Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Συνέδριο «News Xchange 2010» για τα Διεθνή Μέσα Ενημέρωσης

Γιώργος Α. Παπανδρέου :    Κυρίες και κύριοι, θέλω να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω για τη θερμή υποδοχή σας. Είμαι πολύ ευτυχής που βρίσκομαι σήμερα εδώ, ανάμεσα σε τόσους πολλούς ανθρώπους, που εργάζονται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας, για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί αυτό κάνετε στην ουσία, κάθε μέρα. Υπηρετείτε τη Δημοκρατία, εξασφαλίζοντας ότι οι πολίτες, σε κάθε χώρα, σε όλο τον κόσμο, ενημερώνονται πλήρως και αντικειμενικά, ελπίζουμε, για όλα τα σημαντικά θέματα.

Ο αγώνας για τη Δημοκρατία είναι άλλωστε μια πολιτική παράδοση, μέσα στην οποία μεγάλωσα, στενά συνδεδεμένη με τις προσωπικές εμπειρίες μου. Ο παππούς μου φυλακίστηκε ή εξορίστηκε έξι φορές όσο ζούσε, ο πατέρας μου δύο. Γνώρισα τη δικτατορία στα νιάτα μου. Και εκείνοι, δεν αποτελούσαν με κανένα τρόπο ένα μεμονωμένο παράδειγμα. Εκπροσωπούσαν τους αγώνες γενεών, για την καθιέρωση των δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που αποφασίσατε να οργανώσετε το ετήσιο συνέδριό σας φέτος στην Αθήνα.

Η Αθήνα δεν είναι μόνο η πρωτεύουσα μιας χώρας που αντιμετωπίζει μια σοβαρότατη κρίση, αλλά και μιας χώρας η οποία είναι ευγνώμων για την υποστήριξη σας. Η Αθήνα είναι επίσης η πρωτεύουσα μιας χώρας, η οποία καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες, προκειμένου να διορθώσει τα θεμελιώδη, υποκείμενα προβλήματα που οδήγησαν στην οικονομική κρίση.

Και σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, αντλούμε θάρρος από την ιστορία μας, ώστε να χτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον. Έχουμε την τύχη να ανήκουμε σε μια χώρα, στην οποία γεννήθηκαν οι έννοιες της Δημοκρατίας και του διαλόγου. Και αυτά είναι τα ουσιαστικά θεμέλια των σύγχρονων κοινωνιών μας, αλλά και οι θεμελιώδεις κανόνες πάνω στους οποίους στηρίζονται η δημόσια πληροφόρηση και τα μέσα ενημέρωσης. Υποφέρουμε όταν παραβιάζονται αυτοί οι κανόνες και η Ελλάδα έχει υποφέρει στο παρελθόν όταν παραβιάστηκαν αυτοί οι κανόνες.

Κυρίες και κύριοι, σήμερα θέλω να σας διηγηθώ μια ιστορία, την ιστορία μιας χώρας, της δικής μου χώρας, της Ελλάδας, η οποία, πριν από λίγους μόνο μήνες, θεωρούταν παγκοσμίως σαν μια χώρα που κατέρρεε, μια χώρα καταδικασμένη να αποτύχει.

Ωστόσο, μέσα σε λίγους μήνες, χάρη στην επιμονή μας, καταφέραμε να μεταβάλλουμε τις προσδοκίες και να ανατρέψουμε μια πτωτική πορεία, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αλλάξει παράλληλα και την πολύ αρνητική εικόνα που είχε επικρατήσει στην παγκόσμια κοινή γνώμη.

Έχουμε ακόμα πολλά να κάνουμε, αλλά εσείς γνωρίζετε, καλύτερα από οποιονδήποτε, ποια ήταν η εικόνα της Ελλάδας τους τελευταίους μήνες. Χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε τη χειρότερη χρηματοοικονομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας μας και να το κάνουμε αυτό, κάτω από τους προβολείς των διεθνών ΜΜΕ. Ήταν, αν θέλετε, μια ιδιαίτερα μοναδική εμπειρία.

Επιτρέψτε μου κατ’ αρχήν να σας ευχαριστήσω όλους, όλα τα μέσα ενημέρωσης, που έκαναν τους Έλληνες πολίτες, μέσα σε μια νύχτα, ειδικούς επί των οικονομικών! Ο καθένας στην Ελλάδα, ηλικίας από 7 έως 97, γνωρίζει τι είναι τα spreads και τα CDS. Αυτά έχουν γίνει λέξεις, που όλοι τις ξέρουν, ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα χωριά.

Τα διεθνή ΜΜΕ βοήθησαν επίσης στο να προβληθούν πολλά από τα προβλήματα που επέφεραν την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, αλλά θα έλεγα επίσης και το πώς αυτά συνδέονται με τα ευρύτερα προβλήματα του πλανήτη μας, όσον αφορά το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την παγκόσμια διακυβέρνηση.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, υπήρξε σε κάποιο βαθμό και μια κερδοσκοπία από την πλευρά των ΜΜΕ, που διόγκωσε τα δημοσιονομικά προβλήματα που υπήρχαν και υπάρχουν, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο πολλές φορές την επίλυσή τους.

Αυτό που διαπιστώσαμε τους τελευταίους λίγους μήνες, ήταν ότι υπήρχε επίσης μια ψυχολογία του όχλου στις αγορές. Μπορεί να ενθουσιάζονται και να δημιουργούν «φούσκες», ή να φοβούνται πολύ να διακινδυνεύσουν και να δημιουργούν πανικό. Αυτό είδαμε εμείς, διαπιστώνοντας παράλληλα ότι αυτή η κερδοσκοπική ψυχολογία μπορεί να επιδεινωθεί λόγω κερδοσκοπίας στα ΜΜΕ.

Αντιληφθήκαμε λοιπόν ότι είχαμε αφενός την ευθύνη να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας. Και ήμασταν οι πρώτοι που το κάναμε, μιλώντας με ανοιχτό και πολύ ειλικρινή τρόπο για τα βαθιά ριζωμένα προβλήματα, που πρέπει να ξεπεραστούν.

Είδαμε όμως και κάποιες άδικες κριτικές για τον Ελληνικό λαό, που δεν ήταν απλή κάλυψη των γεγονότων, αλλά ήταν πολύ κοντά στο να δώσουν μια στερεοτυπική εικόνα τού τι σημαίνει Έλληνας και, κάποιες φορές, ανάμεσα στην ενημέρωση και τη διατύπωση στερεότυπων, υπάρχει μια γκρίζα ζώνη. Είχαμε λοιπόν ενημέρωση, αλλά είχαμε και «ψυχαγωγική» ενημέρωση, κάτι που ήταν οδυνηρό για την Ελλάδα.

Δεν θα ξεχάσω τις φορές που μας έλεγαν ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουμε την οικονομική μας κρίση, πουλώντας τα ελληνικά νησιά, ώστε να αποφύγουμε την χρεοκοπία, ή τα άρθρα που παρουσίαζαν την Ελλάδα σαν μια χώρα νωθρών τεμπέληδων. Εγώ μελέτησα τις στατιστικές. Οι στατιστικές του ΟΟΣΑ, του οποίου είμαστε μέλος, λένε λοιπόν ότι είμαστε η πρώτη χώρα μεταξύ των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, όσον αφορά τις ώρες εργασίας.

Χρειάζεται λοιπόν να αντιμετωπίσουμε την κρίση σε πολλά μέτωπα. Χάρις όμως στις προσπάθειες και την αποφασιστικότητά μας, καταφέραμε να αλλάξουμε, σε μεγάλο βαθμό πιστεύω, τα αρνητικά στερεότυπα. Πρέπει όμως να αλλάξουμε και τη χώρα μας και αυτό κάνουμε. Μέσα από τη δέσμευση και τον αγώνα κάθε Έλληνα πολίτη, δείξαμε ότι μπορούμε να καταφέρουμε κάτι, που θεωρούταν θαύμα μέχρι πρότινος. Δεν πρόκειται για θαύματα. Πρόκειται απλά για τη θέληση και την αποφασιστικότητά μας, να ξεπεράσουμε αυτά τα χρόνια προβλήματα. Τα ατενίζουμε κατάματα και αναλαμβάνουμε τη συλλογική ευθύνη να τα διορθώσουμε.

Ένα έθνος, που μπορεί να στηριχθεί στα πόδια του, με αξιοπρέπεια και ελπίδα και που χρησιμοποιεί την κρίση ως ευκαιρία, για να εξετάσει θέματα τα οποία είχαμε παραβλέψει, ή που θεωρούσαμε ότι ήταν δευτερεύοντα, ενώ ουσιαστικά ήταν πρωταρχικής σημασίας, αν θέλουμε να έχουμε ένα βιώσιμο έθνος.

Κυρίες και κύριοι, η δουλειά μας είναι να παρουσιάζουμε τα γεγονότα με τον πλέον αντικειμενικό τρόπο. Η δουλειά μου είναι, να είμαι ειλικρινής μαζί σας, με τον Ελληνικό λαό, και φυσικά με τη Διεθνή Κοινότητα, η οποία μας υποστηρίζει σε αυτήν την προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε την κρίση. Οφείλω, λοιπόν, να παρουσιάσω τα γεγονότα ως έχουν.

Η ιστορία της χώρας μου, την τελευταία χρονιά, είναι η ιστορία μιας χώρας που έφτασε στο χείλος του γκρεμού και κατάφερε να αποφύγει την αναπόφευκτη καταστροφή. Η ιστορία μιας χώρας, που βρήκε τελικά το κουράγιο να αντιμετωπίσει επιτέλους τα προβλήματα, τα οποία έπρεπε να είχε αντιμετωπίσει πριν από πολλά χρόνια.

Τον Οκτώβριο του 2009, πριν από ένα χρόνο περίπου, ο Ελληνικός λαός ψήφισε την αλλαγή. Ο Ελληνικός λαός ψήφισε, με διαφορά, μια Κυβέρνηση γεμάτη φιλοδοξία, μια Κυβέρνηση που είχε την πολιτική θέληση να αλλάξει όλα όσα κρατούσαν πίσω τη χώρα, μια Κυβέρνηση που δεσμεύθηκε να προχωρήσει σε ουσιαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, μια Κυβέρνηση που δεσμεύθηκε για πλήρη διαφάνεια, που δεσμεύθηκε να εξαλείψει τη φοροδιαφυγή, που δεσμεύθηκε να αλλάξει το αναπτυξιακό μας μοντέλο και να στραφεί στην πράσινη οικονομία.

Αλλά όταν αυτή η Κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία, ανακάλυψε ότι είχε να αντιμετωπίσει τρεις κρίσιμες, άμεσες προκλήσεις.

Η πρώτη, φυσικά, ήταν η άνευ προηγουμένου ακαταστασία στα φορολογικά. Γνωρίζαμε ότι τα πράγματα ήταν άσχημα, η πραγματική εικόνα των δημοσίων οικονομικών, όμως, ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι περιμέναμε ή από ό,τι μπορούσαμε να προβλέψουμε. Το έλλειμμα ήταν υπερδιπλάσιο από ό,τι είχε επίσημα αναφέρει η προηγούμενη κυβέρνηση, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές.

Είχε αναφερθεί – γνωρίζετε τα γεγονότα – ότι το έλλειμμα ήταν 6% του ΑΕΠ. Απεδείχθη ότι ήταν 12,7%. Και η Eurostat συνεργάζεται στενά μαζί μας τους τελευταίους μήνες, για να διασφαλίσουμε πλήρη διαφάνεια και να εντοπίσουμε όλους τους πιθανούς τομείς του ελλείμματος. Ο αριθμός για το 2009 θα είναι πολύ υψηλότερος.

Υπάρχει και μια δεύτερη πρόκληση φυσικά, η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης, και των πολιτών μας ακόμα, στα κρατικά θεσμικά όργανα, ακριβώς λόγω του αντιπαραγωγικού δημόσιου τομέα. Δυστυχώς, η ευρέως διαδεδομένη δωροδοκία και η έλλειψη πολιτικής διαφάνειας δημιούργησαν, αναπόφευκτα μεν, ένα βαθύ αίσθημα κοινωνικής αδικίας ανάμεσα στους πολίτες, ταυτόχρονα δε, παρακώλυσαν πρωτοβουλίες και εμπόδισαν τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και την παραγωγικότητα.

Κατά κάποιο τρόπο, σταμάτησαν κάθε δυνατότητα απελευθέρωσης του δυναμικού μας, του τεράστιου δυναμικού που έχει η χώρα μας. Αποδυνάμωσαν τους πολίτες μας. Αυτό οφείλεται κατά πολύ στον τρόπο λειτουργίας των πολιτικών θεσμών και των δημόσιων Οργανισμών. Αυτή είναι μια τεράστια πρόκληση, με την οποία είμαστε αντιμέτωποι.

Αυτή η δεύτερη πρόκληση, όμως, επηρεάζει την ανταγωνιστικότητά μας, διότι ένα διψήφιο εξωτερικό έλλειμμα δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί από την Ευρωζώνη.

Η τρίτη και η πλέον πιεστική, την εποχή εκείνη, πρόκληση ήταν η έλλειψη αξιοπιστίας. Κανείς δεν πίστευε τα στοιχεία μας, κανείς δεν πίστευε τις πολιτικές μας, κανείς δεν πίστευε τις δηλώσεις των προθέσεών μας. Κανείς δεν πίστευε στη χώρα μας.

Καταρχήν, οι ίδιες οι αγορές δεν πίστευαν στις προσπάθειές μας. Έπρεπε επομένως να δράσουμε ακαριαία. Ήταν ένας αγώνας δρόμου ταχύτητας. Οι χρηματαγορές βρίσκονταν σε άσχημη κατάσταση, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008. Και το γεγονός αυτό επηρέαζε σαφώς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν την κατάσταση στην Ελλάδα.

Ανεξάρτητα από τα μέτρα που υιοθετούσαμε, ανεξάρτητα από τις περικοπές που υποσχόμαστε, οι αγορές αντιδρούσαν με σκεπτικισμό στις πολιτικές μας, στην ικανότητά μας να υλοποιήσουμε τις υποσχέσεις μας με αξιοπιστία και, γενικά, αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό την ικανότητα της Ελλάδας να αλλάξει.

Οι αγορές επαναλάμβαναν το ίδιο παλιό ρεφραίν: «η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να αποτύχει». Δυστυχώς, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πολλαπλασίασαν το μήνυμα.

Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έπρεπε να αντιμετωπίσει τα δικά της δημοσιονομικά και θεσμικά προβλήματα, μια κρίση που δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ στο παρελθόν. Αν η κρίση αυτή δίδαξε κάτι στην Ευρώπη, είναι ότι δεν μπορείς να έχεις ένα σταθερό κοινό νόμισμα, χωρίς μια κοινή οικονομική πολιτική.

Για το λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε έναν οικονομικό μηχανισμό στήριξης. Και η Ευρώπη μπορεί να μην αντέδρασε αρκετά γρήγορα, σύμφωνα με τις αγορές, αλλά ανέλαβε δράση – και με τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολύ γρήγορα μάλιστα – γιατί τελικά έχουμε συνειδητοποιήσει ότι είμαστε όλοι μαζί σε αυτή την περιπέτεια.

Ουσιαστικά, η δράση αυτή, ο μηχανισμός που δημιουργήσαμε, ήταν μια παρέμβαση στις αγορές, οι οποίες δεν αντιδρούσαν με τον πιο λογικό τρόπο.

Η Ελλάδα, επομένως, έχει λίγο χρόνο στη διάθεσή της, για να καταβάλει μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια, ώστε να περιορίσει το έλλειμμά της σε ένα ανεκτό επίπεδο, όχι όμως μόνο με φορολογικά μέτρα. Εφαρμόζουμε μια σειρά από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι περισσότερες από τις οποίες έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί εδώ και χρόνια.

Μεταρρυθμίσεις για να ανοίξουμε τα κλειστά επαγγέλματα. Ουσιαστικές αλλαγές στο φορολογικό μας σύστημα, οι οποίες έχουν ήδη υιοθετηθεί, για να περιορίσουμε τα κενά, να πατάξουμε τη φοροδιαφυγή, αλλά και να ανακατανείμουμε τα έσοδα με έναν πιο βιώσιμο και δίκαιο τρόπο. Ένα νέο σύστημα για τον προϋπολογισμό, που δεν επιτρέπει κρυμμένα ελλείμματα. Μεταρρυθμίσεις, επίσης, που θα εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού μας συστήματος. Εξετάσαμε ενδελεχώς το συνταξιοδοτικό μας σύστημα. Περάσαμε νόμους για την πράσινη ανάπτυξη, ανοίξαμε τη χώρα μας σε νέους τομείς, με συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Μόλις πριν από ένα χρόνο, αναλάβαμε την εξουσία. Αλλά οι δώδεκα μήνες που πέρασαν, φαίνονται σαν χρόνια. Η Ελλάδα όντως προχώρησε, έτη φωτός θα έλεγα.

Μέχρι το τέλος του έτους, θα έχουμε μειώσει το έλλειμμα τουλάχιστον κατά 5,5% του ΑΕΠ, ίσως και περισσότερο. Ανεξάρτητα από τα αναθεωρημένα στοιχεία της Eurostat, τα οποία θα δημοσιευθούν την επόμενη εβδομάδα, δεν αλλάζει το γεγονός ότι υλοποιήσαμε την υπόσχεσή μας, μια άνευ προηγουμένου προσαρμογή κατά 5,5% του ΑΕΠ, μέσα σε ένα μόνο χρόνο.

Δεν είχαμε φυσικά καμιά μαγική φόρμουλα, για να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα. Καταβάλαμε σκληρές προσπάθειες, περιορίσαμε τις δημόσιες δαπάνες και τις σπατάλες, περικόψαμε τους μισθούς στο δημόσιο τομέα, τις συντάξεις στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, αυξήσαμε τους φόρους. Δύσκολα μέτρα για κάθε κυβέρνηση, δύσκολα μέτρα για κάθε κοινωνία. Αλλά τα υιοθετήσαμε, γιατί είμαστε υποχρεωμένοι. Πιστεύω ότι οι Έλληνες, το θεώρησαν καθήκον τους προς την πατρίδα.

Αν είχαμε φυσικά την πολυτέλεια του χρόνου, για να προχωρήσουμε σε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις, αν είχαμε κάποια χρόνια στη διάθεσή μας, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Δεν θα ήταν τόσο μεγάλος ο πόνος, όχι ότι δεν θα υπήρχε, αλλά θα ήταν λιγότερος.

Αλλά δεν είχαμε χρόνο στη διάθεσή μας. Επομένως, και η Κυβέρνηση, και οι Έλληνες πολίτες, έπρεπε να επιλέξουν το δύσκολο δρόμο.

Ταυτόχρονα, ξεκινήσαμε ήδη το σύνολο των κύριων μεταρρυθμίσεων, τις οποίες προανέφερα: φορολογικό σύστημα, συνταξιοδοτικό, εξορθολογισμό της Δημόσιας Διοίκησης, άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Βρισκόμαστε στο μέσο των αυτοδιοικητικών εκλογών, αλλά αυτό που πιθανώς να μην γνωρίζετε είναι το γεγονός ότι, πέρυσι, προχωρήσαμε σε μία καίρια αναδιάρθρωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι 57 νομοί μειώθηκαν σε 13, με αιρετούς πλέον άρχοντες. Οι 1050 Δήμοι της χώρας έχουν γίνει πλέον 350. Και οι 6.000 Κοινότητες έχουν συγχωνευτεί σε 2.000. Κατά συνέπεια, μιλάμε για σημαντική αναδιάρθρωση της Δημόσιας Διοίκησης.

Έτσι, στην πραγματικότητα, η παρούσα εκλογική διαδικασία εμπεδώνει την εκτεταμένη μεταρρύθμιση, στην οποία υποβάλλουμε τους δημοκρατικούς μας θεσμούς.

Ωστόσο, και ο χρηματοοικονομικός μας τομέας αρχίζει να δείχνει τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης. Η μεγαλύτερη τράπεζα της Ελλάδας, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, προέβη σε σημαντική αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Επίσης, οι διεθνείς διατραπεζικές αγορές αρχίζουν και πάλι να ανοίγουν για τις ελληνικές τράπεζες.

Μόλις πέντε μήνες αφότου ξεκίνησε το τριετές μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της Κυβέρνησής μας, η Ελλάδα ήδη είναι μία πολύ διαφορετική χώρα. Βεβαίως, ο δρόμος που μας απομένει είναι μακρύς. Έχουμε κάνει, όμως, τα πρώτα σημαντικά βήματα αυτής της δύσκολης πορείας και, συνήθως, το πρώτο βήμα είναι και το δυσκολότερο.

Τα αποτελέσματα των εκλογών της περασμένης εβδομάδας κρίνονται ενθαρρυντικά. Παρά το γεγονός ότι βρισκόμαστε στο μέσο μίας επώδυνης κρίσης, η συναίνεση είναι ευρεία. Η ελληνική κοινωνία δείχνει ειλικρινή κατανόηση, για το ότι αυτό που γίνεται είναι αναγκαίο, προκειμένου η χώρα μας να καταστεί βιώσιμη. Αναγκαίο, ώστε να διασφαλιστεί το μέλλον της χώρας μας, αλλά και για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου και δικαιότερου κράτους, με περισσότερη διαφάνεια.

Ό,τι γίνεται είναι αναγκαίο για να εξασφαλίσουμε ότι κάθε Έλληνας θα μπορέσει να αξιοποιήσει τις σημαντικές δυνατότητές του. Γιατί η χώρα μας διαθέτει ανεξάντλητο δυναμικό, που παραμένει ανεκμετάλλευτο. Είτε στον τομέα της πράσινης ενέργειας, είτε του ποιοτικού τουρισμού, της μεσογειακής διατροφής και γεωργίας, είτε στον τομέα της ναυτιλίας, είτε των υπηρεσιών γενικότερα, η Ελλάδα έχει αναξιοποίητες δυνατότητες.

Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία των δώδεκα πρώτων μηνών μου στην εξουσία, την οποία ήθελα να σας διηγηθώ. Πρόκειται σίγουρα για μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της πολυετούς ιστορίας της Ελλάδας.

Ευελπιστώ ότι θα διατηρήσετε τη συγκεκριμένη προοπτική και τα γεγονότα αυτά κατά νου, καθώς θα συνεχίζετε να παρακολουθείτε την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Θέλω να είμαι ιδιαίτερα ανοικτός και ειλικρινής μαζί σας, καθώς δεν υφίσταται χώρος για παρανοήσεις, σε ένα οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο αυξημένης ευαισθησίας, όπως το παρόν. Η ευαισθησία αυτή συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη, τόσο για την Κυβέρνηση, όσο και για τα μέσα ενημέρωσης, για την ακριβή παρουσίαση των γεγονότων.

Θέλω επίσης να προσθέσω ότι συχνά βλέπουμε πλάνα από φλεγόμενους κάδους στην Αθήνα. Παρόλο που προφανώς δείχνουν θεαματικά στην τηλεόραση, οποιοσδήποτε Έλληνας μέσα σε αυτή την αίθουσα θα σας διαβεβαιώσει ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική ή τη συνολική εικόνα της Ελλάδας.

Ως έθνος, δεν είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος μας. Ενώ μαθαίνουμε από αυτό, από τις καλές και τις κακές πλευρές του, προχωράμε μπροστά κάθε μέρα.

Βρισκόμαστε στο στάδιο της ολοκλήρωσης του πιο φιλόδοξου προγράμματος εξυγίανσης και διαρθρωτικής μεταρρύθμισης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Για την Ελλάδα, πρόκειται για την είδηση της δεκαετίας.

Παρόλο που εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια, που πρέπει να ξεπεράσουμε, η ορμή της χώρας είναι ολοφάνερη. Η Ελλάδα αλλάζει και μάλιστα ραγδαία και θεωρώ ότι τίποτα δεν μπορεί πια να μας σταματήσει.

Σας ευχαριστώ πολύ και σας καλωσορίζω και πάλι στην Αθήνα.

Στη συνέχεια ο Πρωθυπουργός δέχθηκε ερωτήσεις από τον συντονιστή της συζήτησης, Mark Little, καθώς και από δημοσιογράφους:

Mark Little  (Συντονιστής):   Σας ευχαριστούμε για την εισαγωγική σας τοποθέτηση, αλλά και για τις ερωτήσεις, στις οποίες δεχτήκατε να απαντήσετε. Πρώτα απ’ όλα, αναφερθήκατε στην Ελλάδα ως διαφορετική χώρα, ωστόσο, η διεθνής θέση της χώρας μοιάζει να παραμένει αναλλοίωτη: οι αγορές σάς επιβάλλουν αυστηρό κόστος δανεισμού. Οι εικόνες που προβάλλονται από τα διεθνή ΜΜΕ, τείνουν να επικεντρώνονται στους φλεγόμενους κάδους στην Αθήνα, όπως αναφέρατε. Σε ποιο βαθμό, αυτή τη στιγμή, είστε δέσμιοι των διεθνών αντιλήψεων στην Ελλάδα;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Δεν θα έλεγα πως είμαστε δέσμιοι. Προφανώς, οι διεθνείς αντιλήψεις υφίστανται και, από τη στιγμή που τα ΜΜΕ δημιουργούν μία αντίληψη, η ανατροπή της, η αλλαγή της, δεν είναι καθόλου εύκολη.

Ταυτόχρονα, πιστεύω ότι τα ΜΜΕ προβάλλουν και το γεγονός ότι συντελείται πραγματική αλλαγή στη χώρα, πέρα από τις τετριμμένες εικόνες των φλεγόμενων κάδων από την Ελλάδα, κάτι που είναι σε έντονη αντίθεση με αυτό που έβλεπε ο κόσμος νωρίτερα.

Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για μας. Δεν εννοώ να μην καταγράφετε την πραγματικότητα με αντικειμενικό τρόπο. Κάθε άλλο. Επιθυμία μας είναι, να το κάνετε όσο πιο αντικειμενικά γίνεται. Να προβάλλετε τη συνολική εικόνα.

Όταν το κάνετε αυτό, θεωρώ πως η προοπτική αλλάζει. Και μιλάμε πλέον για έναν λαό, ο οποίος όντως γνωρίζει ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στη χώρα μας και ότι υπήρχε κακοδιαχείριση.

Ωστόσο, είμαστε αποφασισμένοι να αλλάξουμε και αλλάζουμε, όσο και αν είναι οδυνηρό αυτό. Η ιστορία αυτή εξακολουθεί να εκτυλίσσεται. Δεν είναι εύκολη, διότι έχουμε πολλά ακόμα να κάνουμε.

Θεωρώ ότι τα ΜΜΕ αποτελούν ένα ζήτημα και οι αγορές ένα δεύτερο. Οι αγορές αλλάζουν με αργό τρόπο και για το λόγο αυτό χρειαστήκαμε αυτή την παρέμβαση, αν θέλετε – τον ευρωπαϊκό μηχανισμό οικονομικής στήριξης – επειδή οι αγορές αντέδρασαν με αργό τρόπο ή επέδειξαν σκεπτικισμό. Και η ψυχολογία που καταγράφεται σήμερα στις αγορές – και αυτό συνιστά ένα από τα προβλήματα – είναι μία ψυχολογία υψηλού κινδύνου. Οι άνθρωποι δεν επενδύουν, οι άνθρωποι φοβούνται να επενδύσουν, οι άνθρωποι αναζητούν το μικρότερο δυνατό κίνδυνο.

Συνεπώς, αν μία χώρα αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, θα δεχθεί επίθεση κατά κάποιο τρόπο, και το παραμικρό ίχνος προβλήματος θα μεγεθυνθεί και οποιαδήποτε ιστορία ή προφητεία θα αυτοεκπληρωθεί.

Γι’ αυτό και καταφύγαμε στο μηχανισμό στήριξης, ο οποίος μας έδωσε χρόνο, μας έδωσε τρία χρόνια. Ευελπιστούμε ότι θα κατορθώσουμε να επιστρέψουμε στις αγορές πριν από αυτά τα τρία χρόνια, αφήνοντας αυτή την προστατευτική κάλυψη, αυτή την ασπίδα, αν θέλετε, το συντομότερο δυνατό, και να ορθοποδήσουμε.

Ο μηχανισμός αυτός, μας δίνει το χρόνο να προβούμε στις αναγκαίες αλλαγές και να αποδείξουμε, όχι μόνο στον Ελληνικό λαό, όχι μόνο στη Διεθνή Κοινότητα, αλλά και στις αγορές, ότι μπορούμε να το πράξουμε.

Mark Little:   Κάνατε λόγο για τον Ελληνικό λαό. Υπάρχει η πεποίθηση αυτή τη στιγμή ότι η Ευρώπη ίσως έχει μπροστά της μία χαμένη γενιά, απογοητευμένη από την πολιτική, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία οικονομική κρίση, για την οποία δεν ευθύνεται. Περίπου 40% των Ελλήνων δεν προσήλθαν στις κάλπες την προηγούμενη Κυριακή. Δεν δείχνει αυτό ότι υπάρχει μια σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης στη Δημοκρατία σας;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι ευρύτερο και ότι μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην επίλυσή του τα ΜΜΕ.

Σήμερα, είμαστε αντιμέτωποι με ένα παράδοξο: οι άνθρωποι βλέπουν ότι έχουμε τεράστιες δυνατότητες. Έχουμε σημαντική εξουσία, αν θέλετε. Υπάρχουν μεγάλες οικονομικές δυνατότητες στον κόσμο. Έγινε λόγος για τρισεκατομμύρια, τα οποία δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πριν από την κρίση, ως αριθμός. Ακόμη και στην πολιτική, όμως, δεν μιλά ποτέ κανείς για τρισεκατομμύρια. Τα δισεκατομμύρια είναι δυσθεώρατα, πόσο μάλλον τα τρισεκατομμύρια.

Τα ΜΜΕ διαθέτουν τεράστια εξουσία. Έχουμε τη δυνατότητα της επικοινωνίας, έχουμε το Διαδίκτυο, έχουμε νέες δυνατότητες στους τομείς της ενέργειας, της ιατρικής – και αν μιλήσετε με τις νεότερες γενιές, θα σας πουν ότι υπάρχουν μεγάλες προοπτικές.

Από την άλλη πλευρά, όμως, οι άνθρωποι νιώθουν ότι αυτά τα οικουμενικά προβλήματα ίσως είναι πολύ μεγάλα για να τα επιλύσουν. Ή ότι δεν έχουν την αίσθηση μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης, ή μιας πυξίδας για το πού πηγαίνουμε, πού πηγαίνει αυτός ο πλανήτης. Και αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στους δημοκρατικούς θεσμούς, οι οποίοι διατηρούν κατά κύριο λόγο τον εθνικό τους χαρακτήρα.

Ωστόσο, σήμερα, τα κράτη δεν έχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν μόνα τους την κλιματική αλλαγή. Μία χώρα, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν μπορεί να λύσει το ζήτημα αυτό, ή την οικονομική κρίση. Συνεπώς, οφείλουμε να συνδυάσουμε τους πόρους και τις προσπάθειές μας.

Τι σημαίνει, όμως, αυτό για τη Δημοκρατία; Σημαίνει ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο, από τη μία μεριά σε πλανητικό επίπεδο, για να συνεργαστούμε, ενώ από την άλλη, σημαίνει να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε περισσότερες συμμετοχικές διαδικασίες σε τοπικό επίπεδο, ώστε τα άτομα να μπορέσουν να καταστούν περισσότερο καινοτόμα και ενεργά.

Θέλω επίσης να προσθέσω ότι, όταν γίνεται λόγος για δημοσιονομική λιτότητα στην Ευρώπη, εγώ προτιμώ τον όρο «δημοσιονομική ευθύνη». Γιατί ενώ η λιτότητα ακούγεται σαν τιμωρία, η δημοσιονομική ευθύνη σημαίνει επίσης ότι χρειαζόμαστε ανάπτυξη στην Ευρώπη.

Γίνεται λόγος για την ανεργία, όπως επίσης και για το γεγονός ότι χρειάζονται πόροι για επενδύσεις και στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται απλώς για την αντιμετώπιση του χρέους και του ελλείμματος, αλλά και για τις επενδύσεις. Μάλιστα, ακόμη και οι αγορές δηλώνουν σήμερα, ότι δεν αρκεί η περιστολή του ελλείμματος. Χρειάζεται ανάπτυξη. Χρειάζονται επενδύσεις.

Και γι’ αυτό, θεωρώ ότι η Ευρώπη πρέπει να βρει τους απαραίτητους πόρους. Το θέμα έχει συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Οι προτάσεις μας, από την Ελλάδα και από άλλες χώρες, επικεντρώνονται στη φορολόγηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και των οικονομικών συναλλαγών, καθώς και στα ευρωομόλογα. Θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εξεύρεση νέων πόρων, ώστε η Ευρώπη να επενδύσει σε υποδομές στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ή στη Νότια Ευρώπη.

Οι ευρυζωνικές εφαρμογές, η πράσινη ανάπτυξη της οικονομίας, οι εκπαιδευτικές καινοτομίες, θα καταστήσουν την Ευρώπη πραγματικά ανταγωνιστική στην παγκόσμια αγορά, κάτι που δεν είναι αυτή τη στιγμή ή, τουλάχιστον, όχι όπως θα έπρεπε να είναι, και θα της εξασφαλίσουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Αυτή είναι η άλλη πλευρά, λοιπόν, που θεωρώ πολύ σημαντική.

Mark Little:   Προτού φύγετε, θέλω να απαντήσετε σε ορισμένες ερωτήσεις του κοινού. Η πρώτη είναι από τον κ. Ed Mulhall, από την RTE, ο οποίος τυγχάνει να είναι και προϊστάμενός μου.

Ed Mulhall (RTE News):   Θέλω να επανέλθω στο ζήτημα του πανικού στις αγορές. Θα έλεγε κανείς ότι επανήλθε, ιδίως σε άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία. Παρ’ όλες τις ανακοινώσεις για δημοσιονομικές περικοπές και προγράμματα λιτότητας στις εν λόγω χώρες, φαίνεται ότι οι αγορές τις εξωθούν στην κατεύθυνση της Ελλάδας, δηλαδή στην αναζήτηση της ευρωπαϊκής προστασίας, τους επόμενους μήνες. Το ζήτημα απασχόλησε άμεσα το πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Θεωρείτε ότι υπάρχουν και άλλα περιθώρια αλληλεγγύης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες για την αντιμετώπιση της κρίσης, κατά τρόπο που να προστατεύει το ενιαίο νόμισμα και να διασφαλίζει την Ε.Ε.;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Θεωρώ ότι υπάρχουν τρία θέματα εδώ. Πρώτον, η ψυχολογία του πανικού. Θα σας μιλήσω με βάση τη δική μας εμπειρία. Λάβαμε μέτρα. Οι αγορές καταλάγιασαν κάπως. Μετά όμως από κάποιο σχετικό θόρυβο, ο πανικός ξανάρχιζε. Κάποιος δημιουργούσε συνθήκες φόβου, μέσα από μία έκρηξη ας πούμε, ή απο μια άλλη είδηση, ή από οτιδήποτε – και αυτό συνέβη δύο ή τρεις φορές. Γι’ αυτό, θεωρώ ότι ο μηχανισμός στήριξης είναι σημαντικός.

Δεύτερον, έχω την αίσθηση ότι η Ευρώπη δεν έχει συνειδητοποιήσει τις δυνατότητές της. Δεν έχει συνειδητοποιήσει τη δύναμη που έχει, για να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση. Μου δόθηκε η εντύπωση μίας φοβισμένης ή αποστασιοποιημένης Ευρώπης απέναντι στις αγορές.

Οι αγορές δεν διέπονται κατ’ ανάγκη από ορθολογισμό. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως με την κρίση, διαπιστώθηκε ότι οι αγορές πρέπει να δουλεύουν για μας, για τις κοινωνίες μας. Δεν αποτελούν θεούς, αλλά εργαλεία, τα οποία πρέπει να χρησιμοποιήσουμε, καθώς είναι ιδιαίτερα χρήσιμα. Απεναντίας, μπορούν να αποδειχθούν πάρα πολύ αρνητικές, αν τις θεωρήσουμε σαν δόγμα, σαν θεό.

Το τρίτο σημείο που θέλω να υπογραμμίσω είναι το εξής: ναι, υπάρχει αλληλεγγύη, για έναν πολύ βασικό λόγο, γιατί γνωρίζουμε ότι πρέπει να συνεργαστούμε και ότι δεν μπορούμε να επιλύσουμε τα προβλήματα αυτά μόνοι μας.

Επιπλέον, γνωρίζουμε ότι η κρίση στην Ιρλανδία ή την Ελλάδα ή την Πορτογαλία, ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα στο μέλλον, μας επηρεάζει όλους στην Ευρώπη. Και με βάση την ελληνική κρίση, διαπιστώσαμε ότι μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο τον πλανήτη.

Θα έλεγα, ακόμη, ότι τίθεται κι ένα άλλο ζήτημα αλληλεγγύης. Πράγματι, στην Ελλάδα, είχαμε τα δικά μας προβλήματα και οφείλουμε να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, ώστε να αλλάξουμε. Από την άλλη, όμως, η Ελλάδα δεν ευθύνεται για την παγκόσμια κρίση του 2008. Τα τοξικά ομόλογα, που ίσως αγόρασε η Ιρλανδία ή και άλλες χώρες, έφεραν την αξιολόγηση «ΑΑΑ». Πρόκειται καθαρά για απάτη, τίθεται ζήτημα απάτης εδώ.

Ποιος πρόκειται να πληρώσει γι’ αυτήν, όμως; Το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί από τη Δικαιοσύνη. Και πιστεύω ότι, πολιτικά, αυτό είναι ένα θέμα που διατρέχει την πολιτική συζήτηση, σε ημερήσια βάση, αλλά ίσως και υποσυνείδητα, ή και ασυνείδητα ενίοτε, διότι κάποιοι φαίνεται πως έχουν ξεχάσει την κρίση του 2008 και κάνουν λόγο για ελληνική ή πορτογαλική ή ιρλανδική, και ούτω καθ’ εξής, κρίση.

Πιστεύω συνεπώς ότι, αν θέλουμε πράγματι να δημιουργήσουμε αλληλεγγύη, πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες αυτών των κρίσεων και να πούμε, εντάξει, η Ιρλανδία έχει γενικά μια εύρωστη οικονομία. Αν δεν είχε δεχθεί αυτές τις επιθέσεις με τα ομόλογα, θα ήταν μια εύρωστη οικονομία. Πρέπει λοιπόν να επιδείξουμε αλληλεγγύη απέναντι στον Ιρλανδικό λαό και να τους βοηθήσουμε να ξεπεράσουν αυτή την κρίση. Δεν θέλω να κάνω υποδείξεις για το τι πρέπει να κάνει η Ιρλανδία, αν πρέπει να ενταχθεί ή όχι σε αυτό το μηχανισμό. Αυτό είναι ένα ερώτημα. Ελπίζω ότι θα ανταποκριθούν οι αγορές, με τρόπο που να μην χρειαστεί να ενταχθεί, αλλά τουλάχιστον ο μηχανισμός υπάρχει.

Θεωρώ πάντως ότι πρέπει να δημιουργήσουμε περισσότερη αλληλεγγύη ακόμα και στην Ευρώπη, επειδή αυτό που επίσης είδαμε στην Ευρώπη, ήταν μια τάση να λένε, «ωχ, αυτοί οι κακοί Έλληνες», «ωχ, αυτοί οι κακοί Ιρλανδοί», ή κάτι αντίστοιχο, σαν να ήθελαν να πουν ότι το πρόβλημα οφείλεται κατά κάποιο τρόπο στο DNA μας. Δεν ισχύει αυτό. Κάθε χώρα έχει τα προβλήματά της και πρέπει να τα αντιμετωπίσει. Αλλά χρειάζεται να συνεργαστούμε, για να τα ξεπεράσουμε.

Peter Barabas (Euronews):   Peter Barabas από το Euronews. Μιλήσατε για τους κάδους απορριμμάτων και για τα στερεότυπα, σε σχέση με τη δημοσιογραφική κάλυψη. Υπάρχει όμως μια καλή ιστορία, μια θετική εικόνα, από την κάλυψη της ελληνικής κρίσης από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης;

Γιώργος Α. Παπανδρέου:   Ασφαλώς. Πέρα από το μικρό αστείο, ότι όλοι έχουν πια μάθει οικονομικούς όρους, όπως τα spreads και λοιπά, πιστεύω ότι υπάρχουν θετικές ιστορίες οι οποίες προβάλλονται, ίσως περισσότερο από ό,τι θα συνέβαινε κάτω από άλλες συνθήκες, λόγω της κρίσης.

Προσπαθούμε λοιπόν να παράγουμε θετικές ιστορίες. Είτε για το γεγονός ότι είχαμε μια πρωτοφανή συμμετοχή στο Μαραθώνιο, πριν από δύο εβδομάδες – και ήταν μια μεγάλη εκδήλωση – είτε για το γεγονός ότι είμαστε μια χώρα, η οποία επέδειξε αποφασιστικότητα, αφού δείξαμε ότι μπορούμε να μειώσουμε το έλλειμμά μας. Και αυτό προβλήθηκε με θετικό τρόπο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και όχι μόνο, και θεωρήθηκε μάλιστα και ως πρότυπο.

Δεν εννοώ με αυτό, ότι ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε την κρίση μας αποτελεί πρότυπο, γιατί εμείς έχουμε τις δικές μας ιδιαιτερότητες και τα δικά μας ειδικά προβλήματα. Πιστεύω, όμως, πως το γεγονός ότι ο κόσμος λέει, «είστε αποφασισμένοι, οι Έλληνες έδειξαν ότι είναι αποφασισμένοι να κάνουν την αλλαγή», είναι μια πολύ θετική ιστορία. Όχι μόνο μια θετική ιστορία για τα διεθνή ΜΜΕ, αλλά αυτό επηρέασε θετικά και την εμπιστοσύνη των ίδιων των Ελλήνων στον εαυτό τους, προσφέροντας μια νέα δυναμική.

Κι αυτό, επειδή στον διεθνή, οικουμενικό κόσμο μας, σήμερα, δημιουργούμε μια παγκόσμια συνείδηση και κατανόηση, με τρόπο που δεν ίσχυε στο παρελθόν. Έτσι λοιπόν, οι απόψεις των άλλων χωρών για μας, των θεατών ή των αναγνωστών σας σε όλο τον κόσμο, επηρεάζουν την ψυχολογία μας, αλλά και την αντίληψή μας για το τι σημαίνουν οι αξίες μας.

Δημιουργούμε μια αντίληψη, για το ποιες είναι οι παγκόσμιες κοινές αξίες μας. Όταν λοιπόν αναφέρονται θετικά πράγματα που έχουμε κάνει, αυτό ενισχύει τη δέσμευσή μας και το δυναμισμό μας, να αλλάξουμε τη χώρα μας. Και θα ήθελα να σας ευχαριστήσω γι’ αυτό.

Διαβάστε επίσης