Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ας επιλέξουν οι πολίτες τον σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής | Άρθρο | 17.10.2017

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών

Κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε σε μια επίπονη περίοδο μετάβασης, από μια ολόκληρη εποχή που τελείωσε οριστικά, σε μια νέα εποχή. Και η πορεία μας είναι δύσκολη.

Θυμίζω σε όλους την τεράστια μάχη που χρειάστηκε να δώσουμε πέρυσι, για να μην εγκαταλειφθεί η Ελλάδα από τους εταίρους της και να μην ζήσουμε εγκαταλελειμμένοι το φάσμα της χρεοκοπίας.

Και παρά τη μέχρι τότε αναξιοπιστία μας, παρά τις κακές αφορμές που είχαμε δώσει, παρά την απόκρυψη της πραγματικότητας από τους Έλληνες πολίτες και τους εταίρους μας, καταφέραμε να δώσουμε δείγματα μιας άλλης γραφής, καταφέραμε να αλλάξουμε το κλίμα, να διαπραγματευθούμε και τελικά να πείσουμε τους εταίρους μας να στηρίξουν την Ελλάδα, στη δύσκολη αυτή στιγμή. Να προστατεύσουν την Ελλάδα από τις ορέξεις και τους φόβους των διεθνών αγορών.

Εξασφαλίσαμε το δάνειο των 110 δις ευρώ, που μας επιτρέπει σήμερα να λειτουργούμε ακόμα ως κράτος, να μην έχουμε θρηνήσει καταστάσεις που δεν χωράει ο νους μας και, βεβαίως, μας έδωσε και το χρόνο για τις αλλαγές.

Πέρυσι τέτοια εποχή, εισπράξαμε την πρώτη δόση του δανείου. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, η Ελλάδα, την επομένη, θα κήρυττε στάση πληρωμών και εμείς εδώ, σήμερα, δεν θα είχαμε καν την πολυτέλεια να ανταλλάσσουμε ιδέες και καλές προτάσεις, με τον τρόπο και το περιεχόμενο που το κάνουμε.

Κυρίες και κύριοι, το γιατί φθάσαμε στο σημείο αυτό, το ξέρουμε όλοι πολύ καλά, γι’ αυτό δεν θα πω πολλά, παρά μόνο τούτο: δεν θα βγούμε με βιώσιμο τρόπο από τη σημερινή κρίση, αν δεν ανατρέψουμε τα βαθύτερα αίτια, τις εσφαλμένες πρακτικές και νοοτροπίες που μας οδήγησαν εδώ, πολύ περισσότερο αν επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Γι’ αυτό και δεν υπάρχει σωτηρία της χώρας, χωρίς μεγάλες αλλαγές παράλληλα. Αυτό συνεπάγεται ανατροπή των χρόνιων στρεβλώσεων και αδυναμιών, όχι μόνο της οικονομίας μας, αλλά και του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας μας και του πολιτικού μας συστήματος, που οδήγησαν την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής.

Η αλήθεια είναι ότι όλες οι χρόνιες παθογένειες διογκώθηκαν σε πρωτόγνωρο βαθμό την πενταετία 2004-2009. Σε ένα απόλυτα ρευστό και φοβικό διεθνές οικονομικό περιβάλλον, η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση βρήκε τη χώρα μας εντελώς ευάλωτη, απροστάτευτη και απροετοίμαστη.

Η απόκρυψη της πραγματικής δημοσιονομικής κατάστασης ήταν η χαριστική βολή στην αξιοπιστία της χώρας, που είχε ήδη υποστεί πλήγματα. Όλοι μας, ολόκληρη η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα, «τι κάνουμε από εδώ και στο εξής».

Μπροστά στο μεγαλύτερο κίνδυνο που γνώρισε ποτέ η χώρα μας εδώ και δεκαετίες, τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, η Κυβέρνησή μου και εγώ προσωπικά, κληθήκαμε να λάβουμε δύσκολες και ιστορικές αποφάσεις.

Τις λάβαμε τις αποφάσεις αυτές, προτάσσοντας το υπέρτατο συμφέρον της χώρας. Αναλάβαμε τις ευθύνες μας, απολύτως αποφασισμένοι να κάνουμε το καθήκον μας για τη χώρα.

Με τις αποφάσεις αυτές, με τις θυσίες, τις προσπάθειες και, πράγματι, την ωριμότητα του Ελληνικού λαού, η χώρα μας στάθηκε όρθια. Καταρχήν, διότι δεν ζήσαμε τη χρεοκοπία. Δηλαδή, εκατομμύρια οικογένειες χωρίς εισόδημα. Χιλιάδες επιχειρήσεις οριστικά κλειστές. Συνταξιούχους χωρίς σύνταξη. Νοσοκομεία και σχολεία κλειστά. Απόλυτη δυστυχία και χάος, για χρόνια. Το μέλλον των επόμενων γενεών ξεγραμμένο. Μ’ αυτούς τους δαίμονες παλέψαμε και παλεύουμε. Και δεν έκανα πίσω ούτε στιγμή σ’ αυτή την πορεία και ούτε πρόκειται να κάνω πίσω στο μέλλον.

Όμως, δεν είναι μόνον αυτά που αποφύγαμε, τα οποία αποδεικνύουν ότι είμαστε στο δύσκολο, αλλά σωστό δρόμο. Κάποιοι λένε με μεγάλη ευκολία, εντός και εκτός Ελλάδας, ότι αποτύχαμε. Λάθος. Η προσπάθεια έπιασε και πιάνει τόπο. Οι θυσίες των Ελλήνων πολιτών δεν πάνε χαμένες.

Φανήκαμε μέχρι τώρα συνεπείς σχεδόν στο σύνολο των δεσμεύσεών μας, την ώρα που πολλοί διεθνώς θεωρούσαν ότι είμαστε ανίκανοι και απρόθυμοι να βάλουμε τάξη στα του οίκου μας και ότι δεν θα πετύχουμε ούτε τα μισά από όσα λέμε.

Θυμίζω: πετύχαμε το 2010 μείωση του ελλείμματος, που καμία άλλη χώρα δεν έχει πετύχει, κατά 5 μονάδες του ΑΕΠ – μόλις μισή μονάδα λιγότερο από το στόχο.

Το κυκλικά προσαρμοζόμενο πρωτογενές έλλειμμα, δηλαδή το έλλειμμα χωρίς την επίδραση της ύφεσης και των τόκων, μειώθηκε κατά 7,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Είναι και πάλι η μεγαλύτερη μείωση στην Ευρώπη, τριπλάσια από την δεύτερη καλύτερη επίδοση, που είναι της Ισπανίας.

Κάποιοι μας λένε ότι δεν αυξήθηκαν τα έσοδα. Και πάλι λάθος. Παρά την ύφεση, τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 1,8% του ΑΕΠ, που είναι η μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωζώνη μαζί με την Πορτογαλία.

Μετά από πολλά τρίμηνα αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης, το πρώτο τρίμηνο του 2011 έχουμε ένα πρώτο θετικό σημάδι, με ανάκαμψη κατά 0,8%. Η ύφεση ρηχαίνει: το -7,5% του τέταρτου τριμήνου του 2010 σε ετήσια βάση μειώθηκε σε -4,8% το πρώτο τρίμηνο του 2011.

Οι εξαγωγές αυξάνονται με μέσο ρυθμό 35% τους τελευταίους έξι μήνες, δείχνοντας πώς εσείς οι ίδιοι, οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια που κάνει η πατρίδα μας σήμερα.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε – δηλαδή, η ανταγωνιστικότητα της χώρας μας βοηθήθηκε – από το 14% το 2009 σε 11,8% το 2010 και το 2011 προβλέπεται να είναι το μικρότερο της δεκαετίας.

Επίσης, πετύχαμε μείωση των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου κατά 35%, δηλαδή πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Μείωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά 38% ή 29.500 συμβασιούχοι το 2010. Σημαντική συρρίκνωση του Δημοσίου. Καθαρή μείωση 82.400 υπαλλήλων το 2010, δηλαδή 10% επί του συνόλου.

Μείωση των ελλειμμάτων των ΔΕΚΟ κατά 20% το 2010 και μείωση επιπλέον 35% το πρώτο τρίμηνο του 2011.

Άρα, καλώ όλους εντός Ελλάδας να μην αδικούν εαυτούς. Ούτε βεβαίως οι εκτός Ελλάδας να μας αδικούν που, για διάφορους λόγους, θέλουν να αναδεικνύουν την αποτυχία. Πιθανώς, κάποιοι θέλουν και τη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Μην αδικούμε τις θυσίες του Ελληνικού λαού. Να σταματήσει αυτή η αυτομαστίγωση και η ισοπέδωση των πάντων, που απειλεί και την ίδια την προσπάθεια της πατρίδας μας να ανακτήσει την αξιοπιστία της, υπονομεύοντάς την και στα μάτια μας, και στα μάτια άλλων διεθνώς.

Επειδή όμως γνωρίζουμε όλοι καλά ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας είναι το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης πολύπλευρης κρίσης, πέρα δηλαδή από τη διαμόρφωση του ελλείμματος και των χρεών, εμείς δρομολογήσαμε τις αναγκαίες μεγάλες αλλαγές που αντιμετωπίζουν αυτά τα βαθύτερα αίτια.

Βάλαμε μπρος για τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, που χρειαζόταν η χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια, αν όχι δεκαετίες. Σε 19 μήνες, κάναμε όσα δεν είχαν γίνει επί πολλά χρόνια. Αναφέρω μόνο μερικά ενδεικτικά παραδείγματα και σας καλώ να θυμηθείτε, αν ποτέ στο παρελθόν είχαν γίνει τόσα πολλά, σε τόσο λίγο χρόνο.

Ανεξάρτητη Στατιστική Αρχή, η επανάσταση του αυτονόητου, βεβαίως.

Πολυετής δημοσιονομικός προγραμματισμός για έλεγχο και λογοδοσία στις δημόσιες δαπάνες.

Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού και αγοράς εργασίας.

Παρακολούθηση και έλεγχος δαπάνης φαρμάκου.

Έλεγχος δαπανών στην υγεία και συγχωνεύσεις νοσοκομείων.

Ηλεκτρονική συνταγογράφηση.

Μεταρρύθμιση στο φορολογικό σύστημα.

«Καλλικράτης» – Αυτοδιοίκηση.

«Διαύγεια» για διαφάνεια σε όλες τις αποφάσεις της Δημόσιας Διοίκησης.

Τομές στην εκπαίδευση. Συγχωνεύσεις σχολείων.

Ίδρυση επιχείρησης σε μία ημέρα και one – stop – shop.

Fast track για μεγάλες επενδύσεις.

Άνοιγμα εκατοντάδων κλειστών επαγγελμάτων.

Αναδιοργάνωση ΟΣΕ και Αστικών Συγκοινωνιών.

Άρση του καμποτάζ.

Αντικειμενικό σύστημα προσλήψεων και προαγωγών στο Δημόσιο.

Και πολλά άλλα ακόμη, που έχουν σχέση με την ανάπτυξη, την ενέργεια και την πράσινη ανάπτυξη. Όλα αυτά, μέσα σε ακραίες συνθήκες διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας νοικοκυρέματος χωρίς προηγούμενο, μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών, τομών στο κράτος και την οικονομία και θυσιών του Ελληνικού λαού, τις οποίες όλοι πρέπει να σεβαστούν. Και είναι αποτέλεσμα σε ένα έτος εφαρμογής του προγράμματος – ενός τριετούς προγράμματος.

Ακούω ότι κάποιοι δεν τα θεωρούν αυτά επιτυχία. Να διαχειριστούμε δηλαδή από τη μία την κρίση χρέους και αξιοπιστίας, προωθώντας παράλληλα τομές.

Όχι κύριοι, δεν τελείωσε η ιστορία των αλλαγών. Σε εξέλιξη είναι και έχουμε μπροστά μας πολλά και δύσκολα. Αλλά όσοι μιλούν για αποτυχία, είτε φοβούνται τις αλλαγές, είτε θέλουν να μη γνωρίζουν ότι, αν δεν τελειώσουμε με τα ελλείμματα, αν δεν δημιουργήσουμε πρωτογενή πλεονάσματα, δεν πρόκειται ούτε στις αγορές να βγούμε, ούτε και οι τράπεζες και, άρα, η πραγματική οικονομία θα μπορέσει να ανασάνει.

Χωρίς προσπάθεια, χωρίς περιστολή δαπανών, χωρίς αποκρατικοποιήσεις, χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές, χωρίς κόπο, χωρίς όλοι να βάλουμε πλάτη, βέβαια, αναλογικά με τις δυνατότητές μας, δεν θα δούμε προκοπή.

Κάποιοι μας λένε ότι, δήθεν, χώρες όπως η Πορτογαλία διαπραγματεύτηκαν καλύτερα από εμάς τους όρους για τη χρηματοδότησή τους. Ας είμαστε απόλυτα ειλικρινείς και ας συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Πορτογαλία.

Η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με χρέος 90% του ΑΕΠ, εμείς με 130% του ΑΕΠ και έχει αυξηθεί. Μπήκε με έλλειμμα 9% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 δις ευρώ, ενώ εμείς μπήκαμε με έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ, δηλαδή 36 δις ευρώ.

Η Πορτογαλία με δαπάνες 50% του ΑΕΠ, εμείς με 53%. Με δαπάνες τόκων 4% του ΑΕΠ, εμείς με 6,7%.

Με συνολικά έσοδα στο 42% του ΑΕΠ, εμείς στο 37%. Με έσοδα από έμμεσους φόρους στο 14% του ΑΕΠ, εμείς στο 11%. Και με έσοδα από άμεσους φόρους στο 9% του ΑΕΠ, ενώ εμείς κάτω από 8%.

Η Πορτογαλία έπρεπε να μειώσει το έλλειμμά της 2,4 δις το πρώτο έτος, δηλαδή 1,4% του ΑΕΠ της, ενώ εμείς 14 δις το πρώτο έτος, δηλαδή 5,5% του ΑΕΠ μας.

Ως προς τα μισθολογικά, η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με κατώτατο μισθό 565 ευρώ το μήνα, εμείς με 862 ευρώ το μήνα, δηλαδή κατά 50% μεγαλύτερο.

Ο μέσος μισθός στο Δημόσιο σε 12μηνη βάση είναι στην Πορτογαλία 1.600 ευρώ μεικτά, ενώ στην Ελλάδα είναι 2.100 ευρώ μεικτά, 31% μεγαλύτερος. Επίσης, βεβαίως, και η Πορτογαλία, εφάρμοζε ήδη πολύ πριν το μνημόνιο σχέδιο ανασυγκρότησης σχεδόν εδώ και 10 χρόνια, από την εκλογή του κ. Μπαρόζο το 2002. Αλλά και ο Σόκρατες έκανε τη μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση εδώ και πολλά χρόνια.

Να τελειώνουμε, λοιπόν, με τα παραμύθια για τους «ξένους», που δήθεν διαπραγματεύονται καλύτερα, ή για τις συνωμοσίες των εταίρων μας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Να τελειώνουμε με τη λογική ότι κάποιος άλλος φταίει, όταν δεν βάζουμε εμείς τάξη στα του οίκου μας. Επιτέλους, ας αναλάβουμε εμείς, οι Έλληνες, την ευθύνη για τη δική μας χώρα. Αυτό είναι που καλείται να κάνει ο Ελληνικός λαός και όλοι μας, μαζί. Πριν μερικούς μήνες, κάποιοι πρόβαλαν ως δήθεν παράδειγμα προς μίμηση την Ιρλανδία, που δεν υπέγραψε μνημόνιο. Τη συνέχεια, την γνωρίζουμε.

Κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της. Και εμείς, στο δικό μας μνημόνιο, διαπραγματευθήκαμε και διατηρήθηκε ο 13ος και 14ος μισθός στον ιδιωτικό τομέα, κάτι που δεν υπάρχει αλλού στην Ευρώπη, για το οποίο συνέβαλε πράγματι ουσιαστικά και ο ΣΕΒ, μαζί με την ΓΣΕΕ.

Χάρη σ’ αυτή την επιτυχή πορεία, μπορέσαμε να διαπραγματευθούμε και να πετύχουμε πριν από δύο μήνες την επιμήκυνση και τη μείωση του επιτοκίου του δανείου των 110 δις ευρώ, βοηθώντας τη χώρα μας και μειώνοντας το χρέος μας προς τρίτους κατά 6 δις ευρώ. Αυτή η επιτυχής προσπάθεια ήταν αναγνώριση των προσπαθειών μας. Και συνεχίζουμε.

Η μηδενιστική αντιμετώπιση και το αυτομαστίγωμα δεν βοηθούν σε μια κρίσιμη εθνική στιγμή και, σε τελική ανάλυση, συνιστούν απαξίωση της επιτυχούς προσπάθειας ενός ολόκληρου λαού.

Ναι, ζούμε μια βαθιά ύφεση, αν και ύφεση είχαμε και το 2009, με τα τεράστια ελλείμματα. Ναι, η κοινωνία μας δοκιμάζεται, πρώτος εγώ το γνωρίζω, αλλά αυτό είναι το αναπόφευκτο τίμημα των λαθών του παρελθόντος. Και τα όσα ζούμε σήμερα δεν αποτελούν έκπληξη, είναι δυστυχώς πάνω – κάτω αυτό που αναμενόταν να συμβεί, γιατί είμαστε μόλις στον πρώτο χρόνο ενός τριετούς προγράμματος.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι καμία διαδικασία μετάβασης δεν είναι εύκολη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν γίνεται μέσα σε ακραίες συνθήκες, όπως αυτές που βιώνουμε – μια ανασφάλεια διεθνώς – ιδιαίτερα για εκείνους που, για χρόνια, είχαν μάθει αλλιώς. Είχαν μάθει σε ένα πολιτικό σύστημα και σε κυβερνήσεις, που για δεκαετίες ασκούσαν την πολιτική με έναν τρόπο απόλυτα απαξιωτικό για το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό, δυστυχώς, με κανόνες αδιαφανείς και υπόγειες σχέσεις.

Πολλοί από αυτούς προσπαθούν σήμερα να απαξιώσουν την προσπάθεια της πατρίδας μας. Με αυτή την Ελλάδα, όμως, τελειώνουμε. Οι κανόνες αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι προτεραιότητες. Και πρέπει να τηρούνται και θα τηρούνται, τουλάχιστον όσο είμαι εγώ εδώ.

Το μοναδικό για το οποίο αγωνίζομαι είναι η Ελλάδα και οι πολίτες της, ολόκληρος ο Ελληνικός λαός και κανένας άλλος – και αυτόν θα εξακολουθήσω να υπηρετώ μέχρι τέλους. Τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τα παιδιά μας, που αύριο θα ψάξουν για δουλειά, τους νέους που σήμερα ψάχνουν για δουλειά και δεν βρίσκουν, σε μια οικονομία που για χρόνια αναπτυσσόταν με δανεικά.

Τους επιχειρηματίες, που με εντιμότητα και όραμα θέλουν να δουν το κράτος να αλλάζει και τις διαδικασίες να απλοποιούνται. Τις τράπεζες, να ανοίγουν τις πόρτες τους στα υγιή επενδυτικά σχέδια. Όλους εσάς, που ξέρω καλά πόσο αγωνιάτε σήμερα για το μέλλον μας και για το αν και πώς θα τα καταφέρουμε.

Ποτέ μου δεν θα κάνω πίσω σ’ αυτή την πορεία για τη μεταρρύθμιση στη χώρα. Η Ελλάδα και θα σωθεί, και θα αλλάξει. Και όσο είμαι εδώ εγώ, τίποτε άλλο δεν με απασχολεί.

Αυτό γίνεται και επί ένα χρόνο, προσπαθώντας παράλληλα να σώσουμε την πατρίδα μας από μια χρεοκοπία που, τότε, μόλις πριν από λίγους μήνες, θεωρήθηκε από πολλούς απολύτως βέβαιη. Ναι, με δυσκολίες, ναι, με ύφεση, ναι, με περιορισμούς, όμως, άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Και αν συνεχίζαμε να ασκούμε την πολιτική, όπως έκαναν στο παρελθόν πολλοί από αυτούς, οι οποίοι σήμερα ή διαμαρτύρονται ή χαϊδεύουν αυτιά, δεν θα μπορούσαμε τώρα να μιλάμε για πολιτικές, για επιλογές, για συναινέσεις, για έξοδο στην αγορά, ούτε να σταθούμε στα πόδια μας. Απλούστατα, θα είχαμε καταρρεύσει.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχει τελειώσει η προσπάθεια; Σαφέστατα, όχι. Σημαίνουν όμως ότι, έτσι όπως ξεκινήσαμε, έτσι πρέπει και να συνεχίσουμε, αψηφώντας το πολιτικό κόστος, αγνοώντας τις σειρήνες των δήθεν εύκολων δρόμων ή των εναλλακτικών διαδρομών.

Προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες. Δεν αλλάζουμε, όμως, τον στόχο. Πολλοί κάνουν μια εύκολη κριτική, λέγοντας ότι «προβλέπατε ότι θα βγείτε στις αγορές το 2012 και τώρα λέτε ότι δεν μπορείτε». Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι όλα έγιναν στην εντέλεια, η αλήθεια είναι ότι οι αγορές δεν άνοιξαν για δικούς τους λόγους, όχι γιατί εμείς δεν πετύχαμε το 2010 μείωση του ελλείμματος 5,5% και πετύχαμε 5%. Θα θυμίσω ότι, ένα χρόνο πριν, οι λεγόμενες «αγορές», ούτε αυτή την επίδοση πίστευαν ότι μπορεί να πετύχει η Ελλάδα.

Άρα, λοιπόν, δικαιολογημένα πολλοί ρωτούν: «γιατί βρισκόμαστε σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι; Γιατί αφού μειώσατε, όπως λέτε, το έλλειμμα, και κάνατε μεταρρυθμίσεις, οι αγορές δεν πιστεύουν ακόμα στην Ελλάδα;».

Κυρίες και κύριοι, το έχουμε πει πολλές φορές και το επαναλαμβάνω: μπορεί η Ελλάδα να πρέπει να αντιμετωπίσει πολλά χρόνια και διαρθρωτικά της προβλήματα – και αυτό κάνει – όμως, το πρόβλημα είναι ευρύτερο και οι διαστάσεις πολύπλοκες και υπερεθνικές.

Για τρεις λόγους: πρώτον, παρά τις σημαντικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι μέχρι τώρα πειστικές για τις αγορές, ότι γίνεται δηλαδή η αποτελεσματική διαχείριση του προβλήματος, που λέγεται «χρέος» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεύτερον, οι αγορές, ενώ θα έπρεπε να ανταποκριθούν σχετικά γρήγορα, σήμερα συνεχίζουν να βρίσκονται σε κατάσταση φόβου γύρω από το ελληνικό χρέος και αυτό, βεβαίως, έχει εξαπλωθεί και σε άλλα κράτη, δύο ακόμα είναι ήδη στο Μηχανισμό Στήριξης, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Όμως, γίνονται συνεχώς συζητήσεις και αναλύσεις και ασκούνται πιέσεις και σε άλλες χώρες.

Τρίτον, τα απόνερα ενός τσουνάμι, της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, είναι ακόμα γύρω μας. Βλέπουμε τη μάχη ακόμα και στις ΗΠΑ γύρω από το δικό τους χρέος και το δικό τους χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σε αυτά, να προσθέσουμε και την αδιαφανή κερδοσκοπία, τα CDS, αλλά και τη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης, μαζί και με διάφορους αναλυτές που προφητεύουν την καταστροφή. Και έτσι, έχουμε την εικόνα της σημερινής κρίσιμης κατάστασης.

Αυτή είναι η εικόνα, η πραγματική και ειλικρινής εικόνα. Αυτό όμως που έχει σημασία και είναι η καλύτερη απάντηση σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, είναι εμείς να κάνουμε τη δική μας δουλειά.

Να γίνουμε εμείς σημείο σταθερότητας σε αυτή τη φουρτούνα. Να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας στο εσωτερικό της χώρας μας και να βάλουμε τάξη εκεί όπου πρέπει και μπορούμε.

Και να στεκόμαστε στις δικές μας δυνάμεις. Ανεξάρτητα από τις διεθνείς εξελίξεις, ανεξάρτητα από τη μάχη που δίνουμε και θα δίνουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και εμείς, και πολλοί από τους εταίρους μας.

Και έχουμε ήδη διανύσει σημαντικό κομμάτι της διαδρομής μας στην Ελλάδα. Έχουμε βέβαια ακόμα δρόμο. Αν λυγίσουμε τώρα, αν μας εγκαταλείψει το κουράγιο μας, τότε όλες οι θυσίες που έγιναν θα πάνε χαμένες.

Τίποτα μα τίποτα δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Ούτε από τη μια χρονιά στην άλλη. Η έξοδος από την κρίση και η αλλαγή της πατρίδας μας θέλει και υπομονή και επιμονή και αφοσίωση από όλους μας.

Το ξέρετε καλύτερα απ’ όλους εσείς, που ασχολείστε με τον πυρήνα της πραγματικής οικονομίας, που ξέρετε τα μεγέθη, αλλά και τα προβλήματα, ότι η κατάσταση που ζήσαμε για 30 και πλέον χρόνια, δεν θα αλλάξει μέσα σε μια μέρα.

Αυτό που είναι αλήθεια και συμφωνούν όλες οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας είναι ότι, εδώ και δεκαετίες, το πολιτικό μας σύστημα απέτυχε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, μια εξωστρεφή και δημιουργική οικονομία και αυτό είναι που σήμερα διορθώνουμε.

Γι’ αυτό και σήμερα αλλάζουμε τα πάντα. Και αυτό απαιτεί υπομονή και πολλή δουλειά από όλους μας, μέτωπα παντού, αλλάζοντας τον ίδιο μας τον εαυτό, την ίδια την Πολιτεία.

Όμως, η αρχή έχει γίνει και έτσι θα συνεχίσουμε, όσο δύσκολο κι αν είναι, όσο κι αν χρειαστεί να συγκρουστούμε με κάθε έναν που επιμένει να μην αλλάξει τίποτα σε αυτή τη χώρα.

Σήμερα, η επιλογή που έχουμε μπροστά μας δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη: είτε δίνουμε τη μάχη μέχρι τέλους, χωρίς δεύτερη σκέψη, με στόχο να συνεχιστεί η χρηματοδότηση της χώρας, κάνοντας μεγάλες αλλαγές παντού και κόβοντας με το μαχαίρι κάθε απόπειρα να θιγεί η Ελλάδα. Για να μην δώσουμε σε εκείνους ούτε την αφορμή, ούτε το δικαίωμα, να αρχίσουν να μιλούν και να θεωρούν ότι η Ελλάδα, η πατρίδα μας, μπορεί να μπει στο περιθώριο του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είτε πετάμε την ασπίδα μας, υποχωρούμε μπροστά στο πολιτικό κόστος, υιοθετούμε την πολιτική των εύκολων λόγων, εγκαταλείπουμε τις επάλξεις και περνάμε στην ιστορία ως άνθρωποι μικροί, σπιθαμιαίοι ηγέτες, οι οποίοι οδήγησαν τη χώρα τους στον γκρεμό, προκειμένου να κρατήσουν τις καρέκλες τους και να επανεκλεγούν.

Γιατί τίποτα δεν μας χαρίζεται. Και τίποτα δεν θα μας χαριστεί σε αυτόν εδώ τον πόλεμο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτα δεν θα έρθει εύκολα. Η περίοδος που περνάμε είναι περίοδος αποφάσεων. Και θα τις λάβουμε, όποιο κι αν είναι το δήθεν πολιτικό κόστος.

Ήδη, χθες ανακοινώσαμε την άμεση υιοθέτηση επιπρόσθετων παρεμβάσεων για το 2011, ύψους άνω των 6 δισεκατομμυρίων ευρώ, ώστε να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος στο 7,5% του ΑΕΠ στο τέλος του έτους και να δημιουργήσουμε ταχύτερα πρωτογενή πλεονάσματα.

Ανακοινώσαμε την υιοθέτηση παρεμβάσεων ύψους περίπου 22 δις ευρώ, στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2012-2015, ώστε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μειωθεί κάτω του 3% το 2014 και κοντά στο 1% του ΑΕΠ το 2015, δημιουργώντας έτσι πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 6%, τα οποία θα οδηγήσουν στη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο, θα συμπεριληφθούν επίσης πρωτοβουλίες για τη μείωση και πιο αποτελεσματική λειτουργία του Δημοσίου – μείωση απασχολούμενων και μισθολογικού κόστους, συγχώνευση και κατάργηση φορέων, εξυγίανση ΔΕΚΟ, μείωση λειτουργικών και αμυντικών δαπανών – την καλύτερη στόχευση των κοινωνικών δαπανών, τον εξορθολογισμό των δαπανών υγείας, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής.

Ανακοινώσαμε την επιτάχυνση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ύψους 50 δις ευρώ έως το 2015, που θα στηρίξει την ανάπτυξη και θα μειώσει έως και 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος, ενώ θα μειώσει σημαντικά και τις ετήσιες δαπάνες για τόκους.

Παράλληλα, εγκρίναμε τη δημιουργία ειδικού φορέα, το «Ταμείο Δημόσιας Περιουσίας», στον οποίο θα δημιουργηθούν ειδικά χαρτοφυλάκια αξιοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.

Και βέβαια, συμπληρώνουμε το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο με σειρά μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών, για την επιτάχυνση των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών που φέρνουν επενδύσεις, θέσεις εργασίας και ανάπτυξη, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ταχύτερη ανάκαμψη και στηρίζουν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Οι μεγάλες αλλαγές για τη χώρα αποτελούν αδήριτη εθνική ανάγκη. Είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο επιδιώκω – όχι μόνο σήμερα αλλά διαχρονικά, όπως άλλωστε και πέρυσι, την ίδια εποχή – την ευρύτερη δυνατή συναίνεση.

Δεν μπορεί μια Κυβέρνηση – με όποια πλειοψηφία – να δίνει μάχη σε όλα τα μέτωπα με τα θηρία, και διεθνώς, και στις αγορές, και να υπάρχει η συνεχής μικροκομματική πλαγιοκόπηση και ο λιθοβολισμός εντός της χώρας και, μάλιστα, από κόμματα που είναι κατά τα άλλα υπεύθυνα.

Σήμερα, είχα για πολλοστή φορά συνάντηση με τους Αρχηγούς των κομμάτων. Αλλά σήμερα, έδωσα το στίγμα της κρισιμότητας της συγκυρίας, όπου χρειάζεται να περάσουμε τον δύσκολο κάβο των επόμενων εβδομάδων, δείχνοντας συνευθύνη και σοβαρότητα μπροστά στις θυσίες και τις προσπάθειες της χώρας.

Και στο πλαίσιο των στόχων μας – δημοσιονομικών, μείωσης ελλείμματος, διαχείρισης χρέους, στήριξης της υγιούς αναπτυξιακής πορείας – τόνισα με έμφαση τη βούλησή μας για εθνική συνεννόηση.

Μια συνεννόηση, μέσα από την οποία μπορούμε να επεξεργαστούμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις, τις πιο δίκαιες, τις πιο αποτελεσματικές, τις πιο αναπτυξιακές.

Είμαι ανοικτός σε οποιαδήποτε πρόταση, που είναι ρεαλιστική και συμβάλλει στη μεγάλη αυτή εθνική προσπάθεια. Αρκεί όμως να τείνουν όλες οι προτάσεις στην ίδια κατεύθυνση. Αυτήν της ενίσχυσης της αξιοπιστίας της χώρας μας, στην επίτευξη των δύσκολων στόχων που έχουμε θέσει και που έχουμε συμφωνήσει με τους εταίρους μας.

Η συναίνεση δεν επιβάλλεται μόνο για εθνικούς λόγους. Είναι και εφικτή στην πράξη σε πολλά θέματα. Και ήδη, μπορώ να σας παραθέσω πολλές από τις προτάσεις που είτε προωθούμε, είτε μπορούμε να αποδεχθούμε, ή ακόμα και να συζητήσουμε. Με τη Νέα Δημοκρατία, για παράδειγμα, συμφωνούμε και ήδη υλοποιούμε μια σειρά από όσα προτείνουν, ενώ υπάρχουν άλλα που μπορούμε να τα εξετάσουμε.

Μερικά παραδείγματα: αποκρατικοποιήσεις, διευκόλυνση εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου – συμψηφισμός, που ήδη έχει ξεκινήσει. Περιουσιολόγιο, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, παραθεριστική κατοικία, επαναπατρισμός κεφαλαίων, σταδιακή κατάργηση φόρων υπέρ τρίτων, ρύθμιση των αυθαίρετων κτισμάτων, fast track στη Δικαιοσύνη, πρόταση για εργασιακή εφεδρεία – για το συγκεκριμένο έχουμε μια άλλη άποψη, αλλά δείχνοντας την καλή μας πρόθεση, μπορούμε να το συζητήσουμε.

Επαναλαμβάνω ότι αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα και υπάρχουν και από άλλα κόμματα, επίσης, σημαντικές προτάσεις. Μπορούμε όλοι μαζί να συμφωνήσουμε στα βασικά, για να αλλάξει επιτέλους η πατρίδα. Και σε σχέση με τα φορολογικά έσοδα, βεβαίως, υπάρχουν διαφορετικές παραδοχές. Μην ξεχνάτε, όμως, πού βρισκόμαστε σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα φορολογικά έσοδα στη χώρα μας είναι χαμηλά, σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι στο 39% του ΑΕΠ, έναντι 42% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.

Αλλά ακόμα και εδώ, είμαι έτοιμος να συζητήσω και μαζί να διαπραγματευθούμε με τους δανειστές μας, καινοτόμες προσεγγίσεις. Προσεγγίσεις, όμως, που μειώνουν το βάρος στις επιχειρήσεις, αλλά που δίνουν ισοδύναμο ή και καλύτερο αποτέλεσμα στα έσοδα. Πολύ απλά, αυτό μεταφράζεται στην αποτελεσματική διεύρυνση της φορολογικής βάσης, δηλαδή στην αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Για να είμαστε όμως πειστικοί, ότι και βελτιώνουμε τους όρους της φορολογίας, αλλά και εξασφαλίζουμε τα απαραίτητα έσοδα, χρειάζεται τουλάχιστον η ευρύτατη συναίνεση, εγγύηση θα έλεγα, του επιχειρηματικού κόσμου, του επαγγελματία – και της πολιτικής ηγεσίας του τόπου – ότι αυτό που αποφασίζουμε, αυτό και θα κάνουμε. Και αυτό χρειάζεται και ευρύτατο διάλογο, αλλά χρειάζεται και την αίσθηση της συμμετοχής, του ανήκειν, του απλού πολίτη, ότι αυτή η υπόθεση είναι και δική του υπόθεση – συμμετοχή δημοκρατική – ότι είναι εθνική επιταγή, και όχι κόλπο αποφυγής, η ανάγκη να προχωρήσουμε μπροστά με ευρύτερες συναινέσεις.

Αυτό ζήτησα και, εάν αυτό είναι εφικτό, να επεξεργαστούμε μαζί νέες προσεγγίσεις ακόμα και στο φορολογικό μας σύστημα. Αλλιώς, θα πάμε συμβατικά και αναγκαστικά σε μέτρα που ξέρω ότι είναι δυσάρεστα, αλλά εθνικά αναγκαία.

Αυτό που κάνουμε όμως σήμερα, ξεπερνάει κατά πολύ τη δημοσιονομική διάσταση, γιατί είναι μόνο μια διάσταση και, αν θέλετε, είναι το σύμπτωμα. Αλλάζουμε την Ελλάδα σε όλους τους τομείς, με ένα συνολικό εθνικό σχέδιο, που το έχουμε ονομάσει «Οδικό Χάρτη» για την Ελλάδα της δημιουργίας και τον έχουμε ήδη δώσει στη δημοσιότητα, ο οποίος περιλαμβάνει κυριολεκτικά τεράστιες μεταρρυθμίσεις σε τέσσερις κρίσιμους τομείς:

Το δημοσιονομικό νοικοκύρεμα.
Το κράτος ως εργαλείο στην υπηρεσία του πολίτη.
Την ανάπτυξη με επένδυση στη γνώση, τον πολιτισμό, την καινοτομία και με σεβασμό στο περιβάλλον.
Το αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος, αλλάζοντας δομές και κανόνες παντού.

Με πολιτικές που αλλάζουν το αναπτυξιακό μας μοντέλο, στρέφοντάς το στην αξιοποίηση των μεγάλων συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας, με επίκεντρο την πράσινη ανάπτυξη, την επένδυση στη γνώση και την καινοτομία. Και πάνω απ’ όλα, τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Με πολιτικές, που θα χτίσουν επίσης ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες του τις βαθμίδες, το οποίο θα δίνει στους νέους τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις ικανότητές τους.

Με παρεμβάσεις για ένα αποδοτικό για τον πολίτη σύστημα υγείας και ένα σύστημα επιθετικής πολιτικής για την καταπολέμηση της ανεργίας και την προστασία των αδύναμων συμπολιτών μας.

Αλλάζοντας οριστικά και αμετάκλητα το κράτος, τη Δημόσια Διοίκηση και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας. Το ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο και αναλυτικό σχέδιο για να αλλάξουμε οριστικά την πατρίδα μας, κάνοντας άλματα που δεν είχαν γίνει για δεκαετίες. Το έχω αναπτύξει – δεν είναι η ώρα να μπω σε λεπτομέρειες.

Κυρίες και κύριοι, έχει γίνει κοινός τόπος πλέον να επιρρίπτουμε όλες τις ευθύνες στο κράτος για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Και βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κρατικός μηχανισμός υπήρξε μνημείο αναποτελεσματικότητας και γραφειοκρατίας, έρμαιο της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων και εργαλείο για την εξυπηρέτηση κομματικών «ημετέρων».

Εντούτοις, στο πλαίσιο της αναγκαίας αυτοκριτικής για το τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ, αλλά και της αναζήτησης λύσεων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, οφείλει και ο επιχειρηματικός κόσμος να αναγνωρίσει τις δικές του ευθύνες.

Γιατί και ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα ακολούθησε ένα μοντέλο ανάπτυξης στρεβλό και αντιπαραγωγικό. Η γραφειοκρατία ίσως πράγματι να ανάγκασε πολλούς σε αθέμιτες πρακτικές. Αν σήμερα αναγνωρίζουμε όλοι ότι, το πολιτικό σύστημα ευνόησε την αδιαφάνεια, τις μίζες, τους στημένους διαγωνισμούς, την επιχειρηματικότητα των πελατειακών επιδοτήσεων προς κάποιες επιχειρήσεις και τα θαλασσοδάνεια, άλλη τόση ευθύνη έχουν και οι επιχειρηματίες εκείνοι, που εξέθρεψαν και διόγκωσαν αυτές τις πρακτικές.

Να είμαστε ειλικρινείς. Στο παιχνίδι αυτό, υπάρχουν πάντα τουλάχιστον δύο. Ευθύνη υπήρξε για το κατάντημα της χώρας και της ανάπτυξης απ’ όλες τις μεριές. Και όλοι μας καλούμαστε να συμβάλουμε, ώστε αυτές τις μαύρες σελίδες της ιστορίας μας να τις αφήσουμε στο παρελθόν. Να κάνουμε μια νέα αρχή.

Πρωταρχικός σκοπός μας είναι να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το μοντέλο υπ-ανάπτυξης τελικά και όχι ανάπτυξης, που εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα φθηνά δανεικά, την υπερκατανάλωση και τη διαφθορά.

Η αλλαγή σημαίνει να ταυτίζεται η Ελλάδα με την ποιότητα παντού, από τους θεσμούς μέχρι τα προϊόντα μας. Να στραφούμε με καινοτομία στον ποιοτικό τουρισμό, στην πράσινη ανάπτυξη και στις εξαγωγές των αγροτικών μας προϊόντων, της μεσογειακής δίαιτας και διατροφής. Το κράτος να γίνει εργαλείο για τη βιώσιμη ανάπτυξη, δίνοντας οξυγόνο στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Και τις προθέσεις μας, τις κάνουμε πράξη. Όπως είπα, αλλάζουμε τους κανόνες λειτουργίας, τόσο στο κράτος, όσο και στην αγορά, προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, αλλά και της αποτελεσματικότητας.

Όπως, για παράδειγμα, με το πρόγραμμα fast track για μεγάλες επενδύσεις, αλλά και το νέο μίνι fast track για αδειοδοτήσεις στη μεταποίηση, μειώνοντας δραστικά τις μνημειώδεις ελληνικές καθυστερήσεις, με τις οποίες έρχονταν αντιμέτωποι ξένοι και Έλληνες επενδυτές.

Με την αλλαγή της φιλοσοφίας αδειοδότησης των επιχειρήσεων – αντί για «πρώτα ελέγχουμε και μετά αδειοδοτούμε», τώρα «πρώτα αδειοδοτούμε και μετά ελέγχουμε» – αλλάζουμε και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος απέναντι στην αγορά και, βέβαια, μειώνουμε και τους χρόνους και την άκρατη γραφειοκρατία που ταλαιπωρούσε τις επιχειρήσεις μέχρι σήμερα.

Τέλος, με το ευρύ πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που προωθούμε, το κράτος παύει να παίζει το ρόλο του επιχειρηματία.

Το τρίτο μέτωπο, στο οποίο επικεντρώνουμε τις προσπάθειές μας, είναι αυτό των κινήτρων και των χρηματοδοτήσεων. Όπως γνωρίζετε, ο νέος επενδυτικός νόμος είναι ήδη ανοικτός. Ρίχνουμε 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ στην αγορά για φέτος, με επιδοτήσεις και στοχευμένα φορολογικά κίνητρα. Με τη διαφορά, όμως, ότι πλέον η έμφασή μας στρέφεται στο δεύτερο σκέλος, αυτό των κινήτρων, και όχι στις επιδοτήσεις, οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, αποδείχθηκαν πεταμένα λεφτά, χωρίς δηλαδή αναπτυξιακό αποτέλεσμα και χωρίς να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Και εκεί όπου επιδοτούμε, το κάνουμε πολύ προσεκτικά και μόνον όταν αυτή μας η επιλογή υπηρετεί την πραγματική ανάπτυξη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της στροφής που πραγματοποιούμε προς ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, που γυρίζει οριστικά σελίδα στις στρεβλώσεις, τις παθογένειες και τις ατέλειωτες γραφειοκρατικές διαδικασίες του παρελθόντος, προωθούμε ένα καινοτόμο σχέδιο δράσης για την ουσιαστική βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, που όχι μόνο θα ευνοήσει την ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά θα αποτελεί και πόλο έλξης κεφαλαίων από το εξωτερικό, έχοντας ήδη σε μεγάλο βαθμό ενσωματώσει και τις δικές σας προτάσεις, του ΣΕΒ.

Έρευνες του ΙΟΒΕ και άλλων εγχώριων και διεθνών ερευνητικών Οργανισμών, έχουν δείξει ότι το άνοιγμα των επαγγελμάτων και των αγορών και η κατάργηση των αναχρονιστικών εμποδίων στην επιχειρηματικότητα, κατά τρόπο ώστε η Ελλάδα να συγκλίνει στο μέσο ρυθμιστικό επίπεδο της Ευρωζώνης, μπορούν να επιφέρουν εφάπαξ αύξηση του ΑΕΠ άνω του 17% μακροπρόθεσμα και περίπου 10% σε ορίζοντα πενταετίας.

Μέσα στο επόμενο τρίμηνο, παρουσιάζουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που αλλάζει άπαξ και δια παντός το επιχειρηματικό περιβάλλον και τις διαδικασίες που σήμερα ταλαιπωρούν τον επιχειρηματία. Και γνωρίζω καλά ότι ο ΣΕΒ συνεργάζεται στενά και διαρκώς με το Υπουργείο Ανάπτυξης, για το πρόγραμμα «Επιχειρηματικά φιλική Ελλάδα», που πρόκειται να παρουσιάσουμε.

Σε αυτή την πορεία αλλαγής της χώρας, που ξεκίνησε πριν από ενάμιση χρόνο, θέλω να ξέρετε ότι το κράτος είναι δίπλα στην επιχειρηματικότητα. Βήμα – βήμα, η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα με οικονομία εξωστρεφή, με εσάς, τους επιχειρηματίες της πατρίδας μας, να αισθάνεστε ότι πατάτε σε σωστές και γερές βάσεις. Αυτό επιδιώκουμε.

Κυρίες και κύριοι, το μόνο πράγμα που έχουμε να φοβόμαστε, όπως ειπώθηκε παλαιότερα, είναι ο ίδιος ο φόβος. Ο φόβος για την αλλαγή. Ο φόβος να υπερβούμε τους εαυτούς μας, να ξεβολευτούμε. Ο φόβος που μας καταλαμβάνει όταν μια εποχή τελειώνει. Και αυτή την ώρα, αυτό συμβαίνει στην πατρίδα μας. Κλείνει ένας κύκλος δεκαετιών και ξεκινάει ένας καινούργιος. Κλείνουμε την πόρτα στο παρελθόν. Αφήνουμε πίσω μια σειρά από συνήθειες, λειτουργίες και μεθόδους και αλλάζουμε καθημερινά.

Δεν αντιμετωπίζουμε απλά την κρίση. Δεν αποτρέπουμε απλά τη χρεοκοπία. Μεταμορφώνουμε την Ελλάδα. Και αυτή είναι η ευκαιρία.

Δεν πρόκειται στην πορεία αυτή να κάνω πίσω ούτε λεπτό.

Ξέρω καλά πως, στη μάχη που δίνω καθημερινά, δεν είμαι μόνος.

Ξέρω πως οι συμπολίτες μου, νιώθετε το πού βρισκόμαστε.

Ξέρω πως κάθε Έλληνας, κάθε Ελληνίδα, δίνετε αγώνα στην καθημερινότητά σας.

Και ξέρω πως η μάχη που δίνετε είναι το ίδιο δύσκολη, με τη μάχη που δίνουμε και εμείς ως Κυβέρνηση.

Όμως, η διαδρομή για τη σωτηρία της πατρίδας μας δεν έχει τελειώσει. Είμαστε στο μέσο της πορείας και η πατρίδα μάς χρειάζεται. Για να επιβιώσει, χρειάζεται όλη μας τη στήριξη, τη στήριξη όλων. Χρειάζεται συστράτευση και δουλειά από όλους.

Χρειάζεται να είμαστε συνέχεια στη μάχη, πιο δυνατά, πιο αποφασιστικά, όλοι οι Έλληνες, για να αντιμετωπίσουμε τις κοινές μας δυσκολίες, που υπάρχουν και τις ξέρουμε.

Πιστεύω ακράδαντα πως ο Ελληνικός λαός θα επιμείνει, θα αναζωογονηθεί και θα ευημερήσει ξανά. Θα γίνει, γιατί μαζί παλεύουμε και μαζί θα συνεχίσουμε να παλεύουμε. Γιατί μόνον όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε.

Σας ευχαριστώ.
Ομιλία Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών

25-05-2011 | θεματικές : Ομιλίες, Πρωθυπουργός, Πρώτη Σελίδα, Τελευταία Νέα

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 24 Μαΐου 2011

>> Φωτογραφικό υλικό.

Κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε σε μια επίπονη περίοδο μετάβασης, από μια ολόκληρη εποχή που τελείωσε οριστικά, σε μια νέα εποχή. Και η πορεία μας είναι δύσκολη.

Θυμίζω σε όλους την τεράστια μάχη που χρειάστηκε να δώσουμε πέρυσι, για να μην εγκαταλειφθεί η Ελλάδα από τους εταίρους της και να μην ζήσουμε εγκαταλελειμμένοι το φάσμα της χρεοκοπίας.

Και παρά τη μέχρι τότε αναξιοπιστία μας, παρά τις κακές αφορμές που είχαμε δώσει, παρά την απόκρυψη της πραγματικότητας από τους Έλληνες πολίτες και τους εταίρους μας, καταφέραμε να δώσουμε δείγματα μιας άλλης γραφής, καταφέραμε να αλλάξουμε το κλίμα, να διαπραγματευθούμε και τελικά να πείσουμε τους εταίρους μας να στηρίξουν την Ελλάδα, στη δύσκολη αυτή στιγμή. Να προστατεύσουν την Ελλάδα από τις ορέξεις και τους φόβους των διεθνών αγορών.

Εξασφαλίσαμε το δάνειο των 110 δις ευρώ, που μας επιτρέπει σήμερα να λειτουργούμε ακόμα ως κράτος, να μην έχουμε θρηνήσει καταστάσεις που δεν χωράει ο νους μας και, βεβαίως, μας έδωσε και το χρόνο για τις αλλαγές.

Πέρυσι τέτοια εποχή, εισπράξαμε την πρώτη δόση του δανείου. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, η Ελλάδα, την επομένη, θα κήρυττε στάση πληρωμών και εμείς εδώ, σήμερα, δεν θα είχαμε καν την πολυτέλεια να ανταλλάσσουμε ιδέες και καλές προτάσεις, με τον τρόπο και το περιεχόμενο που το κάνουμε.

Κυρίες και κύριοι, το γιατί φθάσαμε στο σημείο αυτό, το ξέρουμε όλοι πολύ καλά, γι’ αυτό δεν θα πω πολλά, παρά μόνο τούτο: δεν θα βγούμε με βιώσιμο τρόπο από τη σημερινή κρίση, αν δεν ανατρέψουμε τα βαθύτερα αίτια, τις εσφαλμένες πρακτικές και νοοτροπίες που μας οδήγησαν εδώ, πολύ περισσότερο αν επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Γι’ αυτό και δεν υπάρχει σωτηρία της χώρας, χωρίς μεγάλες αλλαγές παράλληλα. Αυτό συνεπάγεται ανατροπή των χρόνιων στρεβλώσεων και αδυναμιών, όχι μόνο της οικονομίας μας, αλλά και του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας μας και του πολιτικού μας συστήματος, που οδήγησαν την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής.

Η αλήθεια είναι ότι όλες οι χρόνιες παθογένειες διογκώθηκαν σε πρωτόγνωρο βαθμό την πενταετία 2004-2009. Σε ένα απόλυτα ρευστό και φοβικό διεθνές οικονομικό περιβάλλον, η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση βρήκε τη χώρα μας εντελώς ευάλωτη, απροστάτευτη και απροετοίμαστη.

Η απόκρυψη της πραγματικής δημοσιονομικής κατάστασης ήταν η χαριστική βολή στην αξιοπιστία της χώρας, που είχε ήδη υποστεί πλήγματα. Όλοι μας, ολόκληρη η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα, «τι κάνουμε από εδώ και στο εξής».

Μπροστά στο μεγαλύτερο κίνδυνο που γνώρισε ποτέ η χώρα μας εδώ και δεκαετίες, τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, η Κυβέρνησή μου και εγώ προσωπικά, κληθήκαμε να λάβουμε δύσκολες και ιστορικές αποφάσεις.

Τις λάβαμε τις αποφάσεις αυτές, προτάσσοντας το υπέρτατο συμφέρον της χώρας. Αναλάβαμε τις ευθύνες μας, απολύτως αποφασισμένοι να κάνουμε το καθήκον μας για τη χώρα.

Με τις αποφάσεις αυτές, με τις θυσίες, τις προσπάθειες και, πράγματι, την ωριμότητα του Ελληνικού λαού, η χώρα μας στάθηκε όρθια. Καταρχήν, διότι δεν ζήσαμε τη χρεοκοπία. Δηλαδή, εκατομμύρια οικογένειες χωρίς εισόδημα. Χιλιάδες επιχειρήσεις οριστικά κλειστές. Συνταξιούχους χωρίς σύνταξη. Νοσοκομεία και σχολεία κλειστά. Απόλυτη δυστυχία και χάος, για χρόνια. Το μέλλον των επόμενων γενεών ξεγραμμένο. Μ’ αυτούς τους δαίμονες παλέψαμε και παλεύουμε. Και δεν έκανα πίσω ούτε στιγμή σ’ αυτή την πορεία και ούτε πρόκειται να κάνω πίσω στο μέλλον.

Όμως, δεν είναι μόνον αυτά που αποφύγαμε, τα οποία αποδεικνύουν ότι είμαστε στο δύσκολο, αλλά σωστό δρόμο. Κάποιοι λένε με μεγάλη ευκολία, εντός και εκτός Ελλάδας, ότι αποτύχαμε. Λάθος. Η προσπάθεια έπιασε και πιάνει τόπο. Οι θυσίες των Ελλήνων πολιτών δεν πάνε χαμένες.

Φανήκαμε μέχρι τώρα συνεπείς σχεδόν στο σύνολο των δεσμεύσεών μας, την ώρα που πολλοί διεθνώς θεωρούσαν ότι είμαστε ανίκανοι και απρόθυμοι να βάλουμε τάξη στα του οίκου μας και ότι δεν θα πετύχουμε ούτε τα μισά από όσα λέμε.

Θυμίζω: πετύχαμε το 2010 μείωση του ελλείμματος, που καμία άλλη χώρα δεν έχει πετύχει, κατά 5 μονάδες του ΑΕΠ – μόλις μισή μονάδα λιγότερο από το στόχο.

Το κυκλικά προσαρμοζόμενο πρωτογενές έλλειμμα, δηλαδή το έλλειμμα χωρίς την επίδραση της ύφεσης και των τόκων, μειώθηκε κατά 7,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Είναι και πάλι η μεγαλύτερη μείωση στην Ευρώπη, τριπλάσια από την δεύτερη καλύτερη επίδοση, που είναι της Ισπανίας.

Κάποιοι μας λένε ότι δεν αυξήθηκαν τα έσοδα. Και πάλι λάθος. Παρά την ύφεση, τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 1,8% του ΑΕΠ, που είναι η μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωζώνη μαζί με την Πορτογαλία.

Μετά από πολλά τρίμηνα αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης, το πρώτο τρίμηνο του 2011 έχουμε ένα πρώτο θετικό σημάδι, με ανάκαμψη κατά 0,8%. Η ύφεση ρηχαίνει: το -7,5% του τέταρτου τριμήνου του 2010 σε ετήσια βάση μειώθηκε σε -4,8% το πρώτο τρίμηνο του 2011.

Οι εξαγωγές αυξάνονται με μέσο ρυθμό 35% τους τελευταίους έξι μήνες, δείχνοντας πώς εσείς οι ίδιοι, οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια που κάνει η πατρίδα μας σήμερα.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε – δηλαδή, η ανταγωνιστικότητα της χώρας μας βοηθήθηκε – από το 14% το 2009 σε 11,8% το 2010 και το 2011 προβλέπεται να είναι το μικρότερο της δεκαετίας.

Επίσης, πετύχαμε μείωση των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου κατά 35%, δηλαδή πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Μείωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά 38% ή 29.500 συμβασιούχοι το 2010. Σημαντική συρρίκνωση του Δημοσίου. Καθαρή μείωση 82.400 υπαλλήλων το 2010, δηλαδή 10% επί του συνόλου.

Μείωση των ελλειμμάτων των ΔΕΚΟ κατά 20% το 2010 και μείωση επιπλέον 35% το πρώτο τρίμηνο του 2011.

Άρα, καλώ όλους εντός Ελλάδας να μην αδικούν εαυτούς. Ούτε βεβαίως οι εκτός Ελλάδας να μας αδικούν που, για διάφορους λόγους, θέλουν να αναδεικνύουν την αποτυχία. Πιθανώς, κάποιοι θέλουν και τη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Μην αδικούμε τις θυσίες του Ελληνικού λαού. Να σταματήσει αυτή η αυτομαστίγωση και η ισοπέδωση των πάντων, που απειλεί και την ίδια την προσπάθεια της πατρίδας μας να ανακτήσει την αξιοπιστία της, υπονομεύοντάς την και στα μάτια μας, και στα μάτια άλλων διεθνώς.

Επειδή όμως γνωρίζουμε όλοι καλά ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας είναι το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης πολύπλευρης κρίσης, πέρα δηλαδή από τη διαμόρφωση του ελλείμματος και των χρεών, εμείς δρομολογήσαμε τις αναγκαίες μεγάλες αλλαγές που αντιμετωπίζουν αυτά τα βαθύτερα αίτια.

Βάλαμε μπρος για τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, που χρειαζόταν η χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια, αν όχι δεκαετίες. Σε 19 μήνες, κάναμε όσα δεν είχαν γίνει επί πολλά χρόνια. Αναφέρω μόνο μερικά ενδεικτικά παραδείγματα και σας καλώ να θυμηθείτε, αν ποτέ στο παρελθόν είχαν γίνει τόσα πολλά, σε τόσο λίγο χρόνο.

Ανεξάρτητη Στατιστική Αρχή, η επανάσταση του αυτονόητου, βεβαίως.

Πολυετής δημοσιονομικός προγραμματισμός για έλεγχο και λογοδοσία στις δημόσιες δαπάνες.

Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού και αγοράς εργασίας.

Παρακολούθηση και έλεγχος δαπάνης φαρμάκου.

Έλεγχος δαπανών στην υγεία και συγχωνεύσεις νοσοκομείων.

Ηλεκτρονική συνταγογράφηση.

Μεταρρύθμιση στο φορολογικό σύστημα.

«Καλλικράτης» – Αυτοδιοίκηση.

«Διαύγεια» για διαφάνεια σε όλες τις αποφάσεις της Δημόσιας Διοίκησης.

Τομές στην εκπαίδευση. Συγχωνεύσεις σχολείων.

Ίδρυση επιχείρησης σε μία ημέρα και one – stop – shop.

Fast track για μεγάλες επενδύσεις.

Άνοιγμα εκατοντάδων κλειστών επαγγελμάτων.

Αναδιοργάνωση ΟΣΕ και Αστικών Συγκοινωνιών.

Άρση του καμποτάζ.

Αντικειμενικό σύστημα προσλήψεων και προαγωγών στο Δημόσιο.

Και πολλά άλλα ακόμη, που έχουν σχέση με την ανάπτυξη, την ενέργεια και την πράσινη ανάπτυξη. Όλα αυτά, μέσα σε ακραίες συνθήκες διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας νοικοκυρέματος χωρίς προηγούμενο, μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών, τομών στο κράτος και την οικονομία και θυσιών του Ελληνικού λαού, τις οποίες όλοι πρέπει να σεβαστούν. Και είναι αποτέλεσμα σε ένα έτος εφαρμογής του προγράμματος – ενός τριετούς προγράμματος.

Ακούω ότι κάποιοι δεν τα θεωρούν αυτά επιτυχία. Να διαχειριστούμε δηλαδή από τη μία την κρίση χρέους και αξιοπιστίας, προωθώντας παράλληλα τομές.

Όχι κύριοι, δεν τελείωσε η ιστορία των αλλαγών. Σε εξέλιξη είναι και έχουμε μπροστά μας πολλά και δύσκολα. Αλλά όσοι μιλούν για αποτυχία, είτε φοβούνται τις αλλαγές, είτε θέλουν να μη γνωρίζουν ότι, αν δεν τελειώσουμε με τα ελλείμματα, αν δεν δημιουργήσουμε πρωτογενή πλεονάσματα, δεν πρόκειται ούτε στις αγορές να βγούμε, ούτε και οι τράπεζες και, άρα, η πραγματική οικονομία θα μπορέσει να ανασάνει.

Χωρίς προσπάθεια, χωρίς περιστολή δαπανών, χωρίς αποκρατικοποιήσεις, χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές, χωρίς κόπο, χωρίς όλοι να βάλουμε πλάτη, βέβαια, αναλογικά με τις δυνατότητές μας, δεν θα δούμε προκοπή.

Κάποιοι μας λένε ότι, δήθεν, χώρες όπως η Πορτογαλία διαπραγματεύτηκαν καλύτερα από εμάς τους όρους για τη χρηματοδότησή τους. Ας είμαστε απόλυτα ειλικρινείς και ας συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Πορτογαλία.

Η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με χρέος 90% του ΑΕΠ, εμείς με 130% του ΑΕΠ και έχει αυξηθεί. Μπήκε με έλλειμμα 9% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 δις ευρώ, ενώ εμείς μπήκαμε με έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ, δηλαδή 36 δις ευρώ.

Η Πορτογαλία με δαπάνες 50% του ΑΕΠ, εμείς με 53%. Με δαπάνες τόκων 4% του ΑΕΠ, εμείς με 6,7%.

Με συνολικά έσοδα στο 42% του ΑΕΠ, εμείς στο 37%. Με έσοδα από έμμεσους φόρους στο 14% του ΑΕΠ, εμείς στο 11%. Και με έσοδα από άμεσους φόρους στο 9% του ΑΕΠ, ενώ εμείς κάτω από 8%.

Η Πορτογαλία έπρεπε να μειώσει το έλλειμμά της 2,4 δις το πρώτο έτος, δηλαδή 1,4% του ΑΕΠ της, ενώ εμείς 14 δις το πρώτο έτος, δηλαδή 5,5% του ΑΕΠ μας.

Ως προς τα μισθολογικά, η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με κατώτατο μισθό 565 ευρώ το μήνα, εμείς με 862 ευρώ το μήνα, δηλαδή κατά 50% μεγαλύτερο.

Ο μέσος μισθός στο Δημόσιο σε 12μηνη βάση είναι στην Πορτογαλία 1.600 ευρώ μεικτά, ενώ στην Ελλάδα είναι 2.100 ευρώ μεικτά, 31% μεγαλύτερος. Επίσης, βεβαίως, και η Πορτογαλία, εφάρμοζε ήδη πολύ πριν το μνημόνιο σχέδιο ανασυγκρότησης σχεδόν εδώ και 10 χρόνια, από την εκλογή του κ. Μπαρόζο το 2002. Αλλά και ο Σόκρατες έκανε τη μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση εδώ και πολλά χρόνια.

Να τελειώνουμε, λοιπόν, με τα παραμύθια για τους «ξένους», που δήθεν διαπραγματεύονται καλύτερα, ή για τις συνωμοσίες των εταίρων μας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Να τελειώνουμε με τη λογική ότι κάποιος άλλος φταίει, όταν δεν βάζουμε εμείς τάξη στα του οίκου μας. Επιτέλους, ας αναλάβουμε εμείς, οι Έλληνες, την ευθύνη για τη δική μας χώρα. Αυτό είναι που καλείται να κάνει ο Ελληνικός λαός και όλοι μας, μαζί. Πριν μερικούς μήνες, κάποιοι πρόβαλαν ως δήθεν παράδειγμα προς μίμηση την Ιρλανδία, που δεν υπέγραψε μνημόνιο. Τη συνέχεια, την γνωρίζουμε.

Κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της. Και εμείς, στο δικό μας μνημόνιο, διαπραγματευθήκαμε και διατηρήθηκε ο 13ος και 14ος μισθός στον ιδιωτικό τομέα, κάτι που δεν υπάρχει αλλού στην Ευρώπη, για το οποίο συνέβαλε πράγματι ουσιαστικά και ο ΣΕΒ, μαζί με την ΓΣΕΕ.

Χάρη σ’ αυτή την επιτυχή πορεία, μπορέσαμε να διαπραγματευθούμε και να πετύχουμε πριν από δύο μήνες την επιμήκυνση και τη μείωση του επιτοκίου του δανείου των 110 δις ευρώ, βοηθώντας τη χώρα μας και μειώνοντας το χρέος μας προς τρίτους κατά 6 δις ευρώ. Αυτή η επιτυχής προσπάθεια ήταν αναγνώριση των προσπαθειών μας. Και συνεχίζουμε.

Η μηδενιστική αντιμετώπιση και το αυτομαστίγωμα δεν βοηθούν σε μια κρίσιμη εθνική στιγμή και, σε τελική ανάλυση, συνιστούν απαξίωση της επιτυχούς προσπάθειας ενός ολόκληρου λαού.

Ναι, ζούμε μια βαθιά ύφεση, αν και ύφεση είχαμε και το 2009, με τα τεράστια ελλείμματα. Ναι, η κοινωνία μας δοκιμάζεται, πρώτος εγώ το γνωρίζω, αλλά αυτό είναι το αναπόφευκτο τίμημα των λαθών του παρελθόντος. Και τα όσα ζούμε σήμερα δεν αποτελούν έκπληξη, είναι δυστυχώς πάνω – κάτω αυτό που αναμενόταν να συμβεί, γιατί είμαστε μόλις στον πρώτο χρόνο ενός τριετούς προγράμματος.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι καμία διαδικασία μετάβασης δεν είναι εύκολη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν γίνεται μέσα σε ακραίες συνθήκες, όπως αυτές που βιώνουμε – μια ανασφάλεια διεθνώς – ιδιαίτερα για εκείνους που, για χρόνια, είχαν μάθει αλλιώς. Είχαν μάθει σε ένα πολιτικό σύστημα και σε κυβερνήσεις, που για δεκαετίες ασκούσαν την πολιτική με έναν τρόπο απόλυτα απαξιωτικό για το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό, δυστυχώς, με κανόνες αδιαφανείς και υπόγειες σχέσεις.

Πολλοί από αυτούς προσπαθούν σήμερα να απαξιώσουν την προσπάθεια της πατρίδας μας. Με αυτή την Ελλάδα, όμως, τελειώνουμε. Οι κανόνες αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι προτεραιότητες. Και πρέπει να τηρούνται και θα τηρούνται, τουλάχιστον όσο είμαι εγώ εδώ.

Το μοναδικό για το οποίο αγωνίζομαι είναι η Ελλάδα και οι πολίτες της, ολόκληρος ο Ελληνικός λαός και κανένας άλλος – και αυτόν θα εξακολουθήσω να υπηρετώ μέχρι τέλους. Τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τα παιδιά μας, που αύριο θα ψάξουν για δουλειά, τους νέους που σήμερα ψάχνουν για δουλειά και δεν βρίσκουν, σε μια οικονομία που για χρόνια αναπτυσσόταν με δανεικά.

Τους επιχειρηματίες, που με εντιμότητα και όραμα θέλουν να δουν το κράτος να αλλάζει και τις διαδικασίες να απλοποιούνται. Τις τράπεζες, να ανοίγουν τις πόρτες τους στα υγιή επενδυτικά σχέδια. Όλους εσάς, που ξέρω καλά πόσο αγωνιάτε σήμερα για το μέλλον μας και για το αν και πώς θα τα καταφέρουμε.

Ποτέ μου δεν θα κάνω πίσω σ’ αυτή την πορεία για τη μεταρρύθμιση στη χώρα. Η Ελλάδα και θα σωθεί, και θα αλλάξει. Και όσο είμαι εδώ εγώ, τίποτε άλλο δεν με απασχολεί.

Αυτό γίνεται και επί ένα χρόνο, προσπαθώντας παράλληλα να σώσουμε την πατρίδα μας από μια χρεοκοπία που, τότε, μόλις πριν από λίγους μήνες, θεωρήθηκε από πολλούς απολύτως βέβαιη. Ναι, με δυσκολίες, ναι, με ύφεση, ναι, με περιορισμούς, όμως, άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Και αν συνεχίζαμε να ασκούμε την πολιτική, όπως έκαναν στο παρελθόν πολλοί από αυτούς, οι οποίοι σήμερα ή διαμαρτύρονται ή χαϊδεύουν αυτιά, δεν θα μπορούσαμε τώρα να μιλάμε για πολιτικές, για επιλογές, για συναινέσεις, για έξοδο στην αγορά, ούτε να σταθούμε στα πόδια μας. Απλούστατα, θα είχαμε καταρρεύσει.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχει τελειώσει η προσπάθεια; Σαφέστατα, όχι. Σημαίνουν όμως ότι, έτσι όπως ξεκινήσαμε, έτσι πρέπει και να συνεχίσουμε, αψηφώντας το πολιτικό κόστος, αγνοώντας τις σειρήνες των δήθεν εύκολων δρόμων ή των εναλλακτικών διαδρομών.

Προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες. Δεν αλλάζουμε, όμως, τον στόχο. Πολλοί κάνουν μια εύκολη κριτική, λέγοντας ότι «προβλέπατε ότι θα βγείτε στις αγορές το 2012 και τώρα λέτε ότι δεν μπορείτε». Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι όλα έγιναν στην εντέλεια, η αλήθεια είναι ότι οι αγορές δεν άνοιξαν για δικούς τους λόγους, όχι γιατί εμείς δεν πετύχαμε το 2010 μείωση του ελλείμματος 5,5% και πετύχαμε 5%. Θα θυμίσω ότι, ένα χρόνο πριν, οι λεγόμενες «αγορές», ούτε αυτή την επίδοση πίστευαν ότι μπορεί να πετύχει η Ελλάδα.

Άρα, λοιπόν, δικαιολογημένα πολλοί ρωτούν: «γιατί βρισκόμαστε σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι; Γιατί αφού μειώσατε, όπως λέτε, το έλλειμμα, και κάνατε μεταρρυθμίσεις, οι αγορές δεν πιστεύουν ακόμα στην Ελλάδα;».

Κυρίες και κύριοι, το έχουμε πει πολλές φορές και το επαναλαμβάνω: μπορεί η Ελλάδα να πρέπει να αντιμετωπίσει πολλά χρόνια και διαρθρωτικά της προβλήματα – και αυτό κάνει – όμως, το πρόβλημα είναι ευρύτερο και οι διαστάσεις πολύπλοκες και υπερεθνικές.

Για τρεις λόγους: πρώτον, παρά τις σημαντικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι μέχρι τώρα πειστικές για τις αγορές, ότι γίνεται δηλαδή η αποτελεσματική διαχείριση του προβλήματος, που λέγεται «χρέος» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεύτερον, οι αγορές, ενώ θα έπρεπε να ανταποκριθούν σχετικά γρήγορα, σήμερα συνεχίζουν να βρίσκονται σε κατάσταση φόβου γύρω από το ελληνικό χρέος και αυτό, βεβαίως, έχει εξαπλωθεί και σε άλλα κράτη, δύο ακόμα είναι ήδη στο Μηχανισμό Στήριξης, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Όμως, γίνονται συνεχώς συζητήσεις και αναλύσεις και ασκούνται πιέσεις και σε άλλες χώρες.

Τρίτον, τα απόνερα ενός τσουνάμι, της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, είναι ακόμα γύρω μας. Βλέπουμε τη μάχη ακόμα και στις ΗΠΑ γύρω από το δικό τους χρέος και το δικό τους χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σε αυτά, να προσθέσουμε και την αδιαφανή κερδοσκοπία, τα CDS, αλλά και τη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης, μαζί και με διάφορους αναλυτές που προφητεύουν την καταστροφή. Και έτσι, έχουμε την εικόνα της σημερινής κρίσιμης κατάστασης.

Αυτή είναι η εικόνα, η πραγματική και ειλικρινής εικόνα. Αυτό όμως που έχει σημασία και είναι η καλύτερη απάντηση σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, είναι εμείς να κάνουμε τη δική μας δουλειά.

Να γίνουμε εμείς σημείο σταθερότητας σε αυτή τη φουρτούνα. Να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας στο εσωτερικό της χώρας μας και να βάλουμε τάξη εκεί όπου πρέπει και μπορούμε.

Και να στεκόμαστε στις δικές μας δυνάμεις. Ανεξάρτητα από τις διεθνείς εξελίξεις, ανεξάρτητα από τη μάχη που δίνουμε και θα δίνουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και εμείς, και πολλοί από τους εταίρους μας.

Και έχουμε ήδη διανύσει σημαντικό κομμάτι της διαδρομής μας στην Ελλάδα. Έχουμε βέβαια ακόμα δρόμο. Αν λυγίσουμε τώρα, αν μας εγκαταλείψει το κουράγιο μας, τότε όλες οι θυσίες που έγιναν θα πάνε χαμένες.

Τίποτα μα τίποτα δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Ούτε από τη μια χρονιά στην άλλη. Η έξοδος από την κρίση και η αλλαγή της πατρίδας μας θέλει και υπομονή και επιμονή και αφοσίωση από όλους μας.

Το ξέρετε καλύτερα απ’ όλους εσείς, που ασχολείστε με τον πυρήνα της πραγματικής οικονομίας, που ξέρετε τα μεγέθη, αλλά και τα προβλήματα, ότι η κατάσταση που ζήσαμε για 30 και πλέον χρόνια, δεν θα αλλάξει μέσα σε μια μέρα.

Αυτό που είναι αλήθεια και συμφωνούν όλες οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας είναι ότι, εδώ και δεκαετίες, το πολιτικό μας σύστημα απέτυχε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, μια εξωστρεφή και δημιουργική οικονομία και αυτό είναι που σήμερα διορθώνουμε.

Γι’ αυτό και σήμερα αλλάζουμε τα πάντα. Και αυτό απαιτεί υπομονή και πολλή δουλειά από όλους μας, μέτωπα παντού, αλλάζοντας τον ίδιο μας τον εαυτό, την ίδια την Πολιτεία.

Όμως, η αρχή έχει γίνει και έτσι θα συνεχίσουμε, όσο δύσκολο κι αν είναι, όσο κι αν χρειαστεί να συγκρουστούμε με κάθε έναν που επιμένει να μην αλλάξει τίποτα σε αυτή τη χώρα.

Σήμερα, η επιλογή που έχουμε μπροστά μας δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη: είτε δίνουμε τη μάχη μέχρι τέλους, χωρίς δεύτερη σκέψη, με στόχο να συνεχιστεί η χρηματοδότηση της χώρας, κάνοντας μεγάλες αλλαγές παντού και κόβοντας με το μαχαίρι κάθε απόπειρα να θιγεί η Ελλάδα. Για να μην δώσουμε σε εκείνους ούτε την αφορμή, ούτε το δικαίωμα, να αρχίσουν να μιλούν και να θεωρούν ότι η Ελλάδα, η πατρίδα μας, μπορεί να μπει στο περιθώριο του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είτε πετάμε την ασπίδα μας, υποχωρούμε μπροστά στο πολιτικό κόστος, υιοθετούμε την πολιτική των εύκολων λόγων, εγκαταλείπουμε τις επάλξεις και περνάμε στην ιστορία ως άνθρωποι μικροί, σπιθαμιαίοι ηγέτες, οι οποίοι οδήγησαν τη χώρα τους στον γκρεμό, προκειμένου να κρατήσουν τις καρέκλες τους και να επανεκλεγούν.

Γιατί τίποτα δεν μας χαρίζεται. Και τίποτα δεν θα μας χαριστεί σε αυτόν εδώ τον πόλεμο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτα δεν θα έρθει εύκολα. Η περίοδος που περνάμε είναι περίοδος αποφάσεων. Και θα τις λάβουμε, όποιο κι αν είναι το δήθεν πολιτικό κόστος.

Ήδη, χθες ανακοινώσαμε την άμεση υιοθέτηση επιπρόσθετων παρεμβάσεων για το 2011, ύψους άνω των 6 δισεκατομμυρίων ευρώ, ώστε να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος στο 7,5% του ΑΕΠ στο τέλος του έτους και να δημιουργήσουμε ταχύτερα πρωτογενή πλεονάσματα.

Ανακοινώσαμε την υιοθέτηση παρεμβάσεων ύψους περίπου 22 δις ευρώ, στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2012-2015, ώστε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μειωθεί κάτω του 3% το 2014 και κοντά στο 1% του ΑΕΠ το 2015, δημιουργώντας έτσι πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 6%, τα οποία θα οδηγήσουν στη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο, θα συμπεριληφθούν επίσης πρωτοβουλίες για τη μείωση και πιο αποτελεσματική λειτουργία του Δημοσίου – μείωση απασχολούμενων και μισθολογικού κόστους, συγχώνευση και κατάργηση φορέων, εξυγίανση ΔΕΚΟ, μείωση λειτουργικών και αμυντικών δαπανών – την καλύτερη στόχευση των κοινωνικών δαπανών, τον εξορθολογισμό των δαπανών υγείας, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής.

Ανακοινώσαμε την επιτάχυνση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ύψους 50 δις ευρώ έως το 2015, που θα στηρίξει την ανάπτυξη και θα μειώσει έως και 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος, ενώ θα μειώσει σημαντικά και τις ετήσιες δαπάνες για τόκους.

Παράλληλα, εγκρίναμε τη δημιουργία ειδικού φορέα, το «Ταμείο Δημόσιας Περιουσίας», στον οποίο θα δημιουργηθούν ειδικά χαρτοφυλάκια αξιοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.

Και βέβαια, συμπληρώνουμε το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο με σειρά μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών, για την επιτάχυνση των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών που φέρνουν επενδύσεις, θέσεις εργασίας και ανάπτυξη, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ταχύτερη ανάκαμψη και στηρίζουν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Οι μεγάλες αλλαγές για τη χώρα αποτελούν αδήριτη εθνική ανάγκη. Είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο επιδιώκω – όχι μόνο σήμερα αλλά διαχρονικά, όπως άλλωστε και πέρυσι, την ίδια εποχή – την ευρύτερη δυνατή συναίνεση.

Δεν μπορεί μια Κυβέρνηση – με όποια πλειοψηφία – να δίνει μάχη σε όλα τα μέτωπα με τα θηρία, και διεθνώς, και στις αγορές, και να υπάρχει η συνεχής μικροκομματική πλαγιοκόπηση και ο λιθοβολισμός εντός της χώρας και, μάλιστα, από κόμματα που είναι κατά τα άλλα υπεύθυνα.

Σήμερα, είχα για πολλοστή φορά συνάντηση με τους Αρχηγούς των κομμάτων. Αλλά σήμερα, έδωσα το στίγμα της κρισιμότητας της συγκυρίας, όπου χρειάζεται να περάσουμε τον δύσκολο κάβο των επόμενων εβδομάδων, δείχνοντας συνευθύνη και σοβαρότητα μπροστά στις θυσίες και τις προσπάθειες της χώρας.

Και στο πλαίσιο των στόχων μας – δημοσιονομικών, μείωσης ελλείμματος, διαχείρισης χρέους, στήριξης της υγιούς αναπτυξιακής πορείας – τόνισα με έμφαση τη βούλησή μας για εθνική συνεννόηση.

Μια συνεννόηση, μέσα από την οποία μπορούμε να επεξεργαστούμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις, τις πιο δίκαιες, τις πιο αποτελεσματικές, τις πιο αναπτυξιακές.

Είμαι ανοικτός σε οποιαδήποτε πρόταση, που είναι ρεαλιστική και συμβάλλει στη μεγάλη αυτή εθνική προσπάθεια. Αρκεί όμως να τείνουν όλες οι προτάσεις στην ίδια κατεύθυνση. Αυτήν της ενίσχυσης της αξιοπιστίας της χώρας μας, στην επίτευξη των δύσκολων στόχων που έχουμε θέσει και που έχουμε συμφωνήσει με τους εταίρους μας.

Η συναίνεση δεν επιβάλλεται μόνο για εθνικούς λόγους. Είναι και εφικτή στην πράξη σε πολλά θέματα. Και ήδη, μπορώ να σας παραθέσω πολλές από τις προτάσεις που είτε προωθούμε, είτε μπορούμε να αποδεχθούμε, ή ακόμα και να συζητήσουμε. Με τη Νέα Δημοκρατία, για παράδειγμα, συμφωνούμε και ήδη υλοποιούμε μια σειρά από όσα προτείνουν, ενώ υπάρχουν άλλα που μπορούμε να τα εξετάσουμε.

Μερικά παραδείγματα: αποκρατικοποιήσεις, διευκόλυνση εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου – συμψηφισμός, που ήδη έχει ξεκινήσει. Περιουσιολόγιο, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, παραθεριστική κατοικία, επαναπατρισμός κεφαλαίων, σταδιακή κατάργηση φόρων υπέρ τρίτων, ρύθμιση των αυθαίρετων κτισμάτων, fast track στη Δικαιοσύνη, πρόταση για εργασιακή εφεδρεία – για το συγκεκριμένο έχουμε μια άλλη άποψη, αλλά δείχνοντας την καλή μας πρόθεση, μπορούμε να το συζητήσουμε.

Επαναλαμβάνω ότι αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα και υπάρχουν και από άλλα κόμματα, επίσης, σημαντικές προτάσεις. Μπορούμε όλοι μαζί να συμφωνήσουμε στα βασικά, για να αλλάξει επιτέλους η πατρίδα. Και σε σχέση με τα φορολογικά έσοδα, βεβαίως, υπάρχουν διαφορετικές παραδοχές. Μην ξεχνάτε, όμως, πού βρισκόμαστε σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα φορολογικά έσοδα στη χώρα μας είναι χαμηλά, σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι στο 39% του ΑΕΠ, έναντι 42% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.

Αλλά ακόμα και εδώ, είμαι έτοιμος να συζητήσω και μαζί να διαπραγματευθούμε με τους δανειστές μας, καινοτόμες προσεγγίσεις. Προσεγγίσεις, όμως, που μειώνουν το βάρος στις επιχειρήσεις, αλλά που δίνουν ισοδύναμο ή και καλύτερο αποτέλεσμα στα έσοδα. Πολύ απλά, αυτό μεταφράζεται στην αποτελεσματική διεύρυνση της φορολογικής βάσης, δηλαδή στην αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Για να είμαστε όμως πειστικοί, ότι και βελτιώνουμε τους όρους της φορολογίας, αλλά και εξασφαλίζουμε τα απαραίτητα έσοδα, χρειάζεται τουλάχιστον η ευρύτατη συναίνεση, εγγύηση θα έλεγα, του επιχειρηματικού κόσμου, του επαγγελματία – και της πολιτικής ηγεσίας του τόπου – ότι αυτό που αποφασίζουμε, αυτό και θα κάνουμε. Και αυτό χρειάζεται και ευρύτατο διάλογο, αλλά χρειάζεται και την αίσθηση της συμμετοχής, του ανήκειν, του απλού πολίτη, ότι αυτή η υπόθεση είναι και δική του υπόθεση – συμμετοχή δημοκρατική – ότι είναι εθνική επιταγή, και όχι κόλπο αποφυγής, η ανάγκη να προχωρήσουμε μπροστά με ευρύτερες συναινέσεις.

Αυτό ζήτησα και, εάν αυτό είναι εφικτό, να επεξεργαστούμε μαζί νέες προσεγγίσεις ακόμα και στο φορολογικό μας σύστημα. Αλλιώς, θα πάμε συμβατικά και αναγκαστικά σε μέτρα που ξέρω ότι είναι δυσάρεστα, αλλά εθνικά αναγκαία.

Αυτό που κάνουμε όμως σήμερα, ξεπερνάει κατά πολύ τη δημοσιονομική διάσταση, γιατί είναι μόνο μια διάσταση και, αν θέλετε, είναι το σύμπτωμα. Αλλάζουμε την Ελλάδα σε όλους τους τομείς, με ένα συνολικό εθνικό σχέδιο, που το έχουμε ονομάσει «Οδικό Χάρτη» για την Ελλάδα της δημιουργίας και τον έχουμε ήδη δώσει στη δημοσιότητα, ο οποίος περιλαμβάνει κυριολεκτικά τεράστιες μεταρρυθμίσεις σε τέσσερις κρίσιμους τομείς:

Το δημοσιονομικό νοικοκύρεμα.
Το κράτος ως εργαλείο στην υπηρεσία του πολίτη.
Την ανάπτυξη με επένδυση στη γνώση, τον πολιτισμό, την καινοτομία και με σεβασμό στο περιβάλλον.
Το αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος, αλλάζοντας δομές και κανόνες παντού.

Με πολιτικές που αλλάζουν το αναπτυξιακό μας μοντέλο, στρέφοντάς το στην αξιοποίηση των μεγάλων συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας, με επίκεντρο την πράσινη ανάπτυξη, την επένδυση στη γνώση και την καινοτομία. Και πάνω απ’ όλα, τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Με πολιτικές, που θα χτίσουν επίσης ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες του τις βαθμίδες, το οποίο θα δίνει στους νέους τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις ικανότητές τους.

Με παρεμβάσεις για ένα αποδοτικό για τον πολίτη σύστημα υγείας και ένα σύστημα επιθετικής πολιτικής για την καταπολέμηση της ανεργίας και την προστασία των αδύναμων συμπολιτών μας.

Αλλάζοντας οριστικά και αμετάκλητα το κράτος, τη Δημόσια Διοίκηση και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας. Το ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο και αναλυτικό σχέδιο για να αλλάξουμε οριστικά την πατρίδα μας, κάνοντας άλματα που δεν είχαν γίνει για δεκαετίες. Το έχω αναπτύξει – δεν είναι η ώρα να μπω σε λεπτομέρειες.

Κυρίες και κύριοι, έχει γίνει κοινός τόπος πλέον να επιρρίπτουμε όλες τις ευθύνες στο κράτος για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Και βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κρατικός μηχανισμός υπήρξε μνημείο αναποτελεσματικότητας και γραφειοκρατίας, έρμαιο της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων και εργαλείο για την εξυπηρέτηση κομματικών «ημετέρων».

Εντούτοις, στο πλαίσιο της αναγκαίας αυτοκριτικής για το τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ, αλλά και της αναζήτησης λύσεων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, οφείλει και ο επιχειρηματικός κόσμος να αναγνωρίσει τις δικές του ευθύνες.

Γιατί και ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα ακολούθησε ένα μοντέλο ανάπτυξης στρεβλό και αντιπαραγωγικό. Η γραφειοκρατία ίσως πράγματι να ανάγκασε πολλούς σε αθέμιτες πρακτικές. Αν σήμερα αναγνωρίζουμε όλοι ότι, το πολιτικό σύστημα ευνόησε την αδιαφάνεια, τις μίζες, τους στημένους διαγωνισμούς, την επιχειρηματικότητα των πελατειακών επιδοτήσεων προς κάποιες επιχειρήσεις και τα θαλασσοδάνεια, άλλη τόση ευθύνη έχουν και οι επιχειρηματίες εκείνοι, που εξέθρεψαν και διόγκωσαν αυτές τις πρακτικές.

Να είμαστε ειλικρινείς. Στο παιχνίδι αυτό, υπάρχουν πάντα τουλάχιστον δύο. Ευθύνη υπήρξε για το κατάντημα της χώρας και της ανάπτυξης απ’ όλες τις μεριές. Και όλοι μας καλούμαστε να συμβάλουμε, ώστε αυτές τις μαύρες σελίδες της ιστορίας μας να τις αφήσουμε στο παρελθόν. Να κάνουμε μια νέα αρχή.

Πρωταρχικός σκοπός μας είναι να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το μοντέλο υπ-ανάπτυξης τελικά και όχι ανάπτυξης, που εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα φθηνά δανεικά, την υπερκατανάλωση και τη διαφθορά.

Η αλλαγή σημαίνει να ταυτίζεται η Ελλάδα με την ποιότητα παντού, από τους θεσμούς μέχρι τα προϊόντα μας. Να στραφούμε με καινοτομία στον ποιοτικό τουρισμό, στην πράσινη ανάπτυξη και στις εξαγωγές των αγροτικών μας προϊόντων, της μεσογειακής δίαιτας και διατροφής. Το κράτος να γίνει εργαλείο για τη βιώσιμη ανάπτυξη, δίνοντας οξυγόνο στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Και τις προθέσεις μας, τις κάνουμε πράξη. Όπως είπα, αλλάζουμε τους κανόνες λειτουργίας, τόσο στο κράτος, όσο και στην αγορά, προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, αλλά και της αποτελεσματικότητας.

Όπως, για παράδειγμα, με το πρόγραμμα fast track για μεγάλες επενδύσεις, αλλά και το νέο μίνι fast track για αδειοδοτήσεις στη μεταποίηση, μειώνοντας δραστικά τις μνημειώδεις ελληνικές καθυστερήσεις, με τις οποίες έρχονταν αντιμέτωποι ξένοι και Έλληνες επενδυτές.

Με την αλλαγή της φιλοσοφίας αδειοδότησης των επιχειρήσεων – αντί για «πρώτα ελέγχουμε και μετά αδειοδοτούμε», τώρα «πρώτα αδειοδοτούμε και μετά ελέγχουμε» – αλλάζουμε και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος απέναντι στην αγορά και, βέβαια, μειώνουμε και τους χρόνους και την άκρατη γραφειοκρατία που ταλαιπωρούσε τις επιχειρήσεις μέχρι σήμερα.

Τέλος, με το ευρύ πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που προωθούμε, το κράτος παύει να παίζει το ρόλο του επιχειρηματία.

Το τρίτο μέτωπο, στο οποίο επικεντρώνουμε τις προσπάθειές μας, είναι αυτό των κινήτρων και των χρηματοδοτήσεων. Όπως γνωρίζετε, ο νέος επενδυτικός νόμος είναι ήδη ανοικτός. Ρίχνουμε 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ στην αγορά για φέτος, με επιδοτήσεις και στοχευμένα φορολογικά κίνητρα. Με τη διαφορά, όμως, ότι πλέον η έμφασή μας στρέφεται στο δεύτερο σκέλος, αυτό των κινήτρων, και όχι στις επιδοτήσεις, οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, αποδείχθηκαν πεταμένα λεφτά, χωρίς δηλαδή αναπτυξιακό αποτέλεσμα και χωρίς να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Και εκεί όπου επιδοτούμε, το κάνουμε πολύ προσεκτικά και μόνον όταν αυτή μας η επιλογή υπηρετεί την πραγματική ανάπτυξη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της στροφής που πραγματοποιούμε προς ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, που γυρίζει οριστικά σελίδα στις στρεβλώσεις, τις παθογένειες και τις ατέλειωτες γραφειοκρατικές διαδικασίες του παρελθόντος, προωθούμε ένα καινοτόμο σχέδιο δράσης για την ουσιαστική βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, που όχι μόνο θα ευνοήσει την ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά θα αποτελεί και πόλο έλξης κεφαλαίων από το εξωτερικό, έχοντας ήδη σε μεγάλο βαθμό ενσωματώσει και τις δικές σας προτάσεις, του ΣΕΒ.

Έρευνες του ΙΟΒΕ και άλλων εγχώριων και διεθνών ερευνητικών Οργανισμών, έχουν δείξει ότι το άνοιγμα των επαγγελμάτων και των αγορών και η κατάργηση των αναχρονιστικών εμποδίων στην επιχειρηματικότητα, κατά τρόπο ώστε η Ελλάδα να συγκλίνει στο μέσο ρυθμιστικό επίπεδο της Ευρωζώνης, μπορούν να επιφέρουν εφάπαξ αύξηση του ΑΕΠ άνω του 17% μακροπρόθεσμα και περίπου 10% σε ορίζοντα πενταετίας.

Μέσα στο επόμενο τρίμηνο, παρουσιάζουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που αλλάζει άπαξ και δια παντός το επιχειρηματικό περιβάλλον και τις διαδικασίες που σήμερα ταλαιπωρούν τον επιχειρηματία. Και γνωρίζω καλά ότι ο ΣΕΒ συνεργάζεται στενά και διαρκώς με το Υπουργείο Ανάπτυξης, για το πρόγραμμα «Επιχειρηματικά φιλική Ελλάδα», που πρόκειται να παρουσιάσουμε.

Σε αυτή την πορεία αλλαγής της χώρας, που ξεκίνησε πριν από ενάμιση χρόνο, θέλω να ξέρετε ότι το κράτος είναι δίπλα στην επιχειρηματικότητα. Βήμα – βήμα, η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα με οικονομία εξωστρεφή, με εσάς, τους επιχειρηματίες της πατρίδας μας, να αισθάνεστε ότι πατάτε σε σωστές και γερές βάσεις. Αυτό επιδιώκουμε.

Κυρίες και κύριοι, το μόνο πράγμα που έχουμε να φοβόμαστε, όπως ειπώθηκε παλαιότερα, είναι ο ίδιος ο φόβος. Ο φόβος για την αλλαγή. Ο φόβος να υπερβούμε τους εαυτούς μας, να ξεβολευτούμε. Ο φόβος που μας καταλαμβάνει όταν μια εποχή τελειώνει. Και αυτή την ώρα, αυτό συμβαίνει στην πατρίδα μας. Κλείνει ένας κύκλος δεκαετιών και ξεκινάει ένας καινούργιος. Κλείνουμε την πόρτα στο παρελθόν. Αφήνουμε πίσω μια σειρά από συνήθειες, λειτουργίες και μεθόδους και αλλάζουμε καθημερινά.

Δεν αντιμετωπίζουμε απλά την κρίση. Δεν αποτρέπουμε απλά τη χρεοκοπία. Μεταμορφώνουμε την Ελλάδα. Και αυτή είναι η ευκαιρία.

Δεν πρόκειται στην πορεία αυτή να κάνω πίσω ούτε λεπτό.

Ξέρω καλά πως, στη μάχη που δίνω καθημερινά, δεν είμαι μόνος.

Ξέρω πως οι συμπολίτες μου, νιώθετε το πού βρισκόμαστε.

Ξέρω πως κάθε Έλληνας, κάθε Ελληνίδα, δίνετε αγώνα στην καθημερινότητά σας.

Και ξέρω πως η μάχη που δίνετε είναι το ίδιο δύσκολη, με τη μάχη που δίνουμε και εμείς ως Κυβέρνηση.

Όμως, η διαδρομή για τη σωτηρία της πατρίδας μας δεν έχει τελειώσει. Είμαστε στο μέσο της πορείας και η πατρίδα μάς χρειάζεται. Για να επιβιώσει, χρειάζεται όλη μας τη στήριξη, τη στήριξη όλων. Χρειάζεται συστράτευση και δουλειά από όλους.

Χρειάζεται να είμαστε συνέχεια στη μάχη, πιο δυνατά, πιο αποφασιστικά, όλοι οι Έλληνες, για να αντιμετωπίσουμε τις κοινές μας δυσκολίες, που υπάρχουν και τις ξέρουμε.

Πιστεύω ακράδαντα πως ο Ελληνικός λαός θα επιμείνει, θα αναζωογονηθεί και θα ευημερήσει ξανά. Θα γίνει, γιατί μαζί παλεύουμε και μαζί θα συνεχίσουμε να παλεύουμε. Γιατί μόνον όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε.

Σας ευχαριστώ.Ομιλία Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών

25-05-2011 | θεματικές : Ομιλίες, Πρωθυπουργός, Πρώτη Σελίδα, Τελευταία Νέα

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
Αθήνα, 24 Μαΐου 2011

>> Φωτογραφικό υλικό.

Κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε σε μια επίπονη περίοδο μετάβασης, από μια ολόκληρη εποχή που τελείωσε οριστικά, σε μια νέα εποχή. Και η πορεία μας είναι δύσκολη.

Θυμίζω σε όλους την τεράστια μάχη που χρειάστηκε να δώσουμε πέρυσι, για να μην εγκαταλειφθεί η Ελλάδα από τους εταίρους της και να μην ζήσουμε εγκαταλελειμμένοι το φάσμα της χρεοκοπίας.

Και παρά τη μέχρι τότε αναξιοπιστία μας, παρά τις κακές αφορμές που είχαμε δώσει, παρά την απόκρυψη της πραγματικότητας από τους Έλληνες πολίτες και τους εταίρους μας, καταφέραμε να δώσουμε δείγματα μιας άλλης γραφής, καταφέραμε να αλλάξουμε το κλίμα, να διαπραγματευθούμε και τελικά να πείσουμε τους εταίρους μας να στηρίξουν την Ελλάδα, στη δύσκολη αυτή στιγμή. Να προστατεύσουν την Ελλάδα από τις ορέξεις και τους φόβους των διεθνών αγορών.

Εξασφαλίσαμε το δάνειο των 110 δις ευρώ, που μας επιτρέπει σήμερα να λειτουργούμε ακόμα ως κράτος, να μην έχουμε θρηνήσει καταστάσεις που δεν χωράει ο νους μας και, βεβαίως, μας έδωσε και το χρόνο για τις αλλαγές.

Πέρυσι τέτοια εποχή, εισπράξαμε την πρώτη δόση του δανείου. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, η Ελλάδα, την επομένη, θα κήρυττε στάση πληρωμών και εμείς εδώ, σήμερα, δεν θα είχαμε καν την πολυτέλεια να ανταλλάσσουμε ιδέες και καλές προτάσεις, με τον τρόπο και το περιεχόμενο που το κάνουμε.

Κυρίες και κύριοι, το γιατί φθάσαμε στο σημείο αυτό, το ξέρουμε όλοι πολύ καλά, γι’ αυτό δεν θα πω πολλά, παρά μόνο τούτο: δεν θα βγούμε με βιώσιμο τρόπο από τη σημερινή κρίση, αν δεν ανατρέψουμε τα βαθύτερα αίτια, τις εσφαλμένες πρακτικές και νοοτροπίες που μας οδήγησαν εδώ, πολύ περισσότερο αν επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Γι’ αυτό και δεν υπάρχει σωτηρία της χώρας, χωρίς μεγάλες αλλαγές παράλληλα. Αυτό συνεπάγεται ανατροπή των χρόνιων στρεβλώσεων και αδυναμιών, όχι μόνο της οικονομίας μας, αλλά και του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας μας και του πολιτικού μας συστήματος, που οδήγησαν την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής.

Η αλήθεια είναι ότι όλες οι χρόνιες παθογένειες διογκώθηκαν σε πρωτόγνωρο βαθμό την πενταετία 2004-2009. Σε ένα απόλυτα ρευστό και φοβικό διεθνές οικονομικό περιβάλλον, η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση βρήκε τη χώρα μας εντελώς ευάλωτη, απροστάτευτη και απροετοίμαστη.

Η απόκρυψη της πραγματικής δημοσιονομικής κατάστασης ήταν η χαριστική βολή στην αξιοπιστία της χώρας, που είχε ήδη υποστεί πλήγματα. Όλοι μας, ολόκληρη η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα, «τι κάνουμε από εδώ και στο εξής».

Μπροστά στο μεγαλύτερο κίνδυνο που γνώρισε ποτέ η χώρα μας εδώ και δεκαετίες, τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, η Κυβέρνησή μου και εγώ προσωπικά, κληθήκαμε να λάβουμε δύσκολες και ιστορικές αποφάσεις.

Τις λάβαμε τις αποφάσεις αυτές, προτάσσοντας το υπέρτατο συμφέρον της χώρας. Αναλάβαμε τις ευθύνες μας, απολύτως αποφασισμένοι να κάνουμε το καθήκον μας για τη χώρα.

Με τις αποφάσεις αυτές, με τις θυσίες, τις προσπάθειες και, πράγματι, την ωριμότητα του Ελληνικού λαού, η χώρα μας στάθηκε όρθια. Καταρχήν, διότι δεν ζήσαμε τη χρεοκοπία. Δηλαδή, εκατομμύρια οικογένειες χωρίς εισόδημα. Χιλιάδες επιχειρήσεις οριστικά κλειστές. Συνταξιούχους χωρίς σύνταξη. Νοσοκομεία και σχολεία κλειστά. Απόλυτη δυστυχία και χάος, για χρόνια. Το μέλλον των επόμενων γενεών ξεγραμμένο. Μ’ αυτούς τους δαίμονες παλέψαμε και παλεύουμε. Και δεν έκανα πίσω ούτε στιγμή σ’ αυτή την πορεία και ούτε πρόκειται να κάνω πίσω στο μέλλον.

Όμως, δεν είναι μόνον αυτά που αποφύγαμε, τα οποία αποδεικνύουν ότι είμαστε στο δύσκολο, αλλά σωστό δρόμο. Κάποιοι λένε με μεγάλη ευκολία, εντός και εκτός Ελλάδας, ότι αποτύχαμε. Λάθος. Η προσπάθεια έπιασε και πιάνει τόπο. Οι θυσίες των Ελλήνων πολιτών δεν πάνε χαμένες.

Φανήκαμε μέχρι τώρα συνεπείς σχεδόν στο σύνολο των δεσμεύσεών μας, την ώρα που πολλοί διεθνώς θεωρούσαν ότι είμαστε ανίκανοι και απρόθυμοι να βάλουμε τάξη στα του οίκου μας και ότι δεν θα πετύχουμε ούτε τα μισά από όσα λέμε.

Θυμίζω: πετύχαμε το 2010 μείωση του ελλείμματος, που καμία άλλη χώρα δεν έχει πετύχει, κατά 5 μονάδες του ΑΕΠ – μόλις μισή μονάδα λιγότερο από το στόχο.

Το κυκλικά προσαρμοζόμενο πρωτογενές έλλειμμα, δηλαδή το έλλειμμα χωρίς την επίδραση της ύφεσης και των τόκων, μειώθηκε κατά 7,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Είναι και πάλι η μεγαλύτερη μείωση στην Ευρώπη, τριπλάσια από την δεύτερη καλύτερη επίδοση, που είναι της Ισπανίας.

Κάποιοι μας λένε ότι δεν αυξήθηκαν τα έσοδα. Και πάλι λάθος. Παρά την ύφεση, τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 1,8% του ΑΕΠ, που είναι η μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωζώνη μαζί με την Πορτογαλία.

Μετά από πολλά τρίμηνα αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης, το πρώτο τρίμηνο του 2011 έχουμε ένα πρώτο θετικό σημάδι, με ανάκαμψη κατά 0,8%. Η ύφεση ρηχαίνει: το -7,5% του τέταρτου τριμήνου του 2010 σε ετήσια βάση μειώθηκε σε -4,8% το πρώτο τρίμηνο του 2011.

Οι εξαγωγές αυξάνονται με μέσο ρυθμό 35% τους τελευταίους έξι μήνες, δείχνοντας πώς εσείς οι ίδιοι, οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια που κάνει η πατρίδα μας σήμερα.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε – δηλαδή, η ανταγωνιστικότητα της χώρας μας βοηθήθηκε – από το 14% το 2009 σε 11,8% το 2010 και το 2011 προβλέπεται να είναι το μικρότερο της δεκαετίας.

Επίσης, πετύχαμε μείωση των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου κατά 35%, δηλαδή πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Μείωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά 38% ή 29.500 συμβασιούχοι το 2010. Σημαντική συρρίκνωση του Δημοσίου. Καθαρή μείωση 82.400 υπαλλήλων το 2010, δηλαδή 10% επί του συνόλου.

Μείωση των ελλειμμάτων των ΔΕΚΟ κατά 20% το 2010 και μείωση επιπλέον 35% το πρώτο τρίμηνο του 2011.

Άρα, καλώ όλους εντός Ελλάδας να μην αδικούν εαυτούς. Ούτε βεβαίως οι εκτός Ελλάδας να μας αδικούν που, για διάφορους λόγους, θέλουν να αναδεικνύουν την αποτυχία. Πιθανώς, κάποιοι θέλουν και τη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Μην αδικούμε τις θυσίες του Ελληνικού λαού. Να σταματήσει αυτή η αυτομαστίγωση και η ισοπέδωση των πάντων, που απειλεί και την ίδια την προσπάθεια της πατρίδας μας να ανακτήσει την αξιοπιστία της, υπονομεύοντάς την και στα μάτια μας, και στα μάτια άλλων διεθνώς.

Επειδή όμως γνωρίζουμε όλοι καλά ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας είναι το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης πολύπλευρης κρίσης, πέρα δηλαδή από τη διαμόρφωση του ελλείμματος και των χρεών, εμείς δρομολογήσαμε τις αναγκαίες μεγάλες αλλαγές που αντιμετωπίζουν αυτά τα βαθύτερα αίτια.

Βάλαμε μπρος για τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, που χρειαζόταν η χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια, αν όχι δεκαετίες. Σε 19 μήνες, κάναμε όσα δεν είχαν γίνει επί πολλά χρόνια. Αναφέρω μόνο μερικά ενδεικτικά παραδείγματα και σας καλώ να θυμηθείτε, αν ποτέ στο παρελθόν είχαν γίνει τόσα πολλά, σε τόσο λίγο χρόνο.

Ανεξάρτητη Στατιστική Αρχή, η επανάσταση του αυτονόητου, βεβαίως.

Πολυετής δημοσιονομικός προγραμματισμός για έλεγχο και λογοδοσία στις δημόσιες δαπάνες.

Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού και αγοράς εργασίας.

Παρακολούθηση και έλεγχος δαπάνης φαρμάκου.

Έλεγχος δαπανών στην υγεία και συγχωνεύσεις νοσοκομείων.

Ηλεκτρονική συνταγογράφηση.

Μεταρρύθμιση στο φορολογικό σύστημα.

«Καλλικράτης» – Αυτοδιοίκηση.

«Διαύγεια» για διαφάνεια σε όλες τις αποφάσεις της Δημόσιας Διοίκησης.

Τομές στην εκπαίδευση. Συγχωνεύσεις σχολείων.

Ίδρυση επιχείρησης σε μία ημέρα και one – stop – shop.

Fast track για μεγάλες επενδύσεις.

Άνοιγμα εκατοντάδων κλειστών επαγγελμάτων.

Αναδιοργάνωση ΟΣΕ και Αστικών Συγκοινωνιών.

Άρση του καμποτάζ.

Αντικειμενικό σύστημα προσλήψεων και προαγωγών στο Δημόσιο.

Και πολλά άλλα ακόμη, που έχουν σχέση με την ανάπτυξη, την ενέργεια και την πράσινη ανάπτυξη. Όλα αυτά, μέσα σε ακραίες συνθήκες διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας νοικοκυρέματος χωρίς προηγούμενο, μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών, τομών στο κράτος και την οικονομία και θυσιών του Ελληνικού λαού, τις οποίες όλοι πρέπει να σεβαστούν. Και είναι αποτέλεσμα σε ένα έτος εφαρμογής του προγράμματος – ενός τριετούς προγράμματος.

Ακούω ότι κάποιοι δεν τα θεωρούν αυτά επιτυχία. Να διαχειριστούμε δηλαδή από τη μία την κρίση χρέους και αξιοπιστίας, προωθώντας παράλληλα τομές.

Όχι κύριοι, δεν τελείωσε η ιστορία των αλλαγών. Σε εξέλιξη είναι και έχουμε μπροστά μας πολλά και δύσκολα. Αλλά όσοι μιλούν για αποτυχία, είτε φοβούνται τις αλλαγές, είτε θέλουν να μη γνωρίζουν ότι, αν δεν τελειώσουμε με τα ελλείμματα, αν δεν δημιουργήσουμε πρωτογενή πλεονάσματα, δεν πρόκειται ούτε στις αγορές να βγούμε, ούτε και οι τράπεζες και, άρα, η πραγματική οικονομία θα μπορέσει να ανασάνει.

Χωρίς προσπάθεια, χωρίς περιστολή δαπανών, χωρίς αποκρατικοποιήσεις, χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές, χωρίς κόπο, χωρίς όλοι να βάλουμε πλάτη, βέβαια, αναλογικά με τις δυνατότητές μας, δεν θα δούμε προκοπή.

Κάποιοι μας λένε ότι, δήθεν, χώρες όπως η Πορτογαλία διαπραγματεύτηκαν καλύτερα από εμάς τους όρους για τη χρηματοδότησή τους. Ας είμαστε απόλυτα ειλικρινείς και ας συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Πορτογαλία.

Η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με χρέος 90% του ΑΕΠ, εμείς με 130% του ΑΕΠ και έχει αυξηθεί. Μπήκε με έλλειμμα 9% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 δις ευρώ, ενώ εμείς μπήκαμε με έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ, δηλαδή 36 δις ευρώ.

Η Πορτογαλία με δαπάνες 50% του ΑΕΠ, εμείς με 53%. Με δαπάνες τόκων 4% του ΑΕΠ, εμείς με 6,7%.

Με συνολικά έσοδα στο 42% του ΑΕΠ, εμείς στο 37%. Με έσοδα από έμμεσους φόρους στο 14% του ΑΕΠ, εμείς στο 11%. Και με έσοδα από άμεσους φόρους στο 9% του ΑΕΠ, ενώ εμείς κάτω από 8%.

Η Πορτογαλία έπρεπε να μειώσει το έλλειμμά της 2,4 δις το πρώτο έτος, δηλαδή 1,4% του ΑΕΠ της, ενώ εμείς 14 δις το πρώτο έτος, δηλαδή 5,5% του ΑΕΠ μας.

Ως προς τα μισθολογικά, η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με κατώτατο μισθό 565 ευρώ το μήνα, εμείς με 862 ευρώ το μήνα, δηλαδή κατά 50% μεγαλύτερο.

Ο μέσος μισθός στο Δημόσιο σε 12μηνη βάση είναι στην Πορτογαλία 1.600 ευρώ μεικτά, ενώ στην Ελλάδα είναι 2.100 ευρώ μεικτά, 31% μεγαλύτερος. Επίσης, βεβαίως, και η Πορτογαλία, εφάρμοζε ήδη πολύ πριν το μνημόνιο σχέδιο ανασυγκρότησης σχεδόν εδώ και 10 χρόνια, από την εκλογή του κ. Μπαρόζο το 2002. Αλλά και ο Σόκρατες έκανε τη μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση εδώ και πολλά χρόνια.

Να τελειώνουμε, λοιπόν, με τα παραμύθια για τους «ξένους», που δήθεν διαπραγματεύονται καλύτερα, ή για τις συνωμοσίες των εταίρων μας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Να τελειώνουμε με τη λογική ότι κάποιος άλλος φταίει, όταν δεν βάζουμε εμείς τάξη στα του οίκου μας. Επιτέλους, ας αναλάβουμε εμείς, οι Έλληνες, την ευθύνη για τη δική μας χώρα. Αυτό είναι που καλείται να κάνει ο Ελληνικός λαός και όλοι μας, μαζί. Πριν μερικούς μήνες, κάποιοι πρόβαλαν ως δήθεν παράδειγμα προς μίμηση την Ιρλανδία, που δεν υπέγραψε μνημόνιο. Τη συνέχεια, την γνωρίζουμε.

Κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της. Και εμείς, στο δικό μας μνημόνιο, διαπραγματευθήκαμε και διατηρήθηκε ο 13ος και 14ος μισθός στον ιδιωτικό τομέα, κάτι που δεν υπάρχει αλλού στην Ευρώπη, για το οποίο συνέβαλε πράγματι ουσιαστικά και ο ΣΕΒ, μαζί με την ΓΣΕΕ.

Χάρη σ’ αυτή την επιτυχή πορεία, μπορέσαμε να διαπραγματευθούμε και να πετύχουμε πριν από δύο μήνες την επιμήκυνση και τη μείωση του επιτοκίου του δανείου των 110 δις ευρώ, βοηθώντας τη χώρα μας και μειώνοντας το χρέος μας προς τρίτους κατά 6 δις ευρώ. Αυτή η επιτυχής προσπάθεια ήταν αναγνώριση των προσπαθειών μας. Και συνεχίζουμε.

Η μηδενιστική αντιμετώπιση και το αυτομαστίγωμα δεν βοηθούν σε μια κρίσιμη εθνική στιγμή και, σε τελική ανάλυση, συνιστούν απαξίωση της επιτυχούς προσπάθειας ενός ολόκληρου λαού.

Ναι, ζούμε μια βαθιά ύφεση, αν και ύφεση είχαμε και το 2009, με τα τεράστια ελλείμματα. Ναι, η κοινωνία μας δοκιμάζεται, πρώτος εγώ το γνωρίζω, αλλά αυτό είναι το αναπόφευκτο τίμημα των λαθών του παρελθόντος. Και τα όσα ζούμε σήμερα δεν αποτελούν έκπληξη, είναι δυστυχώς πάνω – κάτω αυτό που αναμενόταν να συμβεί, γιατί είμαστε μόλις στον πρώτο χρόνο ενός τριετούς προγράμματος.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι καμία διαδικασία μετάβασης δεν είναι εύκολη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν γίνεται μέσα σε ακραίες συνθήκες, όπως αυτές που βιώνουμε – μια ανασφάλεια διεθνώς – ιδιαίτερα για εκείνους που, για χρόνια, είχαν μάθει αλλιώς. Είχαν μάθει σε ένα πολιτικό σύστημα και σε κυβερνήσεις, που για δεκαετίες ασκούσαν την πολιτική με έναν τρόπο απόλυτα απαξιωτικό για το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό, δυστυχώς, με κανόνες αδιαφανείς και υπόγειες σχέσεις.

Πολλοί από αυτούς προσπαθούν σήμερα να απαξιώσουν την προσπάθεια της πατρίδας μας. Με αυτή την Ελλάδα, όμως, τελειώνουμε. Οι κανόνες αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι προτεραιότητες. Και πρέπει να τηρούνται και θα τηρούνται, τουλάχιστον όσο είμαι εγώ εδώ.

Το μοναδικό για το οποίο αγωνίζομαι είναι η Ελλάδα και οι πολίτες της, ολόκληρος ο Ελληνικός λαός και κανένας άλλος – και αυτόν θα εξακολουθήσω να υπηρετώ μέχρι τέλους. Τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τα παιδιά μας, που αύριο θα ψάξουν για δουλειά, τους νέους που σήμερα ψάχνουν για δουλειά και δεν βρίσκουν, σε μια οικονομία που για χρόνια αναπτυσσόταν με δανεικά.

Τους επιχειρηματίες, που με εντιμότητα και όραμα θέλουν να δουν το κράτος να αλλάζει και τις διαδικασίες να απλοποιούνται. Τις τράπεζες, να ανοίγουν τις πόρτες τους στα υγιή επενδυτικά σχέδια. Όλους εσάς, που ξέρω καλά πόσο αγωνιάτε σήμερα για το μέλλον μας και για το αν και πώς θα τα καταφέρουμε.

Ποτέ μου δεν θα κάνω πίσω σ’ αυτή την πορεία για τη μεταρρύθμιση στη χώρα. Η Ελλάδα και θα σωθεί, και θα αλλάξει. Και όσο είμαι εδώ εγώ, τίποτε άλλο δεν με απασχολεί.

Αυτό γίνεται και επί ένα χρόνο, προσπαθώντας παράλληλα να σώσουμε την πατρίδα μας από μια χρεοκοπία που, τότε, μόλις πριν από λίγους μήνες, θεωρήθηκε από πολλούς απολύτως βέβαιη. Ναι, με δυσκολίες, ναι, με ύφεση, ναι, με περιορισμούς, όμως, άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Και αν συνεχίζαμε να ασκούμε την πολιτική, όπως έκαναν στο παρελθόν πολλοί από αυτούς, οι οποίοι σήμερα ή διαμαρτύρονται ή χαϊδεύουν αυτιά, δεν θα μπορούσαμε τώρα να μιλάμε για πολιτικές, για επιλογές, για συναινέσεις, για έξοδο στην αγορά, ούτε να σταθούμε στα πόδια μας. Απλούστατα, θα είχαμε καταρρεύσει.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχει τελειώσει η προσπάθεια; Σαφέστατα, όχι. Σημαίνουν όμως ότι, έτσι όπως ξεκινήσαμε, έτσι πρέπει και να συνεχίσουμε, αψηφώντας το πολιτικό κόστος, αγνοώντας τις σειρήνες των δήθεν εύκολων δρόμων ή των εναλλακτικών διαδρομών.

Προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες. Δεν αλλάζουμε, όμως, τον στόχο. Πολλοί κάνουν μια εύκολη κριτική, λέγοντας ότι «προβλέπατε ότι θα βγείτε στις αγορές το 2012 και τώρα λέτε ότι δεν μπορείτε». Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι όλα έγιναν στην εντέλεια, η αλήθεια είναι ότι οι αγορές δεν άνοιξαν για δικούς τους λόγους, όχι γιατί εμείς δεν πετύχαμε το 2010 μείωση του ελλείμματος 5,5% και πετύχαμε 5%. Θα θυμίσω ότι, ένα χρόνο πριν, οι λεγόμενες «αγορές», ούτε αυτή την επίδοση πίστευαν ότι μπορεί να πετύχει η Ελλάδα.

Άρα, λοιπόν, δικαιολογημένα πολλοί ρωτούν: «γιατί βρισκόμαστε σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι; Γιατί αφού μειώσατε, όπως λέτε, το έλλειμμα, και κάνατε μεταρρυθμίσεις, οι αγορές δεν πιστεύουν ακόμα στην Ελλάδα;».

Κυρίες και κύριοι, το έχουμε πει πολλές φορές και το επαναλαμβάνω: μπορεί η Ελλάδα να πρέπει να αντιμετωπίσει πολλά χρόνια και διαρθρωτικά της προβλήματα – και αυτό κάνει – όμως, το πρόβλημα είναι ευρύτερο και οι διαστάσεις πολύπλοκες και υπερεθνικές.

Για τρεις λόγους: πρώτον, παρά τις σημαντικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι μέχρι τώρα πειστικές για τις αγορές, ότι γίνεται δηλαδή η αποτελεσματική διαχείριση του προβλήματος, που λέγεται «χρέος» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεύτερον, οι αγορές, ενώ θα έπρεπε να ανταποκριθούν σχετικά γρήγορα, σήμερα συνεχίζουν να βρίσκονται σε κατάσταση φόβου γύρω από το ελληνικό χρέος και αυτό, βεβαίως, έχει εξαπλωθεί και σε άλλα κράτη, δύο ακόμα είναι ήδη στο Μηχανισμό Στήριξης, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Όμως, γίνονται συνεχώς συζητήσεις και αναλύσεις και ασκούνται πιέσεις και σε άλλες χώρες.

Τρίτον, τα απόνερα ενός τσουνάμι, της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, είναι ακόμα γύρω μας. Βλέπουμε τη μάχη ακόμα και στις ΗΠΑ γύρω από το δικό τους χρέος και το δικό τους χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σε αυτά, να προσθέσουμε και την αδιαφανή κερδοσκοπία, τα CDS, αλλά και τη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης, μαζί και με διάφορους αναλυτές που προφητεύουν την καταστροφή. Και έτσι, έχουμε την εικόνα της σημερινής κρίσιμης κατάστασης.

Αυτή είναι η εικόνα, η πραγματική και ειλικρινής εικόνα. Αυτό όμως που έχει σημασία και είναι η καλύτερη απάντηση σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, είναι εμείς να κάνουμε τη δική μας δουλειά.

Να γίνουμε εμείς σημείο σταθερότητας σε αυτή τη φουρτούνα. Να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας στο εσωτερικό της χώρας μας και να βάλουμε τάξη εκεί όπου πρέπει και μπορούμε.

Και να στεκόμαστε στις δικές μας δυνάμεις. Ανεξάρτητα από τις διεθνείς εξελίξεις, ανεξάρτητα από τη μάχη που δίνουμε και θα δίνουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και εμείς, και πολλοί από τους εταίρους μας.

Και έχουμε ήδη διανύσει σημαντικό κομμάτι της διαδρομής μας στην Ελλάδα. Έχουμε βέβαια ακόμα δρόμο. Αν λυγίσουμε τώρα, αν μας εγκαταλείψει το κουράγιο μας, τότε όλες οι θυσίες που έγιναν θα πάνε χαμένες.

Τίποτα μα τίποτα δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Ούτε από τη μια χρονιά στην άλλη. Η έξοδος από την κρίση και η αλλαγή της πατρίδας μας θέλει και υπομονή και επιμονή και αφοσίωση από όλους μας.

Το ξέρετε καλύτερα απ’ όλους εσείς, που ασχολείστε με τον πυρήνα της πραγματικής οικονομίας, που ξέρετε τα μεγέθη, αλλά και τα προβλήματα, ότι η κατάσταση που ζήσαμε για 30 και πλέον χρόνια, δεν θα αλλάξει μέσα σε μια μέρα.

Αυτό που είναι αλήθεια και συμφωνούν όλες οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας είναι ότι, εδώ και δεκαετίες, το πολιτικό μας σύστημα απέτυχε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, μια εξωστρεφή και δημιουργική οικονομία και αυτό είναι που σήμερα διορθώνουμε.

Γι’ αυτό και σήμερα αλλάζουμε τα πάντα. Και αυτό απαιτεί υπομονή και πολλή δουλειά από όλους μας, μέτωπα παντού, αλλάζοντας τον ίδιο μας τον εαυτό, την ίδια την Πολιτεία.

Όμως, η αρχή έχει γίνει και έτσι θα συνεχίσουμε, όσο δύσκολο κι αν είναι, όσο κι αν χρειαστεί να συγκρουστούμε με κάθε έναν που επιμένει να μην αλλάξει τίποτα σε αυτή τη χώρα.

Σήμερα, η επιλογή που έχουμε μπροστά μας δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη: είτε δίνουμε τη μάχη μέχρι τέλους, χωρίς δεύτερη σκέψη, με στόχο να συνεχιστεί η χρηματοδότηση της χώρας, κάνοντας μεγάλες αλλαγές παντού και κόβοντας με το μαχαίρι κάθε απόπειρα να θιγεί η Ελλάδα. Για να μην δώσουμε σε εκείνους ούτε την αφορμή, ούτε το δικαίωμα, να αρχίσουν να μιλούν και να θεωρούν ότι η Ελλάδα, η πατρίδα μας, μπορεί να μπει στο περιθώριο του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είτε πετάμε την ασπίδα μας, υποχωρούμε μπροστά στο πολιτικό κόστος, υιοθετούμε την πολιτική των εύκολων λόγων, εγκαταλείπουμε τις επάλξεις και περνάμε στην ιστορία ως άνθρωποι μικροί, σπιθαμιαίοι ηγέτες, οι οποίοι οδήγησαν τη χώρα τους στον γκρεμό, προκειμένου να κρατήσουν τις καρέκλες τους και να επανεκλεγούν.

Γιατί τίποτα δεν μας χαρίζεται. Και τίποτα δεν θα μας χαριστεί σε αυτόν εδώ τον πόλεμο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτα δεν θα έρθει εύκολα. Η περίοδος που περνάμε είναι περίοδος αποφάσεων. Και θα τις λάβουμε, όποιο κι αν είναι το δήθεν πολιτικό κόστος.

Ήδη, χθες ανακοινώσαμε την άμεση υιοθέτηση επιπρόσθετων παρεμβάσεων για το 2011, ύψους άνω των 6 δισεκατομμυρίων ευρώ, ώστε να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος στο 7,5% του ΑΕΠ στο τέλος του έτους και να δημιουργήσουμε ταχύτερα πρωτογενή πλεονάσματα.

Ανακοινώσαμε την υιοθέτηση παρεμβάσεων ύψους περίπου 22 δις ευρώ, στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2012-2015, ώστε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μειωθεί κάτω του 3% το 2014 και κοντά στο 1% του ΑΕΠ το 2015, δημιουργώντας έτσι πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 6%, τα οποία θα οδηγήσουν στη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο, θα συμπεριληφθούν επίσης πρωτοβουλίες για τη μείωση και πιο αποτελεσματική λειτουργία του Δημοσίου – μείωση απασχολούμενων και μισθολογικού κόστους, συγχώνευση και κατάργηση φορέων, εξυγίανση ΔΕΚΟ, μείωση λειτουργικών και αμυντικών δαπανών – την καλύτερη στόχευση των κοινωνικών δαπανών, τον εξορθολογισμό των δαπανών υγείας, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής.

Ανακοινώσαμε την επιτάχυνση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ύψους 50 δις ευρώ έως το 2015, που θα στηρίξει την ανάπτυξη και θα μειώσει έως και 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος, ενώ θα μειώσει σημαντικά και τις ετήσιες δαπάνες για τόκους.

Παράλληλα, εγκρίναμε τη δημιουργία ειδικού φορέα, το «Ταμείο Δημόσιας Περιουσίας», στον οποίο θα δημιουργηθούν ειδικά χαρτοφυλάκια αξιοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.

Και βέβαια, συμπληρώνουμε το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο με σειρά μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών, για την επιτάχυνση των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών που φέρνουν επενδύσεις, θέσεις εργασίας και ανάπτυξη, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ταχύτερη ανάκαμψη και στηρίζουν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Οι μεγάλες αλλαγές για τη χώρα αποτελούν αδήριτη εθνική ανάγκη. Είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο επιδιώκω – όχι μόνο σήμερα αλλά διαχρονικά, όπως άλλωστε και πέρυσι, την ίδια εποχή – την ευρύτερη δυνατή συναίνεση.

Δεν μπορεί μια Κυβέρνηση – με όποια πλειοψηφία – να δίνει μάχη σε όλα τα μέτωπα με τα θηρία, και διεθνώς, και στις αγορές, και να υπάρχει η συνεχής μικροκομματική πλαγιοκόπηση και ο λιθοβολισμός εντός της χώρας και, μάλιστα, από κόμματα που είναι κατά τα άλλα υπεύθυνα.

Σήμερα, είχα για πολλοστή φορά συνάντηση με τους Αρχηγούς των κομμάτων. Αλλά σήμερα, έδωσα το στίγμα της κρισιμότητας της συγκυρίας, όπου χρειάζεται να περάσουμε τον δύσκολο κάβο των επόμενων εβδομάδων, δείχνοντας συνευθύνη και σοβαρότητα μπροστά στις θυσίες και τις προσπάθειες της χώρας.

Και στο πλαίσιο των στόχων μας – δημοσιονομικών, μείωσης ελλείμματος, διαχείρισης χρέους, στήριξης της υγιούς αναπτυξιακής πορείας – τόνισα με έμφαση τη βούλησή μας για εθνική συνεννόηση.

Μια συνεννόηση, μέσα από την οποία μπορούμε να επεξεργαστούμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις, τις πιο δίκαιες, τις πιο αποτελεσματικές, τις πιο αναπτυξιακές.

Είμαι ανοικτός σε οποιαδήποτε πρόταση, που είναι ρεαλιστική και συμβάλλει στη μεγάλη αυτή εθνική προσπάθεια. Αρκεί όμως να τείνουν όλες οι προτάσεις στην ίδια κατεύθυνση. Αυτήν της ενίσχυσης της αξιοπιστίας της χώρας μας, στην επίτευξη των δύσκολων στόχων που έχουμε θέσει και που έχουμε συμφωνήσει με τους εταίρους μας.

Η συναίνεση δεν επιβάλλεται μόνο για εθνικούς λόγους. Είναι και εφικτή στην πράξη σε πολλά θέματα. Και ήδη, μπορώ να σας παραθέσω πολλές από τις προτάσεις που είτε προωθούμε, είτε μπορούμε να αποδεχθούμε, ή ακόμα και να συζητήσουμε. Με τη Νέα Δημοκρατία, για παράδειγμα, συμφωνούμε και ήδη υλοποιούμε μια σειρά από όσα προτείνουν, ενώ υπάρχουν άλλα που μπορούμε να τα εξετάσουμε.

Μερικά παραδείγματα: αποκρατικοποιήσεις, διευκόλυνση εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου – συμψηφισμός, που ήδη έχει ξεκινήσει. Περιουσιολόγιο, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, παραθεριστική κατοικία, επαναπατρισμός κεφαλαίων, σταδιακή κατάργηση φόρων υπέρ τρίτων, ρύθμιση των αυθαίρετων κτισμάτων, fast track στη Δικαιοσύνη, πρόταση για εργασιακή εφεδρεία – για το συγκεκριμένο έχουμε μια άλλη άποψη, αλλά δείχνοντας την καλή μας πρόθεση, μπορούμε να το συζητήσουμε.

Επαναλαμβάνω ότι αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα και υπάρχουν και από άλλα κόμματα, επίσης, σημαντικές προτάσεις. Μπορούμε όλοι μαζί να συμφωνήσουμε στα βασικά, για να αλλάξει επιτέλους η πατρίδα. Και σε σχέση με τα φορολογικά έσοδα, βεβαίως, υπάρχουν διαφορετικές παραδοχές. Μην ξεχνάτε, όμως, πού βρισκόμαστε σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα φορολογικά έσοδα στη χώρα μας είναι χαμηλά, σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι στο 39% του ΑΕΠ, έναντι 42% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.

Αλλά ακόμα και εδώ, είμαι έτοιμος να συζητήσω και μαζί να διαπραγματευθούμε με τους δανειστές μας, καινοτόμες προσεγγίσεις. Προσεγγίσεις, όμως, που μειώνουν το βάρος στις επιχειρήσεις, αλλά που δίνουν ισοδύναμο ή και καλύτερο αποτέλεσμα στα έσοδα. Πολύ απλά, αυτό μεταφράζεται στην αποτελεσματική διεύρυνση της φορολογικής βάσης, δηλαδή στην αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Για να είμαστε όμως πειστικοί, ότι και βελτιώνουμε τους όρους της φορολογίας, αλλά και εξασφαλίζουμε τα απαραίτητα έσοδα, χρειάζεται τουλάχιστον η ευρύτατη συναίνεση, εγγύηση θα έλεγα, του επιχειρηματικού κόσμου, του επαγγελματία – και της πολιτικής ηγεσίας του τόπου – ότι αυτό που αποφασίζουμε, αυτό και θα κάνουμε. Και αυτό χρειάζεται και ευρύτατο διάλογο, αλλά χρειάζεται και την αίσθηση της συμμετοχής, του ανήκειν, του απλού πολίτη, ότι αυτή η υπόθεση είναι και δική του υπόθεση – συμμετοχή δημοκρατική – ότι είναι εθνική επιταγή, και όχι κόλπο αποφυγής, η ανάγκη να προχωρήσουμε μπροστά με ευρύτερες συναινέσεις.

Αυτό ζήτησα και, εάν αυτό είναι εφικτό, να επεξεργαστούμε μαζί νέες προσεγγίσεις ακόμα και στο φορολογικό μας σύστημα. Αλλιώς, θα πάμε συμβατικά και αναγκαστικά σε μέτρα που ξέρω ότι είναι δυσάρεστα, αλλά εθνικά αναγκαία.

Αυτό που κάνουμε όμως σήμερα, ξεπερνάει κατά πολύ τη δημοσιονομική διάσταση, γιατί είναι μόνο μια διάσταση και, αν θέλετε, είναι το σύμπτωμα. Αλλάζουμε την Ελλάδα σε όλους τους τομείς, με ένα συνολικό εθνικό σχέδιο, που το έχουμε ονομάσει «Οδικό Χάρτη» για την Ελλάδα της δημιουργίας και τον έχουμε ήδη δώσει στη δημοσιότητα, ο οποίος περιλαμβάνει κυριολεκτικά τεράστιες μεταρρυθμίσεις σε τέσσερις κρίσιμους τομείς:

Το δημοσιονομικό νοικοκύρεμα.
Το κράτος ως εργαλείο στην υπηρεσία του πολίτη.
Την ανάπτυξη με επένδυση στη γνώση, τον πολιτισμό, την καινοτομία και με σεβασμό στο περιβάλλον.
Το αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος, αλλάζοντας δομές και κανόνες παντού.

Με πολιτικές που αλλάζουν το αναπτυξιακό μας μοντέλο, στρέφοντάς το στην αξιοποίηση των μεγάλων συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας, με επίκεντρο την πράσινη ανάπτυξη, την επένδυση στη γνώση και την καινοτομία. Και πάνω απ’ όλα, τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Με πολιτικές, που θα χτίσουν επίσης ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες του τις βαθμίδες, το οποίο θα δίνει στους νέους τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις ικανότητές τους.

Με παρεμβάσεις για ένα αποδοτικό για τον πολίτη σύστημα υγείας και ένα σύστημα επιθετικής πολιτικής για την καταπολέμηση της ανεργίας και την προστασία των αδύναμων συμπολιτών μας.

Αλλάζοντας οριστικά και αμετάκλητα το κράτος, τη Δημόσια Διοίκηση και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας. Το ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο και αναλυτικό σχέδιο για να αλλάξουμε οριστικά την πατρίδα μας, κάνοντας άλματα που δεν είχαν γίνει για δεκαετίες. Το έχω αναπτύξει – δεν είναι η ώρα να μπω σε λεπτομέρειες.

Κυρίες και κύριοι, έχει γίνει κοινός τόπος πλέον να επιρρίπτουμε όλες τις ευθύνες στο κράτος για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Και βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κρατικός μηχανισμός υπήρξε μνημείο αναποτελεσματικότητας και γραφειοκρατίας, έρμαιο της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων και εργαλείο για την εξυπηρέτηση κομματικών «ημετέρων».

Εντούτοις, στο πλαίσιο της αναγκαίας αυτοκριτικής για το τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ, αλλά και της αναζήτησης λύσεων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, οφείλει και ο επιχειρηματικός κόσμος να αναγνωρίσει τις δικές του ευθύνες.

Γιατί και ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα ακολούθησε ένα μοντέλο ανάπτυξης στρεβλό και αντιπαραγωγικό. Η γραφειοκρατία ίσως πράγματι να ανάγκασε πολλούς σε αθέμιτες πρακτικές. Αν σήμερα αναγνωρίζουμε όλοι ότι, το πολιτικό σύστημα ευνόησε την αδιαφάνεια, τις μίζες, τους στημένους διαγωνισμούς, την επιχειρηματικότητα των πελατειακών επιδοτήσεων προς κάποιες επιχειρήσεις και τα θαλασσοδάνεια, άλλη τόση ευθύνη έχουν και οι επιχειρηματίες εκείνοι, που εξέθρεψαν και διόγκωσαν αυτές τις πρακτικές.

Να είμαστε ειλικρινείς. Στο παιχνίδι αυτό, υπάρχουν πάντα τουλάχιστον δύο. Ευθύνη υπήρξε για το κατάντημα της χώρας και της ανάπτυξης απ’ όλες τις μεριές. Και όλοι μας καλούμαστε να συμβάλουμε, ώστε αυτές τις μαύρες σελίδες της ιστορίας μας να τις αφήσουμε στο παρελθόν. Να κάνουμε μια νέα αρχή.

Πρωταρχικός σκοπός μας είναι να αφήσουμε για πάντα πίσω μας το μοντέλο υπ-ανάπτυξης τελικά και όχι ανάπτυξης, που εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα φθηνά δανεικά, την υπερκατανάλωση και τη διαφθορά.

Η αλλαγή σημαίνει να ταυτίζεται η Ελλάδα με την ποιότητα παντού, από τους θεσμούς μέχρι τα προϊόντα μας. Να στραφούμε με καινοτομία στον ποιοτικό τουρισμό, στην πράσινη ανάπτυξη και στις εξαγωγές των αγροτικών μας προϊόντων, της μεσογειακής δίαιτας και διατροφής. Το κράτος να γίνει εργαλείο για τη βιώσιμη ανάπτυξη, δίνοντας οξυγόνο στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Και τις προθέσεις μας, τις κάνουμε πράξη. Όπως είπα, αλλάζουμε τους κανόνες λειτουργίας, τόσο στο κράτος, όσο και στην αγορά, προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, αλλά και της αποτελεσματικότητας.

Όπως, για παράδειγμα, με το πρόγραμμα fast track για μεγάλες επενδύσεις, αλλά και το νέο μίνι fast track για αδειοδοτήσεις στη μεταποίηση, μειώνοντας δραστικά τις μνημειώδεις ελληνικές καθυστερήσεις, με τις οποίες έρχονταν αντιμέτωποι ξένοι και Έλληνες επενδυτές.

Με την αλλαγή της φιλοσοφίας αδειοδότησης των επιχειρήσεων – αντί για «πρώτα ελέγχουμε και μετά αδειοδοτούμε», τώρα «πρώτα αδειοδοτούμε και μετά ελέγχουμε» – αλλάζουμε και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος απέναντι στην αγορά και, βέβαια, μειώνουμε και τους χρόνους και την άκρατη γραφειοκρατία που ταλαιπωρούσε τις επιχειρήσεις μέχρι σήμερα.

Τέλος, με το ευρύ πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που προωθούμε, το κράτος παύει να παίζει το ρόλο του επιχειρηματία.

Το τρίτο μέτωπο, στο οποίο επικεντρώνουμε τις προσπάθειές μας, είναι αυτό των κινήτρων και των χρηματοδοτήσεων. Όπως γνωρίζετε, ο νέος επενδυτικός νόμος είναι ήδη ανοικτός. Ρίχνουμε 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ στην αγορά για φέτος, με επιδοτήσεις και στοχευμένα φορολογικά κίνητρα. Με τη διαφορά, όμως, ότι πλέον η έμφασή μας στρέφεται στο δεύτερο σκέλος, αυτό των κινήτρων, και όχι στις επιδοτήσεις, οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, αποδείχθηκαν πεταμένα λεφτά, χωρίς δηλαδή αναπτυξιακό αποτέλεσμα και χωρίς να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Και εκεί όπου επιδοτούμε, το κάνουμε πολύ προσεκτικά και μόνον όταν αυτή μας η επιλογή υπηρετεί την πραγματική ανάπτυξη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της στροφής που πραγματοποιούμε προς ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, που γυρίζει οριστικά σελίδα στις στρεβλώσεις, τις παθογένειες και τις ατέλειωτες γραφειοκρατικές διαδικασίες του παρελθόντος, προωθούμε ένα καινοτόμο σχέδιο δράσης για την ουσιαστική βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, που όχι μόνο θα ευνοήσει την ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά θα αποτελεί και πόλο έλξης κεφαλαίων από το εξωτερικό, έχοντας ήδη σε μεγάλο βαθμό ενσωματώσει και τις δικές σας προτάσεις, του ΣΕΒ.

Έρευνες του ΙΟΒΕ και άλλων εγχώριων και διεθνών ερευνητικών Οργανισμών, έχουν δείξει ότι το άνοιγμα των επαγγελμάτων και των αγορών και η κατάργηση των αναχρονιστικών εμποδίων στην επιχειρηματικότητα, κατά τρόπο ώστε η Ελλάδα να συγκλίνει στο μέσο ρυθμιστικό επίπεδο της Ευρωζώνης, μπορούν να επιφέρουν εφάπαξ αύξηση του ΑΕΠ άνω του 17% μακροπρόθεσμα και περίπου 10% σε ορίζοντα πενταετίας.

Μέσα στο επόμενο τρίμηνο, παρουσιάζουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που αλλάζει άπαξ και δια παντός το επιχειρηματικό περιβάλλον και τις διαδικασίες που σήμερα ταλαιπωρούν τον επιχειρηματία. Και γνωρίζω καλά ότι ο ΣΕΒ συνεργάζεται στενά και διαρκώς με το Υπουργείο Ανάπτυξης, για το πρόγραμμα «Επιχειρηματικά φιλική Ελλάδα», που πρόκειται να παρουσιάσουμε.

Σε αυτή την πορεία αλλαγής της χώρας, που ξεκίνησε πριν από ενάμιση χρόνο, θέλω να ξέρετε ότι το κράτος είναι δίπλα στην επιχειρηματικότητα. Βήμα – βήμα, η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα με οικονομία εξωστρεφή, με εσάς, τους επιχειρηματίες της πατρίδας μας, να αισθάνεστε ότι πατάτε σε σωστές και γερές βάσεις. Αυτό επιδιώκουμε.

Κυρίες και κύριοι, το μόνο πράγμα που έχουμε να φοβόμαστε, όπως ειπώθηκε παλαιότερα, είναι ο ίδιος ο φόβος. Ο φόβος για την αλλαγή. Ο φόβος να υπερβούμε τους εαυτούς μας, να ξεβολευτούμε. Ο φόβος που μας καταλαμβάνει όταν μια εποχή τελειώνει. Και αυτή την ώρα, αυτό συμβαίνει στην πατρίδα μας. Κλείνει ένας κύκλος δεκαετιών και ξεκινάει ένας καινούργιος. Κλείνουμε την πόρτα στο παρελθόν. Αφήνουμε πίσω μια σειρά από συνήθειες, λειτουργίες και μεθόδους και αλλάζουμε καθημερινά.

Δεν αντιμετωπίζουμε απλά την κρίση. Δεν αποτρέπουμε απλά τη χρεοκοπία. Μεταμορφώνουμε την Ελλάδα. Και αυτή είναι η ευκαιρία.

Δεν πρόκειται στην πορεία αυτή να κάνω πίσω ούτε λεπτό.

Ξέρω καλά πως, στη μάχη που δίνω καθημερινά, δεν είμαι μόνος.

Ξέρω πως οι συμπολίτες μου, νιώθετε το πού βρισκόμαστε.

Ξέρω πως κάθε Έλληνας, κάθε Ελληνίδα, δίνετε αγώνα στην καθημερινότητά σας.

Και ξέρω πως η μάχη που δίνετε είναι το ίδιο δύσκολη, με τη μάχη που δίνουμε και εμείς ως Κυβέρνηση.

Όμως, η διαδρομή για τη σωτηρία της πατρίδας μας δεν έχει τελειώσει. Είμαστε στο μέσο της πορείας και η πατρίδα μάς χρειάζεται. Για να επιβιώσει, χρειάζεται όλη μας τη στήριξη, τη στήριξη όλων. Χρειάζεται συστράτευση και δουλειά από όλους.

Χρειάζεται να είμαστε συνέχεια στη μάχη, πιο δυνατά, πιο αποφασιστικά, όλοι οι Έλληνες, για να αντιμετωπίσουμε τις κοινές μας δυσκολίες, που υπάρχουν και τις ξέρουμε.

Πιστεύω ακράδαντα πως ο Ελληνικός λαός θα επιμείνει, θα αναζωογονηθεί και θα ευημερήσει ξανά. Θα γίνει, γιατί μαζί παλεύουμε και μαζί θα συνεχίσουμε να παλεύουμε. Γιατί μόνον όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε.

Σας ευχαριστώ.

Διαβάστε επίσης