Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

«Ο αγώνας για την κλιματική δικαιοσύνη, προτεραιότητα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς» | 26.09.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

Ο αποχαιρετισμός του Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Ροβέρτο Σπυρόπουλο | 25.06.2019

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Δημοκρατικής Αριστεράς

Φίλες και φίλοι, αγαπητέ Φώτη, αγαπημένε μου Λεωνίδα Κύρκο, εκπρόσωποι των κομμάτων, κυρία Πρόεδρε, αποδέχτηκα με χαρά την πρόσκληση να απευθύνω σήμερα χαιρετισμό στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Δημοκρατικής Αριστεράς, πρώτα απ’ όλα, γιατί σέβομαι και τιμώ τους αγώνες και τις θέσεις που έχουν υπερασπιστεί κατά τη διάρκεια της πολιτικής τους πορείας ο Φώτης Κουβέλης, τα στελέχη, οι υποστηρικτές και φίλοι αυτού του χώρου, θέσεις που εκφράζετε σήμερα με το Συνέδριό σας, ανεξάρτητα βεβαίως, από το αν συμφωνούμε πάντα ή όχι με αυτές.

Είμαι επίσης πεπεισμένος, πως η εποικοδομητική κριτική είναι πάντα καλοδεχούμενη, ειδικά προς ένα κόμμα που είναι στην Κυβέρνηση. Βελτιώνει την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Μια ζωή αυτό πίστευα και δεν θα το άλλαζα επειδή είμαι Πρωθυπουργός.

Κυρίως, όμως, ήθελα σήμερα να είμαι εδώ, για να υπογραμμίσω τη ζωτική ανάγκη να υπάρξει στη χώρα μας ένας δημόσιος πολιτικός λόγος και διάλογος, στο πλαίσιο του οποίου συζητούνται με ουσιαστικό τρόπο τα προβλήματα της κοινωνίας μας, χωρίς δογματισμούς, χωρίς ιδεοληψίες, χωρίς στερεότυπα, πιστεύοντας σε ένα πολιτισμό του διαλόγου, σε έναν διαφορετικό προοδευτικό πολιτικό πολιτισμό που έχει ανάγκη η χώρα.

Το λέω αυτό, γιατί φοβάμαι ότι ο χώρος της Αριστεράς ή οι εκφάνσεις του χώρου της Αριστεράς, πολλές φορές βολεύτηκαν τα τελευταία χρόνια ή και δεκαετίες, στην εύκολη καταγγελία χωρίς πρόταση, στον εύκολο δογματισμό που δεν απαιτούσε τη δύσκολη δουλειά της αναζήτησης, στην επαναστατική ρητορική, την ευκολία της ισοπέδωσης των πάντων, την απουσία του ορθού λόγου, την ευκολία να απαξιώνουμε ακόμα και τους δημοκρατικούς μας θεσμούς ή γενικότερα την πολιτική ζωή του τόπου.

Όλα αυτά στη χώμα μας έκρυψαν ή βόλεψαν κομματικά κατεστημένα, ακόμη και μια κατεστημένη αντίληψη για τα πολιτικά πράγματα. Και ενώ αυτές οι εκφάνσεις της Αριστεράς θα έπρεπε να βοηθήσουν στη συμμετοχή, συνέβαλλαν στην αδράνεια, στην συνωμοσιολογία, στον ευνουχισμό των λαϊκών δυνάμεων αλλά ακόμη και της αναζήτησης νέων διαδρομών και προσεγγίσεων.

Και αυτό, σε μια εποχή που τίθενται νέα διακυβεύματα. Μίλησε γι’ αυτά και ο Φώτης Κουβέλης. Με πρωτόγνωρες προκλήσεις για την ανθρωπότητα σε όλο τον πλανήτη μας. Μεγάλες απειλές όχι μόνο για τη δική μας, αλλά θα έλεγα πολύ περισσότερο και για τις επόμενες γενιές.

Πολλούς ξένισε όταν χρησιμοποίησα τη ρήση «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Αλλά για να είμαι πιο σαφής πιστεύω ότι, είτε θα πάμε σε μια παγκόσμια κοινωνία με τρεις βασικές αρχές: πρώτα απ’ όλα, την εμβάθυνση της δημοκρατίας και σε τοπικό και σε εθνικό και σε περιφερειακό επίπεδο, όπως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Δεύτερον, το αίσθημα δικαίου και ειδικότερα την καταπολέμηση των μεγάλων ανισοτήτων που έχουν δημιουργηθεί στον πλανήτη μας σήμερα, μεταξύ κοινωνιών αλλά και εντός των κοινωνιών και των χωρών μας. Και τρίτον, τη συμφιλίωσή μας με το περιβάλλον, το φυσικό περιβάλλον μέσα από μια νέα ενεργειακή πολιτική, αλλά θα έλεγα και μια αειφόρο πράσινη ανάπτυξη.

Δηλαδή, είτε θα πάμε σε ένα εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης, είτε θα δούμε ακρότητες, φονταμενταλισμούς, ξενοφοβία, λαϊκισμούς, την αναζήτηση «σωτήρων» αλλά και τελικά τη βία και τη βαρβαρότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Πιστεύω βαθιά, ακόμη περισσότερο μετά τις πρόσφατες δικές μου εμπειρίες ως Πρωθυπουργός της χώρας, σε αυτή τη δύσκολη στιγμή για την Ελλάδα, εμπειρίες και εδώ αλλά και στην Ευρώπη και παγκοσμίως, ότι οι προοδευτικές αξίες είναι όσο ποτέ επίκαιρες.

Όμως, το πώς μεταφράζονται, πώς υλοποιούνται, πώς συγκροτούν πολιτικές, που και ενώνουν δυνάμεις του λαού και αποτελούν πολιτικές διεξόδου σε ένα πολύ διαφορετικό και παγκόσμιο περιβάλλον, είναι σήμερα το ζητούμενο.

Όχι, δεν είναι για να εγκαταλείψουμε τις αξίες μας, αντιθέτως, είναι για να τις αναδείξουμε, αλλά να τις αναδείξουμε μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον. Και πράγματι, συμφωνώ με όσα άκουσα από τον Φώτη, ότι έννοιες, όπως η «Δημοκρατία» αναδεικνύονται πια ως πανανθρώπινες αξίες.

Όταν υπήρχε μια Συντήρηση που μας έλεγε «Μα, μόνο η Δύση, μα μόνο οι Χριστιανοί, οι Μουσουλμάνοι, οι Άραβες δεν δικαιούνται, δεν μπορούν, δεν είναι γι’ αυτούς η Δημοκρατία». Αυτός ο μύθος έσπασε με τους νέους ανθρώπους που βγήκαν στο δρόμο, στην πλατεία Ταχρίρ και αλλού στον Αραβικό κόσμο.

Όπως βεβαίως, γίνεται και πανανθρώπινη πια αξία το ζήτημα του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα μετά από τη μεγάλη καταστροφή, που δυστυχώς συνεχίζεται στην Ιαπωνία, την πυρηνική καταστροφή.

Είμαι εδώ, λοιπόν, με τη βάσιμη, πιστεύω, ελπίδα ότι μπορεί να αναπτύξουμε ένα γόνιμο, υγιή διάλογο, χωρίς προκαταλήψεις ή υπεραπλουστεύσεις. Διάλογο που σημαίνει πρόοδος, πόσο μάλλον όταν ένας τέτοιος διάλογος γίνεται μεταξύ κομμάτων που μοιράζονται, πιστεύω, ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο ή ένα κοινό πλαίσιο αξιών, γιατί και αυτή είναι, επίσης, βαθιά μου πεποίθηση.

Ευθύνες έχουμε όλοι. Εγώ δεν αναιρώ τις ευθύνες, δεν απαρνούμαι ευθύνες παλαιότερων Κυβερνήσεών μας. Άλλος έχει περισσότερες, άλλος λιγότερες, είτε ασκήσαμε εξουσία είτε δεν ασκήσαμε. Έχουμε ευθύνες για εσφαλμένες νοοτροπίες και πρακτικές που διαπέρασαν το πολιτικό σύστημα, έφθειραν την κοινωνία μας.

Αλλά γι’ αυτό θεωρώ ότι στη συζήτηση πρέπει να τοποθετηθώ και ιδεολογικά σε διλήμματα που είτε δεν αφορούν τον πυρήνα του ελληνικού προβλήματος, είτε πολλές φορές είναι και ψευτοδιλήμματα ή λάθος διλήμματα, που μας εγκλωβίζουν σε συντηρητικές και αδιέξοδες πολιτικές ως Αριστερά.

Για μένα, το μεγάλο πρόβλημα στη χώρα μας είναι το πως αναπτύχθηκε το κράτος, ένα κράτος και ένα πολιτικό σύστημα πελατειακό, που είναι βαθιά συντηρητική αντίληψη, βαθιά συντηρητική πρακτική, που θέλει τον πολίτη εξαρτημένο, ένα κράτος αναποτελεσματικό, που δεν παρέχει τις υπηρεσίες που πρέπει. Ένα στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης που δεν είναι βιώσιμο και σπαταλά το συλλογικό πλούτο της χώρας, και έχει πλούτο η χώρα ξεκινώντας από το ίδιο το ανθρώπινο δυναμικό και όχι μόνο.

Η χρόνια ανοχή στην αδικία, στη φορολογική ανισότητα, η ανομία, η αναξιοκρατία, η διαφθορά, που έγιναν γάγγραινα, σχεδόν πανδημία, η ιδιοποίηση του κράτους, είτε για να εξυπηρετηθούν κομματικά, συντεχνιακά, επιχειρηματικά ή κάθε λογής μικρότερα ή μεγαλύτερα συμφέροντα.

Η κατασπατάληση των πόρων των Ελλήνων φορολογουμένων και του πλούτου του Ελληνικού λαού, με αποτέλεσμα το κοινωνικό κράτος που έπρεπε να στηρίζει τον πιο αδύναμο, αλλά να διασφαλίζει δικαιώματα σε όλους, να μη στηρίζει όπως πρέπει αυτούς που το έχουν πράγματι ανάγκη.

Η έλλειψη σεβασμού στο περιβάλλον μας, στην πολιτιστική κληρονομιά μας, ένα σύστημα παιδείας αναχρονιστικό, συγκεντρωτικό, πολλές φορές αυταρχικό, αντί να συμβάλει στη διαμόρφωση ελεύθερων και συνειδητοποιημένων πολιτών.

Η αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι μια φτωχή αδύναμη χώρα, που χρειάζεται προστάτες τους μεγάλους, να τους ακολουθεί, στον αντίποδα του ότι εμείς είμαστε το επίκεντρο του κόσμου και δεν έχουμε παρά να αντιταχθούμε στους έξω εχθρούς μας. Είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Αυτά είναι που θέλουμε να διορθώσουμε, γιατί αυτά τα λάθη του παρελθόντος μας οδήγησαν εδώ: να χρειαζόμαστε δανεικές δυνάμεις, να χρειαζόμαστε τα 110 δις ευρώ, για να μπορούμε να πληρώσουμε συντάξεις, μισθούς, για να μην κλείσουν οι Τράπεζες, για να μην απολυθούν εργαζόμενοι από το Δημόσιο.

Αυτά ήταν, δυστυχώς, που μας έφεραν εδώ, να έχουμε ανάγκη ναι, ένα Μνημόνιο, γιατί δεν είχαμε τη δυνατότητα και το κύρος, την αξιοπιστία, ούτε στις αγορές, ούτε βεβαίως και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μπορεί κανείς, βεβαίως, να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με το Μνημόνιο και την ουσία του. Όμως, θα ήταν πάρα πολύ εύκολο και μακάρι να ήταν έτσι, το πρόβλημα της χώρας μας να ήταν η τρόικα. Θα τελειώναμε πολύ γρήγορα αν το πρόβλημα της χώρας μας ήταν η τρόικα.

Όταν ξέρουμε ότι, για το πρόβλημα της χώρας μας, ναι, βεβαίως υπάρχουν οι διεθνείς συγκυρίες, αλλά για όλα τα παραπάνω που ανέφερα, από το πελατειακό σύστημα μέχρι τη διαφθορά, δεν μας φταίει καμία τρόικα. Χρειάζεται να κινητοποιήσουμε τις δυνάμεις μας, πραγματικά να ανατρέψουμε και πρακτικές, πολιτικές και αντιλήψεις.

Φίλες και φίλοι, αν και παραδοχή όλων μας είναι ότι η χώρα μας χρειάζεται μεγάλες αλλαγές και ξέρω ότι είναι και δική σας παραδοχή, πέρα από τις όποιες διαφορές, σήμερα κλήθηκε η Κυβέρνησή μας να διαχειριστεί την πιο δύσκολη, την πιο κρίσιμη κατάσταση των τελευταίων δεκαετιών μετά τη Μεταπολίτευση.

Χρησιμοποιώ τη λέξη «διαχείριση», γιατί αυτό κληθήκαμε να κάνουμε: να διαχειριστούμε μια δύσκολη κατάσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θέλουμε να αλλάξουμε και αυτή την κατάσταση. Διαχειριστήκαμε την κατάσταση, για να μη φτάσουμε στη χρεοκοπία.

Είναι η ώρα -και αυτό είναι που κάνουμε- και είναι χρέος μας, να αλλάξουμε τη χώρα. Γιατί τελικά το έλλειμμα και το οικονομικό χρέος, δεν είναι παρά τα συμπτώματα βαθύτερων αιτιών, πολιτικών, συστήματος, θεσμών, ακόμα και αξιών.

Πιστεύω ότι, κι εδώ υπάρχει ένας μύθος που πολλές φορές προωθείται σε διεθνές επίπεδο μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. «Κράτος ή αγορά;» Το καλό κράτος απέναντι στην κακή αγορά ή το κακό κράτος απέναντι στην καλή αγορά.

Στη χώρα μας αυτό το ξέρουμε, πόσο μάλλον και ο δικός σας χώρος – εδώ είναι και πολλοί αγωνιστές που υπέφεραν – από ένα πολύ κακό κράτος. Ένα κράτος αυταρχικό, ένα κράτος που διαιρούσε τον Ελληνικό λαό και ένα κράτος βεβαίως, πελατειακό.

Θεωρώ λοιπόν ότι, το στοίχημα δεν είναι αν έχουμε καλό ή κακό κράτος, καλή ή κακή αγορά, αλλά να έχουμε και κράτος και αγορά στην εξυπηρέτηση των πολιτών και όχι κράτος και αγορά στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων και ισχυρών συμφερόντων.

Διότι η ουσία της κρίσης το 2008 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν μια Κυβέρνηση Συντηρητική, η οποία και το κράτος και την αγορά ήθελε να τη χρησιμοποιήσει προς το συμφέρον συγκεκριμένων συμφερόντων, ουσιαστικά αιχμαλώτισε τις δημοκρατικές διαδικασίες εποπτείας μέσα από τα λόμπι, για να υπάρχει πλήρης αδιαφάνεια σε ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, που μπορούσε να πουλήσει ομόλογα τοξικά, ως τριπλά Α’, δηλαδή ως δήθεν καλά ομόλογα, ενώ ουσιαστικά εξαπατούσε το λαό, τους πολίτες και τους επιχειρηματίες.

Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο θεωρώ ότι εμείς πρέπει να προχωρήσουμε, να αξιολογήσουμε ποια είναι τα διλήμματα για τη δική μας χώρα. Πώς μπορούμε να αφήσουμε μια διαφορετική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Να τοποθετηθούμε με ειλικρίνεια σε μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων, καθώς ξεδιπλώνουμε και εντείνουμε κάθε προσπάθεια για μεγάλες αλλαγές. Για μια Ελλάδα της ευημερίας, αλλά όχι της πλαστής ευημερίας των ελλειμμάτων και της μεταφοράς χρεών στις επόμενες γενιές.

Να συνειδητοποιήσουμε πως αυτή η στρεβλή προσέγγιση στην έννοια της προόδου εξέθεσε τελικά και το ίδιο το κράτος πρόνοιας και το κατέστησε ευάλωτο σε κάθε κακόβουλη επίθεση.

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, κατά πόσο είναι προοδευτικό να συντηρεί το κράτος εκατοντάδες Οργανισμούς χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο και να πληρώνει υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και κατά πόσο είναι αριστερή πολιτική να αφήνεις τη δημόσια περιουσία να ρημάζει, να την καταπατούν οι επιτήδειοι, να την ιδιοποιούνται πολλές φορές πολιτικοί παράγοντες, αντί να την αξιοποιείς με διαφάνεια πάντα και να εξασφαλίζεις έτσι οφέλη για το σύνολο της κοινωνίας και τα δημόσια Ταμεία.

Ναι, κληθήκαμε να διαχειριστούμε μια κατάσταση, αλλά το κάνουμε και με την ευθύνη, με την αίσθηση ευθύνης και του σήμερα, αλλά και ότι εμείς πρεσβεύουμε επίσης μια Αριστερά πανανθρώπινων αξιών, Δικαιοσύνης, ελευθερίας και αλληλεγγύης τις οποίες ξέρω ότι και εσείς συμμερίζεστε.

Οι απαντήσεις που θα δώσουμε εμείς, ως ΠΑΣΟΚ, εσείς, ως Δημοκρατική Αριστερά, αλλά και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου ενδεχομένως να είναι διαφορετικές για κάθε επιμέρους ζήτημα της δημόσιας ζωής, της κοινωνικής ή της οικονομικής πολιτικής.

Αλλά αυτό που έχει σημασία, είναι να συζητήσουμε επιτέλους σοβαρά για το μέλλον μας. Να προτείνουμε λύσεις και ρεαλιστικές και δίκαιες και οραματικές, αλλά και εφαρμόσιμες. Και η Αριστερά ιδιαίτερα ριζοσπαστικές και καινοτόμες.

Απαιτεί μεγάλα αποθέματα πολιτικού θάρρους και αυτοπεποίθησης να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας, να αποδεχτούμε ότι όλοι μας πρέπει να αλλάξουμε. Θα ήταν εύκολο να βρούμε και πάλι έξωθεν εχθρούς, αλλά να μην αλλάξουμε τίποτε. Αυτό δεν θεωρώ ότι είναι καν προοδευτικό, είναι ό,τι πιο συντηρητικό.

Βέβαια, το ερώτημα είναι «να αλλάξουμε προς τα πού;». Στην απονομή προνομίων σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, σε βάρος των υπολοίπων; Την επανάπαυση των δανεικών μέσω κρατικοδίαιτης οικονομίας; Ή ακόμη χειρότερα να μετατρέπονται ξαφνικά οι όποιες θεμιτές διαφωνίες σε συνωμοσιολογία; Μια άλλη κλασική συντηρητική πρακτική, μια αδιέξοδη και ανέξοδη άνευ περιεχομένου καταγγελία.

Γιατί αν το να μοιράζει κανείς πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης, αποτελεί μια βαθιά συντηρητική πολιτική που οδήγησε σε εκτροπές και που πλήρωσε ακριβά η χώρα μας, άλλο τόσο συντηρητικό και επικίνδυνο είναι το να μοιράζει κανείς και πιστοποιητικά αριστεροσύνης. Ή, το να νομίζει κανείς αυτάρεσκα και αλαζονικά, ότι κατέχει τα αποκλειστικά πνευματικά δικαιώματα της αριστερής και προοδευτικής σκέψης στη χώρα μας. Ξέρω ότι αυτό, δεν είναι αυτό που εσείς πιστεύετε, αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα ένα κομμάτι της παραδοσιακής Αριστεράς ενδίδει σε πρακτικές, που ανήκουν διεθνώς στο οπλοστάσιο των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων.

Η δαιμονοποίηση της άλλης άποψης, η συσκότιση των πραγματικών διακυβευμάτων, η ηθικολογία αντί της ηθικής, η κατηγοριοποίηση σε δυνάμεις του καλού και του κακού, η ισοπέδωση. Ανταγωνίζεται δε συχνά σε λαϊκισμό και σε δίκες προθέσεων την εγχώρια Συντήρηση, τη Νέα Δημοκρατία και αυτό έχει διπλά αρνητικές συνέπειες.

Από τη μία οι πομποί της στη δημόσια ζωή να εκπέμπουν μηνύματα διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, που ωθούν πολίτες και Μέσα Ενημέρωσης σε αναγνώσεις εντελώς επιφανειακές, αποπροσανατολιστικές, από την άλλη η δεξαμενή των προοδευτικών και καινοτόμων, των ρεαλιστικών ιδεών και προτάσεων να στερεύει. Και πάντα, διαχρονικά, η Αριστερά έδινε πλούτο σε αυτή τη δεξαμενή.

Πολύ περισσότερο δεν μπορώ να αντιληφθώ ποια σχέση έχει με την Αριστερά η ευθεία παρότρυνση να αγνοούνται το Σύνταγμα και οι νόμοι.

Να τους αλλάξουμε, ναι. Αλλά γιατί να υπάρχει η αντίληψη ότι η ανομία είναι που θα λύσει τα προβλήματα; Έτσι ρίχνουμε σπόρους σε τερατογενέσεις. Ποιον βολεύει τελικά η ανομία και η βία; Τον εργαζόμενο; Τη γυναίκα; Το μετανάστη; Το νέο άνεργο; Τελικά, βολεύει εκείνον που θέλει να συνεχίσει να επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όχι η ισχύς του δικαίου.

Ενώ το κάλεσμα στον πολίτη για ενεργή και κριτική, δημιουργική συμμετοχή σε ανατροπές, είναι πράγματι το ζητούμενο, το απαραίτητο για την αναζωογόνηση της δημοκρατίας μας και για να ξεπεράσουμε την κρίση.

Δεν περιμένω να συμφωνήσουμε σε όλα, περιμένω όμως να συμφωνήσουμε σε μερικούς βασικούς όρους του διαλόγου και σε αυτό σας καλώ.

Πρώτα απ’ όλα, ναι σε μια σταθερή ευρωπαϊκή κατεύθυνση της χώρας.

Βεβαίως, πρέπει να αλλάξει η Ευρώπη και αναφέρθηκε σε πλατιές συμμαχίες ο Φώτης Κουβέλης. Να ξέρετε ότι σήμερα η Ευρώπη είναι πολύ Συντηρητική. Στις 27 Κυβερνήσεις, είμαστε 5 Σοσιαλιστικές Κυβερνήσεις.

Η μία τώρα πάει για εκλογές, η άλλη είναι η Ισπανία, άλλες δυο είναι συμμαχικές Κυβερνήσεις με Συντηρητικές δυνάμεις. Γιατί υπάρχει τέτοια Συντήρηση στην Ευρώπη, είναι ένα άλλο θέμα να συζητήσουμε.

Αλλά μπορούμε να συνεργαστούμε στον τομέα της Ευρώπης, ναι, για θέματα όπως τα ευρωομόλογα, ναι για θέματα για τα οποία και πρόσφατα πάλεψα, την περασμένη Παρασκευή, δηλαδή για το φόρο επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Επιτέλους, και οι Τράπεζες να δώσουν, να πληρώσουν κι αυτές, για το ξεπέρασμα της κρίσης.

Να χτυπήσουμε την ξενοφοβία στην Ευρώπη. Να προχωρήσουμε σε ευρύτερες συμμαχίες, ναι, για το θέμα των πυρηνικών εργοστασίων. Είμαι της άποψης και το είπα και προχθές στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ότι πρέπει η Ευρώπη να προχωρήσει και στην εξάλειψη των πυρηνικών όπλων, αλλά τελικά στο να μην έχουμε καν πυρηνική ενέργεια. Να πάμε σε ένα διαφορετικό ενεργειακό τοπίο.

Και σε αυτό υπάρχουν, ναι υπάρχουν, δυνάμεις και θα συμφωνήσω με την πρόταση του Φώτη Κουβέλη, να ανοιχτούμε σε όποιες δυνάμεις θέλουν για μια μεγάλη εκστρατεία και στη χώρα μας και στην Ευρώπη, για την συλλογή υπογραφών, ώστε να πιέσουμε τις Κυβερνήσεις αλλά και τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς αυτή την κατεύθυνση.

Και πολύ σωστά τέθηκε, ότι αυτό είναι ένα θέμα που δεν αφορά μόνο τις χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι αφορά όλο τον πλανήτη, και σίγουρα τη γειτονιά μας, είτε είναι η Τουρκία είτε είναι η Αλβανία είτε άλλες χώρες. Και σε αυτό η Ευρώπη μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.

Πιστεύω επίσης, πως έχουμε να συμφωνήσουμε στην αρχή ότι το Σύνταγμα και οι νόμοι αλλάζουν από τη Βουλή, δημοκρατικά, συμμετοχικά, αν θέλετε, μέσα από ειρηνικές διεκδικήσεις. Και βέβαια, ελέγχονται από τη δικαιοσύνη.

Αλλά μια δικαιοσύνη ανεξάρτητη, διότι εμείς ως Κυβέρνηση, παρά τα όσα ειπώθηκαν, και είπαμε «φως σε όλα», σε κάθε θέμα που έθιξε τον πολιτικό κόσμο, που έθιξε την αίσθηση δικαίου, αλλά χρειάζεται επιτέλους και η δικαιοσύνη να προχωρήσει πιο δυναμικά. Να προχωρήσει και να μην ανέχεται την ατιμωρησία, όσο ψηλά κι αν είναι κάποιοι, όσο ισχυροί κι αν είναι, δεν μπορεί να μην φτιάξουμε ένα κράτος δικαίου επιτέλους, μη ανεχόμενοι τη διαφθορά και την ανομία, όσο ψηλά κι αν υπάρχει.

Δεν μπορούν να καταλύονται από κανέναν που θεωρεί τον εαυτό του επαναστάτη βασικές αρχές, όπως τα κοινωνικά και τα ατομικά δικαιώματα, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος, θρησκευτικών πεποιθήσεων ή προσωπικών επιλογών και πιστεύω ότι και εδώ μπορούμε να ανοίξουμε ένα διάλογο για την ανάγκη μιας Χάρτας Κοινωνικών Δικαιωμάτων στη χώρα μας, ώστε να μπορούμε να διασφαλίζουμε ένα ελάχιστο αξιοπρεπές επίπεδο ζωής για όλους.

Την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, μια αυτή που πιστεύω μπορεί να μας ενώσει στο διάλογο για τη βιώσιμη ανάπτυξη, της ισονομίας και της ισοπολιτείας, που δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης μιας αριστερής πολιτικής για την ευημερία, αλλά και την προστασία των πιο αδύναμων.

Αν συμφωνήσουμε λοιπόν στους όρους αυτού του διαλόγου, τότε θα έρθουν και λύσεις μέσα από ένα παραγωγικό πολιτικό διάλογο. Γιατί κάποιοι όταν αναφέρονται σε εμάς, μιλούν για συνεργασία και εννοούν μόνο τις εκλογές ή τους κοινούς Συνδυασμούς. Μα αυτό είναι το θέμα; Το αν και πώς θα μοιράσουμε τις καρέκλες;

Εμείς πρέπει να αποδαιμονοποιήσουμε τον πολιτικό διάλογο και να δώσουμε την πραγματική του διάσταση. Αυτή, που χρειάζεται. Εμείς είμαστε εδώ και πιστεύω αυτό, και σε εσάς και στο κόμμα που εσείς δημιουργείτε, διότι πραγματικά πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει η χώρα.

Δεν μας ενδιαφέρουν, δεν είναι αυτοσκοπός, οι θέσεις, η εξουσία. Αλλά είναι, πρώτα απ’ όλα, η αλλαγή. Και πάνω σε αυτό, ναι, θα έχουμε ένα δημοκρατικό διάλογο και μπορούμε να ωφεληθούμε όχι εμείς, ως κόμματα, αλλά σίγουρα θα ωφεληθεί η πατρίδα.

Είναι λυπηρό να δαιμονοποιείται ο διάλογος, να δημιουργείται η αίσθηση ότι ο διάλογος σημαίνει εσωστρέφεια, ότι η αντιπαράθεση σημαίνει προσωπική αντιπαράθεση και έχθρα.

Εγώ πιστεύω ότι, πρέπει να εμπεδώσουμε ένα άλλο πολιτικό πολιτισμό, και το προσπαθούμε και μέσα στην Κυβέρνηση, όπου ναι, θέλω την άποψη κάθε συναδέλφου, συντρόφου, υπουργού, βουλευτή, διότι έτσι δίνουμε οξυγόνο στη δημοκρατία και έτσι παίρνουμε καλύτερες αποφάσεις για τη χώρα.

Εύχομαι, λοιπόν, ελπίζω και εύχομαι, ότι η Δημοκρατική Αριστερά θα είναι μια ψηφίδα του πολιτικού συστήματος που θα προάγει και θα υπερασπίζεται το διάλογο, βεβαίως και στο εσωτερικό του, αλλά ακόμη περισσότερο και με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις του τόπου.

Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι θα είναι διάλογος χωρίς τέλος, αλλά να φτάσει ακριβώς στις αναγκαίες, ευρύτερες συγκλίσεις, ώστε να μπορούμε να αλλάξουμε τη χώρα.

Τέλος, κλείνοντας, να σας υπενθυμίσω ότι παρά τις δημοκρατικές μας διαφορές, σεβόμενος και την αυτονομία του καθενός, το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Αριστερά έχουν και κοινές καταβολές στους αγώνες για ελευθερία, για δημοκρατία, για δικαιοσύνη τόσο της δικής μου γενιάς όσο βεβαίως και των προηγούμενων.

Και αυτές οι κοινές καταβολές δεν είναι μόνο πηγή περηφάνιας, είναι και παρακαταθήκη ευθύνης, έχουμε χρέος να τις διαφυλάξουμε και εμείς και εσείς και όλες οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου.

Γι’ αυτό σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να απευθυνθώ σε εσάς. Σας εύχομαι από καρδιάς καλή επιτυχία, πολλές παραγωγικές ιδέες και προτάσεις στις διαδικασίες του Συνεδρίου σας.

Καλή επιτυχία Φώτη.

Διαβάστε επίσης