Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ας επιλέξουν οι πολίτες τον σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής | Άρθρο | 17.10.2017

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

 

Ομιλία στο11ο ετήσιο συνέδριο εξωτερικής πολιτικής του ΕΛΙΑΜΕΠ

Κύριε Πρύτανη, κύριε Κουλουμπή, αγαπητοί συνάδελφοι Υπουργοί και Βουλευτές, κύριοι Πρέσβεις, αξιότιμοι σύνεδροι, είναι κατ’ αρχήν δική μου η χαρά που βρίσκομαι μαζί σας σε αυτό το σημαντικό Συνέδριο για τα ελληνοτουρκικά ζητήματα.

Βεβαίως, αυτά τα οποία θα πω ίσως να μην είναι πρωτότυπα, διότι έχουμε τους τελευταίους μήνες συζητήσει επανειλημμένως για τις εξελίξεις αυτές τις οποίες έχουμε ζήσει τον τελευταίο βασικά χρόνο, αλλά, βεβαίως, οι εξελίξεις αυτές είναι από μόνες τους μία τομή, μία νέα διάσταση, ένας νέος ορίζοντας που ανοίγεται και που θεωρώ ότι όλοι μας πρέπει να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η Ευρώπη, βεβαίως, σήμερα ζει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές της. Μιλάμε για την επανένωση της Ευρώπης με τη διεύρυνσή της και η περιοχή μας, η περιοχή των Βαλκανίων επηρεάζεται από αυτή τη νέα προοπτική. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αυτό το νέο πλαίσιο, μέσα στο οποίο αντιμετωπίζονται τα προβλήματα του παρελθόντος, οι αντιξοότητες του παρελθόντος, μέσα σε ένα πρίσμα ενός κοινού οράματος των λαών της περιοχής.

Όλες οι χώρες της περιοχής αναζητούν, επιδιώκουν να γίνουν μέλη αυτής της μεγάλης οικογένειας που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό είναι ουσιαστικά ένα, αν όχι το κυριότερο, θα έλεγα, όμως, ότι ίσως είναι και το κυριότερο, στοιχείο που δημιουργεί μια νέα δυναμική, ένα νέο πρίσμα, μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να κοιτάξει τις παλιές μας σχέσεις.

Μία κοινή προσπάθεια των λαών των Βαλκανίων, που, βεβαίως, η ιστορία μας εδώ έχει ποτιστεί και με χαρές και με δάκρυα και που η Ευρώπη, αλλά ειδικότερα και η Ελλάδα, είναι υπέρ μιας στρατηγικής ένταξης ολόκληρης της νοτιοανατολικής Ευρώπης στους ευρωπαϊκούς και ακόμα περισσότερο τους κοινοτικούς θεσμούς.
Ένας στόχος που δεν είναι εύκολος να επιτευχθεί. Υπάρχει σειρά προκαταλήψεων, αλλά η δική μας πολιτική ήταν και εξακολουθεί να είναι η ανατροπή ακριβώς αυτών των προκαταλήψεων.

Συστατικό κομμάτι αυτού του χώρου αποτελεί και η Τουρκία και η πολιτική μας απέναντί της δεν θα μπορούσε παρά να είναι συνεπής με την πολιτική μας για ολόκληρη την περιοχή.

Οι βασικές αρχές που διέπουν τη δική μας εξωτερική πολιτική, διαρκή και εξελικτική πολιτική, εδράζονται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην σταθερότητα και το απαραβίαστο των συνόρων, στην ειρηνική διευθέτηση των διμερών σχέσεων ή προβλημάτων στα πλαίσια των Διεθνών Συνθηκών και της δυνατότητας προσφυγής στο Δικαστήριο της Χάγης.

Αν θέλετε είναι αρχές που οικοδομούν μια ελληνική εξωτερική πολιτική, που είναι μια πολιτική συνέπειας και αρχών. Πράγματι, είτε μιλάμε για το Κυπριακό, είτε μιλάμε για την Τουρκία, είτε μιλάμε για την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, είτε μιλάμε για την Αλβανία, είτε μιλάμε για το Κόσοβο ή την Γιουγκοσλαβία, σε κάθε περίπτωση μιλάμε για το σεβασμό των συνόρων, σε κάθε περίπτωση μιλάμε για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το σεβασμό τους, σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ενωμένες και όχι διαιρεμένες χώρες και σε κάθε περίπτωση μιλάμε για το δικαίωμά τους να έχουν προοπτική στην Ευρώπη, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελλάδα επέλεξε μια πολιτική πρωτοβουλιών στην σχέση της με την Τουρκία. Έκανε βήματα προς τα εμπρός, πιστεύοντας ότι στην εποχή αυτή της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της ενίσχυσης των περιφερειακών ενώσεων, τα εθνικά ζητήματα -όπως τα λέμε κατά καιρούς, ένας όρος που ίσως να μην είναι και ο πιο δόκιμος και θα μιλήσω για αυτό- θα τεθούν σε ένα πεδίο που διαθέτει μία δυνατότητα προσέγγισης των προβλημάτων πιο αποτελεσματικό.

Θα έλεγα, επίσης, ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας έχει επανειλημμένα ταχθεί υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας, αποδεχόμενη ότι το συμφέρον που έχει η Ελλάδα είναι σημαντικό από μια ευρωπαϊκή Τουρκία.

Και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αν ακόμα και οι εταίροι μας οι Ευρωπαίοι δεν θα ήθελαν για διάφορους λόγους να δουν την Τουρκία στην Ευρώπη, η Ελλάδα θα έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλίες, όπως και έκανε βέβαια, να σηκώσει στις πλάτες της την υπόθεση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας.

Ένα ευρωπαϊκό κράτος σημαίνει ένα κράτος που σέβεται το Διεθνές Δίκαιο, που μπορεί να δείξει εμπιστοσύνη στους γείτονές του, σε αυτή την περίπτωση και την Ελλάδα και την Κύπρο, που μπορεί να δεχθεί να λύσει τις όποιες διαφορές βάσει του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συμφωνιών, που εφαρμόζει με θρησκευτική ευλάβεια -όπως λέμε στην Ελλάδα- τις Διεθνείς Συμφωνίες, που καλλιεργεί σχέσεις καλής γειτνίασης και δεν προκαλεί τρίτες χώρες και πολύ λιγότερο καταλαμβάνει έδαφός τους.

Η πορεία της Τουρκίας είναι μία πορεία προκλήσεων για την ίδια, αντιμετώπισης μεγάλων σταθμών και μεγάλων ζητημάτων εσωτερικών, αλλά και βεβαίως και με τα γειτονικά της κράτη και ιδιαίτερα με τα κράτη τα οποία βρίσκονται ή θα βρεθούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έχει τον ιδιόμορφο ρόλο του στρατού να αντιμετωπίσει, έχει τα στρατεύματα που κατέχουν το βόρειο τμήμα στην Κύπρο, έχει το θέμα των μειονοτήτων, έχει το θέμα της αντιμετώπισης των διμερών σχέσεων μέσα σε ένα πλαίσιο, όπως λέει και η απόφαση του Ελσίνκι, με ειρηνικά μέσα, χωρίς την χρήση βίας ή την απειλή χρήσης βίας και, βεβαίως, μέσα σε αυτό το πλαίσιο σημαίνει και μακροπρόθεσμα την αποδοχή της διαδικασίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Εμείς θέλουμε να τονίσουμε ότι ουσιαστικά δεν μιλάμε για τίποτα διαφορετικό για την Τουρκία, από ότι μιλάμε για μια οποιαδήποτε άλλη υποψήφια χώρα. Μία αρχή την οποία τονίσαμε και, βεβαίως, μία αρχή την οποία και η ίδια η Τουρκία ζήτησε. Ζήτησε να κριθεί και να εφαρμοστούν οι ίδιες αρχές που θα εφαρμόζονται για κάθε χώρα που είναι υποψήφια για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Χαιρετίζουμε, λοιπόν, αυτή τη βούληση όλων όσων στην Τουρκία θέλουν να πορευθούν αυτό τον δύσκολο ευρωπαϊκό δρόμο, που πιστεύουμε ότι είναι και προς όφελος της ίδιας της Τουρκίας, οπωσδήποτε είναι κάτι που θα υποστηρίξει η Ελλάδα. Μέσα σε αυτές τις δυνάμεις δεν μπορώ παρά να συμπεριλάβω τον συνάδελφό μου τον κύριο Τζεμ, με τον οποίο έχω μιλήσει επανειλημμένως και γνωρίζω και προσωπικά ότι είναι ένας άνθρωπος που θέλει, παλεύει για τη μεγάλη μεταρρύθμιση της ίδιας της Τουρκίας.

Η πολιτική που με συνέπεια ακολουθεί η Ελλάδα απέναντι στην Τουρκία, συνεπάγεται μια ανατροπή της λογικής που μέχρι σήμερα χαρακτήριζε τις σχέσεις μας και, βεβαίως, επιδιώκουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας μέσα από το πλαίσιο πια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα μπορούσε να πει κανείς κοινοτικοποιώντας την σχέση μας.

Αυτή η λέξη, βεβαίως, δεν είναι ίσως ο πιο δόκιμος όρος, αλλά και τα λεγόμενα εθνικά θέματα ίσως επίσης δεν είναι ο πιο δόκιμος όρος, διότι θέματα τα οποία εμείς θεωρούμε εθνικά, θεωρώ ότι δίνεται ένα λάθος μήνυμα πολλές φορές, διότι η φυσική τους αντιμετώπιση δεν έχει σχέση με ελληνικό αίτημα, αλλά με την εφαρμογή ουσιαστικά αρχών και κανόνων που συνάδουν με τις ευρωπαϊκές αξίες.

Έτσι, τα προβλήματα, όπως είναι το Κυπριακό, είτε το ενταξιακό ή το πολιτικό του σκέλος, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις γενικότερα, τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μειονοτήτων, μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, συνδέονται όλα αυτά τα προβλήματα με τη συμπεριφορά της Τουρκίας σε σχέση με τους κοινοτικούς μηχανισμούς, μηχανισμούς που ελέγχουν, που παρακολουθούν βάσει ενός χρονοδιαγράμματος την πορεία αυτών των σημαντικών μεταρρυθμίσεων.

Μέχρι σήμερα η υποψηφιότητα της Τουρκίας συνδεόταν σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με την προηγούμενη υλοποίηση ορισμένων προϋποθέσεων. Τη συνδέαμε, η Ελλάδα επίσης, με χειρονομίες της Τουρκίας προς την Ελλάδα στο πλαίσιο των διμερών μας σχέσεων.

Ο απολογισμός δείχνει ότι με αυτή την πολιτική δεν υπήρξε πρόοδος και πολύ περισσότερο δεν είχαμε ως Ευρωπαϊκή Ένωση ένα μηχανισμό ουσιαστικής αξιολόγησης της Τουρκίας για την υλοποίηση αυτών των σημαντικών ζητημάτων. Εάν θέλετε, επίσης, δεν είχε και η ίδια η Τουρκία ένα σχετικό κίνητρο, που αυτή την στιγμή δεν είναι άλλο παρά η ίδια η υποψηφιότητα, η ίδια η δική της πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έτσι, λοιπόν, μετά τη Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι, η Τουρκία έλαβε το καθεστώς της υποψηφιότητας, αναλαμβάνοντας και μια σειρά από υποχρεώσεις – δεσμεύσεις. Δεν είναι εδώ ο χώρος να αναφερθώ στα ειδικότερα σημεία της απόφασης, αλλά θα ήθελα να επισημάνω ορισμένες από τις νέες πραγματικότητες και εξελίξεις που δρομολογεί η απόφαση αυτή.

Πρώτα από όλα νομίζω ότι πρέπει να επισημανθεί, ότι το Ελσίνκι δεν είναι η νίκη του ενός ή η ήττα του άλλου. Πρέπει να θεωρήσουμε το Ελσίνκι ως μία νίκη προς το κοινό συμφέρον. Και πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η χορήγηση της υποψηφιότητας πιστεύω θα έχει καταλυτικές επιπτώσεις, θετικές ελπίζω, για τις εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία.

Πιστέψαμε και παλέψαμε για μια ουσιαστική υποψηφιότητα, που θα επιτρέψει στην Τουρκία να κάνει πραγματικές αλλαγές, τόσο στο εσωτερικό της, όσο και στις σχέσεις της με τα προβλήματα με την Ελλάδα. Βεβαίως, είναι προς απόδειξη του κατά πόσον πραγματικά το νέο πλαίσιο αυτό θα συμβάλει σε αυτή τη νέα πορεία.

Στην περίπτωση που η εξελικτική πορεία αυτή ανακοπεί, τότε, όπως με κάθε υποψήφια χώρα, θα υπάρξει εκ των πραγμάτων ένα πάγωμα στις σχέσεις με την Ευρώπη, κάτι το οποίο, βεβαίως, δεν θα θέλαμε να δούμε. Αντιθέτως, η Ελλάδα θα ήθελε να δει τη συνέχεια αυτής της πορείας, τη συνέχεια αυτής της διαδικασίας, τη συνέχεια μιας πολιτικής βούλησης εκπεφρασμένης από την ηγεσία της Τουρκίας, στην προώθηση αυτών των αναγκαίων βημάτων.

Πιο συγκεκριμένα, με την απόφαση του Ελσίνκι έχει διαμορφωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα πλαίσιο αρχών και όρων, το οποίο θα κληθεί να υλοποιήσει η Τουρκία στη βάση ενός σαφούς χρονοδιαγράμματος, βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προτεραιότητες και παράλληλα ένας μηχανισμός παρακολούθησης, επιτήρησης αν θέλετε, αυτής της πορείας.

Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις υποψήφιες χώρες. Έχει το πλεονέκτημα της στενής σύνδεσης της προενταξιακής πορείας, του περάσματος αν θέλετε από το ένα στο άλλο στάδιο, με την υλοποίηση συγκεκριμένων όρων.

Είναι η μόνη διαδικασία που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να ελέγχει την πρόοδο της χώρας, να διαπιστώνει ελλείμματα, αλλά και παράλληλα να έχει και συγκεκριμένες δυνατότητες, στο μέτρο που δεν προχωρά αυτή η εταιρική σχέση, να λαμβάνει και εκεί συγκεκριμένες αποφάσεις.

Όπως γνωρίζετε και το τόνισα προηγουμένως, η Ελλάδα έχει ταχθεί υπέρ μιας υποψηφιότητας περιεχομένου και όχι ονόματος, όχι μία εικονική υποψηφιότητα. Το παλέψαμε αυτό, δεν ήταν κάτι το οποίο ήταν δεδομένο από τους εταίρους. Υπήρχαν μάλιστα και πολλοί εταίροι που όταν πρωτοξεκινήσαμε στα σοβαρά αυτή τη συζήτηση, προ ενός περίπου εξαμήνου, μου λέγανε εμένα προσωπικά ότι «ξέρετε; δεν πειράζει, ας την ονομάσουμε απλώς υποψήφια και θα δούμε από εκεί και πέρα. Ας αλλάξουμε απλώς το όνομα στις παλιές αποφάσεις που είχαμε και εκεί που λέει «επιλέξιμη» να την κάνουμε «υποψήφια»».

Εμείς αντιταχθήκαμε σε αυτή τη λογική και είπαμε ότι πρέπει να είναι ισότιμη υποψήφια, όπως και με τις άλλες χώρες, που σημαίνει ότι έχει και τα δικαιώματα μιας υποψήφιας χώρας, αλλά και τις υποχρεώσεις μιας υποψήφιας χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητά την εκπλήρωση συγκεκριμένων, ειδικότερων όρων από όλες τις υποψήφιες χώρες, φέρνω παράδειγμα τη γειτονική χώρα Βουλγαρία, έχει θέσει όρο το σταδιακό κλείσιμο του πυρηνικού σταθμού Κοζλοντούι ή τη Ρουμανία σε σχέση με τα ορφανοτροφεία, αλλά, βεβαίως, υπάρχουν και συγκεκριμένοι όροι που αφορούν την Τουρκία. Εδώ υπάρχουν τα θέματα που έχουν σχέση με το Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ειδικότερα θέλω να τονίσω ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι μια μηχανιστική διαδικασία, ούτε μια νομικίστικη διαδικασία. Είναι μια διαδικασία που δεν έχει αυτοματισμούς. Αλλά θεωρούμε ότι η εταιρική σχέση δημιουργεί μια δυναμική, που επιτρέπει να συμβάλει στη διευθέτηση των προβλημάτων, στην προσέγγιση λύσεων μέσα από ένα διαφορετικό πλαίσιο.

Θα έλεγα ότι για πρώτη φορά μετά την απόφαση του Ελσίνκι εισάγεται ένα νέο στοιχείο που επιτρέπει να μιλάμε για τη λύση του Κυπριακού προβλήματος. Μετά το Ελσίνκι και τη σαφή αποσύνδεση της ένταξης της Κύπρου από την επίλυση του πολιτικού της προβλήματος, ενδυναμώνεται και η ίδια η φωνή της Κυπριακής Δημοκρατίας στα διεθνή πλαίσια, αλλά ουσιαστικά αυτό το οποίο γίνεται είναι ότι το Κυπριακό πρόβλημα γίνεται ένα πρόβλημα της ίδιας της Ευρώπης.

Όταν λέω ότι είναι πρόβλημα της ίδιας της Ευρώπης, δεν εννοώ ότι η Ευρώπη θα είναι αυτή η οποία θα αναλάβει τις διαπραγματεύσεις που σήμερα διεξάγονται στα πλαίσια του ΟΗΕ, αλλά ότι πολιτικά το ζήτημα που λέγεται Κυπριακό δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί συμπληρωματικά, να συμβάλει η Ευρώπη συμπληρωματικά στις καλές υπηρεσίες που προσφέρει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, ο κύριος Κόφι Ανάν. Και, παράλληλα, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει νέες δυνατότητες, ακόμα και στις λεπτομέρειες της τελικής επίλυσης του Κυπριακού.

Το κοινοτικό κεκτημένο, η προστασία που παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις Συνθήκες της, η Συνθήκη του Άμστερνταμ και οι προηγούμενες Συνθήκες, η νέα Συνθήκη που θα βγει από τη νέα Διακυβερνητική και που οπωσδήποτε θα συμπληρωθεί με τη Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όλο αυτό το νέο κοινοτικό πλαίσιο δεν μπορεί παρά να συμβάλει και στη μορφή που θα πάρει η λύση του Κυπριακού προβλήματος στην προοπτική του.

Έτσι, λοιπόν, το Ελσίνκι γίνεται ένα πραγματικό εργαλείο για να σπάσει αυτό το τελευταίο τείχος του Βερολίνου. Θεωρούμε ότι μέσα από τον δρόμο της Ευρώπης, όχι μόνο δεν θα είναι πλέον η Κύπρος όμηρος αυτής της σημερινής κατάστασης, αλλά και οι Τουρκοκύπριοι δεν θα αισθάνονται και αυτοί όμηροι μιας κατάστασης που έχει δημιουργηθεί.

Η Τουρκία νομίζω ότι θα γνωρίζει ότι οφείλει από το δικό της πια συμφέρον και τη δική της ευρωπαϊκή προοπτική, να συμβάλει στην ουσιαστική επίλυση του Κυπριακού, βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ. Εδώ μπορώ να τονίσω ότι στις επαφές που έχω με τον κύριο Τζεμ και στις δημόσιες δηλώσεις του, τονίζουν και αυτοί -χαιρετίζουν αν θέλετε- και υποστηρίζουν τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει στα πλαίσια του ΟΗΕ.

Οι διμερείς μας σχέσεις ξεκίνησαν πριν από 6 μήνες σε έναν δρόμο που χαρακτηρίστηκε χαμηλής πολιτικής. Δεν μου αρέσει ακριβώς αυτός ο χαρακτηρισμός, διότι θεωρώ ότι υποβαθμίζει την ουσία όσων έγιναν. Ουσιαστικά αυτό το οποίο κάναμε είναι ότι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε εκεί όπου υπήρξε αμοιβαίο συμφέρον. Αντί δηλαδή να ξεκινήσουμε εκεί όπου γνωρίζαμε ότι είχαμε διαφορές και τελείως διαφορετική προσέγγιση, είπαμε ότι ας ξεκινήσουμε να δούμε πού υπάρχει το αμοιβαίο συμφέρον.

Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η νέα πραγματικότητα μετά το Ελσίνκι δημιουργεί ακριβώς και νέες προϋποθέσεις, ώστε να προσεγγιστούν προβλήματά μας, το Κυπριακό ειδικότερα και η λύση του μέσα σε ένα πλαίσιο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των πλευρών.

Πραγματικά, το μέλλον των ίδιων των Τουρκοκυπρίων διασφαλίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εντός μιας δημοκρατικής και ευημερούσας Κυπριακής Δημοκρατίας, με ευρωπαϊκή ταυτότητα. Σε μια Κύπρο – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Τουρκοκύπριοι θα διαθέτουν την προστατευτική ομπρέλα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και των ευρωπαϊκών πολυπολιτισμικών θεσμών. Θα ωφεληθούν εξαιρετικά από την ανθηρή οικονομία της Κύπρου, αλλά και από τα ευρωπαϊκά προγράμματα.

Βεβαίως, θα είναι μία σημαντική γέφυρα για την Τουρκία την ίδια, που θα συμβάλει πιστεύω και στη δική της πορεία, την πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχω τονίσει ότι με την ένταξη της Κύπρου, με την επίλυση και του Κυπριακού, δηλαδή και με τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων σε αυτή την ενταξιακή διαδικασία, αυτό σημαίνει ότι και η τουρκική γλώσσα γίνεται επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που δεν μπορεί παρά να συμβάλει, να βοηθήσει στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, αν θέλετε και στον εθισμό των εταίρων μας στην Ευρώπη, ότι κάποια στιγμή και η Τουρκία θα γίνει μέλος αυτής της μεγαλύτερης οικογένειας.

Άρα, λοιπόν, υπάρχουν πολλές θετικές για την ίδια την Τουρκία λογικές, πάνω στην οποία θα μπορούσε να δει το δικό της συμφέρον σε σχέση με την επίλυση του Κυπριακού.

Σε ότι αφορά τις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά το Ελσίνκι, η ουσιαστική αλλαγή κλίματος ενδυναμώνει τις αλλαγές που ήδη έχουν επιτευχθεί στο όλο σκηνικό. Επαναλαμβάνω, εδραιώνεται αυτό το κλίμα για ένα καλύτερο αύριο.

Η Ελλάδα έχει επανειλημμένα εκδηλώσει την επιθυμία της για εξομάλυνση και βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και, βεβαίως, έχουμε υιοθετήσει αυτή την εποικοδομητική -όπως τη θεωρούμε- προσέγγιση του αμοιβαίου συμφέροντος.

Επιτρέψτε μου να πω ότι η προσέγγιση με την Τουρκία δεν είναι χρήσιμη αποκλειστικά και μόνο εάν λύσει τα μεγάλα και πάγια προβλήματα αυτή η προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών, νομίζω και ο κύριος Πρύτανης το τόνισε αυτό. Οι διαφορές μπορεί να υπάρχουν, αλλά η προσέγγιση με την Τουρκία είναι χρήσιμη και στο βαθμό που μεταφράζεται και ήδη μεταφράζεται σε μια πολιτική χαμηλής έντασης, χαμηλών τόνων, την σταδιακή, αλλά και ουσιαστική εγκαθίδρυση ενός κλίματος ηρεμίας, ειδικά στις διμερείς σχέσεις και στην περιοχή του Αιγαίου. Και οι δύο πιστεύω ότι έχουμε κοινό συμφέρον να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η εγκαθίδρυση αυτού του κλίματος ηρεμίας είναι σημαντικό και νομίζω ότι συμβάλλει και από την τουρκική πλευρά στο να αναδειχθεί η διαπίστωση, ότι και η κοινωνία και οι πολιτικοί στην Ελλάδα και στην Τουρκία, θεωρούν ότι υπάρχει ανάγκη μιας ειρηνικής σχέσης, αλλά και ότι η Ελλάδα η ίδια είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Αυτό νομίζω ενδυναμώνει και από πλευράς της Τουρκίας τη διάθεσή της να δει σε διμερές επίπεδο τη μείωση της έντασης στις σχέσεις μας.

Μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχει ανοίξει ένας νέος διάλογος και η Ελλάδα είναι έτοιμη να συζητήσει με την Τουρκία κάθε τι, εντός του πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου και των Συνθηκών, κάθε τι που δεν άπτεται των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Θεωρούμε ότι η καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση θεμάτων που μπορεί να προκύπτουν, εμείς θεωρούμε ότι υπάρχει ως ζήτημα μόνο η υφαλοκρηπίδα, μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον καλύτερο τρόπο μέσα από τη διαδικασία της παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Θέλω κλείνοντας να πω δυο λόγια για το τι έχει προχωρήσει και τι θα προχωρήσει, πιστεύω, στα επόμενα βήμα στην σχέση μας. Πρώτα από όλα έχουμε ξεκινήσει μια σημαντική συνεργασία σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος -όπως τόνισα- όπως είναι οι πολιτιστικές σχέσεις, ο τουρισμός, το περιβάλλον, η καταπολέμηση του εγκλήματος, η ασφάλεια του πολίτη και οι εμπορικές και οικονομικές σχέσεις.

Η συνεργασία αυτή έχει ήδη διευρυνθεί και σε άλλους τομείς, όπως η συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, φυσικού αερίου, δικτύου ηλεκτροδότησης, αλλά και στον τομέα των φυσικών καταστροφών. Υπάρχει μια δυναμική, οι θεματικές αυτές ενότητες θα αναπτυχθούν με την υποστήριξη των μη κυβερνητικών οργανώσεων, του ιδιωτικού τομέα, των ίδιων των κοινωνιών μας.

Πιστεύουμε ότι αυτές οι θεματικές αποτελούν μια ακόμα πολύ σημαντική βάση κοινού συμφέροντος, που δεν μπορεί παρά να ενδυναμώσει αυτή τη διαδικασία προσέγγισης στο μέλλον.

Θέλω να κλείσω λέγοντας ότι θεωρώ, ότι η ελληνική πολιτική έχει συμβάλει στο να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το πλαίσιο αυτό πρώτα από όλα χαρακτηρίζεται από το ευρωπαϊκό της στοιχείο, δηλαδή τη νέα δυναμική μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση της υποψηφιότητας της Τουρκίας, ενισχύεται η νομιμότητα ή αν θέλετε η Διεθνής Νομιμότητα στις σχέσεις μας και ενισχύεται, επίσης, η πτυχή του κοινού συμφέροντος του θετικού πολιτικού κλίματος, που και αυθόρμητα βγήκε από τους πρόσφατους σεισμούς.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, τα ίδια τα προβλήματα, τα γνωστά, μπορούν πιστεύω να προσεγγιστούν με άλλο μάτι, με άλλη διάθεση, αλλά και με νέα εργαλεία επίλυσης. Έτσι, βλέπουμε την σχέση μας ως μια κοινή προσπάθεια, αντί για μια αντιδικία και μόνο. Κοινή προσπάθεια, βεβαίως, όπως είπα και από την αρχή, προσέγγισης της Τουρκίας προς τις ευρωπαϊκές αξίες.

Θέλω, όμως, να μιλήσω για τα στάδια τα οποία βλέπω εγώ θα περάσει η σχέση μας, εάν υπάρξει μια θετική συνέχεια όσων έχουμε ήδη κατορθώσει. Πρώτα από όλα θα πρέπει να είναι η ίδια η εφαρμογή των Συμφωνιών που εμείς έχουμε υπογράψει. Είναι μια σημαντική δουλειά αυτή, δεν είναι η υπογραφή των Συμφωνιών το τέλος μιας διαδικασίας, είναι η αρχή μιας ουσιαστικής διαδικασίας συνεργασίας σε πάρα – πάρα πολλούς τομείς. Αυτό θα βοηθήσει στη διατήρηση και εμπέδωση αυτού του κλίματος που έχει υπάρξει μέχρι σήμερα και στην περαιτέρω εμβάθυνση ενός κλίματος εμπιστοσύνης.

Δεύτερον: Πιστεύω ότι θα υπάρξει μια παράλληλη διεύρυνση των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης πάνω στη βάση των Συμφωνιών Γιλμάζ – Παπούλια, κάτι που είχε ξεκινήσει εδώ και δύο χρόνια με την προσπάθειά μας, μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, να συζητήσουμε την όλη αυτή υπόθεση.

Τρίτον: Τη συνεργασία μας σε περιφερειακό επίπεδο, στα Βαλκάνια, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή, στη Μεσόγειο. Ήδη έχουμε συχνές επαφές πάνω στα ζητήματα αυτά. Δεν σημαίνει ότι σε όλα συμφωνούμε, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτή η περιφερειακή συνεργασία αναδεικνύει και πάλι πολλούς τομείς όπου έχουμε κοινό συμφέρον και κοινές αντιλήψεις.

Ένας τέταρτος σημαντικός -όπως θα ήταν πολύ λογικό- τομέας συνεργασίας είναι η ευρωπαϊκή προοπτική. Εδώ ήδη την επόμενη εβδομάδα, ο κύριος Αγαθοκλής είναι εδώ μαζί μας, είναι μέσα στην ομάδα αυτή που θα επισκεφθεί την Τουρκία και θα ξεκινήσει μια στενή συνεργασία στη διαδικασία μεταρρύθμισης του νομικού πλαισίου, αλλά και των δομών των κρατικών, σε διάφορους τομείς, ώστε να συνάδουν το νομικό πλαίσιο και οι δομές αυτές στο ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η εμπειρία της Ελλάδας, η γνώση, η τεχνογνωσία αν θέλετε των τελευταίων 20 ετών, είναι πολύ σημαντική και ίσως από τις σημαντικότερες για την Τουρκία, έχοντας και εμείς καλύτερη γνώση των ιδιαίτερων προβλημάτων που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η Τουρκία. Εδώ ήδη έχει ξεκινήσει και μια συνεργασία μεταξύ των δύο Υπουργών Γεωργίας, παραδείγματος χάριν, στον τομέα αυτό.

Η ενίσχυση -πέμπτον- του ευρωπαϊκού πλαισίου νομίζω ότι θα βελτιώσει τις διμερείς μας σχέσεις και θα επιτρέψει εν τέλει να δούμε και τις διμερείς μας σχέσεις, το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας, αλλά και το Κυπριακό, μέσα από αυτή τη διαφορετική προσέγγιση.

Έτσι, αυτά είναι θεωρώ τα στάδια, τα οποία θα ακολουθήσει, εφόσον καταφέρουμε να συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια, η πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Βεβαίως, αυτή είναι μία αισιόδοξη πρόβλεψη. Δεν σημαίνει ότι όλα αυτά θα μπορέσουν να γίνουν χωρίς προβλήματα, χωρίς εμπόδια, χωρίς κάποιες φορές να υπάρχουν τα μπρος και πίσω σε αυτή τη διαδικασία.

Αλλά από την άλλη μεριά αυτό το οποίο εγώ διαπιστώνω είναι, ότι υπάρχει μία ισχυρή πολιτική βούληση και στο επίπεδο των πολιτικών ηγεσιών των δύο χωρών και στο επίπεδο των κοινωνιών των δύο χωρών και στο επίπεδο των διαφόρων φορέων της κοινωνίας των δύο χωρών.

Ο κύριος Δημόπουλος είπε πολύ σωστά για την ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά δεν είναι μόνο αυτή, είναι η επιχειρηματική κοινότητα, είναι η Τοπική Αυτοδιοίκηση, είναι διάφοροι φορείς πολιτιστικοί, διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις, γυναικών, νεολαίας, αθλητικών, που πραγματικά έχουν δείξει πόσο αυτή η προσέγγιση, αυτή η διαδικασία, αυτή η εξέλιξη, θεωρείται ότι πρέπει να συνεχιστεί.

Ελπίζω, λοιπόν, ότι μέσα σε αυτό το πνεύμα πράγματι θα συνεχιστεί αυτή η πορεία, ώστε να μπορέσουμε επιτέλους να μιλάμε για μια τελείως διαφορετική σχέση μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, που οπωσδήποτε θα επηρεάσει θετικά πιστεύουμε την περιοχή ολόκληρη και βεβαίως την πορεία της ίδιας της Ευρώπης. Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Διαβάστε επίσης