Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Επαφές για τον πρωτογενή τομέα της παραγωγής | 26.05.2020

“Η πανδημία του κορονοϊού ανέδειξε την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ανάγκη συνεργασίας” | συνέντευξη Xinhua 21.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία στο Πανεπιστήμιο Πειραιά

Εκδήλωση που διοργάνωσε η ΠΑΣΠ στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, ενόψει των Φοιτητικών Εκλογών της Τετάρτης, 13ης Απριλίου

«Φίλες και φίλοι, ήρθα εδώ με ιδιαίτερη χαρά, για να απευθύνω και εγώ μια πρόσκληση σε εσάς, στη νεολαία της ΠΑΣΠ, στη σπουδάζουσα νεολαία, στη νεολαία τη σπουδάζουσα σε όλη την Ελλάδα, να πάρετε εσείς πρωτοβουλίες, να εμπνευστούμε και εμείς απ΄ τα δικά σας όνειρα, και να μπορέσουμε, όπως και εσείς το ζητάτε, να τα αλλάξουμε όλα. Το «Γιώργο άλλαξέ τα όλα» χρειάζεται και τη δική σας συμβολή.

Σας καλώ, και είναι μια πρόκληση και πρόσκληση, να σπάσουμε αντιλήψεις παλιές, να σπάσουμε αντιλήψεις γραφειοκρατικές, να σπάσουμε αντιλήψεις πελατειακές. Να γίνει η νεολαία και πάλι πηγή ανατροπής, να γίνει πηγή μεταρρυθμίσεων, αλλαγών, δημιουργίας και καινοτομίας.» τα παραπάνω δήλωσε, μεταξύ άλλων ο Γιώργος Α. Παπανδρέου στην ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Πειραιά

Φίλες και φίλοι, οι αγώνες της νεολαίας ιστορικά σηματοδότησαν μεγάλες εποχές. Αγώνες από την αρχή του προηγούμενου αιώνα για τη δημοτική γλώσσα, για την Εθνική Αντίσταση, αγώνες για το «1-1-4», το 15%, τους Λαμπράκηδες, την ΕΔΗΝ, τη Νομική, το Πολυτεχνείο, τη Νεολαία της Αλλαγής.

Σήμερα η νεολαία, έχει μπροστά της νέες προκλήσεις. Πρέπει η σημερινή νεολαία να σηματοδοτήσει τη δική της ιστορική διαδρομή. Το δικό της ιστορικό ρόλο.

Σήμερα έχει ένα δικό της ιστορικό ρόλο η νεολαία. Πρώτα απ’ όλα ζούμε σε ένα διαφορετικό κόσμο, μια άλλη πραγματικότητα διεθνοποίησης, παγκόσμιου χωριού, όπου καλείται η νεολαία, όχι μόνο η ελληνική, αλλά και η ελληνική, ιδιαίτερα η νεολαία η σοσιαλιστική και η δημοκρατική, να παλέψουμε για αξίες σε διεθνές επίπεδο.

Τις αξίες της ελευθερίας. Τις αξίες της δημοκρατίας. Τις αξίες της ισότητας, της συμμετοχής, της αλληλεγγύης. Τις αξίες για την ειρήνη στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή, στο Ιράκ. Τις αξίες για το περιβάλλον. Αυτές είναι διαχρονικές, ανθρώπινες, πανανθρώπινες αξίες, που, όμως, εκφράζουν το δικό μας χώρο, εκφράζουν τους δικούς μας στόχους, εκφράζουν διαχρονικά τους σοσιαλιστές και δημοκράτες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σήμερα, όμως, καλείται η νεολαία να αναδείξει και ένα νέο πατριωτισμό. Όταν το 1974 ιδρύσαμε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, ηχούσε τότε ένα σύνθημα. Ήταν το σύνθημα «η Ελλάδα στους Έλληνες». Αυτό το σύνθημα είχε την ιδιαίτερη σημασία του τότε.

Τότε παλεύαμε για μια ελεύθερη Ελλάδα, παλεύαμε ενάντια στην ξενοκρατία, παλεύαμε ενάντια σε ένα κατεστημένο που ήταν εξαρτημένο από ξένα κέντρα. Παλεύαμε ενάντια στις βάσεις των Αμερικανών στην Ελλάδα. Παλεύαμε ενάντια σε σκοτεινά συμφέροντα που υπηρετούσε το τότε κράτος. Παλεύαμε ενάντια στη συνεχή προσπάθεια της δεξιάς – δυστυχώς το συνεχίζει και σήμερα – να διαιρεί τους Έλληνες σε εθνικόφρονες και μη εθνικόφρονες.

Δώσαμε εμείς τη δυνατότητα στην Ελλάδα σαν ΠΑΣΟΚ να μπορούμε να παίρνουμε αποφάσεις ελεύθερα, περήφανα, δημοκρατικά, για την Ελλάδα, για τον ελληνικό λαό, για τον κάθε Έλληνα, και για το φτωχό και για τη μεσαία τάξη, όχι μόνο για το κατεστημένο. Αυτός ο νέος πατριωτισμός σήμερα, είναι, ακριβώς, αυτό που ζητάμε. Μια περήφανη πολιτική για τον Έλληνα, που δεν είναι φοβικός, που δεν είναι μίζερος.

Διότι εμείς, σαν ΠΑΣΟΚ, πάντα πιστέψαμε και πιστεύουμε στις δυνατότητες της Ελλάδας, και μόνο εμείς καταφέραμε να αναδείξουμε αυτή την πίστη, τη βαθιά πίστη στον Έλληνα πολίτη, για τις ελληνικές δυνατότητες, τις δυνατότητες του Έλληνα, της Ελληνίδας.

Και χωρίς αυτή την πίστη, χωρίς αυτό το βαθύ πιστεύω, το δημοκρατικό στον Έλληνα πολίτη, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να παίρνει η Ελλάδα πρωτοβουλίες και να κερδίζει. Είτε να γίνεται μέλος στην ΟΝΕ, είτε να μπορεί να αντιμετωπίζει την Τουρκία. Και όταν υπάρχει απειλή, με σθένος να προχωρεί σε νέες σχέσεις ειρήνης και φιλίας, όταν χρειάζεται και όπως το κάναμε. Ή να είναι πρωτοπόρα στα Βαλκάνια η Ελλάδα ή να εντάσσει την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή να οργανώνει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

Αυτή η Ελλάδα είναι η Ελλάδα την οποία εμείς δημιουργήσαμε. Μια περήφανη Ελλάδα που πιστεύει στον εαυτό της.

Δυστυχώς, ο πατριωτισμός όπως τον αντιλαμβάνονται η ΝΔ και ένα μέρος της παραδοσιακής Αριστεράς, είναι ένας φοβικός πατριωτισμός, που λεει το εξής: ή πρέπει να ενσωματωθούμε ή πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι και να δεχθούμε ότι έρχεται απ’ έξω ή θα πρέπει να απομονωθούμε, «να το παίξουμε» αντάρτικο και να απομονωθούμε.

Το ΠΑΣΟΚ αντιδρά, και δεν δέχεται ούτε το ένα, ούτε την απομόνωση, αλλά ούτε και απ’ την άλλη μεριά την αφομοίωση, την ενσωμάτωση. Για μας η Ελλάδα μπορεί, και ήταν επί των ημερών μας, χώρα ισότιμη, χώρα με βάρος, που μπορούσε να προωθήσει τη δική της συμμετοχή, το δικό της λόγο, τις δικές τις απόψεις, και να κερδίζει, να παίρνει πρωτοβουλίες.

Αλλά για να μπορούμε ως Ελλάδα να συνεχίζουμε να βρισκόμαστε σε ένα επίπεδο ισότιμο, να μπορούμε να συμμετέχουμε στο διεθνές γίγνεσθαι, να μη γίνουμε περιθώριο, να μη χτυπηθεί η Ελλάδα από ανεργία, υποανάπτυξη, περιθωριοποίηση, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις.

Πρώτα απ’ όλα έχουμε έναν τεράστιο πλούτο. Υλικοτεχνική υποδομή, οι θάλασσές μας, το περιβάλλον μας, η ομορφιά της χώρας μας, τα Ιδρύματά μας, η παράδοσή μας, οι παραγωγικές δυνάμεις, το ανθρώπινο δυναμικό. Για μας, χρειάζεται μια συλλογική και δημοκρατική διαχείριση αυτού του πλούτου που έχει η χώρα μας, για να υπάρχει ουσιαστική συμμετοχή όλων.

Είναι μια βαθιά δημοκρατική αντίληψη για την κοινωνία μας, που μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη συμμετοχή, με την αποκέντρωση, με την κοινωνική λογοδοσία των θεσμών και των φορέων απέναντι στην ελληνική κοινωνία.

Για μας, αυτή η δημοκρατική ανατροπή είναι πρώτη προϋπόθεση για να μπορεί η Ελλάδα να συμμετέχει ισότιμα σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα. Βαθιά δημοκρατική ανατροπή.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι να ανατρέψουμε τη βαθιά εμπεδωμένη αντίληψη ενός κακού κρατισμού. Ενός κρατισμού που προωθεί τις πελατειακές σχέσεις, που γίνεται εστία διαφθοράς και συναλλαγής, που γίνεται αντικείμενο χειραγώγησης συνειδήσεων, και να ξεφύγουμε απ’ τη λογική που ξανακούσαμε πρόσφατα απ’ τον υφυπουργό τον κ. Νάκο, ότι υπάρχουν τα «καλά παιδιά» και τα «κακά παιδιά» της κοινωνίας, και ότι, όλα τα «καλά παιδιά» είναι τα παιδιά της ΝΔ.

Αυτές οι λογικές του κρατισμού και της πελατειακής σχέσης, θέλουν να κρατήσουν συνειδήσεις και ιδιαίτερα τη νεολαία χειραγωγημένη.

Να σπάσουμε αυτά τα δεσμά του κρατισμού. Να δώσουμε ελευθερία. Να ανοίξουμε δυνατότητες δημιουργικές για την κοινωνία μας.

Μαζί θα πρέπει να σπάσουμε τον κρατισμό των προνομίων, και να μιλήσουμε για τον πολίτη που έχει ίσα δικαιώματα απέναντι στο κράτος. Να σπάσουμε τον κρατισμό των πελατειακών σχέσεων, και να μιλήσουμε για το κράτος της αξιοκρατίας, να σπάσουμε τον κρατισμό του συγκεντρωτισμού, να σπάσουμε αυτό τον κρατισμό της εξουσίας. Να μιλήσουμε για την κοινωνία, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, την αυτονομία.

Απέναντι στον κρατισμό της γραφειοκρατίας, να μιλήσουμε για τη διαφάνεια, την ευκολία στις σχέσεις του κράτους με τον πολίτη. Εμείς βλέπουμε μια διαίρεση στην κοινωνία, την οποία πρέπει να ανατρέψουμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε την κοινωνία της παραγωγής, αντί της κοινωνίας του παρασιτισμού. Την κοινωνία της πρωτοβουλίας, αντί του κράτους της καταστολής. Την κοινωνία της καινοτομίας, αντί για την κοινωνία της απομίμησης. Την κοινωνία της δημιουργίας και της συμμετοχής, αντί για την κοινωνία της οικειοποίησης και του θεατή.

Και μια τρίτη προϋπόθεση, φίλες και φίλοι, για να μπορεί η Ελλάδα και όλοι μας, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες να συμμετέχουμε ισότιμα, είναι να επενδύσουμε στον άνθρωπο. Αφού απελευθερώσουμε τις δυνάμεις, να επενδύουμε στον άνθρωπο. Επένδυση στον άνθρωπο σημαίνει επένδυση στην Παιδεία, επένδυση στην εκπαίδευση, επένδυση στη δια βίου εκπαίδευση, αλλά και απ’ την άλλη μεριά και αλληλεγγύη. Αλληλεγγύη με το φτωχότερο, με τον πιο αδύναμο, να μην υπάρχει περιθωριοποίηση.

Φίλες και φίλοι, έτσι τη θέλουμε την ΠΑΣΠ, πρωτοπόρα, μαζική, της ανατροπής, των αλλαγών, να ξεφύγουμε από αντιλήψεις γραφειοκρατικές και πελατειακές.

Φίλες και φίλοι, πράγματι η Ελλάδα έχει μπροστά της νέες προκλήσεις. Δυστυχώς, έχει, όμως, και μια Κυβέρνηση που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις.

Πριν από λίγο καιρό ο Πρωθυπουργός ο κ. Καραμανλής, είπε ότι ποτέ μια κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε τόσα κρίσιμα ζητήματα σε τόσο λίγο χρόνο. Και έχει δίκιο, διότι μπροστά μας η Ελλάδα είχε και έχει τεράστια κρίσιμα ζητήματα. Αλλά θέλω να συμπληρώσω, ότι ποτέ μια κυβέρνηση δεν έκανε τόσα λάθη σε τόσο λίγο χρόνο.

Είναι, ίσως, η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση με τέτοια πλειοψηφία διαψεύδει τόσο γρήγορα προεκλογικές προσδοκίες και απογοητεύει τόσους πολλούς στην Ελλάδα.

Αλλά γιατί αποτυγχάνει η Νέα Δημοκρατία; Κάτι το οποίο εμείς θα πρέπει να προσέξουμε, διότι, ακριβώς, δε θα ακολουθήσουμε αυτό το δρόμο της Νέας Δημοκρατίας.

Πρώτα απ’ όλα διότι δεν προετοιμάστηκε, δεν άλλαξε και η ίδια, για να αναλάβει κυβέρνηση. Είχε τη λογική του «ώριμου φρούτου». «Αφήστε το χρόνο και αφήστε τη φθορά της εξουσίας να υπονομεύσουν το ΠΑΣΟΚ». Αλλά το τι θα κάνουνε δεν τους απασχόλησε. Καμία προετοιμασία η Νέα Δημοκρατία, κανένα ουσιαστικό πρόγραμμα. Το μόνο που ήθελαν, ήταν την «εξουσία για την εξουσία».

Το δεύτερο πρόβλημα, είναι ότι, δεν κατανόησε και δεν κατανοεί η Νέα Δημοκρατία τις νέες συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε και παλεύουμε. Δεν έχει καταλάβει τον κόσμο γύρω μας , και δεν έχει προετοιμάσει τον εαυτό της, αλλά ούτε και την παράταξή της γι’ αυτές τις μεγάλες ανατροπές και αλλαγές που πρέπει να γίνουν. Αλλά πώς να την προετοιμάσει;

Έχουμε μια νεολαία που ζητάει πραγματικές αλλαγές, αλλά βασικός τομέας για τον οποίο θα ήθελα να πω δυο λόγια σήμερα -για τις αλλαγές αυτές- είναι ο χώρος της παιδείας.

Διότι εδώ θα κριθεί το στοίχημα της Ελλάδας. Από το ποιες αλλαγές και ποιες μεταρρυθμίσεις θα κάνουμε στο χώρο της Παιδείας, ώστε να μπορέσουμε πραγματικά να επενδύσουμε στον άνθρωπο, να επενδύσουμε στη νεολαία, να επενδύσουμε έτσι ώστε να έχουμε δυνατότητες ισότιμης και ακόμα καλύτερης συμμετοχής του Έλληνα και της Ελληνίδας στη διεθνή οικονομία και στη διεθνή κοινωνία.

Πρώτο βασικό στοιχείο που έχουμε τονίσει, είναι η ανάγκη -αναμφισβήτητα- να αυξηθούν οι πόροι για την παιδεία. Δεν αρκεί, βεβαίως, αλλά εμείς το έχουμε βάλει ως βασικό στόχο.

Πρώτα απ’ όλα είχαμε τονίσει και προεκλογικά την ανάγκη να φτάσει ο προϋπολογισμός στο 5% του ΑΕΠ. Δεύτερον είχαμε μιλήσει για μια μεγάλη πρωτοβουλία, πρωτοβουλία για το μέρισμα ειρήνης, για την αμοιβαία, μετά από διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, μείωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Είχαμε δεσμευτεί, τα ποσά αυτά να πάνε στην επένδυση για τις υποδομές και για την εκπαίδευση της νεολαίας, στην Παιδεία, και για τη δουλειά, για να χτυπήσουμε την ανεργία, για την επιμόρφωση, για την επαγγελματική κατάρτιση.

Μιας και μιλάμε για το θέμα της εξωτερικής πολιτικής, μια μικρή παρένθεση. Για όλα αυτά, η πορεία της χώρας μας, δυστυχώς, δε φαίνεται με τη Νέα Δημοκρατία να είναι μια αισιόδοξη πορεία.

Είτε στα εθνικά θέματα, στο κυπριακό, στα ελληνοτουρκικά, και βεβαίως στο Σκοπιανό, είτε στην πορεία της οικονομίας μας, με τις διαπραγματεύσεις για το Δ΄ ΚΠΣ, αλλά και την απώλεια πόρων από το Γ΄ ΚΠΣ.

Υπάρχει και η αδυναμία της Κυβέρνησης να αξιοποιήσει τη μεγάλη κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, για την οποία έχουμε πάρει εύσημα από όλο τον κόσμο.

Υπάρχει η ανάγκη για τομές και αλλαγές.

Σε όλα αυτά δε φαίνεται η Νέα Δημοκρατία να μπορεί να ανταποκριθεί. Κι αυτό οδηγεί την Ελλάδα σε εσωστρέφεια, σε αποδόμηση των κατακτήσεων του ελληνικού λαού, της διεθνούς θέσης της και της διαπραγματευτικής της ικανότητας.

Θέλω να πω δυο λόγια για το Σκοπιανό. Προφανώς εμείς περιμένουμε την απάντηση των Σκοπίων, για να αξιολογήσουμε τα τελικά δεδομένα. Είναι, όμως, σαφές, ότι έχουμε βρεθεί τον τελευταίο χρόνο σε ένα πολύ πιο δυσμενές κλίμα, σε μια πιο δυσμενή αφετηρία στις διαπραγματεύσεις, ακριβώς λόγω χειρισμών και λόγω αποφάσεων, αλλά θα έλεγα και της απραξίας της Ελληνικής Κυβέρνησης τον τελευταίο χρόνο, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η Κυβέρνηση να οδηγηθεί σε μια μονομερή μετατόπιση της διαπραγματευτικής μας βάσης στο θέμα του σκοπιανού. Η ευθύνη σε κάθε περίπτωση ανήκει στην Κυβέρνηση.

Δηλώνει, βεβαίως, ότι θέλει τη συναίνεση, και έχουμε κάθε λόγο κι εμείς να συμβάλλουμε στα εθνικά θέματα, όπως πάντα συμβάλλαμε, ως παράταξη, είτε βρισκόμασταν στην αντιπολίτευση είτε βρισκόμασταν στην κυβέρνηση.

Θέλω, όμως, να τονίσω ότι, δεν μπορεί να υπάρχει συναίνεση όταν ακόμα και στην ενημέρωση που παίρνουμε έχουμε λειψή ενημέρωση. Διότι, τώρα, πληροφορούμαστε, ότι υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο στην πρόταση για το θέμα της ονομασίας.

Και εμείς, όπως και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, δεν πληροφορηθήκαμε αυτό το σημείο, και ζητούμε άμεσα πληροφόρηση για την πραγματική πρόταση του κ. Νίμιτς. Να την καταθέσει η Νέα Δημοκρατία, η κυβέρνηση, για να μπορούμε να συζητήσουμε.

Θέλω να μιλήσω, όμως, φίλες και φίλοι, και για τα ελληνοτουρκικά και το casus belli. Στο συμβολικό επίπεδο, βεβαίως, είναι σημαντική η δήλωση του Προέδρου της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, για την άρση του casus belli. Όμως, θέλω να θυμίσω, εδώ, δύο πράγματα, για να μιλήσουμε και επί της ουσίας.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να προβάλλουμε, και αυτό το κάναμε συνεχώς, τις υποχρεώσεις της Τουρκίας απέναντι στον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ. Έχει, επίσης, γι’ αυτό το θέμα ήδη η Τουρκία ρητώς δεσμευτεί για μη επίθεση ή απειλή επίθεσης κατά της Ελλάδας, όπως και εναντίον άλλων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν το 2002 το Δεκέμβριο, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις δύο ετών, αποδεχόταν τις αποφάσεις για τη σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης-ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας.

Τότε, η όλη συζήτηση ήταν για τον ευρωστρατό, αν θα θυμόσαστε, για το έγγραφο των Βρυξελλών. Και αυτό αντικατέστησε το έγγραφο της Άγκυρας, με μια κοινή δήλωση, όπου ρητώς υπάρχει η αναφορά και η δέσμευση για μη επίθεση από πλευράς της Τουρκίας. Αυτή είναι μια ισχυρή δέσμευση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Είναι αποτέλεσμα της δικής μας πολιτικής, και προφανώς δεν τίθεται θέμα νέων συζητήσεων ή άνοιγμα ξανά αυτού του κεφαλαίου.

Αυτές είναι οι δεσμεύσεις τις οποίες θεωρούμε υπαρκτές, και δεν χρειάζεται να κάνουμε και εμείς καμία αμοιβαία υποχώρηση, για μια δέσμευση που είναι, ούτως ή άλλως, μια ουσιαστική βασική αξία του χάρτη του ΟΗΕ. Ελπίζω ότι, προς αυτή την κατεύθυνση θα κινηθεί και ο υπουργός Εξωτερικών κατά την επίσκεψή του στην Τουρκία τις επόμενες μέρες.

Θέλω, επίσης, να τονίσω ότι, εμείς είχαμε καταφέρει να μετατρέψουμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε σχέσεις Ευρώπης-Τουρκίας, εντάσσοντας βασικές δικές μας αρχές, και βασικά δίκαια αιτήματα, μέσα στο πλαίσιο της πορείας της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα ήταν λάθος η ΝΔ να μετατρέψει αυτές τις σχέσεις και αυτά τα προβλήματα, πάλι σε ελληνοτουρκικά προβλήματα.

Θα ήθελα να κλείσω αυτή την ομιλία λέγοντας δυο πράγματα για την Παιδεία και τα Πανεπιστήμιά μας. Χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη τομή και μεταρρύθμιση στο χώρο της Παιδείας. Αν θέλετε, τώρα είναι η ώρα της ποιότητας. Ποιότητα για τους νέους, ποιότητα για τη διδασκαλία, ποιότητα στην έρευνα, ποιότητα στις σπουδές.

Πρέπει όμως, να υπηρετούν τις δικές μας διαχρονικές αρχές της ισότητας, όχι των διακρίσεων, όχι των ταξικών ή άλλων διακρίσεων στην πρόσβαση των νέων ανθρώπων στην Παιδεία. Ίσες δυνατότητες για τα χαμηλότερα και τα μεσαία εισοδήματα.

Ο δημόσιος τομέας θα είναι πάντα για μας ο βασικός άξονας για την προσφορά Παιδείας στη χώρα μας. Ένας νέος ρόλος πρέπει να υπάρχει για το κράτος. Σήμερα το κράτος, και εδώ, στο χώρο της Παιδείας, χειραγωγεί.

Φίλες και φίλοι, πρέπει να υπάρξει νέος ρόλος και νέα σχέση του κράτους με τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Σήμερα το κράτος ποδηγετεί. Το κράτος χειραγωγεί. Μέσα από μια απίθανη γραφειοκρατική αντίληψη, δεν αφήνει ελεύθερες τις δυνάμεις της πανεπιστημιακής, ακαδημαϊκής κοινότητας, για να μπορέσουν να επιτελέσουν το έργο τους. Χρειάζεται να απελευθερώσουμε το δημόσιο Πανεπιστήμιο, να μπορεί με μεγαλύτερη πρωτοβουλία, πιο ευέλικτα, πιο αποτελεσματικά, να αντιμετωπίζει τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Απελευθερώνοντας, όμως, την πανεπιστημιακή κοινότητα, θα πρέπει να εισαχθούν και νέες μορφές αξιολόγησης και διαχείρισης του ίδιου του Πανεπιστημίου. Πρώτα απ’ όλα στον τρόπο χρηματοδότησης. Έχω τονίσει, ότι θα πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία των ίδιων των φοιτητών και σπουδαστών. Ελευθερία επιλογών. Να μπορεί να πηγαίνει σε ένα τμήμα και στη διαδρομή να αλλάζει, να πηγαίνει σε άλλο τμήμα. Ή στη διαδρομή να αλλάζει και να πηγαίνει σε ένα άλλο Πανεπιστήμιο ή σε ένα νέο επιστημονικό αντικείμενο. Να μπορεί να αλλάζει και να πηγαίνει σε μια άλλη χώρα. Να μπορεί να υπάρχει αυτή η ελευθερία επιλογών.

Ελευθερία επιλογών που επιτρέπει να μη βρίσκεται απέναντι σε αδιέξοδα ο νέος, αδιέξοδα που συνήθως ενισχύουν και το φάσμα της ανεργίας, το φάσμα της έλλειψης δουλειάς, διότι επέλεξε ένα επάγγελμα ή τοποθετήθηκε ουσιαστικά με το σύστημα που υπάρχει σε ένα επάγγελμα, το οποίο δεν έχει το απαραίτητο μέλλον.

Αλλά παράλληλα το Πανεπιστήμιο να μπορεί να αλλάζει τις σπουδές, να συνθέτει επιστημονικά αντικείμενα, χωρίς να περνά από μια κεντρική γραφειοκρατία, ευέλικτα, άμεσα, σύμφωνα με τις ανάγκες της ίδιας της κοινωνίας, των ίδιων των φοιτητών, της ίδιας της έρευνας, της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Έτσι, θα πρέπει να πάμε σε έναν άλλο τρόπο εσωτερικής λειτουργίας, που θα επιτρέπει μεγαλύτερη εσωτερική ελευθερία, αλλά θα υπάρχει όμως και μεγαλύτερη αξιολόγηση απ’ την ευρύτερη κοινωνία. Διότι, δυστυχώς, σήμερα, το Πανεπιστήμιο και η πανεπιστημιακή κοινότητα, βρίσκονται απομονωμένοι από την ελληνική κοινωνία και τις πραγματικές ανάγκες, είτε τις πνευματικές, είτε τις οικονομικές, είτε τις κοινωνικές, είτε τις πολιτιστικές, τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.

Αλλά είναι απομονωμένο, ακριβώς, λόγω αυτού του ιδιότυπου κρατισμού που υπήρχε τόσα και τόσα πολλά χρόνια. Ένας κρατισμός που επιβλήθηκε από μια αντίληψη όχι σοσιαλιστική. Μια αντίληψη αυταρχική, δεξιά, που ήθελε το κράτος να ελέγχει τη νεολαία, το κράτος να ελέγχει τις συνειδήσεις. Αυτό πρέπει να σπάσουμε. Να απελευθερώσουμε τις συνειδήσεις και τη νεολαία στη χώρα μας.

Αυτό σημαίνει, όμως, ότι θα πρέπει να υπάρχουν και μηχανισμοί αξιολόγησης. Αξιολόγησης, όχι όπως λέει αυτή τη στιγμή στο διάλογο η κα Γιαννάκου. Διότι, όπως βλέπουμε εμείς, η αξιολόγηση όπως αυτή την προτείνει, είναι μια αξιολόγηση που περισσότερο αποσκοπεί στο να τιμωρήσει κάποια τμήματα ή κάποια Πανεπιστήμια ή κάποια ΤΕΙ, και όχι να δει που είναι οι αδυναμίες, για να συμβάλλει με νέες επενδύσεις και βοήθεια, για να μπορούν όλοι ισότιμα να προχωράνε μπροστά.

Αξιολόγηση πρέπει να γίνει και πρέπει να γίνεται. Και πρέπει να γίνεται και απέξω, απ’ την κοινωνία, και πρέπει να γίνεται και από άλλους επιστημονικούς φορείς, και πρέπει να έχει και δικαίωμα και ο ίδιος ο φοιτητής να αξιολογεί το Πανεπιστήμιό του, το τμήμα του, τον Καθηγητή του, όπως γίνεται στα περισσότερα Πανεπιστήμια στον κόσμο.

Αλλά επίσης αξιολόγηση σημαίνει να φύγουμε απ’ τον κρατισμό, και το δημόσιο Πανεπιστήμιο να γίνει κοινωνικό, να είναι κοντά στην κοινωνία. Που σημαίνει να έχει πολλαπλές διασυνδέσεις με την περιοχή, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, με την περιφέρεια, με τους παραγωγικούς φορείς της περιοχής. Να μπορεί να έχει πολλαπλές μορφές χρηματοδότησης. Χρηματοδότηση όχι μόνο απ’ το κράτος, αλλά χρηματοδότηση και απ’ την Τοπική Αυτοδιοίκηση, και απ’ την περιφέρεια, και από ιδιωτικούς φορείς.

Διότι μόνο έτσι θα είναι ευαισθητοποιημένη η πανεπιστημιακή κοινότητα και στις ανάγκες του κράτους, και στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, και στις ανάγκες της ανάπτυξης της περιφέρειας, και στις ανάγκες της αγοράς. Όλες αυτές τις δυνατότητες πρέπει το Πανεπιστήμιο να έχει, όχι μόνο της αγοράς, όχι μόνο ενός αυταρχικού κράτους, αλλά γενικότερα να μπορεί να ανταποκριθεί στις ευρύτερες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.

Και αυτό σημαίνει, επίσης, φίλες και φίλοι, ότι πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Αλλά όχι αποσπασματικά και πάλι, όπως κάνει η κα Γιαννάκου. Θέλω εδώ να πω κάτι για την ιστορία. Όταν έγινα πρώτη φορά υπουργός Παιδείας το ’89, είχε βάλει τότε ο αείμνηστος Αντώνης Τρίτσης, είχε βάλει ελάχιστο βαθμό στο βασικό μάθημα για να μπορούν να μπουν στο Πανεπιστήμιο οι υποψήφιοι.

Βρήκα αυτή τη ρύθμιση. Δεν αποφάσισα να την αλλάξω, διότι ήξερα ότι έπρεπε να γίνουν πολλές αλλαγές, αλλά και να υπάρχει μια συνολική λογική. Και ήρθαμε με την ιδέα και την πρόταση του εθνικού απολυτηρίου. Ποιος κατήργησε αυτή τη διάταξη; Την κατήργησε η ΝΔ το ’90-’93, και τώρα έρχεται να την επαναφέρει. Πάλι αποσπασματικά. Δηλαδή, και τότε και τώρα, λειτούργησε η ΝΔ μόνο για τις εντυπώσεις, και όχι για ουσιαστικές αλλαγές στο χώρο της παιδείας.

Και βεβαίως, όταν βάζεις ένα τέτοιο μέτρο, πρέπει να δεις ακριβώς τι κάνεις με εκείνα τα παιδιά, τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και εδώ πρέπει να μπορείς να δημιουργείς πολλές εναλλακτικές επιλογές, που όμως ποτέ δεν θα αποκλείουν το δικαίωμα σε έναν νέο ή και σε έναν ενήλικα αργότερα, να μπορεί να ενταχθεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, να μπορεί αργότερα να πάρει μεταπτυχιακό, να έχει δικαίωμα δια βίου πρόσβασης στην εκπαίδευση. Διότι αυτή είναι η κοινωνία μας. Είναι μια κοινωνία γνώσης, που θέλει πάντα τη δυνατότητα ο νέος ή ο εργαζόμενος αργότερα, να μπορεί να ανανεώνει τις γνώσεις του, να μπορεί να ανανεώνει τις δυνατότητες του στην αγορά εργασίας.

Αυτό σημαίνει, ότι θα πρέπει το κάθε Πανεπιστήμιο να έχει δικαίωμα να διαμορφώνει μέσα σε βασικές αρχές, τον τρόπο επιλογής των φοιτητών. Αλλά εδώ πρέπει, όμως, να έχει δικαίωμα μεγαλύτερης επιλογής και ο φοιτητής. Αν ο φοιτητής έχει το δικαίωμα να επιλέγει, και ανάλογα με την επιλογή του να πηγαίνουν και οι οικονομικές επιδοτήσεις απ’ το κράτος, θα υπάρχει ένας καλός εσωτερικός ανταγωνισμός ποιότητας στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ για να καλυτερεύσουν.

Αλλά παράλληλα, θα μπορούσαν και τα Πανεπιστήμια, ιδιαίτερα της περιφέρειας, να έχουν δυνατότητες να παίρνουν παιδιά από την περιφέρεια κατευθείαν, με νέες διαδικασίες, όπως υπάρχουν και σε πάρα πολλές άλλες χώρες.

Παιδιά που ζουν σε μια περιφέρεια, όπως στην Ήπειρο να έχουν δυνατότητες πιο εύκολης πρόσβασης να πάνε στο Πανεπιστήμιο στην Ήπειρο, ή στη Θράκη της Θράκης ή στην Κρήτη της Κρήτης. Αν χρειάζονται μεγαλύτερη εξειδίκευση σε κάποια άλλη περιοχή της Ελλάδας, να έχουν τη δυνατότητα αυτό να το κάνουν.

Δεύτερον χρειάζεται μια χρηματοδότηση – κάποιος εδώ φώναξε «Δωρεάν παιδεία». Πράγματι, είμαστε εμείς, ως παράταξη, που εμπεδώσαμε την έννοια της δωρεάν παιδείας,τότε με τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχει δωρεάν παιδεία. Σήμερα κοστίζει και το Λύκειο, διότι οι γονείς χρειάζεται να πληρώσουν τεράστια ποσά για τα φροντιστήρια, για να μπορέσει το παιδί τους να μπει σε μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και υπάρχουν και υπέρογκα ποσά τα οποία πολλές οικογένειες πληρώνουν, για τη διαμονή, για το κόστος ζωής, καθώς σπουδάζει ο νέος.

Υπάρχουν συστήματα με τα οποία μπορούμε να συμβάλλουμε, να βοηθήσουμε, ώστε οι νέοι να μην έχουν αυτό το βάρος. Όπως π.χ. στη Σκανδιναβία, που δίνεται ένα δάνειο στους νέους, το οποίο αποπληρώνουν αφού πάρουν δουλειά, και αν δεν μπορέσουν να το αποπληρώσουν, αυτό το εγγυάται το ίδιο το σκανδιναβικό κράτος, η Σουηδία, η Φιλανδία, η Νορβηγία, η Δανία. Έτσι είναι το σύστημα αυτό.

Φίλες και φίλοι, εμείς, και ιδέες, και προτάσεις έχουμε για το χώρο της Παιδείας, και μπήκαμε στο ΕΣΥΠ, ο οποίος είναι θεσμός που εμείς δημιουργήσαμε, ένας κοινωνικός θεσμός, ακριβώς για να συμβάλλουμε στο διάλογο.

Θέλουμε, όμως, έναν ουσιαστικό διάλογο. Δεν θέλουμε να είμαστε στο διάλογο και κάθε τόσο να ανακοινώνεται, χωρίς την ενημέρωσή μας, μια καινούρια αλλαγή ή να λέγονται σκόρπια πράγματα. Και σε τριάντα μέρες, που θα πρέπει να πάει η υπουργός Παιδείας στο Μπέργκεν, για να καταθέσει το σύστημα αξιολόγησης, να μην ανακοινώνει ότι έχει υπάρξει ήδη νομοθέτημα για την αξιολόγηση των Πανεπιστημίων, όταν δεν υπάρχει.

Δεν είναι αξιόπιστος ένας διάλογος ο οποίος δε γίνεται με βάση στοιχεία, ειλικρίνεια και καλές προθέσεις. Δε θέλω να αμφισβητήσω τις προθέσεις της κας Γιαννάκου, αλλά περιμένουμε μεγαλύτερη προσπάθεια ουσιαστικής συναίνεσης, ουσιαστικού διαλόγου στο χώρο της Παιδείας. Και θα αξιολογήσουμε κι εμείς τη στάση μας.

Διότι εμείς θέλουμε να γίνουν τομές. Διότι το δικό μας κόμμα δεν είναι κόμμα που θέλει απλώς να κάνει αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση, όπως δε θέλουμε να είμαστε εξουσία για την εξουσία. Εμείς θέλουμε να παλεύουμε, να υπηρετούμε την Ελλάδα, να υπηρετούμε τον τόπο, να υπηρετούμε τη νεολαία μας, γι’ αυτό είμαστε στο διάλογο, για να βοηθήσουμε, για να συμβάλλουμε, για να μπορέσουμε να κάνουμε τομές.

Φίλες και φίλοι, θέλω να κλείσω και πάλι με αυτό το σύνθημα που ακούω όπου και αν πηγαίνω. Είναι το σύνθημα «Γιώργο, άλλαξέ τα όλα». Να ξέρετε ότι, θα μείνω πιστός σε αυτή την εντολή να συνεχίζουμε καθημερινά να αλλάζουμε, να προχωράμε μπροστά δημιουργικά.

Αλλά θέλω και μια υπόσχεση από εσάς. Οι αλλαγές αυτές, σημαίνουν ότι, ξεκινάμε κι εμείς από το δικό μας μικρόκοσμο, το δικό μας κόσμο, τις δικές μας σχέσεις με το συνάνθρωπο, το συμφοιτητή. Τη δική μας σχέση μέσα στην παράταξη, τις δικές μας λειτουργίες, μέσα στο χώρο μας, στο ΠΑΣΟΚ. Στις δικές μας λειτουργίες μέσα στη γειτονιά μας, στο σχολείο μας, στην παραγωγή.

Και θέλω η Νεολαία του ΠΑΣΟΚ, και θέλω η ΠΑΣΠ, και θέλω η σπουδάζουσα νεολαία να γίνει μπροστάρης σε αυτές τις αλλαγές, να σπάσει νοοτροπίες, να σπάσει μηχανισμούς, να σπάσει πελατειακές σχέσεις, να σπάσει αντιλήψεις ρατσισμού. Και να πάμε σε μια ανοιχτή, δημιουργική παράταξη, σε έναν ανοιχτό τρόπο σκέψης, ελεύθερης, σε αυτό τον τόπο.

Να ξεφύγουμε από τη χειραγώγηση, και να διαμορφώνουμε συνεχώς συνειδήσεις ελεύθερες, που αύριο, πάνω σε αυτές τις ελεύθερες συνειδήσεις θα φτιάξουμε την Ελλάδα την ισότιμη, της συμμετοχής, τη δυνατή στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Καλό αγώνα, καλή επιτυχία και μπροστάρης η ΠΑΣΠ.

Να ευχαριστήσω όλους, και βεβαίως τους Καθηγητές, τις πρυτανικές αρχές, τους συναδέλφους που βρίσκονται εδώ, σε αυτή την πολύ ωραία εκδήλωση.

Ευχαριστούμε και τους Καθηγητές που είναι εδώ μαζί μας, και ήρθαν αν ακούσουν αυτές τις σκέψεις. Ελπίζουμε στο διάλογο μαζί σας, για τις μεγάλες αλλαγές στο χώρο της Παιδείας. Να είστε καλά.»

Διαβάστε επίσης