Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση για τα εθνικά μας θέματα

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να ξεκινήσω εκφράζοντας τα θερμά συλλυπητήρια της Κυβέρνησης, αλλά και όλου του Ελληνικού λαού, στις οικογένειες των θυμάτων της σημερινής αποτρόπαιης τρομοκρατικής επίθεσης στο αεροδρόμιο της Μόσχας. Πρέπει να γνωρίζουν ότι, τη δύσκολη αυτή ώρα, ο Ελληνικός λαός βρίσκεται πλάι τους.

Κυρίες και κύριοι, η εξωτερική πολιτική, μαζί με την αμυντική μας ικανότητα, υπηρετεί το αγαθό της ασφάλειας της χώρας, της προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.

Σε μια δημοκρατική χώρα όπως είναι η Ελλάδα, η εξωτερική πολιτική υπηρετεί τις αποφάσεις του Ελληνικού λαού, προασπίζει την ανεξαρτησία και την ελευθερία, προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δημοκρατικά δικαιώματα, όπως ορίζει και το Σύνταγμα της χώρας.

Αν σήμερα θεωρούμε αυτονόητο καθήκον να υπηρετήσουμε τις αξίες αυτές, ας μην ξεχνάμε ότι η ιστορία της πατρίδας μας δείχνει ότι αυτό δεν συνέβαινε πάντα. Αυτές οι επιταγές δεν ήταν πάντα αυτονόητες. Διότι η ιστορία μας δείχνει ένα ελληνικό κράτος άλλοτε εξαρτημένο, άλλοτε υπόδουλο, άλλοτε διχασμένο, άλλοτε σε αναζήτηση του ισχυρού προστάτη ή κηδεμόνα.

Από την άλλη, η ιστορία του λαού μας, έχει σημαδευτεί από τους συνεχείς αγώνες του να αποτινάξει αυτές τις δουλείες, την εξάρτηση σε όλες τις μορφές της, καθώς και τις πρακτικές, αλλά και αντιλήψεις, πελατειακές, διχαστικές και αυταρχικές, που συνόδευαν αυτές τις καταστάσεις και διαμόρφωναν ακόμα και την εσωτερική πολιτική σκηνή.

Η εμπειρία του 1967-1974, με αποκορύφωμα την τραγωδία της Κύπρου, αποτέλεσε μια τραυματική εμπειρία, που άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο και απαίτησε μια στροφή στην εξωτερική μας πολιτική. Ήταν το κεφάλαιο του απογαλακτισμού της χώρας μας, αλλά και της κοινωνίας μας, από αντιλήψεις εξάρτησης, από την ψευδαίσθηση ότι, μια υπερδύναμη ή μια συμμαχία, το ΝΑΤΟ, μπορούσαν, αρκούσαν ή και ήθελαν να προστατεύσουν κυριαρχικά μας δικαιώματα ή και τους δημοκρατικούς μας θεσμούς.

Συνειδητοποίησε ο Ελληνικός λαός ότι έπρεπε να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του, εξ ου και η φράση «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», μια φράση που είναι στο DNA της παράταξής μας, η οποία απλά αποτύπωσε αυτή την ιστορική ανάγκη.

Αυτή η μεγάλη στροφή, που αποτελεί, όταν υπηρετείται σωστά, και την πλατιά δημοκρατική βάση συναίνεσης για την άσκηση της σημερινής εξωτερικής πολιτικής, χαρακτήρισε και την εξωτερική πολιτική των επόμενων δεκαετιών.

Η δημοκρατική αλλαγή έβαλε το στρατό στο ρόλο που επιτάσσει ένα δημοκρατικό Σύνταγμα και η Πολιτεία αποφάσισε να επενδύσει σε μια εθνική άμυνα, ικανή να προασπίσει κυριαρχικά δικαιώματα, χωρίς να στηρίζεται σε δάνειες δυνάμεις. Και επί τέσσερις δεκαετίες τώρα, ο Ελληνικός λαός πληρώνει αγόγγυστα, αλλά ακριβά, αυτή την εθνική επιλογή.

Καμία άλλη χώρα στην Ευρώπη δεν επιβαρύνθηκε όσο η Ελλάδα. Θέλουμε το μέρισμα ειρήνης, ώστε τα χρήματα αυτά να επενδύονται σε κοινωνικές και αναπτυξιακές πολιτικές. Και δίνουμε μάχες γι’ αυτό. Όμως, μέχρι τότε, αυτή η πτυχή αποτελεί το δεύτερο διαχρονικό στοιχείο της εξωτερικής μας πολιτικής, δηλαδή η αμυντική μας ικανότητα.

Ένα τρίτο στοιχείο κεντρικής πολιτικής κατεύθυνσης είναι η πολυμερής εξωτερική πολιτική. Το «ανήκομεν εις την Δύσιν», όπως θα ήταν και το «ανήκομεν εις την Ανατολήν», αποτελούσε μια μονοσήμαντη επιλογή. Με τον Ψυχρό πόλεμο, η άσκηση πολυμερούς εξωτερικής πολιτικής ήταν μια επιλογή δύσκολη, παρότι οι Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έκαναν τότε προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.

Όμως, αυτό αποτελεί σήμερα ένα δεδομένο – πιστεύω, μια βάση ευρύτερης συναίνεσης για την εξωτερική μας πολιτική.

Τέταρτο στοιχείο, παρά τις όποιες αντιπαραθέσεις και διαφορές είχαμε στο παρελθόν, είναι η ευρωπαϊκή μας συμμετοχή και ταυτότητα, που ενισχύει την ικανότητά μας για πρωτοβουλία, πολλαπλασιαστικά, παντού.

Σήμερα, μια Ευρώπη που έχει ξεπεράσει τη διαίρεση του Ψυχρού πολέμου, είναι μια Ευρώπη διαφορετική και, το στοίχημά της είναι να γίνει παράδειγμα, όχι απλώς για την ειρήνη, αλλά παράδειγμα και όχημα για ένα πρότυπο εξανθρωπισμού της παγκοσμιοποίησης.

Και βέβαια, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποδείξει, επίσης, ότι μπορεί να γίνει παράδειγμα αποτελεσματικής και δίκαιης αντιμετώπισης της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης από το 1929. Κάτι που, βεβαίως, μένει ακόμα να αποδειχθεί.

Γι’ αυτό και η δική μας επίκληση, και συνταγματικά ακόμα, του Διεθνούς Δικαίου, μιας ευνομούμενης παγκόσμιας διακυβέρνησης, δεν είναι τυχαία. Ταυτίζεται με αρχές που εκπροσωπεί η ίδια η Ένωση, με την καλύτερή της εκδοχή.

Η Ελλάδα έχει δείξει ότι μπορεί να αξιοποιήσει αυτή την ευρωπαϊκή θέση, ιδιαίτερα διότι προωθεί την Ευρώπη των αξιών. Η παρουσία μας στα Βαλκάνια, οι σχέσεις μας με την Τουρκία, η οικονομική διπλωματία, η «πράσινη διπλωματία», η προώθηση της πράσινης, ποιοτικής ανάπτυξης, η οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και η ταύτισή μας με αρχές, όπως της Ολυμπιακής Εκεχειρίας, δεν είναι αντιφατικά, αλλά ενισχύονται από την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα και συμμετοχή.

Τέλος, πέμπτο στοιχείο μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής, που μπορεί να ενώσει τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας, κοινή και διαχρονική βάση της εξωτερικής μας πολιτικής, θεωρώ ότι αποτελεί για όλους μας, ο ελληνικός πολιτισμός και ο Ελληνισμός της διασποράς. Είναι συνείδηση πια σήμερα, ότι η έννοια «Ελλάδα» ταυτίζεται με μερικές από τις πιο εμπνευσμένες στιγμές της ανθρωπότητας. Από τη Δημοκρατία μέχρι το θέατρο, από την επιστήμη μέχρι τη λογοτεχνία. Παραδόσεις πανανθρώπινες, σε μια παγκόσμια κοινωνία που ψάχνεται – πράγματι, ψάχνεται – για κοινές αξίες και επικοινωνία.

Και αυτό θεωρώ σημερινό μας στοίχημα. Το στοίχημα ενός νέου πατριωτισμού. Η Ελλάδα των αξιών, των πρωτοβουλιών, της συνέπειας, της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης, της Δημοκρατίας και της ειρήνης. Αξίες που μας εκπροσωπούν. Που δίνουν ισχυρή και θετική ταυτότητα στη χώρα μας και αναδεικνύουν τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, δίνοντας αυτοπεποίθηση στον Ελληνικό λαό και που η τήρησή τους, διεθνώς, μας προστατεύει.

Πάγια πεποίθησή μου, είναι πως η εξωτερική πολιτική πρέπει να ενώνει τους Έλληνες. Και σήμερα, υπάρχουν και οι αντικειμενικές προϋποθέσεις γι ‘αυτό.

Η κρίση, σήμερα, μας υποχρεώνει να σκεφτούμε πολύ διαφορετικά. Δεν είναι ώρα να κατασκευάσουμε επίπλαστες αντιπαλότητες, να χαράξουμε τεχνητές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των Ελλήνων και να πλάσουμε εγχώριους εχθρούς, καταφεύγοντας σε μυθικά σενάρια συνωμοσιολογίας.

Αυτό που χρειάζεται είναι, όλοι μας, μια γροθιά, με ένα νέο, γνήσιο πατριωτισμό, να χτίσουμε τη νέα Ελλάδα. Την Ελλάδα της αξιοπιστίας, της πρωτοβουλίας, της καινοτομίας, της διαφάνειας και της ισχύος του Δικαίου παντού.

Με ένα νέο πατριωτισμό, χτίζουμε τη νέα Ελλάδα. Και ο λαός, ενωμένος και επιδεικνύοντας πρωτοφανή ωριμότητα, αλλά και αποφασιστικότητα, δίνει τη μάχη του καθημερινά, αποδεικνύοντας ότι μπορούμε, ναι, μπορούμε να πετύχουμε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν χρειάζεται να θυμίσω με λεπτομέρειες ποιο ήταν το σημείο αφετηρίας αυτής της Κυβέρνησης, πριν μόλις 15 μήνες. Βρεθήκαμε στο χειρότερο σημείο της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας. Θυμόμαστε όλοι καλά, ποια ήταν η κατάσταση σε όλα τα κρίσιμα θέματα που αφορούν μια χώρα, κάθε χώρα αν θέλετε, στην οικονομία, στο κοινωνικό κράτος, στο περιβάλλον, στην ανταγωνιστικότητα, στα δημόσια οικονομικά, στη διεθνή μας θέση και στα κρίσιμα εθνικά θέματα.

Ελλείμματα παντού. Δημοσιονομικά, ανταγωνιστικότητας, διαφάνειας, θεσμών απέναντι στη διαφθορά, ευνομίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, πρωτοβουλιών και θέσεων.

Μα πάνω απ’ όλα, ένα σοβαρό έλλειμμα αξιοπιστίας, ένα εξωτερικό έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας μας απέναντι στους εταίρους μας. Διότι η αλήθεια είναι ότι, το πρώτο πρόβλημα με το οποίο βρεθήκαμε αντιμέτωποι μετά τις εκλογές, ήταν το πρόβλημα της ίδιας της εικόνας της χώρας, μιας εικόνας πλήρους απουσίας στην καλύτερη περίπτωση αλλά, κυρίως και πολύ χειρότερα, πλήρους αναξιοπιστίας.

Και χωρίς αξιοπιστία, δεν έχεις ρόλο, δεν έχεις δύναμη, δεν έχεις φωνή. Δεν σε ακούει, δεν σε υπολογίζει κανείς. Και αυτό, βεβαίως, ήταν μέρος του μεγάλου προβλήματος που είχαμε και στις διεθνείς αγορές, σε ό,τι αφορά το δανεισμό μας. Πλήρης απουσία πρωτοβουλιών, απραξία, χαμένες ευκαιρίες και, στο τέλος, ο λογαριασμός της αναξιοπιστίας.

Αυτό ήταν το σημείο αφετηρίας της προσπάθειάς μας, δίνοντας έναν τιτάνιο αγώνα να πείσουμε ξανά ότι είμαστε φερέγγυοι, ότι είμαστε υπεύθυνοι, ότι ο λόγος μας έχει αξία και είναι συνεπής.

Με πίστη στις ικανότητές μας, με περηφάνια για τη χώρα μας και την αξία της, ξέροντας ότι η πραγματική Ελλάδα δεν είναι αυτή, πετύχαμε να σπάσουμε την απομόνωση.

Στην οικονομία, πετύχαμε να μη μείνουμε μόνοι με το πρόβλημά μας, πνιγμένοι στα χρέη των προηγούμενων ετών, εγκαταλελειμμένοι στις άγριες ορέξεις των παντοδύναμων – δυστυχώς – αγορών και κερδοσκόπων, αλλά και μπροστά στην προώθηση ιστορικών αλλαγών, ιδιαίτερα στο οικονομικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πετύχαμε να ξαναφέρουμε την Ελλάδα στο προσκήνιο, να έχουμε φωνή για να υπερασπιζόμαστε πολύ καλύτερα τα δίκαιά μας, αναλαμβάνοντας – βέβαια, με κόπους και θυσίες – να βάλουμε τάξη στα του οίκου μας και να κάνουμε τις μεγάλες, αυτονόητες αλλαγές. Με αίσθημα ευθύνης και αναλαμβάνοντας και προσωπικά το κόστος δύσκολων αποφάσεων.

Και τα όσα κάνουμε εδώ για να πετύχουμε και το δραστικό περιορισμό των ελλειμμάτων που κληρονομήσαμε, που λίγο έλλειψε να μας πνίξουν, αλλά και τη ριζική αλλαγή της χώρας μας, είναι αυτά που, καταρχήν, μας δίνουν αξιοπιστία, για να διεκδικούμε το μέγιστο και εκτός συνόρων. Και μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό.

Αλλά και τα όσα πετυχαίνουμε στη χώρα μας, θα ήταν ακατόρθωτα αν δεν δίναμε και δεν συνεχίσουμε να δίνουμε τη μάχη για τη διεθνή θέση της Ελλάδας, με μια δυναμική πολιτική πρωτοβουλιών και με αυτοπεποίθηση. Με συγκεκριμένες προτάσεις και πρωτοβουλίες – και αυτό κάνουμε – σε όλα τα διεθνή θέματα, σε όλα τα διεθνή φόρα, διμερή ή πολυμερή.

Με πρωτοβουλίες μιας πολυδιάστατης εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής, εξωτερικής πολιτικής, καταρχήν, στην ίδια μας την οικογένεια, την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ρωσία, την Κίνα, τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τον αραβικό κόσμο, το Ισραήλ – και ναι, και με την Τουρκία.

Επιχειρούμε να είμαστε παντού, με θέσεις και πρωτοβουλίες, με αυτοπεποίθηση για το τι μπορούμε να κάνουμε. Χωρίς υστερίες, με σοβαρότητα, κύριος και αξιοπιστία.

Δουλεύουμε για μια Ελλάδα, που δεν θα είναι ουραγός, αλλά θα βρίσκεται στην πρωτοπορία.

Κυρίες και κύριοι, το πελατειακό κράτος, η έλλειψη παραγωγής και αναπτυξιακής στρατηγικής, η αδιαφάνεια, η ανομία, η λογική της ευκολίας του ατομικού βολέματος, της αδιαφορίας και του παρασιτισμού, αυτή η Ελλάδα, η Ελλάδα με αυτά τα χαρακτηριστικά, τελείωσε πια. Και όσο και αν η μετάβαση είναι δύσκολη και πονάει, η αλλαγή είναι σωτήρια και έχει ξεκινήσει. Με μεγάλες αλλαγές που έχουμε κάνει, χτίζουμε βήμα – βήμα μια νέα Ελλάδα.

Αυτή η Ελλάδα θα είναι ακόμα πιο ισχυρή, για να υπερασπιστεί τις θέσεις της, τα συμφέροντά της, την ασφάλεια, τη δικαιοσύνη και την προοπτική κάθε Έλληνα και Ελληνίδας. Αυτή είναι η στρατηγική μας για τη διεθνή θέση της χώρας, για το πώς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας στο σημερινό κόσμο και για το πώς κατοχυρώνουμε την εφαρμογή αρχών και αξιών του Διεθνούς Δικαίου, ιδιαίτερα στην περιοχή μας.

Και θα σας μιλήσω με ειλικρίνεια για τις σχέσεις μας με την Τουρκία, όπως κάνω πάντα, καθαρά και ανοιχτά. Τρεις είναι και ήταν πάντοτε οι επιλογές μας. Πρώτον, να καταβάλουμε προσπάθειες ουσιαστικές και σοβαρές, για μια ειρηνική επίλυση, πάντα σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Αυτή η επιλογή, όλοι το καταλαβαίνουμε, απαιτεί εκατέρωθεν πνεύμα συνεργασίας και διάθεση εξεύρεσης λύσεων, πάντα στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και των συνθηκών, αλλιώς, κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Δεύτερον, μπορούμε να συνεχίσουμε να κρύβουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί, να επιλέξουμε την αδράνεια και να ζούμε υπό καθεστώς παρατεταμένης έντασης και αντιπαράθεσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, να μείνουμε δηλαδή στην εύκολη και «ηρωική» καταγγελία, αλλά το πρόβλημα να παραμένει ζωντανό και άλυτο. Και τρίτον, να λύσουμε τα προβλήματά μας δια της βίας.

Η σημερινή Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι προηγούμενες, παρέμειναν σταθερά προσηλωμένες στην πρώτη επιλογή. Όσοι διαφωνούν με την επιλογή αυτή, ας έχουν το θάρρος να πουν στον Ελληνικό λαό ποια από τις δύο άλλες επιλογές υποστηρίζουν. Όχι ανέξοδη κριτική. Ας μας πουν, λοιπόν, αν η πολιτική μας είναι εσφαλμένη και ποια πολιτική εισηγούνται, τι προτείνουν.

Όταν ξεκίνησε το 1999 η διαδικασία της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, μέσα μάλιστα από αποφάσεις και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εμείς διαμορφώσαμε, ελάχιστοι πίστευαν σε αυτήν, οι περισσότεροι την κατέκριναν. Τελικά, οι περισσότεροι την αγκάλιασαν. Δείτε ποια ήταν τα αποτελέσματα αυτής της πορείας. Καταρρίφθηκαν ιδεοληψίες, στερεότυπα και αγκυλώσεις, που ύψωναν φράγμα στην επικοινωνία μεταξύ των δύο λαών, μεταξύ των δύο κρατών.

Μπορούμε και συνομιλούμε πια για θέματα-ταμπού και αναζητούμε από κοινού λύσεις. Κρίση, όπως στις δεκαετίες του ’70 ή του ’80, ακόμα και του ’90, δεν είχαμε. Πραγματοποιούνται επαφές και ανταλλαγές επισκέψεων μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η οικονομική συνεργασία και το εμπόριο εκτοξεύθηκαν. Οι δύο λαοί ανακαλύπτουν, μέσα από τις πολιτιστικές ανταλλαγές και επαφές στο επίπεδο της Κοινωνίας των Πολιτών, στοιχεία που τους ενώνουν, αλλά και στερεότυπα που τους χωρίζουν.

Αυξήθηκαν οι εμπορικές αεροπορικές πτήσεις και δημιουργείται σημαντικό τουριστικό ρεύμα μεταξύ των δύο χωρών. Η Τουρκία σημειώνει βήματα προόδου, όσον αφορά το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική μειονότητα. Μικρά βέβαια ακόμα, αλλά πάντως προς τα εμπρός. Θα μου πείτε, λύθηκαν τα προβλήματα; Σταμάτησε η Τουρκία να παραβιάζει τον εναέριο χώρο μας ή τα χωρικά μας ύδατα; Σταμάτησε να προκαλεί; Δυστυχώς, όχι. Και αυτό είπαμε με ξεκάθαρο τρόπο στο Ερζερούμ: οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Η επίλυση των προβλημάτων θα προέλθει μόνο μέσα από την ειλικρίνεια.

Κάποιοι βέβαια βιάστηκαν, ορμώμενοι από οπισθοδρομικά και φοβικά σύνδρομα, ή από δικές τους προκαταλήψεις για την πολιτική μας, να ασκήσουν προκαταβολικά δριμεία κριτική για την επίσκεψή μου στην Τουρκία.

Η Κυβέρνησή μου είναι απαλλαγμένη από τέτοια φοβικά σύνδρομα. Δεν έχω απολύτως κανέναν ενδοιασμό ή φοβία να μιλήσω σε οποιοδήποτε ακροατήριο, σε οποιεσδήποτε συνθήκες, γιατί όταν λες την αλήθεια και έχεις ισχυρές θέσεις και τις πιστεύεις, όπως έχει η Ελλάδα, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς.

Στο Ερζερούμ, η υποδοχή ειδικά των κατοίκων της περιοχής ήταν πολύ θερμή. Αυτό είναι απόδειξη της ειλικρινούς διάθεσης συνεργασίας των λαών μας, αλλά και της προόδου στις μεταξύ μας σχέσεις. Και δεν είναι καθόλου αμελητέο.

Είπα ότι εμείς επιθυμούμε και επιδιώκουμε την ειρήνη, αλλά και ότι, απειλές πολέμου ή παραβιάσεις της εθνικής μας κυριαρχίας, δεν έχουν θέση στη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τη διεθνή έννομη τάξη και, βεβαίως, δεν συμβάλλουν καθόλου στις διμερείς μας σχέσεις. Αποτελούν βασική πηγή έντασης και κινδύνου. Και είναι μια πρακτική ανώφελη, που δεν εξασφαλίζει στην Τουρκία κανένα απολύτως πολιτικό ή νομικό πλεονέκτημα.

Το καθεστώς στο Αιγαίο δεν αλλάζει και, οι πιλότοι μας, όλες οι Ένοπλες Δυνάμεις, θα είναι πάντα εκεί, μέχρι αυτό να το κατανοήσει η Τουρκία. Γνωρίζουν ότι η Ελλάδα τους τιμά, όπως τίμησε τον Κώστα Ηλιάκη, που έπεσε κάνοντας το καθήκον. Τον ίδιο αυτονόητο αγώνα θα συνεχίσουν από το δικό τους μετερίζι και οι διπλωμάτες. Στην καρδιά της έντασης στις μεταξύ μας σχέσεις, παραμένει επίμονα το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Είναι ζήτημα νομικό, σύνθετο, πολύπλοκο, που πρέπει να αντιμετωπίσουμε με αποφασιστικότητα. Και αυτό κάνουμε.

Επειδή λέγονται πολλά, συχνά με επιπολαιότητα, υπεραπλουστεύσεις και διαστρεβλώσεις, ελπίζω σήμερα να μπορέσουμε να κάνουμε μια ουσιαστική συζήτηση και να αποφύγουμε τα εύκολα συνθήματα.

Πολιτική μας, όπως και της προηγούμενης κυβέρνησης, είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με όλους τους γείτονές μας. Έχουμε συνολική στρατηγική και την επιδιώκουμε ενεργά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν καθοριστική σημασία και για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και το αντίστροφο. Η Τουρκία επιθυμεί να γίνει πλήρες μέλος. Και τη στηρίζουμε. Εφόσον, όμως, εκπληρώσει όλα τα κριτήρια.

Είναι και προς το δικό μας συμφέρον, και προς το δικό της συμφέρον. Είναι προς το συμφέρον της ευρύτερης περιοχής μας και της ίδιας της Ευρώπης. Το μέλλον της, είναι στην Ευρώπη. Αλλά η διαδρομή δεν είναι εύκολη.

Από τον Οκτώβριο του 2009, ξαναπιάσαμε το νήμα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, αυτό που είχαμε αφήσει το 2004. Και μέσα σε λίγους μήνες, δώσαμε νέα πνοή στην ελληνοτουρκική προσέγγιση, δημιουργώντας το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας και υπογράφοντας 22 συμφωνίες. Ταυτόχρονα, εντατικοποιήσαμε τις διερευνητικές επαφές.

Θα συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο, το δρόμο της ειλικρινούς προσπάθειας, της βελτίωσης των σχέσεων, αλλά και της αταλάντευτης προάσπισης των εθνικών μας συμφερόντων.

Στο Κυπριακό, η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή πλευρά συνεχίζουν να προωθούν την ιδέα δύο ουσιαστικά ανεξάρτητων οντοτήτων, στο πλαίσιο μιας χαλαρής Συνομοσπονδίας. Η ιδέα αυτή δεν είναι βιώσιμη, ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι διχαστική και δυσλειτουργική για την ίδια την Ένωση.

Εμείς στηρίζουμε τις προσπάθειες του Προέδρου Χριστόφια για την επανένωση της νήσου, στη βάση των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών, που θα συνάδει με το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Κυπριακός λαός, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, είναι αυτοί που πρέπει να αποφασίσουν ελεύθερα για το κοινό τους μέλλον, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις.

Η άλλη πλευρά προσπαθεί να οδηγήσει τη διαδικασία σε αδιέξοδο, με απώτερο στόχο να προωθηθεί μια βασική επιδίωξη της Τουρκίας, δηλαδή, την έξωθεν επιβολή λύσης. Θα επαναλάβω λοιπόν το αυτονόητο, όπως το είπα πριν λίγες ημέρες στο Ερζερούμ: η Διεθνής Κοινότητα δεν πρόκειται ποτέ να νομιμοποιήσει την εισβολή, ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση την κατοχή.

Η Τουρκία πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Η ώρα για λύση είναι τώρα. Και ο Πρόεδρος Χριστόφιας, είναι ο ηγέτης που μπορεί να την κάνει πραγματικότητα. Χρειάζεται, όμως, και αξιόπιστο συνομιλητή.

Στα Βαλκάνια, η στρατηγική μας επιδίωξη είναι η δημιουργία ενός χώρου ασφάλειας, ειρήνης, σταθερότητας και ανάπτυξης στα σύνορά μας, με όχημα την ευρωπαϊκή πορεία.

Στο χώρο των Βαλκανίων, η Ελλάδα είναι φυσικός πρωταγωνιστής. Όμως, τα τελευταία χρόνια, άφησε πίσω της ένα τεράστιο κενό. Αυτό το κενό καλύπτουμε με δυναμικές πρωτοβουλίες, όπως είναι η «Ατζέντα 2014», δηλαδή η πρόθεσή μας να διοργανώσουμε, στην Προεδρία μας, μια δεύτερη Θεσσαλονίκη, που θα ξαναβάλει τα Βαλκάνια στο δρόμο της ένταξης, με ορόσημο το 2014.

Οι σχέσεις μας με την Αλβανία, η σταθερότητα της χώρας αυτής και η κατάσταση της ελληνικής μειονότητας, είναι στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα. Τα γεγονότα που είδαμε πριν λίγες ημέρες και οδήγησαν στον τραγικό θάνατο τριών ανθρώπων, αποτελούν ισχυρό πλήγμα για τη Δημοκρατία. Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά από μια μακρά περίοδο εσωτερικής πολιτικής πόλωσης, που έχει προκαλέσει θεσμικά αδιέξοδα.

Η Αλβανία δεν πρέπει, τη στιγμή αυτή, να διολισθήσει σε φαινόμενα βίας, απ’ όπου κι αν προέρχονται. Αποτελεί ιστορική ευθύνη όλων των πλευρών, η επίδειξη αυτοσυγκράτησης. Παρακολουθούμε με μεγάλη προσοχή τις εξελίξεις και επαναλαμβάνουμε τη στήριξή μας στη διεξαγωγή ενός εποικοδομητικού διαλόγου, σε πνεύμα συμβιβασμού, μέσα στο πλαίσιο που παρέχουν το Σύνταγμα και οι νόμοι.

Περνώντας τώρα στο άλλο μείζον για την εξωτερική μας πολιτική ζήτημα, της ονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, δεν μπορώ να πω ότι είμαι αισιόδοξος για την προοπτική άμεσης διευθέτησής του, παρά τη διακηρυγμένη επιθυμία μας. Ο κ. Γκρούεφσκι και η Κυβέρνησή του, διστάζουν να ανταποκριθούν στη συμβιβαστική πρότασή μας για ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και χρήση έναντι όλων. Πρόταση, που στηρίζουμε οι περισσότεροι σε αυτή την αίθουσα.

Στην αδιαλλαξία, απαντάμε με τη σταθερότητα των θέσεών μας και με τις πρωτοβουλίες μας. Δεν θα σταματήσω τις προσπάθειες για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Θα συνεχίσω να την επιδιώκω και θα συνεχίσω να στηρίζω τις προσπάθειες του κ. Νίμιτς. Εφαρμόζουμε εθνική στρατηγική, με ξεκάθαρη κόκκινη γραμμή.

Κυρίες και κύριοι, την ώρα της μεγάλης κρίσης, την ώρα που η χώρα βρέθηκε εκ των πραγμάτων σε θέση αδυναμίας, δεν επιτρέψαμε ούτε στιγμή να αναμειχθούν οι διάφορες πτυχές της κρίσης, την οποία διερχόμαστε, με τα κρίσιμα εθνικά μας δικαιώματα.

Γι΄ αυτό, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αντιταχθήκαμε και αντιτάχθηκα και προσωπικά και, τελικά, αποτρέψαμε το να στερείται το δικαίωμα ψήφου από τις χώρες που βρίσκονται σε θέση αδυναμίας, όπως βρέθηκε η Ελλάδα.

Πεποίθησή μου είναι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι ότι, στην ώρα της μεγαλύτερης κρίσης της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, πρέπει όλοι να φανούμε αντάξιοι των συνθηκών και των προκλήσεων. Πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, πολίτες, εργοδότες, κοινωνικοί φορείς, συνδικαλιστικές οργανώσεις, θεσμοί της Πολιτείας.

Να συμβάλουμε ο καθένας μας από τη θέση του, ανάλογα με τις δυνάμεις του, σε αυτή τη μεγάλη εθνική προσπάθεια. Πάνω απ’ όλα, τα πολιτικά κόμματα, αλλά και η πολιτική ηγεσία της χώρας. Αυτό περιμένουν οι πολίτες από εμάς.

Η χώρα μας έχει αρκετά προβλήματα, ας μην κατασκευάζουμε και άλλα, ανύπαρκτα. Δεν χρειάζεται, μετά από την αποτυχημένη «μνημονιολογία», να επιχειρούμε να κατασκευάσουμε και νέους τεχνητούς εχθρούς, να βρίσκουμε άλλα οχήματα κινδυνολογίας, να καλλιεργούμε αδικαιολόγητους φόβους, να ανακαλύπτουμε ανύπαρκτα φαντάσματα ή να κυνηγάμε χίμαιρες.

Καλώ κάθε πτέρυγα του Κοινοβουλίου, να μην υποτιμά την ωριμότητα και το ένστικτο του Ελληνικού λαού. Έχουν καταλάβει πολύ καλά οι πολίτες τι συμβαίνει. Έχουν καταλάβει τι έφταιξε, αλλά και τι διακυβεύεται. Έχουν καταλάβει ότι, μέσα στα δύσκολα, υπάρχει μια Κυβέρνηση, που κάνει το καθήκον της, που κάνει ό, τι μπορεί για να υπερασπιστεί εντός και εκτός συνόρων τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών.

Δεν χρειάζονται λοιπόν τεχνητές διαιρέσεις, πολύ περισσότερο, διαιρέσεις σε πολύ ή λιγότερο πατριώτες. Δεν χρειάζεται να κατασκευάζουμε διαφωνίες, εκεί όπου δεν υπάρχουν. Είναι η ώρα της ενότητας του λαού, η ώρα του πραγματικού, του γνήσιου πατριωτισμού.

Γιατί πατριωτισμός σήμερα, δεν είναι απλά η αποθέωση της Ελλάδας. Ο νέος πατριωτισμός είναι να αλλάξουμε την Ελλάδα. Να αγωνιστούμε όλοι μαζί, ώστε να γίνουν τα Πανεπιστήμιά μας πρωτοπόρα στην Ευρώπη. Να αγωνιστούμε όλοι μαζί για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, για να είναι ικανές να επιβιώσουν στους άγριους ανέμους της παγκοσμιοποίησης. Να συμβάλουμε όλοι μαζί στην εξάλειψη της φτώχειας. Να καταφέρουμε όλοι μαζί να απαλλάξουμε την Αθήνα από το να θεωρείται πρώτη πρωτεύουσα των σκουπιδιών.

Να καταφέρουμε να χτυπήσουμε όλοι μαζί τη διαφθορά και τις πελατειακές αντιλήψεις. Να παλέψουμε όλοι μαζί για μια κοινωνία, αλλά και μια γειτονιά, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς.

Νέος πατριωτισμός σημαίνει, να κάνουμε την Ελλάδα δύναμη ποιότητας, δύναμη αξίας, δύναμη ηθικής, σε μια παγκόσμια κοινωνία. Μια νέα ταυτότητα, που μας ταιριάζει ιστορικά και μας εγγυάται διαχρονικά μια δίκαιη κοινωνία, μια κοινωνία ανάπτυξης και Δημοκρατίας.

Αυτά που μόλις σας διάβασα, δεν τα είπα σήμερα. Είναι λόγια μου, από ομιλία που εκφώνησα τον Οκτώβριο του 2007. Σήμερα, θα προσέθετα μόνο τούτο: πατριωτισμός σημαίνει να μην επιτρέψεις να φτάσει η χώρα σου, στη θέση στην οποία βρέθηκε σήμερα. Να μπορέσουμε να κλείσουμε τον κύκλο και, σύντομα, να στηριζόμαστε στις δικές μας και όχι σε δάνειες δυνάμεις. Οι αλλαγές που κάνουμε στη χώρα μας, γίνονται ακριβώς για να κάνουμε την Ελλάδα ικανή να σταθεί ισχυρά στα δικά της πόδια.

Καλώ, αυτή τη δύσκολη στιγμή, όλους και όλες να δώσουμε μαζί τη μάχη για την Ελλάδα. Για την Ελλάδα που μας αξίζει και που θα έχει στον κόσμο τη θέση που της αξίζει. Και θα τα καταφέρουμε.

Σας ευχαριστώ πολύ.»

*   *   Δευτερολογία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση για τα εθνικά μας θέματα

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, άκουσα με προσοχή τις ομιλίες των Αρχηγών της Αντιπολίτευσης. Μπορεί να διείδα διάφορες και διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά με ελάχιστες εξαιρέσεις, είδα μια σύμπνοια στις βασικές κατευθύνσεις της εξωτερικής πολιτικής που χαράζει η χώρα μας.

Πολυμερής εξωτερική πολιτική. Δεν είδα κάποιον να μην συμφωνεί σήμερα – γιατί παλαιότερα, πριν από κάποιες δεκαετίες, δεν ήταν έτσι – σε μια λογική πολυμερούς εξωτερικής πολιτικής, αξιοποιώντας όλες τις δυνατότητες, όλες τις επαφές, με όλες τις χώρες.

Προφανώς, είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, αλλά αυτό δεν μειώνει τη δυνατότητά μας να παίρνουμε πρωτοβουλίες. Δεν άκουσα καμία διαφορά, αντιθέτως, όλοι συμφωνούμε.

Αξιοποίηση της θέσης μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και ιδιαίτερα σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει ξεπεράσει πια τα ψυχροπολεμικά σύνδρομα και τις διαιρέσεις, όπου αξιοποιούμε μια Ένωση αξιών και αρχών, ακριβώς για να εμπεδώσουμε τις ίδιες προϋποθέσεις, ένα πλαίσιο καλής γειτονίας στην ευρύτερη περιοχή όπου ζούμε, με τις πολλές δυσκολίες, τις οποίες ξέρουμε.

Και εδώ, δεν άκουσα καμία ουσιαστική διαφωνία, ούτε ακόμα και για την απόφαση της Ελλάδας να στηρίξει την υποψηφιότητα της Τουρκίας, βεβαίως, με την προϋπόθεση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που έχει η Τουρκία απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και απέναντι στους γείτονές της και κράτη-μέλη της Ε.Ε., που είναι η Κύπρος και η Ελλάδα.

Και βεβαίως, δεν έχουμε ζητήσει κ. Σαμαρά, να κάνουμε στρατηγικό εταίρο την Τουρκία, όπως λέτε. Υποψήφια είναι – εσείς έχετε αναγνώσει τις προτάσεις μας λάθος ή τις έχετε διαστρεβλώσει. Εν πάση περιπτώσει, έχουμε ζητήσει να συζητηθεί, σε επίπεδο και Υπουργών Εξωτερικών, και Συμβουλίου Κορυφής, το ζήτημα της Τουρκίας, για να μην υπάρχει αυτή η διγλωσσία και υποκρισία. Εμείς δεν αλλάξαμε θέση και θεωρούμε ότι είναι ευεργετική για τη χώρα μας.

Επίσης, πιστεύω ότι συμφωνούμε στο να ενισχύσουμε τις δικές μας, ελληνικές δυνάμεις και όχι δάνειες δυνάμεις. Και δεν μιλάω μόνο για την άμυνα, αλλά γενικότερα για τις δυνατότητές μας ως χώρα, για να μπορούμε να ασκούμε όσο γίνεται πιο ανεξάρτητη και αυτόνομη εξωτερική πολιτική, πάντα βεβαίως στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου.

Ισχυρή αμυντική ικανότητα και Διεθνές Δίκαιο. Και εδώ, δεν άκουσα διαφορά, ότι η βάση πάνω στην οποία στηρίζουμε τις σχέσεις μας με τη γειτονιά μας είναι το Διεθνές Δίκαιο και, βεβαίως, και για την επίλυση όποιων προβλημάτων έχουμε με γείτονές μας. Για να διασφαλίσουμε την ειρήνη, την ασφάλεια, την καλή γειτονία, την ευημερία, την υπεράσπιση ανθρωπίνων ή θρησκευτικών δικαιωμάτων.

Όμως, αυτό που διέγνωσα, ιδιαίτερα από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, είναι μια αγωνία να ξαναγράψει τα γεγονότα και να τα παρουσιάσει όπως θέλει η ίδια, ιδιαίτερα για την εποχή του κ. Καραμανλή, 2004 – 2009, μια εποχή που χαρακτηρίστηκε από την αδράνεια, την απουσία, τελικά, την ανυποληψία της κυβέρνησής μας, της ελληνικής κυβέρνησης την εποχή εκείνη, και μπροστά στους εταίρους, αλλά και στην περιοχή.

Θα ξεκινήσω, επειδή αναφερθήκατε εσείς, από το θέμα της διαφάνειας κ. Σαμαρά – δεν είναι η κύρια συζήτηση σήμερα, αλλά το αναφέρατε. Πρώτα απ’ όλα, χτυπάτε ανοιχτές πόρτες.

Ήδη, όχι μεθαύριο στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, ήδη το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά και ο Υπουργός Εσωτερικών, έχουν καταθέσει προτάσεις για το θέμα του «πόθεν έσχες» και, μάλιστα, για τη δυνατότητα διερεύνησης οποιασδήποτε χρονικής περιόδου.

Αλλά η μεγάλη διαφορά δεν είναι η χρονική περίοδος, κ. Σαμαρά. Η κατάθεση των δικών μας προτάσεων, και αυτά θα γίνουν και με νόμο, είναι η θεσμική αλλαγή που θέλουμε, να είναι ανεξάρτητη αυτή η Αρχή που διερευνά το «πόθεν έσχες», από το Κοινοβούλιο.

Θα είναι κατά βάση, δηλαδή στην πλειοψηφία, δικαστές και αυτό είναι εχέγγυο στην πραγματική αξιολόγηση και διερεύνηση του «πόθεν έσχες» του πολιτικού κόσμου. Και πιστεύω ότι, αυτό είναι που πρέπει να στηρίξετε και να στηριχθεί και απ’ όλες τις πολιτικές δυνάμεις – και όχι απλώς μια εύκολη πρόταση περί χρονικής διάρκειας. Διότι το πρόβλημα δεν ήταν ο χρόνος, το πρόβλημα ήταν αν γινόταν και αν γίνεται μια σοβαρή έρευνα.

Αλλά πάτε γυρεύοντας κ. Σαμαρά, όταν μιλάτε για το θέμα της διαφάνειας, διότι τι κάνατε 5,5 χρόνια; Τι φτιάξατε 5,5 χρόνια, ως κυβέρνηση; Εμείς ζητήσαμε, ως αντιπολίτευση, να γίνουν Εξεταστικές Επιτροπές. Τις αρνηθήκατε. Ζητήσαμε διαφάνεια και αξιοκρατία στο Δημόσιο. Και μείναμε με κακοδιαχείριση, διαφθορά και με το διορισμό «κολλητών» και «κουμπάρων» σε πολιτικές θέσεις.

Ζητήσαμε θεσμικές αλλαγές για τη διαφάνεια παντού. Τις αρνηθήκατε και αυτές. Επί 5,5 χρόνια ήσασταν κυβέρνηση. Και εμείς το είπαμε, όχι το 2009, το είπα στις προγραμματικές δηλώσεις του 2004, κ. Σαμαρά. Τι κάνατε 5,5 χρόνια;

Ξεκινήσατε την πορεία σας τότε, με μια καταστροφική για την Ελλάδα, σχεδιασμένη «απογραφή» την ονομάσατε, που δημιούργησε μια εικόνα αναξιοπιστίας της χώρας μας και, τελικά, το 2009, κλείσατε τη θητεία σας από την απογραφή στην παραγραφή. Κάνατε ό, τι μπορούσατε για να παραγράψετε πιθανά αδικήματα που είχαν διαπραχθεί. Αυτά είναι λοιπόν που εσείς αφήσατε.

Και γι’ αυτό ακριβώς, εμείς προχωράμε με θάρρος και τόλμη, όσο καμία άλλη κυβέρνηση, για να αλλάξουμε αυτό το τοπίο.

Σήμερα, κατατίθεται το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για τη SIEMENS, ύστερα από ένα χρόνο επίπονης δουλειάς. Και αυτό το φαινόμενο έχει μια σχέση με την εξωτερική πολιτική, διότι βεβαίως δείχνει μια αδυναμία των εσωτερικών θεσμών της χώρας απέναντι σε ορέξεις πολυεθνικών.

Βεβαίως, θα μελετήσουμε το πόρισμα, θα προχωρήσουμε σε κάθε δυνατή κίνηση στο πλαίσιο του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, αλλά και για την αλλαγή του πλαισίου αυτού, ακόμα και για συνταγματικές αλλαγές. Είχατε κι εσείς την ευκαιρία, διότι εσείς είχατε προωθήσει συνταγματικές αλλαγές, αλλά δεν προχωρήσατε σε αλλαγές σε αυτό τον τομέα.

Εξαντλούμε ήδη και θα εξαντλήσουμε κάθε περιθώριο, αλλά δεν μπορούσαμε να σας ακολουθήσουμε, γιατί εσείς κάνατε συνταγματικό πραξικόπημα, και στο άρθρο 24 για το περιβάλλον, και εδώ, ενώπιον του Ελληνικού λαού, όταν νοθεύσατε τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης.

Και μας λέτε, γιατί εμείς δεν ακολουθήσαμε αυτές σας τις πρακτικές; Δεν ακολουθούμε τις πρακτικές, τις οποίες εσείς υιοθετήσατε και πράξατε όλα αυτά τα χρόνια, όταν ήσασταν κυβέρνηση.

Εμείς, εξαντλούμε κάθε περιθώριο για τη διερεύνηση κάθε υπόθεσης που σκιάζει το δημόσιο βίο.

Να λάμψει η αλήθεια, να αποδοθούν ευθύνες, μέσα στο πλαίσιο μιας δικαιοκρατούμενης Πολιτείας, βεβαίως τεκμηριωμένα, βεβαίως σοβαρά και όχι απλώς ως απάντηση σε φωνές και κραυγές.

Και βεβαίως, με διαφάνεια και με κάθε προσπάθεια να χυθεί φως στις ευθύνες. Δεν θα σταματήσουμε μέχρι να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία των δημοκρατικών μας θεσμών στα μάτια της κοινής γνώμης. Διότι όταν μιλάμε για ανάπτυξη, και κανένας δεν διαφωνεί, μάλιστα, αυτός είναι ο στόχος, η ανάπτυξη, αλλά για ποια ανάπτυξη μιλάμε; Ξέρετε ότι η χώρα μας δεν είχε ανάπτυξη για πολλούς λόγους, αλλά ένας λόγος ήταν το πού πήγαιναν τα λεφτά.

Πού πήγαιναν τα λεφτά, όταν το Brookings Institute λέει ότι 8% του ΑΕΠ, 8% κύριοι της Νέας Δημοκρατίας, χάνεται λόγω της αδιαφάνειας που υπάρχει στη χώρα μας;

Εμείς λοιπόν είμαστε και θα είμαστε αμείλικτοι στο να εμπεδωθούν κανόνες και λειτουργίες διαφάνειας, για να υπάρξει ανάπτυξη σ’ αυτό τον τόπο. Τα ευρώ, τα χρήματα του Ελληνικού λαού, να πιάνουν τόπο.

Αλλά υπάρχουν και άλλοι μύθοι, για τους οποίους μιλήσατε.

Ρωσία: άκουσα ότι δεν έχουμε προωθήσει τις σχέσεις μας με τη Ρωσία. Μα, θυμάστε, έχετε ιστορική μνήμη, ποια ήταν η παράταξη σε αυτή την αίθουσα, ποια ήταν η κυβέρνηση που, ακόμα και σε συνθήκες Ψυχρού πολέμου, έκανε μεγάλες προσπάθειες για να ανοίξει διαύλους και πόρτες, με χώρες του Συμφώνου Βαρσοβίας – Βουλγαρία, Πολωνία και, βεβαίως, Σοβιετική Ένωση;

Θυμάστε ότι το φυσικό αέριο ήταν απόφαση και συμφωνία, που υπογράφηκε και έγινε η έναρξη κατασκευής το 1987-88 και η έναρξη ροής του φυσικού αερίου το ’94 και ’95, δηλαδή επί Κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ;

Ή μήπως, ποιος άνοιξε τις πόρτες στην Κίνα, σε μια εποχή που δεν ήταν διεθνώς δημοφιλές το να ανοίγεις τις πόρτες για την Κίνα; Και αυτό μου το λένε και σήμερα οι ηγέτες της Κίνας, όταν συναντιέμαι μαζί τους.

Και ποιος, και ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, και μέσα από τη Σοσιαλιστική Διεθνή, συνέχισε ένα διάλογο – και συνεχίζουμε ένα διάλογο – με το Κουμμουνιστικό Κόμμα της Κίνας;

Είναι το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα.

Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη: έναρξη συμφωνίας με Πρωθυπουργό, Ανδρέα Παπανδρέου και Υπουργό Εξωτερικών, Κάρολο Παπούλια. Εγκρίναμε προκαταρκτική περιβαλλοντική μελέτη το Σεπτέμβριο του 2010, δίνοντας καθαρό μήνυμα στη Βουλγαρία για τη θέση μας, σε σχέση με περιβαλλοντικές της ανησυχίες. Και υπάρχει κοινή επιστολή προς τους Πρωθυπουργούς Ελλάδας, Ρωσίας και Βουλγαρίας, από τους ιδιώτες μετόχους της εταιρείας του αγωγού, που δηλώνουν ότι Ρωσία και Ελλάδα στηρίζουν τον αγωγό.

Καταθέτω αυτό το έγγραφο, για να τελειώνει αυτό το κλισέ, ότι εμείς δεν θέλουμε συνεργασία με την Ρωσία και ότι δεν θέλουμε συνεργασία για τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Να τελειώσουν αυτά, τα οποία είναι κλισέ και τα οποία νομίζετε ότι σας δίνουν κάποιους μικροκομματικούς πόντους. Δεν γίνεται εξωτερική πολιτική με κλισέ, αλλά με αλήθειες. Και αυτή είναι η αλήθεια. Καταθέτω αυτό το έγγραφο.

South Stream, ρωσικό αέριο: διακρατική συμφωνία το ’87 και εμπορική συμφωνία το ’88. Καλοκαίρι του 2010, συγκροτήσαμε τον αγωγό φυσικού αερίου South Stream, την κοινή ελληνορωσική εταιρεία, 50% ελληνική, 50% ρωσική, για την κατασκευή και διαχείριση του έργου. Και σε συνέχεια των συνομιλιών μου με τον Πρωθυπουργό της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, που είχα το Φλεβάρη, στηρίξαμε την ένταξη του αγωγού South Stream στο αναπτυξιακό πρόγραμμα των Ευρωπαίων διαχειριστών φυσικού αερίου. Και αυτό, το κάναμε πράξη.

Αλλά και ο αγωγός με την Τουρκία, για τον οποίο ξεκίνησε αμέσως μετά η προσπάθεια, και υπεγράφη, και προχώρησε – βεβαίως, επί κυβερνήσεών σας ξεκίνησε η λειτουργία του, αλλά ξεκίνησε με την πολιτική βούληση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, μετά τις προσπάθειές μας στο Ελσίνκι.

Ελσίνκι: ο μύθος και η πραγματικότητα: Τότε, μας έλεγε η Νέα Δημοκρατία ότι δεν πρόκειται να μπει η Κύπρος διαιρεμένη ή υπό κατοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και πράγματι, οι τέσσερις μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, αλλά και η Ολλανδία – είχαν υπογράψει κοινή επιστολή ότι, ποτέ δεν θα αφήσουν να μπει η Κύπρος, η Κυπριακή Δημοκρατία, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν δεν επιλυθεί το Κυπριακό πρόβλημα.

Και ήταν μια πολιτική που ξεκίνησε, θυμάται ο κ. Πάγκαλος, ο αείμνηστος ο Γιάννος Κρανιδιώτης, και την συνεχίσαμε. Και στο Ελσίνκι, μπήκε η υπογραφή των τότε 15 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι, ναι, μπορεί να μπει η Κυπριακή Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν μπορεί να την σταματήσει κανείς, έστω και αν δεν έχει λυθεί το πρόβλημα.

Και το καταφέραμε, όχι το 2004, αλλά το 2002 στην Κοπεγχάγη, όπου ελήφθη η απόφαση για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας – αυτό που κανένας δεν πίστευε – και το 2003, στην Αθήνα, υπεγράφη στην Αρχαία Αγορά και τυπικά, βεβαίως, μπήκε στη θέση της το 2004.

Εμείς δεν λέμε λόγια, κάνουμε πράξη. Είναι εύκολα τα ηχηρά λόγια. Εμείς όμως αποδεικνύουμε μια εξωτερική πολιτική στην πράξη, που έχει αποτελέσματα.

Συνοριακές διαφορές: στο Ελσίνκι, τέθηκαν αρχές, κύριοι. Καμία αναγνώριση – διαβάστε το κείμενο. Τέθηκαν οι αρχές ότι, όποιες συνοριακές διαφορές υπάρχουν, θα πρέπει να λύνονται μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες του Διεθνούς Δικαίου και, τελικά, με παραπομπή στη Χάγη.

Ξέρετε πότε έπρεπε να αξιολογηθεί αυτή η πορεία της υποψήφιας χώρας, που λέγεται Τουρκία; Είχε οριστεί από το Ελσίνκι, το 2004, επί δικών σας ημερών. Το 2004, ήταν να αξιολογηθεί εάν η Τουρκία έχει συμμορφωθεί σε αυτές τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και ξέρετε τι κάνατε εσείς κ. Σαμαρά, η παράταξή σας, ο πρωθυπουργός, ο κ. Καραμανλής; Από το CNN της Νέας Υόρκης, πριν ξεκινήσουν οι διαδικασίες το 2004 για την αξιολόγηση της Τουρκίας, είπε «εγώ δεν θα βάλω βέτο». Από το CNN της Νέας Υόρκης!

Αυτή είναι η περήφανη εξωτερική πολιτική; Εγώ δεν σας λέω, να λέγατε ότι θα βάλετε βέτο. Αξιοποιήστε όμως αυτά τα οποία εμείς σας παραδώσαμε, τις δυνατότητες, τα εργαλεία, τα οποία θα ήταν χρήσιμα για να είχαμε λύσει τότε το θέμα της υφαλοκρηπίδας και να μην σέρνονται οι διερευνητικές επαφές για άλλα 5 και 6 χρόνια. Χάσατε την ευκαιρία αυτή. Όχι εμείς, εσείς.

Κυπριακό, σχέδιο Ανάν: διγλωσσία και εδώ. Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν έριξε η Ελλάδα τότε, η Κυβέρνηση της Ελλάδος, του κ. Καραμανλή, όλο το βάρος της για τις διαπραγματεύσεις στο Μπούρκενστοκ;

Όλοι ξέρουν ότι ήταν παθητικός παρατηρητής η Ελληνική Κυβέρνηση. Γιατί; Σε μια διαδικασία, ή λες δεν πάω, δεν θέλω αυτή τη διαδικασία, δεν τη δέχομαι αυτή τη διαδικασία, ή πηγαίνεις και διαπραγματεύεσαι και παίρνεις ό, τι μπορείς καλύτερο. Δεν το έκανε. Και δεν το λέω εγώ, ρωτήστε τα Κυπριακά κόμματα.

Μετά, γιατί στο Συμβούλιο Αρχηγών με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπου ήμουν παρών, η Νέα Δημοκρατία ήταν ξεκάθαρα υπέρ του σχεδίου Ανάν; Άσχετα αν το είπε διπλωματικά, αν διάβασε διπλωματικά ο Υπουργός Εξωτερικών τις δηλώσεις του κ. Καραμανλή, αλλά είπε «ναι» ο κ. Καραμανλής και, μετά, λίγο αργότερα, ήρθε η Νέα Δημοκρατία και πανηγύριζε ότι έλεγε «όχι».

Μα αυτή είναι η διγλωσσία της παράταξής σας – άλλα μέσα, άλλα έξω. Άλλα για να ευχαριστήσουμε τους αφέντες, και άλλα για να λέμε στον Ελληνικό λαό.

Δεν γίνεται πολιτική με διγλωσσία. Εμείς λέμε τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη. Και αναλάβαμε τις ευθύνες μας. Αλλά το θέμα αυτό έχει κλείσει κύριοι, δεν υπάρχει σχέδιο Ανάν. Βεβαίως, για την ιστορία, χρήσιμο είναι να μιλήσουμε, αλλά πρέπει να δούμε τι κάνουμε από εδώ και πέρα.

Κλείνω την παρέμβασή μου με το θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Να ξεκαθαρίσω και εδώ μερικά πράγματα. Είπαμε ότι, πολιτική και συστηματική μας επιδίωξη, είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με όλες τις γειτονικές χώρες. Γι΄ αυτό, προχωρήσαμε στη σύναψη σχετικής συμφωνίας και με την Αλβανία, η κύρωση της οποίας δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, με ευθύνη της χώρας αυτής, λόγω παρεμβολής εσωτερικής δικαστικής διαδικασίας.

Υπογραμμίζω ότι η συμφωνία αυτή είναι εξαιρετικά επωφελής και για τις δύο χώρες και ελπίζω ότι η Αλβανία θα διευθετήσει αυτό το ζήτημα στο άμεσο μέλλον.

Για τους ίδιους λόγους, κάναμε και κάνουμε διαπραγματεύσεις με την Λιβύη και με την Αίγυπτο, διαπραγματεύσεις βέβαια δύσκολες, τεχνικές, που όμως συνεχίζονται. Επαναλαμβάνω: θέλουμε οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με όλους τους γείτονές μας και αυτό, φυσικά, περιλαμβάνει και την Τουρκία, όπως και την Κυπριακή Δημοκρατία. Γι’ αυτό τον στόχο εργαζόμαστε, με σωστό όμως και ενδεδειγμένο τρόπο. Μάλιστα, σήμερα είχα επαφή και με τον κ. Χριστόφια, τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, και θα έχουμε μια συνάντηση ενόψει του Συμβουλίου Κορυφής, για τα ενεργειακά, εδώ, στην Αθήνα, πριν από την συνάντησή μας στις Βρυξέλλες.

Το Δίκαιο της Θάλασσας εξελίσσεται και, προφανώς, και εμείς από την πλευρά μας λαμβάνουμε υπόψη αυτές τις εξελίξεις. Επειδή όμως γράφονται πολλά ανακριβή ως προς την ΑΟΖ, ας είναι και κάτι ξεκάθαρο. Η ΑΟΖ δεν είναι κάποιο μαγικό χαρτί, με υπερφυσικές ιδιότητες, που λύνει όλα τα προβλήματα.

Θέλω να συμπληρώσω εδώ ότι, πράγματι, το θέμα της εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων, των πιθανών πόρων που έχουμε στην περιοχή μας, Αιγαίο, Ιόνιο αλλά και νότια της Κρήτης, είναι ένα αντικείμενο που εξετάζει το αρμόδιο Υπουργείο. Και μάλιστα, έχουμε αποφασίσει να επικαιροποιήσουμε τον νόμο που υπήρχε παλαιότερα, γιατί υπάρχουν και πρόσφατες εξελίξεις, όχι μόνο στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά και στις έρευνες που γίνονται, προκειμένου να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στις απαραίτητες ενέργειες για την αξιοποίηση αυτών των πόρων. Και όπως ξέρετε, έχουμε προωθήσει και την σύσταση ενός Οργανισμού, ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Καρατζαφέρη, που μου έδωσε την ευκαιρία να διευκρινίσω αυτές τις ελληνικές θέσεις, τις θέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης, μέσα από την προσπάθεια, που γίνεται πολλές φορές, επικοινωνιακής εκμετάλλευσης πολύ λεπτών και τεχνοκρατικά ή νομικά δύσκολων θεμάτων.

Θέλω να τονίσω, όμως, ότι όλα τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, μπορούμε να τα ασκήσουμε, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, όπως αυτά που αφορούν στην επέκταση των χωρικών υδάτων και, βέβαια – το είπα και σε προηγούμενη συνεδρίαση, σε μια ερώτηση της κυρίας Παπαρήγα – το θέμα του Καστελόριζου δεν εξαιρείται, δεν υπάρχει εξαίρεση.

Και στο Καστελόριζο, το είπε και ο Υπουργός Αμύνης, τα ίδια δικαιώματα θα ασκήσουμε για την περιοχή αυτή. Μη δημιουργούμε εμείς, ή μην υιοθετούμε εμείς τα όσα λέγονται. Και υπάρχουν αναλύσεις, πολύ σωστά αναφερθήκατε στις αναλύσεις.

Μην αποδίδετε προθέσεις στην Ελληνική Κυβέρνηση, σε όποια Ελληνική Κυβέρνηση, διαφόρων αναλυτών ή διαφόρων πολιτικών. Η δική μας θέση είναι ξεκάθαρη και αυτή τη θέση υπηρετούμε. Και ιδιαίτερα σε στιγμές κρίσης, θεωρώ ότι χρειάζεται να είμαστε αλληλέγγυοι και να συμβάλουμε ουσιαστικά στην προώθηση μιας εξωτερικής πολιτικής, που θεωρώ ότι, σήμερα, είναι πιο κοινή, σε σχέση με τα κόμματα, απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Κυρίες και κύριοι, ναι, παραλάβαμε μια Ελλάδα λαβωμένη από την κακοδιαχείριση, με αναξιοπιστία, με τεράστιες δυσκολίες για την οικονομία, αλλά βεβαίως και με μεγάλες ανάγκες, που δημιούργησαν την επιτήρηση. Μια επιτήρηση, που κανέναν δεν τιμά και κανένας μας δεν θέλει.

Παρά ταύτα, εμείς στέλνουμε το μήνυμα σήμερα παντού, ότι η Ελλάδα είναι ισχυρή, ότι η Ελλάδα μπορεί και διεκδικεί, ότι η Ελλάδα μπορεί και προστατεύει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, παρά τις όποιες δυσκολίες. Και πιστεύω ότι, σήμερα, αυτό το μήνυμα πρέπει να είναι ένα πάνδημο και διακομματικό μήνυμα, από αυτή την αίθουσα.

Πιστεύω ότι όλοι μαζί μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Ευχαριστώ πολύ.»

*   *   *   Τριτολογία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση για τα εθνικά μας θέματα 

«Συμπερασματικά κυρίες και κύριοι, παρά τον τόνο μερικών εκ των ομιλητών, δεν μπορώ να διαγνώσω – να σας εξαιρέσω, κυρία Παπαρήγα – κάποια εναλλακτική εξωτερική πολιτική, από πλευράς των κομμάτων. Μπορεί να υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις, αλλά επί της ουσίας, πράγματι, δεν διαπιστώνω μια διαφορετική προσέγγιση.

Διαπιστώνω, όμως, πολλές ανακρίβειες σε ό, τι λέγεται. Πρώτη ανακρίβεια κ. Σαμαρά: σπεύσατε να υιοθετήσετε ανακριβή στοιχεία, ένα δημοσίευμα πως, δήθεν πριν από λίγες ημέρες, τουρκικό υποβρύχιο προσέγγισε τις ακτές μας και απογειώθηκαν ελικόπτερα για να το εντοπίσουν. Θα μπορούσατε πολύ εύκολα να ρωτήσετε, να έχετε ζητήσει ενημέρωση από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας.

Να διαψεύσουμε τι; Κάτι που δεν μας τέθηκε, ως ζήτημα; Και ο κ. Βενιζέλος και ο κ. Δρούτσας, είναι πάντα στη διάθεσή σας για ενημέρωση, για όλα τα θέματα, και για όσα θέλετε να συζητήσετε, και για όσα ερωτήματα έχετε, διπλωματικά ή άλλα. Αν είχατε ρωτήσει, τότε θα γνωρίζατε ότι δεν έχει συμβεί αυτό το δήθεν περιστατικό.

Δεύτερο θέμα, επειδή τέθηκε το θέμα της διαφάνειας, μια δεύτερη ανακρίβεια κ. Σαμαρά, για το ολοκληρωμένο σχέδιο για τη διαφάνεια. Πρώτα απ’ όλα εμείς, περιμένοντας το πόρισμα της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, όπως θυμάστε, στη συνάντησή μας με τους Αρχηγούς και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είχαμε πει, όχι να φτιάξουμε μια ξεχωριστή Επιτροπή, αλλά η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας να κάνει τη δουλειά της. Και δεν τελείωσε τον Ιούνιο, τελείωσε λίγο πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Και έχει καταθέσει τις προτάσεις της και σ’ εμάς, και στα κόμματα, και ήταν πολύ καλές προτάσεις.

Εν τω μεταξύ, εμείς δεν περιμέναμε, έχουμε προχωρήσει σε ρηξικέλευθες αλλαγές, που εσείς ποτέ δεν τολμήσατε, ως κυβέρνηση: αξιοκρατία στο Δημόσιο, Διαύγεια, όλα είναι στο διαδίκτυο, προτάσεις για τη λειτουργία των κομμάτων. Φως παντού, ναι. Είπαμε θα ματώσουμε και έχουμε φως παντού και θα υπάρξει φως παντού.

Εμείς το είπαμε κι εμείς το κάνουμε πράξη. Εμείς το κάνουμε πράξη, αυτή η παράταξη είχε την τόλμη και το θάρρος να το κάνει αυτό πράξη. Μπορούμε να μιλούμε όσο θέλετε για το παρελθόν, αλλά αυτή η παράταξη, αυτή η Κυβέρνηση, το κάνει πράξη. Για να αλλάξουμε σελίδα επιτέλους, για να βάλουμε κανόνες και αρχές διαφάνειας σ’ αυτό τον τόπο.

Και θέλω να σας ενημερώσω κ. Σαμαρά, λογικά θα το ξέρετε, ότι η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, με συμφωνία των μελών της Νέας Δημοκρατίας, πρότεινε τις νέες διατάξεις του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που θα φέρει ο κ. Καστανίδης, για τον νόμο περί Ευθύνης Υπουργών, μέχρι την αναθεώρηση. Βεβαίως, αυτό δεν είναι επαρκές, γι’ αυτό και μιλάμε για αναθεώρηση του Συντάγματος.

Αλλά εσείς είπατε «πυροτέχνημα». Μα οι δικοί σας Βουλευτές το πρότειναν αυτό. Δεν το γνωρίζετε; Ομοφώνως, πιστεύω, έχει περάσει από την Επιτροπή, σαφώς πάντως, με τη δική σας στήριξη.

Άρα, λοιπόν, να ενημερώνεστε καλύτερα, όταν μιλάτε τόσο εύκολα για «πυροτεχνήματα» για τόσο σοβαρά θέματα, όπως το ζήτημα της ευθύνης των Υπουργών.

Εμείς έχουμε δείξει ότι, όταν λέμε κάτι, το κάνουμε πράξη κ. Σαμαρά. Αλλά επειδή αναφέρθηκαν τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς, δεν ξέρω αν αναφέρθηκε στον νόμο η κυρία Παπαρήγα, αλλά αναφέρθηκε εκτενώς ο κ. Τσίπρας στον υπάρχοντα νόμο, σας διαβάζω:

Ο εκπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος για τον υπάρχοντα νόμο, όχι για τον καινούργιο που θα προτείνουμε – πρακτικά της Βουλής του 2003, αν θυμάμαι καλά: «έχουμε ψηφίσει τη σχετική συνταγματική διάταξη, γι’ αυτό θα ψηφίσουμε και επί της αρχής το συγκεκριμένο νομοσχέδιο». Ψηφίσατε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο περί Ευθύνης Υπουργών.

Κύριε Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ, διαβάζω τα λόγια του εκπροσώπου σας: «Κύριε Πρόεδρε, εκείνο το οποίο θέλω να υποστηρίξω στο πέρας της ομιλίας μου, αφού δηλώσω ότι ψηφίζουμε το παρόν σχέδιο νόμου, είναι τούτο…» κ.λπ.

Ψηφίσατε αυτό το νόμο, που εσείς εδώ, απ’ αυτό το βήμα κ. Τσίπρα, είπατε ότι προστατεύει τους Υπουργούς, ότι δημιουργεί την ατιμωρησία και προστατεύει τους Υπουργούς από τη δίωξη. Όμως, εσείς τον ψηφίσατε.

Λοιπόν, να είστε πιο σοβαροί κ. Τσίπρα, όταν μιλάτε σ’ αυτή την αίθουσα για τόσο λεπτές και σημαντικές θέσεις γι’ αυτό τον τόπο. Γιατί είναι πολύ εύκολο σ’ αυτό τον τόπο, σε αυτή τη συζήτηση, που είναι μια δύσκολη συζήτηση για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς, να υπάρξει μια ισοπέδωση, η οποία θα φέρει όμως και αντιλήψεις, όχι μόνο λαϊκίστικες, αλλά και φασιστικές.

Προσέξτε, λοιπόν. Προσέξτε τι έχουμε μπροστά μας. Αυτά τα οποία φέρνουμε, δεν είναι απλώς για να τιμωρήσουμε. Είναι για να προστατεύσουμε τους θεσμούς. Γιατί εκεί είναι το πρόβλημα. Και στη SIEMENS, και σε άλλες υποθέσεις, το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχαμε ισχυρούς θεσμούς. Διότι πράγματι, όπως είπε ο κ. Καρατζαφέρης, δεν είναι ένα ελληνικό θέμα αυτό.

Η SIEMENS διώκεται σε πολλές χώρες. Το ερώτημα είναι, εάν οι θεσμοί αυτών των χωρών, των όποιων χωρών στις οποίες πήγε η SIEMENS, και όχι μόνο η SIEMENS, αλλά και άλλες πολυεθνικές, είχαν τις αντοχές για να προστατεύσουν τον πολιτικό κόσμο και τις πολιτικές αποφάσεις.

Αυτό φέρνουμε εμείς με τις αλλαγές που κάνουμε στη χώρα. Ναι, να ξεκαθαρίσουμε το παρελθόν, να ρίξουμε φως στο παρελθόν, ακριβώς για να μην ξαναγίνουν τα ίδια. Όχι για να δούμε ποιος είναι ο καλός και ο κακός, αλλά για να δούμε πώς επιτέλους σ’ αυτό τον τόπο θα βάλουμε αρχές, κανόνες και θεσμούς, που θα προστατεύσουν το δημόσιο βίο, τους δημοκρατικούς μας θεσμούς και, βεβαίως, τα χρήματα του Ελληνικού λαού.

Ειπώθηκε, όμως, και μία άλλη ανακρίβεια. Άκουσα για την εξωτερική πολιτική που ακολούθησε ο κ. Καραμανλής, που μάλλον δεν ασκούσε διπλωματία. Η δική μας θέση για το θέμα Ανάν, η δική μου, προσωπική θέση, αλλά και του Κινήματός μας, ναι, ήταν να υπερψηφιστεί. Ήταν ξεκάθαρη η θέση.

Αναλάβαμε τις ευθύνες μας, σε μια εποχή όπου ήμασταν Αξιωματική Αντιπολίτευση και μπορούσαμε εύκολα να αποφύγουμε τέτοιου είδους ευθύνες, όμως, εμείς το κάναμε, παρότι ξέραμε ότι ήταν μια δύσκολη υπόθεση. Περιμέναμε, βεβαίως, η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή, να είχε διεκδικήσει πολλά περισσότερα στη διαπραγμάτευση που έγινε στην Ελβετία.

Όμως, κάνατε ένα ατόπημα. Πρώτα απ’ όλα, πριν πάω σε αυτό, να πω ότι όλοι μας είχαμε συμφωνήσει και εμείς είχαμε προβλέψει ότι, το σχέδιο Ανάν δεν θα μπορούσε να περάσει, παρά μόνο με την έγκριση του Κυπριακού λαού και συγκεκριμένα των δύο κοινοτήτων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Και από τη στιγμή που δεν υπήρξε αυτή η έγκριση δημοκρατικά, τελειώνει αυτή η υπόθεση και ξεκινάει μια νέα διαδικασία.

Και αυτό, όχι ανώδυνα, καθόλου ανώδυνα. Είναι μια δύσκολη υπόθεση. Γι’ αυτό ακριβώς, εμείς αναλάβαμε τις ευθύνες μας και είπαμε τι θα έπρεπε να είχε γίνει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αναφορικά με αυτό το οποίο εσείς επικαλεστήκατε, κάνατε ένα ατόπημα, ζητώντας να γίνει συνήγορός σας, ποιος; Η αίσθηση που είχε ο Ελληνοκύπριος. Η αίσθηση που είχε ο Ελληνοκύπριος, η Ελληνοκυπριακή Κοινότητα, για το ποια ήταν η θέση της Νέας Δημοκρατίας.

Προφανώς, ζητήσατε να είναι συνήγορός σας, η αίσθηση που υπήρχε στην Κύπρο, διότι δεν μπορούσατε να επικαλεστείτε – και αυτό θα έπρεπε να κάνετε – τα ίδια τα λόγια του κ. Καραμανλή, του πρωθυπουργού. Θέλετε να σας τα ξαναδιαβάσω; Δεν είναι η ώρα. Διαβάστε τα λόγια του κ. Καραμανλή, για να δείτε τη διγλωσσία. Από τη μια, ο κ. Καραμανλής λέει «ναι» στον Κόφι Ανάν και, από την άλλη, η παράταξή σας πανηγυρίζει για το «όχι».

Αυτή είναι μια θέση που, εγώ τουλάχιστον, θεωρώ ανεύθυνη, πόσο μάλλον σε μια εθνική υπόθεση σαν το Κυπριακό.

Η Ελλάδα έχει ισχυρές θέσεις, κ. Καρατζαφέρη και κ. Τσίπρα, έχει ισχυρές θέσεις που βασίζονται στο Δίκαιο, το Διεθνές Δίκαιο. Και βεβαίως, όλοι αναγνωρίσατε εμμέσως, με τον τρόπο σας ο καθένας, τις δυσκολίες που έχουμε σήμερα, γιατί είναι πραγματικά δύσκολες οι στιγμές.

Ξέρουμε ότι είμαστε σε επιτήρηση. Ξέρουμε ότι έχουμε να αποπληρώσουμε δάνεια και χρέη πολλών ετών, μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα. Ξέρουμε ότι είμαστε κάτω από πίεση. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Όμως, αυτό που λέω εγώ, κύριοι του ΛΑΟΣ, του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και της Νέας Δημοκρατίας, κυρία Παπαρήγα επίσης, αυτό το οποίο λέμε εμείς, ως Κυβέρνηση, είναι ότι, επειδή έχουμε δίκιο, επειδή έχουμε ισχυρή άμυνα, επειδή έχουμε ισχυρή πολιτική, παίρνουμε πρωτοβουλίες. Και δεν υπάρχει περίπτωση να χρησιμοποιηθεί η ασθενής θέση στα οικονομικά της χώρας μας, για να πιεστούμε για οποιοδήποτε άλλο θέμα, πόσο μάλλον για εθνική υπόθεση.

Αντιθέτως, είναι η ώρα που πρέπει να παίρνουμε πρωτοβουλίες και να συνεχίσουμε – όπως κάνουμε – με άοκνες προσπάθειες, για να διεκδικήσουμε το δίκιο μας και να προασπίσουμε τα συμφέροντά μας.
Δεν φοβόμαστε τίποτα, κ. Καρατζαφέρη.

Αγαπητοί συνάδελφοι, δεν φοβόμαστε τίποτα και θα τα καταφέρουμε.

Σας ευχαριστώ.

Διαβάστε επίσης