Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης

Κυρίες και κύριοι, κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί Υπουργοί, θα προσπαθήσω να είμαι όσο γίνεται πιο σύντομος, διότι είναι δύσκολες οι συνθήκες.

Πιστεύω ότι το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να γίνει ένα εργαστήρι για τις αλλαγές που θέλουμε στη Δημόσια Διοίκηση. Ένα εργαστήρι, που δεν θα είναι απλώς μια παθητική μετάδοση κάποιων ξερών γνώσεων, αλλά ένας χώρος συν-δημιουργίας, θα μπορούσε να πει κανείς, από τις εμπειρίες των τόσων πολλών δημοσίων υπαλλήλων, των μελών στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, που έχουμε και εδώ, αλλά βεβαίως και των ακαδημαϊκών και θεωρητικών, που έχετε δουλέψει σε αυτό το κέντρο εδώ και αρκετό καιρό, ίσως και για χρόνια.

Θα ήθελα, όμως, πριν μιλήσουμε για το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και πώς αυτό μπορεί να συμβάλει και να γίνει ο καταλυτικός πυρήνας αυτών των αλλαγών, να πω ότι χρειάζεται ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινηθούμε. Ένα πλαίσιο, με το σκεπτικό, αν θέλετε, μέσα από το οποίο εμείς, ως Κυβέρνηση, βλέπουμε τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζονται στη χώρα μας και ιδιαίτερα στη Δημόσια Διοίκηση.

Όλοι ξέρουμε ότι η Ελλάδα έχει τεράστιες δυνατότητες – τα βλέπετε κι εσείς – καθώς και έναν πλούτο ανθρώπινου δυναμικού στη Δημόσια Διοίκηση, που ουσιαστικά δεν αξιοποιείται. Είμαστε μια χώρα με πλούτο, μια χώρα με ικανό και εργατικό ανθρώπινο δυναμικό, μια χώρα με απίστευτες ομορφιές και παραδόσεις.

Ξέρουμε όμως ότι αυτή η χώρα δεν απέδιδε αυτό που μπορούσε, υπήρχαν και υπάρχουν χαίνουσες πληγές. Αυτό το γνωρίζει ο κάθε Έλληνας πολίτης, αλλά υπάρχουν και τα πειστήρια, που είναι οι κοινωνικοί, οικονομικοί, περιβαλλοντικοί, ακόμα και εκπαιδευτικοί δείκτες, σε σύγκριση με άλλες χώρες.

Δεν αξιοποιούμε τον τεράστιο πλούτο μας σε ανθρώπινο δυναμικό, εμπειρία, γνώση, παράδοση, φυσικό περιβάλλον, αλλά και τις δυνάμεις μας, τις σπαταλούσαμε με τρόπο εγκληματικό. Τις σπαταλούσαμε με τέτοιο τρόπο μάλιστα, που κινδυνεύσαμε να γίνουμε μια χώρα σε χρεοκοπία, χωρίς αξιοπιστία, αδύναμοι και απροστάτευτοι μπροστά σε πολλές εξελίξεις, παγκόσμιες, ευρωπαϊκές, αυτές που γνωρίζουμε και ήδη ζούμε, την οικονομική, την κλιματική και πολλές άλλες, ή και σε νέες μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι ο ισχυρός ανταγωνισμός από τις αναδυόμενες οικονομίες του πλανήτη μας.

Όχι μόνο σπαταλούσαμε δυνάμεις, αλλά η σπατάλη αυτή μας δημιούργησε και εξαρτήσεις. Αναγκαζόμασταν να προσφεύγουμε σε δάνειες δυνάμεις, που αναπόφευκτα μας πήγαν – μαθηματικά, θα έλεγα – σε επιτηρήσεις. Είναι λοιπόν εθνικός στόχος να αλλάξουμε, ώστε να γίνουμε εμείς κυρίαρχοι της δικής μας τύχης.

Γιατί σπαταλήσαμε τις δυνάμεις μας; Διότι βρέθηκε το κράτος μας, μαζί και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, ακόμα και το πολιτικό σύστημα, αιχμάλωτοι συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, αιχμάλωτοι αντιλήψεων και πρακτικών, που έχουν καλλιεργηθεί διαχρονικά. Αντιλήψεις πελατειακές, πρακτικές πελατειακές, συμφέροντα που εμποδίζουν την ορθολογική, αλλά και δίκαιη αξιοποίηση, ανάπτυξη και διαχείριση των πόρων μας.

Το Δημόσιο έτσι, αντί να είναι συνέταιρος στις προσπάθειες του πολίτη, της οικονομίας μας, του προνοιακού μας συστήματος, της ευνομίας, της διευκόλυνσης του πολίτη, γίνεται ακόμα και εμπόδιο. Εμπόδιο για την πρωτοβουλία, εμπόδιο για τη δημιουργικότητα, εμπόδιο για την καινοτομία και τη φαντασία. Και μάλιστα, πολλές φορές, είναι το ίδιο που προκαλεί την ανομία, την παράβαση και την αυθαιρεσία.

Κυρίες και κύριοι, μόλις πριν από λίγες ημέρες, όπως σας είπε και ο κ. Γεωργαράκης, στον Πόρο, είχαμε μια συζήτηση, και ένας πολύ καλός φίλος, πρώην Υπουργός, ο Λιφ Παγκρότσκι από την Σουηδία, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο η Σουηδία ξεπέρασε το 1994 παρόμοια οικονομική κρίση με τη δική μας, ανέφερε ότι, βασικό κλειδί στην επιτυχία τους, ήταν η ήδη τότε αποδοτική Δημόσια Διοίκηση της χώρας τους. Μας είπε, δηλαδή, πώς οι δομές του κράτους βοήθησαν στο να διατηρηθεί πρώτα απ΄ όλα η κοινωνική συνοχή, αλλά και για να στηρίξουν την ανάπτυξη, ώστε να βγει γρήγορα από το τούνελ της ύφεσης η Σουηδία.

Δυστυχώς, δεν έχουμε εμείς τις ίδιες συνθήκες, γι΄ αυτό πρέπει να καταβάλουμε ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια, για να δημιουργήσουμε αυτό το οργανωμένο και σύγχρονο κράτος. Το αναφέρω αυτό ως παράδειγμα, γιατί αποδεικνύει ότι είχαμε δίκιο για όσα λέγαμε πριν κληθούμε να κυβερνήσουμε, δηλαδή για το μέγεθος του προβλήματος και της κρίσης που πρέπει να διαχειριστούμε, σε σχέση με το κράτος. Δηλαδή, το κράτος και η λειτουργία του, αποτελούσε θεμελιώδες και αποτελεί θεμελιώδες πρόβλημα για τη χώρα, για τους πολίτες και την οικονομική ανάπτυξη.

Δεν θα μείνω σε κοινοτυπίες, αλλά αυτό που ξέρετε, και όλοι οι Έλληνες πολίτες θεωρούν, είναι ότι έχουμε ένα δυσκίνητο, υπερμέγεθες, δυσλειτουργικό, αλλά και πλαδαρό, αναποτελεσματικό Δημόσιο, όπου κανείς δεν εξυπηρετείται εύκολα ή γρήγορα, η ποιότητα των υπηρεσιών του κράτους κατά κανόνα είναι πολύ χαμηλή και, πολλές φορές, η εύκολη λύση για τον πολίτη είναι η παραίτηση από την προσπάθεια, ή ακόμα και η συναλλαγή.

Βέβαια, πολύ λένε ότι γι’ αυτό φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι. Σίγουρα, θα υπάρχουν και υπάρχουν περιπτώσεις, όπου δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί καταχρώνται την εξουσία τους, δεν σέβονται τον πολίτη, συμμετέχουν ακόμα και στη διαφθορά και αυτό αποτελεί μεγάλο πρόβλημα. Όμως, οι ευθύνες βαρύνουν πολύ περισσότερο το πολιτικό κατεστημένο της χώρας μας, που είτε τα ανέχθηκε, ή ακόμα και τα υιοθέτησε, ή τα έκανε και καθημερινή πρακτική, προς μίμηση.

Εγώ πιστεύω ότι το ελληνικό Δημόσιο – θα το πιστεύετε, είμαι σίγουρος, και εσείς – είναι γεμάτο από ανθρώπους που θέλουν και που μπορούν να προσφέρουν, οι οποίοι όμως, είτε απομονώνονται, είτε δεν καθοδηγούνται σωστά, είτε δεν ακούγονται όταν έχουν καινοτόμες ιδέες, είτε χάνονται μέσα στην πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, της γραφειοκρατίας και της αναξιοκρατίας.

Οι ίδιοι αποτελούν θύματα πολλές φορές, μαζί με τους υπόλοιπους πολίτες, ενός συστήματος που πρέπει να αλλάξουμε. Υπερπληθώρα νόμων, Προεδρικών Διαταγμάτων, Υπουργικών Αποφάσεων, αντικρουόμενων πολλές φορές από το ένα Υπουργείο στο άλλο, εγκυκλίων που ένας δημόσιος λειτουργός αδυνατεί να εφαρμόσει ή να ερμηνεύσει ή που, τελικά, ερμηνεύει κατά το δοκούν. Και έτσι, πολλές φορές, το πιο εύκολο είναι να αποφύγει την ευθύνη, να παραπέμψει τον πολίτη κάπου αλλού, ώστε να μην την φορτωθεί αυτή την ευθύνη, που κανονικά θα πρέπει να έχει ως δημόσιος λειτουργός.

Βέβαια, την ίδια στιγμή, επικρατεί και μια ισοπεδωτική φιλοσοφία ως προς τη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη των ανθρώπων που αποτελούν τη Δημόσια Διοίκηση, η οποία αφαιρεί κίνητρα και καθιστά πολλές φορές άνευ αντικειμένου τη μέτρηση της παραγωγικότητας και την αξιολόγηση της δουλειάς τους. Αυτά είναι θέματα που, οπωσδήποτε, και η ηγεσία του Υπουργείου, πρώην Προεδρίας και, σήμερα, Δημόσιας Διοίκησης, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, θα πρέπει να συζητήσει και με τους κοινωνικούς φορείς, με τα συνδικαλιστικά όργανα της ΑΔΕΔΥ και, γενικότερα, με τους δημόσιους υπαλλήλους.

Όμως, ουδέποτε η Πολιτεία φρόντισε να ενταχθούν στη Δημόσια Διοίκηση – συστηματικά, θα έλεγα, γιατί προσπάθειες έχουν γίνει – νέες μέθοδοι management και παρακολούθησης έργων, με αποτέλεσμα το σημερινό κράτος να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας που έχει αλλάξει. Έχει αλλάξει πάρα πολύ απ’ αυτό που ήταν πριν από 10, 20 ή 30 χρόνια και, αυτές οι αλλαγές «τρέχουν» παγκοσμίως, αλλά και στην κοινωνία μας, με αστρονομικούς ρυθμούς. Αν δούμε μόνο την πρόσβαση των νέων ανθρώπων στο διαδίκτυο, το ότι νέα παιδιά, πολλές φορές, γνωρίζουν πολύ καλύτερα από τους μεγαλύτερους τη χρήση του διαδικτύου, είναι απλώς μία ακόμα απόδειξη αυτών των μεγάλων αλλαγών.

Δυστυχώς, όλο αυτό το χρονικό διάστημα των περασμένων δεκαετιών, δεν φροντίσαμε, με ευθύνη πολλών κυβερνήσεων, να φτιάξουμε διοικητικές δομές στο κράτος, ανάλογες και με τις ανάγκες και με τα προβλήματα, που άλλαξαν ή έγιναν ακόμα πιο πολύπλοκα και σύνθετα.

Το ίδιο συνέβη και με την επιμόρφωση, την κατάρτιση των ανθρώπων που διαχειρίζονται τη Δημόσια Διοίκηση. Παρά το ότι είναι ένα επίτευγμα το γεγονός ότι έχουμε αυτό το Κέντρο, δυστυχώς, η επιμόρφωση δεν αποτέλεσε κεντρικό άξονα – και αυτό είναι μέρος της σημερινής μας συζήτησης.

Βεβαίως, αιτία για την κατάσταση αυτή, πολλών δεκαετιών, και παρά το ότι υπήρχε το ΑΣΕΠ, δεν ήταν απλώς η αναξιοκρατία, αλλά και η συνεχής διόγκωση του κράτους με το ρουσφέτι, όπου αντί να εξυπηρετήσουμε τον πολίτη, προσπαθούσαμε να εξυπηρετήσουμε τις μικροκομματικές μας ανάγκες ή, πολλές φορές, συντεχνιακές ανάγκες.

Το κράτος και η Δημόσια Διοίκηση είναι άξονας που πρέπει να διατηρείται, για να διατηρηθεί η συνοχή της κοινωνίας, της Πολιτείας, της χώρας μας, και δεν πρέπει να έχει πλέον καμία σχέση η λειτουργία του, με την εξυπηρέτηση μικροκομματικών και μικροπολιτικών συμφερόντων. Αυτό είναι που, κατά βάση, διέλυσε την δομή και την αντίληψη μέσα στη Δημόσια Διοίκηση.

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι υπουργοί επίσης, αλλά σε κάθε τέτοια μεταβολή, η Ελλάδα συνεχίζει να υπάρχει και το κράτος θα έπρεπε να λειτουργεί ανεπηρέαστα. Αυτό προϋποθέτει ένα κράτος με συνέχεια, ισχυρό και αποτελεσματικό. Σε κάθε περίπτωση, όλες αυτές οι στρεβλώσεις, με τις οποίες χτίστηκε η Δημόσια Διοίκηση στη χώρα μας, προκαλούν απογοήτευση στον πολίτη, που δικαίως θεωρεί ότι το κράτος τον εμπαίζει, ή ότι στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορεί πλήρως για τα προβλήματά του. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι, σε μια περίοδο κρίσης, όπως η σημερινή, αυτό γίνεται ακόμα πιο δυσβάστακτο για κάθε πολίτη.

Είναι λοιπόν τώρα ανάγκη, στη συγκυρία αυτή, να δουλέψει το κράτος αποτελεσματικά. Αν θέλετε, είναι μια ευκαιρία αυτή η κρίση, για να κάνουμε απαραίτητες τομές που φοβηθήκαμε, δεν μπορέσαμε, δεν τολμήσαμε να κάνουμε τόσα χρόνια, ώστε να μπορεί πράγματι να αισθανθεί ο πολίτης ότι το κράτος είναι κοντά του και τον βοηθά μέσα απ’ αυτή την κρίση, αλλά και αύριο, όταν θα έχουμε περάσει απ’ αυτό το δύσκολο τούνελ.

Είναι ευκαιρία να αλλάξουμε τις προνοιακές δομές: τομές στην υγεία, στην παιδεία, να μπορεί να διεκπεραιώνει γρήγορα τα αιτήματά του ο πολίτης, να αποδίδεται γρήγορα, για παράδειγμα, η σύνταξη, αλλά ακόμα και να μπορέσει να δημιουργήσει γρήγορα μια νέα επιχείρηση, ή και να βρει δουλειά.

Και ένα λειτουργικό κράτος δεν κοστίζει παραπάνω, το αντίθετο, κοστίζει πολύ λιγότερο. Κοστίζει λιγότερο, και αυτό βεβαίως είναι σημαντικό ιδιαίτερα σήμερα, διότι πληρώνουμε αυτό το δυσλειτουργικό κράτος. Αλλά και η σωστή σχέση του δημόσιου λειτουργού με τον πολίτη δεν κοστίζει, δεν κοστίζει ούτε ένα ευρώ, είναι θέμα λειτουργίας, αντίληψης και πρακτικής.

Για την Κυβέρνηση, λοιπόν, αυτή η αλλαγή του κράτους αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα και στόχους. Είναι ένα μεγάλο εθνικό στοίχημα, διότι ο μεγάλος ασθενής, το κράτος, μάς έφερε εδώ, ώστε να χρειαστούμε να λάβουμε – και λάβαμε – πολλές έκτακτες αποφάσεις, που απαιτούσε η κρισιμότητα του προβλήματος.

Ποτέ δεν ξεχάσαμε και δεν ξεχνάμε, όμως, ότι πάνω απ’ όλα, το καθήκον μας είναι να αλλάξουμε τη χώρα οριστικά προς το καλύτερο, ώστε ποτέ στο μέλλον να μην βρεθούμε αντιμέτωποι με μια παρόμοια κρίση. Και να παραδώσουμε την Ελλάδα στις επόμενες γενιές πιο δυνατή, πιο δίκαιη, πιο σύγχρονη, όπου να παρέχονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι υπηρεσίες, οι οποίες είναι αυτονόητες σε μια δημοκρατική Πολιτεία.

Δίνουμε τη μάχη, δώσαμε τη μάχη, και είναι πολυμέτωπη. Την δώσαμε και την δίνουμε στο εξωτερικό, ώστε να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της πατρίδας μας – και τα αποτελέσματα πλέον είναι ορατά. Την δίνουμε στο εσωτερικό, ώστε να μαζέψουμε τη σπατάλη και να καταπολεμήσουμε την διαφθορά. Και έχουμε ήδη σημαντικές επιτυχίες, καθώς στο α’ εξάμηνο του έτους έχουμε μειώσει κατά 45% το έλλειμμα.

Δεν μπορεί, όμως, αυτά τα αποτελέσματα να οφείλονται κάθε χρόνο απλώς στην εργώδη προσπάθεια μιας κυβέρνησης, ούτε σε έκτακτα μέτρα, αλλά πρέπει να μπει αυτή η αντίληψη στο DNA – αν θέλετε – της Δημόσιας Διοίκησης, ώστε να μπορεί η Δημόσια Διοίκηση να έχει αυτά τα αποτελέσματα της σωστής λειτουργίας, να δημιουργήσει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας μας και να εγγυάται ένα παραγωγικό πρότυπο, βιώσιμο, με οικονομική δικαιοσύνη.

Αυτή είναι η μάχη που πρέπει να κερδίσουμε και γι’ αυτό είμαι εδώ, για να συζητήσουμε μ’ εσάς τους εκπαιδευτές του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης. Ένας λόγος, εξαιτίας του οποίου πιστεύω ότι είχε παραμερισθεί, θα έλεγα, ή δεν είχε αξιοποιηθεί σωστά και όσο θα έπρεπε αυτό το Κέντρο, είναι επειδή σε ένα τέτοιο σύστημα, η γνώση δεν αξιολογείται ως κάτι χρήσιμο – ίσως ως ένα χαρτί, αλλά όχι ως κάτι χρήσιμο και χρηστικό, κάθε μέρα. Και βεβαίως, και ο δημόσιος υπάλληλος, αλλά και γενικότερα η Διοίκηση, δεν έβλεπαν τη γνώση ως απαραίτητο στοιχείο.

Όταν δηλαδή ξέρεις ότι η προαγωγή σου, ή η ένταξή σου, είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα επαφών, θέμα μέσου, θέμα γνωριμιών, όταν δεν αξιολογείται η καινοτόμα ιδέα, όταν «σκοτώνεται» αυτή η ιδέα, όταν λοιδορείται πολλές φορές η διαφορετική ιδέα, όταν δεν υπάρχει σοβαρή συζήτηση και προσπάθεια αλλαγών, τότε η γνώση θεωρείται ως πολυτέλεια, ή ως κάτι το οποίο μπορεί να είναι και βάρος.

Όταν όμως εμείς έχουμε δείξει ότι υπάρχει η βούληση να γίνουν αλλαγές – και νομίζω ότι το έχουμε δείξει αυτό – τότε είναι που η γνώση γίνεται πάρα πολύ σημαντική, διότι αποτελεί ένα εργαλείο ακριβώς για τον κάθε δημόσιο υπάλληλο, τον κάθε προϊστάμενο, τον κάθε υπεύθυνο στη Δημόσια Διοίκηση, ώστε να μπορεί να επιφέρει αλλαγές με έναν αποτελεσματικό και σύγχρονο τρόπο.

Θεωρώ και θεωρούμε ότι, ο μόνος δρόμος για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε ως χώρα, είναι να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις μας, πόσο μάλλον στην ίδια τη Δημόσια Διοίκηση, να ανασυγκροτήσουμε τις δυνάμεις του τόπου – και αυτή είναι μια εθνική προσπάθεια όλων μας. Να γίνουμε μια κοινωνία παραγωγική, αντί να ψάχνουμε για μια παρασιτική επιβίωση.

Ήδη, έχουμε ξεκινήσει με πολλές τομές, που αλλάζουν αντιλήψεις στην ίδια την Κυβέρνηση, αλλά και στη Δημόσια Διοίκηση, με κανόνες που εγγυώνται τη συνοχή, τη συνολική μας πορεία, την κοινή μας πορεία πάνω σε γερά θεμέλια, για να χτίσουμε μια νέα εμπιστοσύνη.

Το έχουμε αποδείξει με μεταρρυθμίσεις όπως, για παράδειγμα, με την πλήρη εφαρμογή του ΑΣΕΠ, χωρίς εξαιρέσεις, για την εμπέδωση της αξιοκρατίας, ώστε να σπάσουμε τη λογική ότι το κράτος είναι λάφυρο κάθε κόμματος, που αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της χώρας.

Τέλος, τον φαύλο κύκλο της νοοτροπίας των «δικών μας παιδιών», όχι μόνο στις προσλήψεις, αλλά και στις προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων, προαγωγές που είχαν ταυτιστεί δυστυχώς με την κομματική εναλλαγή, τον σπάμε με τη σύσταση του ΕΙΣΕΠ. Έτσι, η επιλογή των γενικών διευθυντών για πρώτη φορά πραγματοποιείται από ανεξάρτητο όργανο, χωρίς την ανάμειξη του εκάστοτε Υπουργού, με γραπτές εξετάσεις πολλαπλών ερωτήσεων, υπό την αιγίδα του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης. Αλλάξαμε για πάντα – ανεπιστρεπτί, ελπίζω – αυτές τις παλιές αντιλήψεις και πρακτικές.

Έχουμε ήδη την εφαρμογή του νόμου για την ανάρτηση στο διαδίκτυο όλων των διοικητικών πράξεων, με στόχο την αντιμετώπιση της διαφθοράς, αλλά και τη δυνατότητα του πολίτη να παρακολουθεί τη Δημόσια Διοίκηση μέσα από την ηλεκτρονική διακυβέρνηση.

Επίσης, την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, με νόμους όπως για την ίδρυση των επιχειρήσεων και την επίσπευση χορήγησης των συντάξεων, την εκπόνηση του προϋπολογισμού προγραμμάτων στους φορείς του δημόσιου τομέα, την επανάσταση που φέρνουμε με τον «Καλλικράτη», τόσο για την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όσο και για τη συστηματική μείωση της γραφειοκρατίας, ουσιαστικά.

Την αποκέντρωση της Δημόσιας Διοίκησης και την ενδυνάμωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με νέους και ισχυρούς Δήμους και αιρετές Περιφέρειες, που θα συνοδεύονται από αντίστοιχους πόρους και κατάλληλο προσωπικό, αλλά και ένα συνολικό πλαίσιο διαφάνειας και λογοδοσίας και στην Αυτοδιοίκηση.

Επιπλέον, την απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, που νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που γίνεται στη χώρα μας και που ήταν απαράδεκτο να μην γνωρίζουμε ποιοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά ακόμα περισσότερο τι δυναμικό έχουμε και πώς μπορούμε να το αξιοποιήσουμε καλύτερα.

Σήμερα, δεν έχουμε απλώς μια καταγραφή ονομάτων και μισθολογικής κατάστασης, αλλά και βασικών προσόντων, που θα μας επιτρέψουν να βρούμε καταρχήν ανθρώπους, οι οποίοι έχουν ειδικές γνώσεις και εμπειρία, ούτως ώστε όταν χρειαστεί το κράτος, ένα Υπουργείο, να κάνει κάποιο συγκεκριμένο έργο, να μπορεί να τους αξιοποιήσει. Και βεβαίως, συνεχίζουμε και με τον εκλογικό νόμο, που θα βοηθήσει ώστε να αλλάξουμε το ίδιο το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας.

Όλα αυτά δεν γίνονται από την μια μέρα στην άλλη. Η ανασυγκρότηση της χώρας μας έχει ως στόχο ένα κράτος, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός νέου περιβάλλοντος. Μια Πολιτεία, που εγγυάται την προστασία, καλλιέργεια και απελευθέρωση των δυνάμεων του Ελληνισμού, των πολιτών της χώρας μας, ώστε να εγγυηθούμε μια βιώσιμη οικονομία, να εγγυηθούμε το περιβάλλον μας, την παράδοσή μας, την ίδια την Ελλάδα.

Βασική μας αρχή – και νομίζω ότι πρέπει να διέπει τα πάντα και, πιστεύω ότι το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα, στο να πολλαπλασιαστούν αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές, μέσα από την αρχή αυτή – είναι η διαφάνεια παντού. Διαφάνεια, που δίνει ουσιαστικά το δικαίωμα στον πολίτη να ελέγχει, αλλά και να δημιουργεί τις δυνατότητες και στη Δημόσια Διοίκηση, ώστε οι αποφάσεις να είναι πιο αποτελεσματικές και σύμφωνα με το δημόσιο, το κοινό συμφέρον.

Λέξεις, όπως «αξιολόγηση» και «πιστοποίηση», πρέπει να είναι μέρος της καθημερινής μας δουλειάς. Βέβαια, αυτά προϋποθέτουν και τη σωστή καταγραφή, αποτύπωση, χαρτογράφηση της πραγματικότητας. Γνωρίζω ότι υπάρχουν έρευνες, υπάρχουν μελέτες, υπάρχουν δουλειές που έχουν γίνει στη χώρα μας, οι οποίες βρίσκονται σε κάποια συρτάρια. Και το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης θα πρέπει να είναι ένα βασικό αρχείο, όπου όλες οι δουλειές και οι έρευνες, όλες οι μελέτες που έχουν γίνει για το ελληνικό Δημόσιο, να μπορούν να βρίσκονται εδώ, ως μια πολύ σημαντική πηγή ενημέρωσης, πληροφόρησης και χάραξης πολιτικής, ώστε να μην παίρνουμε αποφάσεις, χωρίς να ξέρουμε καλά τα δεδομένα και την υπάρχουσα κατάσταση σε κάθε τομέα.

Αξιοκρατία, μια άλλη αρχή την οποία προωθούμε. Διαβούλευση, συμμετοχή, συλλογική επεξεργασία και λύση προβλημάτων, πιλοτικές καινοτομίες. Πολλές φορές, κάνουμε νόμους που αφορούν ολόκληρη την Ελλάδα ή έναν ολόκληρο κλάδο, χωρίς να έχουμε δοκιμάσει στην πράξη τι σημαίνει και έτσι, από μια πιλοτική εφαρμογή, να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας, για να είναι πολύ καλύτερη και η νομοθέτηση.

Κοινωνική λογοδοσία, διάκριση εξουσιών. Έχουμε πολλές φορές ελέγχοντες και ελεγχόμενους να μπερδεύονται, «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει». Βιωσιμότητα, ποιότητα των πολιτικών μας σε ό,τι αφορά και το περιβάλλον, αλλά και την παραγωγική δράση. Αλληλεγγύη και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με επίκεντρο τον πολίτη.

Αυτές είναι αρχές, που νομίζω όλοι πρέπει να υπηρετήσουμε, πόσο μάλλον στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, όπου πρέπει να γίνει συστηματική επιμόρφωση, πάνω σε αυτή τη βάση.

Και η επιμόρφωση για μας, και για μένα προσωπικά, θεωρώ ότι είναι μια δια βίου διαδικασία για όλους. Δεν εξαιρούμε ούτε πρωθυπουργούς, ούτε υπουργούς, ούτε γενικούς γραμματείς. Εμείς πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα, ότι η ζωή είναι να μαθαίνεις. Και να μην φοβόμαστε, να μην έχουμε ενοχές, ότι κάτι πρέπει να το μάθουμε, κάτι καινούργιο πρέπει να γνωρίσουμε, ιδιαίτερα όταν έχουμε τόσο ραγδαίες εξελίξεις γύρω μας.

Έτσι, γινόμαστε καλύτεροι και δεν υπάρχει η αίσθηση ότι, εγώ πήρα το πτυχίο μου και τέλειωσα στη ζωή μου – που νομίζω ότι αδικεί και τον άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης θα παίξει και σε αυτό καθοριστικό ρόλο, ώστε να διαπερνά τη Δημόσια Διοίκηση αυτή η αντίληψη της συνεχούς εξέλιξης, της καινοτομίας, αλλά και της χαράς, θα έλεγα, της μάθησης.

Το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης – και μπαίνω στα πιο ειδικά ζητήματα, πριν κλείσω – θεωρώ ότι θα πρέπει να παίξει ένα ρόλο, πρώτα απ’ όλα, στο να εφαρμόσει σε όλο το φάσμα της Δημόσιας Διοίκησης μηχανισμούς εκπαίδευσης, επιμόρφωσης, ερευνών, εργαστηρίων, βραβείων αριστείας και άλλες μεθόδους, που αλλού εφαρμόζονται αποδεδειγμένα, ώστε σε κάθε Υπουργείο, σε κάθε δημόσιο Οργανισμό, να υπάρχει αυτή η δράση, η δια βίου εκπαίδευση παντού, η καινοτομία παντού. Και γι΄ αυτό, θα δημιουργηθούν και ειδικές μονάδες, που θα είναι συνδεδεμένες με το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, μονάδες εκπαίδευσης – πολλές από αυτές υπάρχουν, αλλά υπολειτουργούν σε πολλά Υπουργεία – οι οποίες θα αναβαθμιστούν, ώστε να μπορέσουν να παίξουν καθοριστικό ρόλο, με επίκεντρο το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης.

Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο, στο οποίο μπορεί να συμβάλει καθοριστικά το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, είναι η διαβούλευση. Όπως θα βλέπετε ήδη, μέσα από το σύστημα «Οpen gov», όπως το ονομάζουμε, στο Διαδίκτυο, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια παράδοση διαβούλευσης με τον πολίτη, αλλά και με τους κοινωνικούς εταίρους.

Θεωρώ ότι, εδώ, θα μπορούσε να γίνει ακόμα περισσότερη δουλειά, διότι μπορούν να συμμετέχουν, μέσα από εργαστήρια, μέσα από συζητήσεις, και δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά και φορείς εκτός του Δημοσίου, ώστε να γίνεται σοβαρότερη διαβούλευση, συστηματικότερη και σε μεγαλύτερο βάθος, με το κατάλληλο εκπαιδευτικό προσωπικό, αλλά και με τις κατάλληλες δομές, τις Βιβλιοθήκες ή τις διαδικτυακές δυνατότητες πληροφόρησης.

Το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, επίσης, μπορεί να παίξει ένα σημαντικό ρόλο, αυτή τη στιγμή που μεταφέρουμε τεχνογνωσία από την Ευρώπη και από άλλες χώρες, είτε από Ιδρύματα, είτε από κυβερνήσεις, οι οποίες είναι και έτοιμες λόγω της κρίσης να συμβάλουν, να βοηθήσουν, να συνδράμουν, ώστε αυτή η τεχνογνωσία, η οποία μεταφέρεται – παραδείγματος χάριν, μεταφέρεται αυτή τη στιγμή μια τεχνογνωσία στο θέμα της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής – να εφαρμοστεί στη χώρα μας αποτελεσματικά.

Αυτό όμως δεν πρέπει να μείνει απλώς μεταξύ δύο ή τριών υπαλλήλων, σε ένα κεντρικό επίπεδο, του Υπουργείου Οικονομικών, για παράδειγμα. Πρέπει αυτή η τεχνογνωσία να παραμείνει θεσμικά, ιστορικά, και να υπάρχει μια συνέχεια, μέσα σε ένα κεντρικό σημείο στη Δημόσια Διοίκηση, που θα πρέπει – πιστεύω – να είναι το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, ώστε να μπορεί να πολλαπλασιάζει αυτή τη γνώση, από υπάλληλο σε υπάλληλο, από γενιά σε γενιά, από Υπουργείο σε Υπουργείο.

Επίσης, θα χρειαστεί αυτή η επιμόρφωση να είναι λίγο πιο δημιουργική. Δηλαδή, να μπορούμε να αξιοποιήσουμε την εμπειρία των ίδιων των δημοσίων υπαλλήλων. Θυμάμαι, πριν από μερικούς μήνες, είχα πάει στο ΙΚΑ για να συζητήσουμε τα προβλήματα και συγκέντρωσα εκεί τους υπαλλήλους αυτού του συγκεκριμένου παραρτήματος, και είδα με την κουβέντα, ότι οι ίδιοι είχαν πολλές πρακτικές λύσεις για προβλήματα που ταλαιπωρούν και ταλαιπωρούσαν τον πολίτη, ο οποίος επισκεπτόταν το ΙΚΑ.

Δεν είναι μια ξερή γνώση, που θέλουμε να αναμεταδώσουμε, αλλά εργαστήρια επεξεργασίας λύσεων, βεβαίως, με μια κατεύθυνση που θα δίνει η Κυβέρνηση με τις πολιτικές της, αλλά εργαστήρια, τα οποία θα βοηθήσουν στο να μας δώσουν πρακτικές και άμεσες λύσεις.

Είναι ένα εργαστήρι ζωντανό, που θα μπορεί να βοηθήσει στην ουσιαστική επίλυση σημαντικών προβλημάτων, που σήμερα αντιμετωπίζει ο Έλληνας πολίτης.

Βέβαια, τα προβλήματα αυτά τα γνωρίζετε, είμαι σίγουρος πολύ καλύτερα και από εμένα, διότι διδάσκετε τα ζητήματα αυτά στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης. Έχουν γίνει και στο παρελθόν διαπιστώσεις, όπως παραδείγματος χάριν, στη δεκαετία του ’60, η έκθεση Langrod, επί Πρωθυπουργίας Γεωργίου Παπανδρέου, αλλά τότε βεβαίως είχαμε τις πολιτικές εξελίξεις, που ανέκοψαν τη δημοκρατική διακυβέρνηση. Όμως, δεν υπήρξε από τότε, είτε η ευκαιρία, είτε η πολιτική βούληση, για να κάνουμε τις μεγάλες αυτές τομές.

Εγώ σας καλώ, λοιπόν, αυτή την κρίση, να την κάνουμε μαζί ευκαιρία, και να κάνουμε μια συλλογική προσπάθεια, ώστε αυτό το Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης να παίξει τον πραγματικό, τον ιστορικό ρόλο που έχει να παίξει, στην αναμόρφωση του δημόσιου τομέα, στη στήριξη του δημόσιου υπαλλήλου, αλλά και στην εξυπηρέτηση τελικά του ίδιου του πολίτη, προς όφελος όλης της χώρας, της ανάπτυξης, της Δικαιοσύνης, της ευνομίας και του Ελληνισμού.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε και τώρα θα κάνω μια μικρή διακοπή, για να θέσω μερικά ερωτήματα και να ακούσω τις απόψεις σας. Ευχαριστώ πολύ.»

Μετά την παρέμβαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Γιάννη Ραγκούση, ο Πρωθυπουργός πρόσθεσε:

«Θα ήθελα να θέσω μερικά ερωτήματα στην αρχή. Από τη δική σας εμπειρία, ποιες είναι οι προτεραιότητες που βλέπετε στη Δημόσια Διοίκηση; Αν θα ιεραρχούσατε τις προτεραιότητες, ποιες θα λέγατε ότι είναι;

Πώς το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να συνδεθεί με την αντιμετώπιση, την επίλυση ή την καλυτέρευση, σε ό,τι αφορά αυτές τις προτεραιότητες; Πώς το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης θα μπορούσε να μεταφέρει μια άλλη αντίληψη και πώς το ίδιο θα πρέπει να αλλάξει και σε κάποιες λογικές και αντιλήψεις;

Θα έλεγα και κάτι ακόμα. Επειδή βρισκόμαστε σε μια κρίση όπου, λόγω του κόστους, λόγω της μη αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, ουσιαστικά, πληρώνουμε και ιδιαίτερα πληρώνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, με όλες αυτές τις περικοπές, θέλουμε να κάνουμε τις αλλαγές ακόμα πιο γρήγορα. Όσο πιο γρήγορα μπορούμε να τις κάνουμε, τόσο καλύτερα και για τον ίδιο το δημόσιο υπάλληλο, τόσο καλύτερα και για την ίδια την οικονομία, αλλά και τόσο πιο γρήγορα θα φύγουμε από αυτή την εποπτεία, από αυτή την ιδιότυπη κηδεμονία και επιτήρηση της χώρας μας.

Άρα, λοιπόν, ένα ερώτημα είναι: πώς μπορεί το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης, πώς βλέπετε εσείς να μπορούμε να πολλαπλασιάσουμε αποτελεσματικά και γρήγορα αυτές τις αλλαγές; Παραδείγματος χάρη, ηλεκτρονική διακυβέρνηση και τα λοιπά.

Αυτά, ως ένα έναυσμα.

Διαβάστε επίσης