλοι μας, αλλά δεν έχουμε τολμήσει ως πολιτικό σύστημα να αγγίξουμε και να αλλάξουμε.

Γι’ αυτό μιλώ, για να πάμε μαζί και να συνεργαστούμε πραγματικά, όχι προσχηματικά. Να φτιάξουμε πραγματικά εκείνες τις απαραίτητες ρυθμίσεις και να πάμε στον Ελληνικό λαό με δημοψήφισμα, για να θεσπιστεί ξανά η Δημοκρατία στον τόπο μας, με οξυγόνο, αυτό που ζητάνε πάρα πολλοί.

Σας το είπα στο Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών – και οι συνάδελφοι που ήταν εκεί, μπορούν να πιστοποιήσουν τη διάθεσή μου και την αγωνία μου γι΄ αυτού του είδους τη συνεργασία. Υπάρχουν άλλωστε και τα πρακτικά που, κάποια στιγμή, η ιστορία θα τα κρίνει. Είχαμε την τεράστια ευκαιρία να συμφωνήσουμε, να αλλάξουμε πολλά, ακόμα πιο δυναμικά, αν δουλέψουμε πολλά κόμματα μαζί. Και αυτή την ευκαιρία, όπως το χειριστήκατε, την τορπιλίσατε εν τη γενέσει της.

Δεν είναι το ζητούμενο να μιλήσουμε για επικοινωνιακή διαχείριση, αλλά κοιτάξτε, όταν δύο άνθρωποι μιλούν για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, για ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, και δεν έχουν τελικά φτάσει σε κάποια συμφωνία, αλλά είναι μια πρώτη, μια προκαταρκτική συζήτηση, η οποία διαρρέει μετά στον Τύπο, αυτό είναι ήδη ένα δείγμα τού κατά πόσον μπορεί να υπάρχει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία για περαιτέρω συνεργασία.

Δεύτερον. Σκεφτείτε αυτές τις ημέρες μια διαπραγμάτευση, που δεν ξέραμε πού θα καταλήξει και αν θα κατέληγε, με μια χώρα που θα φαινόταν ότι είναι ακυβέρνητη. Αυτό θέλαμε, αυτό ήταν το σοβαρό; Δεν μπορούσε, λοιπόν, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, να γίνει αυτή ή η οποιαδήποτε συνεργασία.

Προφανώς, είτε εσείς, είτε λόγω πιέσεων και μέσα στο κόμμα σας, αυτή η μεγάλη κίνηση ήταν πολύ δύσκολη. Ίσως να ελπίζετε στη φθορά τη δική μας, τη δική μου, ώστε να μπορείτε να επανέλθετε αμετανόητοι και να συνεχίσετε από εκεί όπου αφήσατε την Ελλάδα του 2009.

Εγώ, πραγματικά, θέλω να πιστεύω διαφορετικά, παρά τη δυσκολία της προηγούμενης εβδομάδας. Θέλω να πω και κάτι άλλο, όμως, επειδή πολλοί μίλησαν για τη σημερινή Κυβέρνηση, για ένα ΠΑΣΟΚ ενωμένο και δυνατό. Ναι, εμείς επιδιώκουμε συνεργασίες και συναινέσεις και θα επιδιώκουμε συνεργασίες και συναινέσεις.

Από την άλλη μεριά, δεν παίζουμε με τους θεσμούς και αναλαμβάνουμε πλήρως τις ευθύνες μας ενώπιον του Ελληνικού λαού. Αυτή η Κυβέρνηση, αυτή η παράταξη, αυτή η Κοινοβουλευτική Ομάδα, θα σηκώσει το βάρος των αλλαγών, θα σηκώσει το βάρος του αγώνα, έστω και με δυσκολίες, έστω κι αν μας λαβώνουν πολλές φορές αυτές οι δυσκολίες, για να φτιάξουμε την Ελλάδα καλύτερη. Και θα τη φτιάξουμε καλύτερη.

Όσοι πιστοί, προσέλθετε. Όσοι θέλετε, ανοιχτές είναι οι αγκάλες. Αλλά όχι μικροκομματικά παιχνίδια πια, αυτή την εποχή της μεγάλης κρίσης. Είμαι ανοιχτός να συνεχίσουμε τις προσπάθειες συναινέσεων, συνεργασιών και συνεννοήσεων. Εγώ θέλω να είμαι ανοιχτός, έως ότου το πετύχουμε αυτό. Κι αν δεν το πετύχουμε τώρα, να το πετύχουμε μετά από ένα χρόνο ή μετά από 2-3 χρόνια.

Δεν μιλάω αναγκαστικά για κυβερνήσεις συνεργασίας, αλλά για να μπορούμε να βάλουμε τις βάσεις μιας θεσμοθετημένης Δημοκρατίας, η οποία θα είναι σεβαστή από όλους. Να βάλουμε τις βάσεις μιας ευνομίας κάθε Κυβέρνησης, κάθε πολιτικού κόμματος, και του ίδιου του πολίτη, που θα σέβεται και θα αγαπά πια αυτή την Πολιτεία, την οποία σήμερα βλέπει ως ξένη.

Αλλά έως ότου αυτό γίνει πραγματικότητα, ναι, αυτή η Κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη, που έκανε τεράστιο έργο, και αυτή, που θα κάνει τεράστιο έργο, αναλαμβάνει και θα αναλαμβάνει τις ευθύνες της και θα το κάνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τη σωτηρία και την αλλαγή της Ελλάδας.

Διαβάστε επίσης