Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Ετήσιο Συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου με θέμα: «Η ώρα της ελληνικής οικονομίας»

Αγαπητέ Πρόεδρε του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, κ. Γραμματίδη,

Αξιότιμε κ. Πρέσβη των ΗΠΑ,

Αξιότιμοι κύριοι Πρέσβεις,

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Αξιότιμε κ. συνάδελφε, κ. Υπουργέ Εξωτερικών της Ουγγαρίας,

Κυρίες και κύριοι,

Πρώτα απ’ όλα να ευχαριστήσω για το ιδιαίτερα συγκινητικό δώρο και την υπενθύμιση αυτής της σημερινής σύμπτωσης, που μιλώ μαζί σας αυτή τη μέρα.

Είναι και τα δικά σας γενέθλια, 20 γενέθλια αξιέπαινης πρωτοβουλίας σας όλα αυτά τα χρόνια, για την καθιέρωση αυτού του ετήσιου Συνεδρίου για την Ελληνική Οικονομία, που έχει γίνει πια σημαντικό ορόσημο για τη συζήτηση γύρω από τα τρέχοντα προβλήματα.

Όμως, σήμερα είναι μια κρίσιμη στιγμή, μια ιδιαίτερη στιγμή. Η Ελλάδα, οι Έλληνες βρισκόμαστε σε μια πρωτοφανή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και δοκιμασίας. Και ζούμε μια αντίφαση εμείς, οι Έλληνες. Από τη μια, η χώρα μας έχει τεράστιες δυνατότητες, πολλές δυνατότητες. Δεν είναι μόνο μία προσωπική μου διαπίστωση αυτή, έχοντας ταξιδέψει – και ταξιδεύω συχνά και συνεχώς – ανά την υφήλιο.

Το λένε οι Διεθνείς Οργανισμοί, μελετητές, οι δείκτες. Η απόδοση της χώρας μας είναι πολύ μικρότερη από τις πραγματικές της δυνατότητες. Από τη δυναμική που διαθέτει. Αυτό πρόσφατα ήταν και το συμπέρασμα του ΟΟΣΑ, που μέτρησε τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, των προϊόντων μας, λέγοντας ότι είναι αναντίστοιχη η απόδοσή μας με τις δυνατότητές μας.

Γιατί το αναφέρω αυτό; Γιατί το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό; Διότι αναδεικνύει τη φύση του προβλήματος της χώρας μας. Ότι ναι μεν σήμερα τα συμπτώματα της ασθένειάς μας είναι στην επιφάνειά τους οικονομικά, αλλά ότι οι αιτίες είναι βαθύτερες και διαφορετικές. Οι αιτίες έχουν σχέση με τον όλο τρόπο διαχείρισης του δυναμικού μας, της ίδιας της διακυβέρνησης της χώρας μας, από το κράτος μέχρι το περιβάλλον μας, από τις εργασιακές σχέσεις μέχρι και την πολιτική ζωή του τόπου. Από το πού επενδύσαμε, πού επενδύουμε, πώς αξιοποιούμε τους πόρους μας, πώς παίρνουμε αποφάσεις, ποιες προτεραιότητες ακολουθούμε, ποιο αναπτυξιακό μοντέλο και πρότυπο υιοθετούμε.

Η αλήθεια είναι ότι έχουμε απαξιώσει την Ελλάδα. Έχουμε απαξιώσει το ανθρώπινο δυναμικό που είναι μεγάλο και σοβαρό, έχουμε απαξιώσει φυσικούς πόρους και πλούτο, έχουμε απαξιώσει το κοινωνικό σύστημα πρόνοιας, από την υγεία μέχρι την παιδεία, τον πολιτισμό μας, τη γνώση που έχει ο Έλληνας και η Ελληνίδα, την εμπειρία τους, τις υποδομές μας. Έχουμε απαξιώσει το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα.

Χρησιμοποιώ τη λέξη «απαξίωση», για να τονίσω ότι πρέπει να πάμε σε μια Ελλάδα των αξιών. Μια Ελλάδα της ποιότητας. Από τις ανθρώπινες σχέσεις μέχρι τα προϊόντα μας. Και αυτό είναι το λεγόμενο «πράσινο μοντέλο ανάπτυξης», για το οποίο μιλάμε συνεχώς.

Γιατί «πράσινη ανάπτυξη»; Πρώτα απ’ όλα, πράσινη ανάπτυξη σημαίνει να μεταβούμε σε μια μεγάλη ανατροπή στην τεχνολογία και στην παραγωγή, αλλά ακόμα και στην κατανάλωση, που θα είναι συνυφασμένα με την ποιότητα των προϊόντων μας, της ζωής μας, αλλά και με την προστασία του περιβάλλοντος.

Χρειάζεται ν’ ακολουθήσουμε αυτό το δρόμο, πρώτον, διότι υπάρχει η διεθνής κλιματική κρίση, η οποία θα είναι και στο επίκεντρο της ηγεσίας της υφηλίου σε λίγες εβδομάδες στην Κοπεγχάγη. Κι εκεί, θα πάρουμε αποφάσεις που θα μας αφορούν όλους. Και πολύ απλά, προς τα εκεί θα προσανατολιστεί η διεθνής οικονομία αργά ή γρήγορα. Αλλά όσοι έχουν μπει στην πρωτοπορία, αυτοί θα είναι και οι κερδισμένοι.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η διεθνής οικονομική κρίση, αν και ακούγεται ότι είμαστε προς την έξοδο, δεν είναι τόσο εύκολο να τελειώσει γρήγορα. Μάλιστα, οι εκτιμήσεις αναφέρονται σε μια μικρή ανάκαμψη, αλλά οι τράπεζες – κι εδώ βρίσκονται αρκετοί από τράπεζες – το χρηματοπιστωτικό σύστημα, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν και έχουν βοηθηθεί, θα έλεγα πολλές φορές και σκανδαλωδώς, από το Δημόσιο, ενώ έχουν μεγάλη ευθύνη για την κρίση, λόγω της κρίσης, είναι συγκρατημένοι να προχωρήσουν σε νέα ρίσκα. Δεν παίρνουν ρίσκο, δεν επενδύουν εύκολα. Και δεν υπάρχει ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα επενδύσουν με ασφάλεια τεράστια ποσά χρημάτων που υπάρχουν στις παγκόσμιες χρηματαγορές και οικονομίες.

Αυτό σημαίνει ότι πλήττεται σήμερα η πραγματική οικονομία. Πλήττεται ο μικρομεσαίος, ο εργαζόμενος, έχουμε μεγαλύτερη ανεργία, ο νέος. Ο νέος που πλήττεται ιδιαίτερα και είναι στο επίκεντρο κοινωνικών συγκρούσεων, λογικά και δίκαια, βλέποντας την έλλειψη προοπτικής.

Αλλά αυτή η ύφεση στην πραγματική οικονομία θα αντανακλά και στο ίδιο το τραπεζικό σύστημα, που εκ των πραγμάτων δεν θα έχει τους πόρους.

Έχουμε λοιπόν αυτό το δεύτερο λόγο για να βρούμε έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης για την υφήλιο, για την Ευρώπη, αλλά και για τη χώρα μας.

Και ο τρίτος λόγος είναι ότι η Ελλάδα έχει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Σήμερα, δεν είναι ανταγωνιστική. Το μοντέλο το οποίο έχουμε ακολουθήσει δεν είναι ανταγωνιστικό. Πρέπει να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξης. Από τον τουρισμό, που είναι όμως από τους πιο δυναμικούς κλάδους, αλλά και εκεί χρειάζεται μια νέα προσέγγιση, μέχρι – όπως πολύ σωστά είπε και ο δικό σας Πρόεδρος – την αγροτική παραγωγή. Από τον πολιτισμό, την παιδεία, μέχρι κάθε είδους σύγχρονες υπηρεσίες.

Μπορούμε να γίνουμε μια χώρα μεγάλων εγχώριων, ευρωπαϊκών, αλλά και εκτός Ευρώπης ξένων επενδύσεων, μια χώρα πρωτοπόρα σε αυτούς τους τομείς. Και μάλιστα αυτά τα έχουμε επαναλάβει και προεκλογικά, αλλά τώρα πια τα προωθούμε συστηματικά. Και είχα ενδελεχή συζήτηση με τον νέο προεδρεύοντα – θα έχουμε βεβαίως νέες δομές στην Ευρωπαϊκή Ένωση – τον Ισπανό Πρωθυπουργό κ. Ζapatero, προχθές, ακριβώς για τη συνεργασία μας στην πράσινη ανάπτυξη, πώς θα μεταβούμε ως Ευρώπη, αλλά και πώς η Ελλάδα θα μπορούσε, σε συνεργασία με χώρες όπως είναι η Ισπανία, που είναι πρωτοπόρα, να προχωρήσει σε αυτή τη μεγάλη υπόθεση.

Η πράσινη ανάπτυξη δεν είναι μόδα, είναι όρος επιβίωσης, είναι επιταγή, αλλά και χρυσή ευκαιρία για μια χώρα με χαρακτηριστικά όπως τα δικά μας. Έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα. Επιτρέπουν να είμαστε πρωτοπόροι και να δώσουμε διέξοδο στο αδιέξοδο του παραγωγικού προτύπου της χώρας μας.

Εάν δεν αναπροσανατολιστεί η οικονομία μας, εάν δεν διευρυνθεί η παραγωγική βάση της χώρας, εάν δεν δημιουργηθεί νέος πλούτος και μεγαλύτερο εθνικό εισόδημα, όχι μόνο τα παιδιά μας δεν θα βρίσκουν δουλειά, αλλά θα τσακωνόμαστε μεταξύ μας για το πώς θα μοιράζουμε μια όλο και μικρότερη πίτα.

Η πράσινη ανάπτυξη, λοιπόν, η ανάπτυξη γενικότερα, αλλά ειδικότερα η πράσινη ανάπτυξη, είναι ζήτημα οικονομίας της χώρας. Θα κινητοποιήσει κεφάλαια και ανθρώπινους πόρους. Είναι και ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, γιατί θα αποτελέσει και το βασικότερο εργαλείο δίκαιης αναδιανομής του εισοδήματος σε όφελος των πολλών.

Θα δρομολογήσει πολιτικές. Μάλιστα, εμείς, εντός των επόμενων ημερών, θα παρουσιάσουμε συγκεκριμένο σχέδιο για την επιτάχυνση των επενδύσεων που αξιοποιούν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μία σημαντική πτυχή της λεγόμενης «πράσινης ανάπτυξης», που είναι από τις πιο αποδοτικές πηγές παραγωγής νέου πράσινου πλούτου στη χώρα μας.

Σήμερα, για παράδειγμα, με τις τυπικές διαδικασίες, εάν προχωρήσει κανείς σε μια επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μόνο σύμφωνα με τους κανόνες να προχωρήσει, χωρίς να υπάρξουν άλλα προβλήματα δικαστικής ή άλλης γραφειοκρατικής φύσης, χρειάζονται πέντε χρόνια για να εγκριθούν αυτές οι επενδύσεις. Εμείς θέλουμε να μειώσουμε σε ένα χρόνο ή ακόμα και σε 8 μήνες την έγκριση για την επένδυση σε αυτούς τους τομείς, και σε πολλούς άλλους, παρόμοιους.

Όλη αυτή η νέα στρατηγική ουσιαστικά προϋποθέτει, αυτή τη μεγάλη κρίση που περνούμε, να την αξιοποιήσουμε ως ευκαιρία. Μια ευκαιρία για να κατανοήσουμε το βάθος του προβλήματος που αντιμετωπίζουμε ως χώρα.

Και βέβαια, να μην κρυφτούμε πίσω από τη διεθνή κρίση. Υπάρχει η διεθνής κρίση, που επιβαρύνει την κατάστασή μας. Όμως, θα ήταν πολύ εύκολο – και το είπα και πέρσι εδώ σε σας – απλώς να κρυφτούμε πίσω από αυτήν. Θα ήταν μια ευκολία, που δυστυχώς η προηγούμενη κυβέρνηση ακολούθησε ανεύθυνα με μια ρητορεία, σκεπάζοντας τα πραγματικά προβλήματα.

Όλοι πια αναγνωρίζουν ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ελλάδας, είναι αυτοτελή και ότι μπήκαμε στη δίνη της διεθνούς κρίσης αδύναμοι, απροστάτευτοι και απροετοίμαστοι. Ανέδειξε η παγκόσμια κρίση τα δικά μας προβλήματα, παθογένειες πολλών δεκαετιών.

Παθογένειες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση, είτε εμφανιζόταν η διεθνής κρίση είτε όχι, θα έρχονταν κάποια στιγμή να μας θέσουν όλους προ των ευθυνών μας. Πολιτικούς, επιχειρηματίες, συνδικαλιστικούς φορείς, πολίτες, όλους μας.

Γι’ αυτό, έχει πράγματι σημάνει η ώρα της ύψιστης ευθύνης για τον καθένα μας. Η ευθύνη αυτή δεν είναι απλώς κυβερνητική, είναι εθνική. Δεν μπορεί να αναληφθεί, χωρίς ειλικρινή αναγνώριση των προβλημάτων, χωρίς ειλικρινή τεκμηρίωση, αλλά και αναγνώριση των εσφαλμένων επιλογών.

Η χώρα μας συνολικά βρίσκεται σε μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της μεταπολιτευτικής της ιστορίας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια τόσο απειλητικό. Το μέγεθός του, 12,7% του ΑΕΠ είναι υπερδιπλάσιο αυτού που ισχυριζόταν η απερχόμενη κυβέρνηση και δημιουργεί από μόνο του ένα τεράστιο πρόβλημα στην οικονομία της χώρας μας, αλλά και στη διεθνή μας αξιοπιστία.

Η πορεία αυτή κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένη ήταν. Με πρωτοφανή ταχύτητα, χάσαμε τα προηγούμενα χρόνια πολύτιμο κεφάλαιο δυναμισμού και αξιοπιστίας σε πάρα πολλά επίπεδα. Τα σημερινά αδιέξοδα αποτελούν το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, πράξεων και παραλείψεων, μιας πελατειακής διαχείρισης του πλούτου, που δεν βάζει στόχους, δεν υπηρετεί το κοινό συμφέρον, το συμφέρον των πολιτών. Οδηγηθήκαμε έτσι αναπόφευκτα στις εκλογές του Οκτώβρη.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να βιώνουμε μια πρωτόγνωρη και πολλαπλή κρίση. Κρίση της οικονομίας, του πολιτικού συστήματος, του κοινωνικού κράτους, των θεσμών της χώρας μας. Είναι και μια κρίση που θίγει τη διεθνή μας αξιοπιστία και, δυστυχώς, αδυνατίζει την ικανότητά μας να αντιδράσουμε συλλογικά, κυρίαρχα ως χώρα, για να προστατέψουμε με τον τρόπο που εμείς θέλουμε τα συμφέροντα της Ελλάδας και των πολιτών.

Είναι ένα έλλειμμα αξιοπιστίας που χτίστηκε από την αδιαφάνεια στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, την προχειρότητα στην εκπόνηση των πολιτικών, την εγκατάλειψη της προσπάθειας για θεσμική θωράκιση της οικονομικής διαχείρισης στο κράτος, από την ίδια την κομματική εκμετάλλευση του Δημοσίου.

Το όνομα της χώρας, το κύρος και η αξιοπιστία μας καταρρακώθηκαν από μεθοδεύσεις και πρακτικές που μας γύρισαν πολλά χρόνια πίσω. Μ’ έναν δημοσιονομικό εκτροχιασμό που έχει ξεκινήσει από το 2007, που μας έχει βάλει σε επιτήρηση για δεύτερη φορά, που μας οδηγεί νομοτελειακά σε αυστηρότερη επιτήρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα.

Ένας δημοσιονομικός εκτροχιασμός, που μας βάζει στη μαύρη λίστα των ξένων οίκων, που μας οδηγεί σε τιμωρία από τις αγορές, που ζητούν υψηλότερα επιτόκια για να δανείζουν τη χώρα μας.

Αυτός ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός ούτε μπορεί, ούτε πρέπει να κρυφτεί. Πρέπει όμως να σταματήσει. Και πρέπει να σταματήσει για το καλό όλων μας. Όχι μόνο για να πάψουμε να είμαστε σε επιτήρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο για να μας αγαπήσουν ξανά οι αγορές, αλλά κυρίως για να πάψει να υποθηκεύεται το παρόν και το μέλλον των παιδιών μας και του τόπου από τα ελλείμματα και τα χρέη.

Για να απελευθερωθούν πόροι για την οικονομία, για την απασχόληση, για την εκπαίδευση, για την υγεία, για το κοινωνικό κράτος, για την επένδυση στην πράσινη ανάπτυξη.

Μιλώ για τα προβλήματα με ειλικρίνεια. Ακούω διάφορους να λένε, να γράφουν, ότι εφ’ όσον τα λέει αυτά ο Πρωθυπουργός, τα λέει για ν’ αποφύγει τις ευθύνες του. Κάθε άλλο. Τα λέω, ακριβώς διότι είμαι έτοιμος να συγκρουστώ με αυτά τα προβλήματα. Να συγκρουστούμε μαζί και να αλλάξουμε αυτή τη χώρα, να την πάμε επιτέλους σε μια άλλη, νέα πορεία.

Αλλά πρέπει να τα δούμε κατάματα τα προβλήματα. Δεν ζητώ από σας την ανοχή, ζητώ συμμετοχή. Συμμετοχή όλων. Διότι η οικονομία της Ελλάδας βρίσκεται στην «εντατική». Είναι στιγμή για μεγάλες αποφάσεις, για τομές στην οικονομία, την παραγωγή, τις επενδύσεις, τον δημόσιο τομέα, το κοινωνικό κράτος. Γι’ αυτό και οι πολίτες αποφάσισαν και μας έδωσαν εντολή για ριζική αλλαγή πορείας.

Εμπιστεύθηκαν μαζικά αυτή την πολιτική πρόταση, μας εμπιστεύθηκαν γι’ αυτή τη ριζική αλλαγή. Και δεν αναλάβαμε απλώς για να διαχειριστούμε μια κρίση, αλλά για να βάλουμε την πορεία της χώρας μας σε μια άλλη τροχιά, σε μια άλλη αφετηρία, ασυνέχειας και ρήξης με το κακό παρελθόν, αλλά συνέχειας με ό,τι πιο θετικό έχει να δώσει ο Ελληνισμός.

Μια αφετηρία ρήξης με τις στρεβλώσεις, τις αγκυλώσεις, τα κακώς κείμενα, τις λάθος νοοτροπίες, που συσσωρεύτηκαν στα 35 χρόνια της μεταπολίτευσης. Που περιορίζουν τις δυνατότητες και τους ορίζοντές μας.

Λάβαμε την εντολή για ανατροπές, για να χτίσουμε μια χώρα ευνομίας, ασφάλειας, δημιουργίας, συνοχής και ευημερίας. Το σχέδιο που προεκλογικά το παρουσίασα στη Δ.Ε.Θ., συνοπτικά, έχει δύο μεγάλες ενότητες.

Η μία αφορά το άμεσο, τις πρώτες 100 μέρες. Τα πρώτα μέτρα για τα οποία δεσμεύθηκα και δεσμευθήκαμε ότι θα λάβουμε, για ν’ αρχίσει να ανασαίνει η ασθμαίνουσα οικονομία, με προστασία των αδύναμων, νέων, ανέργων, εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα, συμπολιτών μας με χαμηλά εισοδήματα, μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καταναλωτών.

Η δεύτερη αφορούσε και αφορά ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, αν όχι το συνολικό σχεδιασμό μας για τη χώρα την επόμενη τετραετία, ώστε όχι απλώς ν’ αντιμετωπίσουμε πρόσκαιρα την κρίση, αλλά να σταθούμε γερά στα πόδια μας και να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο μέλλον. Να κάνουμε την κρίση ευκαιρία.

Το σχέδιό μας για μια Ελλάδα που επενδύει στον πλούτο που διαθέτει, στο ανθρώπινο δυναμικό, στο φυσικό περιβάλλον, στις υποδομές της και διασφαλίζει ταυτόχρονα την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Για μια Ελλάδα, όπου τα αυτονόητα γίνονται επιτέλους πραγματικότητα. Όπου δικαιώματα προστατεύονται. Όπου το κράτος λειτουργεί υπέρ του πολίτη και όχι απέναντι στον πολίτη. Ήδη, μόλις 57 μέρες μετά τις εκλογές, 6 εβδομάδες μετά τις προγραμματικές δηλώσεις και την ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, έχουμε δώσει σαφές δείγμα και της αποφασιστικότητας, και της πολιτικής μας.

Ακόμα περισσότερο, έχουμε δώσει σαφές δείγμα ότι αλλάζουμε τη νοοτροπία και τον τρόπο διακυβέρνησης. Οι αλλαγές αυτές, και πολλές είναι, και δύσκολες. Μερικές θα πάρουν και χρόνο, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να τις κάνουμε, με μοναδική δέσμευσή μας την υπόσχεση που δώσαμε σε όλους τους Έλληνες και το πρόγραμμα που παρουσιάσαμε όλο το διάστημα που προηγήθηκε των εκλογών.

Γι’ αυτό, από την ημέρα που αυτή η κυβέρνηση ορκίστηκε, δουλεύουμε ακατάπαυστα, ακούραστα, αλλά και με στρατηγική, για την πλήρη και την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη τήρηση αυτών των δεσμεύσεων.

Είναι όμως και οι ίδιες οι ανάγκες της χώρας που μας υποχρεώνουν να δουλεύουμε σ’ αυτούς τους ρυθμούς, γιατί αυτοί είναι οι ρυθμοί που απαιτούνται σε τέτοιες δύσκολες περιόδους, για ν’ αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στην οποία βρισκόμαστε.

Καταθέσαμε τον πρώτο μας προϋπολογισμό. Σηματοδοτεί μόνο την αρχή της νέας πορείας για την οικονομία. Κεντρική μας επιλογή η αναθέρμανση της οικονομίας, το νοικοκύρεμα των δημοσίων οικονομικών με τον δραστικό περιορισμό της σπατάλης, αλλά όπως είπατε Πρόεδρε, και της φοροδιαφυγής, η στήριξη των αδύναμων και της μεσαίας τάξης, η δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων. Και βεβαίως, ξεκινάμε τη μεγάλη προσπάθεια από το 2010 για τη μείωση του ελλείμματος από το δυσθεώρητο 12,7% του ΑΕΠ ή 30 δις ευρώ, που βρίσκεται σήμερα.

Μαζί μ’ αυτό το στόχο, εκπληρώνουμε και τις πρώτες μας δεσμεύσεις για στήριξη των ασθενέστερων, για τόνωση της αγοράς, εξασφαλίζοντας πόρους και από τη μείωση της σπατάλης. Απ’ όλα τα Υπουργεία, καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια να ελεγχθούν δαπάνες, να εξαλειφθούν πρακτικές σπατάλης, που διαχέονται παντού, δυστυχώς, στο Δημόσιο.

Αναδιανέμουμε τις δαπάνες σε τομείς που αποτελούν παραγωγική προτεραιότητα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, αλλά και της συνοχής. Αναφέρομαι επιγραμματικά σε μερικά παραδείγματα:

Ενισχύουμε τα εκατομμύρια των πιο ασθενέστερων οικονομικά συμπολιτών μας, προχωρώντας στη χορήγηση επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης, αναδιανέμοντας σημαντικά χρήματα από εισφορές των επιχειρήσεων με τα μεγαλύτερα κέρδη, για να πάνε σ’ εκείνους που έχουν άμεση ανάγκη στήριξης.

Καταθέσαμε σε χρόνο ρεκόρ έναν Προϋπολογισμό που υλοποιεί τις δεσμεύσεις μας για 1 δις ευρώ επιπλέον για την παιδεία όπως υποσχεθήκαμε, αύξηση επιστροφής του ΦΠΑ στους αγρότες όπως υποσχεθήκαμε, 3.000 νέες προσλήψεις, όχι αγροφυλάκων, αλλά νοσηλευτικού προσωπικού, όπως υποσχεθήκαμε. Αύξηση του επιδόματος ανεργίας, που σταδιακά θα φτάσει το 70% του βασικού μισθού, των αγροτικών συντάξεων, των δημοσίων επενδύσεων πάνω από το 4% του ΑΕΠ, για να μπορέσει να τονωθεί η ανάπτυξη. Και χρηματοδότηση των ασφαλιστικών εισφορών, ως κίνητρο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας για νέους στον ιδιωτικό τομέα, όπως είχαμε υποσχεθεί.

Παράλληλα, μέχρι την απόδοση των νέων αυτών πολιτικών, λαμβάνουμε μέτρα για την άμεση αναθέρμανση της οικονομίας με σχέδιο νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών επιχειρήσεων και αλλαγές στον «Τειρεσία». Δίνουμε ρευστότητα στην αγορά, στηρίζουμε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την πραγματική οικονομία. Με τη ρύθμιση των χρεών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, ανακουφίζοντας τους καταναλωτές, ώστε να μπορούν να αποπληρώσουν τις οφειλές τους με ρυθμίσεις. Με μέτρα απλοποίησης των διαδικασιών ίδρυσης, αδειοδότησης και λειτουργίας νέων επιχειρήσεων. Με πολιτικές ενεργοποίησης αναπτυξιακών εργαλείων που διαθέτουμε, με προτεραιότητα στην αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων, δηλαδή του ΕΣΠΑ 2007-2013. Με προώθηση της περιφερειακής διάστασης του ΕΣΠΑ, ώστε να τονωθεί η ελληνική Περιφέρεια.

Με τη δημιουργία Ταμείου Αναχρηματοδότησης της Οικονομίας, που θα λειτουργεί με σύγχρονους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, σε στενή συνεργασία με παραγωγικούς και κοινωνικούς φορείς. Θα μπορεί να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές, μέσω έκδοσης ομολόγων, παραδείγματος χάρη «πράσινων ομολόγων», και θα προωθεί συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα για τη χρηματοδότηση μεγάλων παραγωγικών αναδιαρθρώσεων.

Με αναβάθμιση των υπηρεσιών και φορέων που ασχολούνται με το εξωτερικό εμπόριο και την προσέλκυση επενδύσεων, ώστε να εισρεύσουν παραγωγικά κεφάλαια, να ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας σε νέους κλάδους.

Μέσα σε 50 μέρες, έχουν ανοίξει σχεδόν όλα τα ζητήματα στην οικονομία, για να έχουμε στις επόμενες εβδομάδες και μήνες τα πρώτα αποτελέσματα.

Πολλοί λένε ότι αυτό είναι ένα πρόγραμμα λιτότητας. Αλλά δεν είναι σωστός ο όρος. Χρειάζεται από τη μια μεριά νοικοκύρεμα, πολύ νοικοκύρεμα, αλλά από την άλλη μεριά, χρειάζεται τόνωση της αγοράς. Είναι κάτι το οποίο δεν είμαστε μόνοι εμείς, στην Ελλάδα, που το ακολουθούμε, αλλά είναι οι περισσότερες χώρες, οι οποίες αντιμετωπίζουν σήμερα την κρίση. Τονώνουν την αγορά, τονώνουν την οικονομία. Απλώς η Ελλάδα έχει βρεθεί σε πιο δύσκολη θέση.

Αν απλώς ακολουθούσαμε μια περιοριστική πολιτική, θα μπαίναμε όλο και πιο βαθιά στην ύφεση, με αποτέλεσμα έναν φαύλο κύκλο, διότι δεν θα είχαμε πια ούτε και τα έσοδα για να στηρίξουμε δημοσιονομικά το Δημόσιο.

Άρα λοιπόν, έχουμε μια δύσκολη τομή, μια δύσκολη ισορροπία. Από τη μία, πραγματικά να νοικοκυρέψουμε. Από την άλλη, να τονώσουμε την οικονομία μας.

Κάποιοι επιμένουν να μην εξάγουν κανένα συμπέρασμα από τη μεγαλύτερη διεθνή οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Με τα πρώτα δειλά σημάδια της ανάκαμψης, είναι έτοιμοι να συνεχίσουν ξανά στο δρόμο της υποταγής της κοινωνίας και των πολιτών σε συμφέροντα ευρύτερα, δήθεν των αγορών, που επί τόσα χρόνια ανέχθηκαν, και συγκάλυψαν δυστυχώς, τις αλχημείες στη χώρα μας, την αδράνεια, τις σπατάλες της προηγούμενης κυβέρνησης, που τόσο ζημίωσαν τους Έλληνες πολίτες. Ζητούν τώρα από αυτούς να πληρώσουν το κόστος της δικής τους συνενοχής. Αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Δεν θα υιοθετήσουμε κοντόθωρες λογικές, που εκπορεύονται από αυτούς που βύθισαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση, χωρίς να πληρώσουν οι ίδιοι το κόστος, διότι το μετακύλισαν σε εκατομμύρια πολίτες και φορολογούμενους, που ουδεμία ευθύνη φέρουν.

Θα προστατεύσουμε τον Έλληνα πολίτη. Δεν θα υιοθετήσουμε συνταγές που το μόνο αποτέλεσμα που θα είχαν είναι να βυθίσουν την οικονομία μας σε ακόμα μεγαλύτερη ύφεση και κρίση, να διευρύνουν ανισότητες και κοινωνικά προβλήματα, να προκαλέσουν κοινωνικές εκρήξεις.

Τα βαθιά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, που δεν λύνονται ούτε σε 50 μέρες, ούτε σε 100 μέρες, με κινήσεις εντυπωσιασμού, με πυροτεχνήματα, θα τα λύσουμε. Θα τα λύσουμε με βαθιές και ριζικές αλλαγές, οι οποίες όμως θα είναι δίκαιες και θα έχουν τη συλλογική προσπάθεια ως επίκεντρο των δικών μας σχεδίων, που θα επιμερίζουν δίκαια την προσπάθεια όλων, ώστε όλοι πράγματι να βγουν κερδισμένοι.

Τονίζω και πάλι: Τόνωση της οικονομίας, προστασία των αδύναμων, νοικοκύρεμα του κράτους, πράσινο μοντέλο ανάπτυξης.

Για το λόγο αυτό, κεντρικό πρόβλημα για τη χώρα μας – το ξέρετε – για να πετύχουμε αυτή τη στροφή, αυτή τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, είναι μια άλλη λειτουργία του κράτους, της διοίκησης, της διακυβέρνησης. Μια διακυβέρνηση αξιών, αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης. Πάνω σε μια τέτοια αξιόπιστη διακυβέρνηση μπορούμε να διαμορφώσουμε μια νέα εμπιστοσύνη, μια νέα πορεία της χώρας μας, και για την Ελλάδα, και για τους Έλληνες στο εξωτερικό.

Με οδηγό βασικές μας αρχές και αξίες, τις οποίες θέλουμε και εισαγάγουμε πια σε όλο το εύρος της δημόσιας διοίκησης, ξεκινώντας από πάνω: Διαφάνεια, αξιοκρατία, αξιολόγηση και λογοδοσία παντού, δικαιοσύνη, σεβασμός στο περιβάλλον, σεβασμός στον πολίτη, προτεραιότητα στον άνθρωπο. Πάνω σε αυτές τις αξίες οικοδομούμε μια νέα αντίληψη διακυβέρνησης. Τέρμα η σπατάλη, τέρμα η διαφθορά, τέρμα η πελατειακή αντίληψη. Προχωράμε με διαφάνεια.

Συντάξαμε έναν προϋπολογισμό, που επιλέξαμε να μη βασίζεται σε ψέματα και κουτοπονηριές. Επιλογή μας μόνη, είναι να λέμε την αλήθεια, πρώτα εμείς, σε όλους τους πολίτες.

Και ήδη έχουμε συνεννοηθεί – πολύ σωστά το είπατε Πρόεδρε – και με διεθνείς οίκους, για να μας βοηθήσουν και στην αποτύπωση του πού πηγαίνουν τα χρήματα του Ελληνικού λαού, αλλά και στο πώς θα αναμορφώσουμε τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζουμε τους προϋπολογισμούς μας από εδώ και πέρα.

Και θα αξιοποιήσουμε τη διεθνή εμπειρία, δεν έχουμε καμία αίσθηση κατωτερότητας, για να αξιοποιήσουμε τις καλύτερες των πρακτικών από οποιαδήποτε χώρα, για τη χώρα μας, για να μπορέσουμε να τη φτιάξουμε ώστε να είναι πραγματικά υπόδειγμα.

Θέλουμε οι πολίτες, οι εργαζόμενοι, οι επιχειρηματίες, καθένας που πληρώνει τους φόρους και τις εισφορές του, να γνωρίζει από πού έρχεται, πού και γιατί ξοδεύεται κάθε ευρώ που εισφέρει στον κρατικό προϋπολογισμό και στην οικονομία.

Θέλουμε να μπορούν και οι πολίτες και οι διεθνείς εταίροι και οι αγορές να εμπιστευτούν ξανά τα στοιχεία που δίνει η χώρα. Να μας εμπιστευτούν. Και θα ξεκινήσουμε όλοι μαζί μια νέα προσπάθεια, βασισμένοι σε σχέσεις ειλικρίνειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Θέλουμε όμως να μπει και ένα τέλος στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Ξεκινάμε μια μεγάλη προσπάθεια, μέσα από ένα νέο, δίκαιο φορολογικό πλαίσιο, για τη δίκαιη συνεισφορά των πολιτών ανάλογα με τις δυνατότητές τους, που θα αποτελεί βάση για τη δίκαιη αναδιανομή του εισοδήματος. Η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή αποτελεί πράγματι, όπως το είπατε, εθνική μάστιγα, εκθέτει τη χώρα και είναι ίσως η μεγαλύτερη πηγή αδικίας στο φορολογικό σύστημα.

Αν αντιμετωπίσουμε αυτή την πηγή αδικίας, μπορώ να σας πω ότι θα είναι εύκολο ακόμα και να μειώσουμε τους φόρους και τις εισφορές, ώστε να είμαστε ακόμα πιο ανταγωνιστικοί.

Αλλά χρειάζεται όλοι μας να συμβάλουμε. Το θέμα δεν είναι μόνο να αστυνομεύσουμε τον καθένα μας. Επιτέλους, πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι πατριωτικό μας καθήκον, εάν θέλουμε να πάει αυτή η χώρα μπροστά.

Δεσμευτήκαμε να δώσουμε πρώτα εμείς, η ίδια η κυβέρνηση, το παράδειγμα της αλλαγής. Αλλαγής νοοτροπίας και στον τρόπο διακυβέρνησης. Γι’ αυτό, ξεκινήσαμε την πρωτοφανή για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα διαδικασία της ηλεκτρονικής διαβούλευσης για κάθε νομοθετική μας πρωτοβουλία. Μπορεί ο κάθε πολίτης να εκφράσει τη γνώμη του, η οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν στην τελική μας νομοθετική πρόταση.

Κάναμε πράξη – το νομοσχέδιο είναι ήδη έτοιμο να εισαχθεί σε δημόσια διαβούλευση – την προγραμματική μας δέσμευση για διαφάνεια παντού, με την ανάρτηση όλων των υπογραφών στο διαδίκτυο. Κάθε υπογραφή που σημαίνει έξοδο για τον Έλληνα φορολογούμενο θα είναι ορατή στη δημόσια κριτική, στον έλεγχο των πολιτών.

Δεσμευτήκαμε για την πραγματική αξιοκρατία και διαφάνεια στις προσλήψεις. Να σταματήσουμε την εξαγορά συνειδήσεων για μία θέση στο Δημόσιο και παράλληλα, βέβαια, τη διόγκωση του Δημοσίου.

Βάλαμε τέλος στις πελατειακές συναλλαγές, στην ομηρία των νέων, καταργώντας τα stage στο Δημόσιο, έναν καλό κατά τα άλλα θεσμό, ο οποίος όμως έγινε αντικείμενο κατάχρησης, και γι’ αυτό ισχυροποιούμε το ΑΣΕΠ.

Δεσμευτήκαμε να νοικοκυρέψουμε το κράτος και να περιορίσουμε την κρατική σπατάλη και κάναμε την αρχή, με πρώτη την απόφαση για την κατάργηση όλων των Επιτροπών που ίδρυσε η προηγούμενη κυβέρνηση, χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο, αλλά με παχυλές αμοιβές, που κατά τους υπολογισμούς μας μπορεί να μας στοίχιζαν και ένα δις κάθε χρόνο, με το δραστικό περιορισμό των κρατικών αυτοκινήτων και την αντικατάστασή τους με μικρά αντιρρυπαντικά.

Δεσμευτήκαμε να ανορθώσουμε τη διαλυμένη αξιοπιστία της χώρας μας στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές και ήδη προχωρήσαμε στην μετατροπή της Στατιστικής Υπηρεσίας σε Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή. Δυστυχώς, αυτό θεωρείται, για πολλούς στο εξωτερικό, επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα.

Προχωρήσαμε σε μια διαδικασία για την επιλογή των στελεχών στις θέσεις ευθύνης, που δύσκολα θα αγνοηθεί στο μέλλον από τις όποιες επόμενες κυβερνήσεις της χώρας, επιλέγοντας με κριτήρια αξιοσύνης και διάθεσης για προσφορά και εντάσσοντας στη Διοίκηση αξιόλογους συμπολίτες μας, που υπό τις προηγούμενες συνθήκες δεν θα είχαν καμία πιθανότητα πρόσβασης στο κράτος και στη Δημόσια Διοίκηση.

Ναι, κάνουμε αυτό ακριβώς. Σε πείσμα όσων θέλουν να μείνουμε εκεί όπου ήμασταν, φεύγουμε μπροστά.

Κάναμε καινοτομίες και πολλοί αναγνωρίζουν ότι έχω αυτή τη διάθεση. Ξέρω ότι στην αρχή, πολλές φορές λοιδορούνται, όπως όταν ξεκινήσαμε και στο κόμμα μας τις ανοιχτές διαδικασίες για την εκλογή τότε, από τη βάση του Κινήματος, του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ. Και σήμερα, χαίρομαι ιδιαιτέρως που αυτή η διαδικασία έχει πια καθιερωθεί, όταν και ένα άλλο κόμμα τις υιοθετεί – και θα ήθελα να συγχαρώ το νέο αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας, τον Αντώνη Σαμαρά. Πέρα από το γεγονός ότι τον γνωρίζω πολλά χρόνια προσωπικά, ελπίζω ότι, όπως είπε και ο Πρόεδρος, θα συμβάλλει αυτή η παράταξη ουσιαστικά, υπό την ηγεσία του, στην κοινή πια προσπάθεια ν’ ανορθώσουμε το κύρος μας, την οικονομία, το Δημόσιο, το κράτος. Και θα χρειαστούν ευρύτατες συναινέσεις.

Τέλος, στις λίγες αυτές μέρες που διοικούμε τη χώρα, που κυβερνούμε τη χώρα, η Ελλάδα ξεκίνησε και πάλι να είναι παρούσα στο εξωτερικό, να αρθρώνει λόγο, να συμμετέχει εκεί όπου λαμβάνονται αποφάσεις, να ακούγεται και να παίρνουμε και πάλι το νήμα από εκεί όπου το αφήσαμε το 2004.

Μέχρι τις αρχές του επόμενου έτους θα έχουμε προχωρήσει στην υλοποίηση όλων των δεσμεύσεών μας για τις πρώτες 100 ημέρες της διακυβέρνησης.

Κυρίες και κύριοι, η χώρα μας, παρά την αίσθηση της κρίσης, την αίσθηση της απαισιοδοξίας, μπορεί να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον και θα το κάνει άμεσα.

Και το λέω διότι, όπως είπα στην αρχή, έχουμε πολλές δυνατότητες, οι οποίες δεν αξιοποιούνται. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, οι πολίτες, οι εργαζόμενοι, οι επιχειρηματίες, οι αγρότες, όλοι όσοι δίνουν κάθε μέρα τον καλύτερό τους εαυτό για την επιβίωσή τους και για την εξασφάλιση μιας καλύτερης ζωής, την εξασφάλιση της προοπτικής για τα παιδιά τους, δικαιούνται να έχουν μία Κυβέρνηση και ένα κράτος, που θα τους στηρίζει και θα εργάζεται εξίσου σκληρά γι’ αυτούς.

Και αυτή η Κυβέρνηση αυτό ακριβώς κάνει. Με φιλότιμο, με προσπάθεια, με κόπο. Δουλεύει σκληρά, για να μη χάσουμε σημαντικά κεκτημένα της χώρας μας.

Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι δεν πρόκειται να σταματήσουμε. Εκεί όπου η χώρα μας έχει πλεονεκτήματα, θα φροντίσουμε να τα αναδείξουμε, να τα αξιοποιήσουμε και να δημιουργήσουμε νέες ευκαιρίες και νέο πλούτο που θα μοιράζεται δίκαια σε όλους.

Εκεί όπου υπάρχουν αδικίες, θα παρέμβουμε για να τις αποκαταστήσουμε. Εκεί όπου υπάρχει σπατάλη και διαφθορά, θα βάλουμε το μαχαίρι στο κόκκαλο και θα είμαστε πολύ αυστηροί με όποιον υπονομεύσει αυτή την προσπάθεια.

Δεν προχωράμε όμως μόνοι. Το πρόγραμμά μας αποτελεί συμβόλαιο με τους πολίτες. Δεσμευτήκαμε και για την αλλαγή πολιτικών και για την αλλαγή προτύπου διακυβέρνησης.

Αλλά μόνο μία ανοικτή κοινωνία, με την ευρύτατη συμμετοχή των πολιτών, μπορεί να αντιμετωπίσει το εύρος των προκλήσεων. Θα έλεγα ότι ακόμα και αν δεν είχαμε αυτή τη μεγάλη κρίση που περνάμε, και πάλι λόγων των μεγάλων κρίσεων και προκλήσεων που υπάρχουν παγκοσμίως, μόνο μία συμμετοχική κοινωνία, μία κοινωνία που δουλεύει συντεταγμένα, μπορεί ν’ αντιμετωπίσει αποφασιστικά και αποτελεσματικά αυτές τις μεγάλες προκλήσεις.

Ανοίξαμε διάλογο, όπως είδατε, σε διάφορα νομοσχέδια, αλλά τις επόμενες εβδομάδες θα καλέσω προσωπικά τα πολιτικά κόμματα, τους κοινωνικούς εταίρους, αλλά και τους πολίτες και την κοινωνία, σε έναν ευρύτατο διάλογο γι’ αυτά τα μεγάλα θέματα.

Γνωρίζουμε πού θέλουμε να πάμε. Ο στόχος μας δεν είναι ο διάλογος για τον διάλογο, αλλά να χτίσουμε τις συμμαχίες, τις συναινέσεις για τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται η χώρα.

Να συμφωνήσουμε τεκμηριωμένα, καταρχήν στα προβλήματα και στις παθογένειες, ν’ αναγνωρίσουμε τη ρίζα τού κάθε προβλήματος, χωρίς περιστροφές, με ειλικρίνεια και θάρρος. Να δώσουμε συντεταγμένα ουσιαστικές, διαχρονικές λύσεις. Όχι άλλα μερεμέτια.

Να χτίσουμε μια μεγάλη συμμαχία των πιο υγιών, παραγωγικών και δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας. Να αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν, με πρώτο και καλύτερο το ίδιο το κράτος, την ίδια την Κυβέρνηση.

Γιατί για να τα πετύχουμε όλα αυτά, χρειάζονται σύμμαχοι. Και οι σύμμαχοί μας είναι οι πολίτες. Είσαστε εσείς.

Σ’ εσάς, μαζί μ’ εσάς, θα εμπιστευθούμε αυτή την πορεία, σε όλους εσάς, εργαζόμενους, επιχειρηματίες, πολίτες αυτής της χώρας, ώστε να γνωρίζετε τα διακυβεύματα, το εύρος της σύγκρουσης που θα ακολουθήσει με κάθε αντίληψη που μας κρατάει πίσω. Θα αξιοποιήσουμε την εμπειρία και τη γνώση σας. Έχω μιλήσει πολλές φορές με το Επιμελητήριό σας. Ξέρω και σας συγχαίρω για τη δουλειά σας, για τα προβλήματα της οικονομίας και της κοινωνίας μας. Είναι πράγματι εξαίρετη δουλειά, που τη χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε μπροστά. Χρειαζόμαστε τέτοιες προτάσεις τεκμηριωμένες, που θα μας βοηθήσουν να προχωρήσουμε, με ειλικρίνεια απέναντι στα προβλήματα, σε αλλαγές στο κράτος, στη φορολογία, στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, στο αναπτυξιακό πρότυπο, στην καταπολέμηση της διαφθοράς, στην αλλαγή του πολιτικού συστήματος, στη νέα αρχιτεκτονική στη Δημόσια Διοίκηση και την Αυτοδιοίκηση, στο Ασφαλιστικό, στην παιδεία, στην υγεία.

Μέσα από αυτό το διάλογο θα βγούμε κερδισμένοι, θα μπορέσουμε να πάρουμε αποφάσεις, κι αυτές οι αποφάσεις θα υλοποιηθούν άμεσα.

Είμαι βέβαιος ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας, των κοινωνικών εταίρων, των δημιουργικών δυνάμεων αυτής της χώρας, αδημονεί να φύγουμε μπροστά.

Είμαι σίγουρος ότι αυτή η μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνικού λαού θέλει να συμμετάσχει σε αυτή την κοινή προσπάθεια.

Αυτός είναι ο δρόμος στον οποίο απαρέγκλιτα θα βαδίσουμε. Γιατί δεν θα γίνουμε όμηροι κανενός συμφέροντος, κανενός προβλήματος.

Κληθήκαμε να αλλάξουμε ριζικά τον ρου των πραγμάτων, για να χτίσουμε μια κοινωνία αξιών, ευνομίας, ασφάλειας και ευημερίας. Και θα τιμήσουμε στο ακέραιο την δέσμευσή μας.

Σας ευχαριστώ.

Διαβάστε επίσης