Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Ομιλία στη σύσκεψη με την ΟΚΕ Αρκαδίας

Συναντιόμαστε σήμερα με την ΟΚΕ της περιοχής και βεβαίως με όλους τους βουλευτές, είναι εδώ και κλιμάκιο της Κυβέρνησης, για να συζητήσουμε τα προβλήματα της Αρκαδίας και να συναποφασίσουμε για σημαντικά θέματα στα επόμενα βήματά μας.

Όταν αναλάβαμε την εξουσία, ξέραμε πολύ καλά ποιος ήταν ο μεγάλος ασθενής. Ήταν το ελληνικό κράτος, το ελληνικό Δημόσιο, η κρατική μηχανή. Ξέραμε καλά, ότι το κύριο μέλημά μας, η βασική μας προτεραιότητα ήταν να φτιάξουμε επιτέλους αυτό το κράτος, ένα ευνομούμενο κράτος, όπως είπε και ο κ. Κωστόγιαννης.

Ένα κράτος Δικαίου, όπου ο κάθε πολίτης θα αισθάνεται ότι η Πολιτεία τον σέβεται και τον προστατεύει, προστατεύει τα δικαιώματά του. Ένα κράτος διαφάνειας, ώστε να γνωρίζει ο κάθε πολίτης τις αποφάσεις της Πολιτείας, αλλά ακόμα περισσότερο να γνωρίζει πού πάνε τα λεφτά του.

Ένα κράτος διαβούλευσης και λογοδοσίας, που και αξιολογείται, για να συμμετέχει ο πολίτης στη διαμόρφωση αποφάσεων, ζωτικών για τη ζωή του, για την επιχείρηση, την οικογένεια, την προοπτική, την Περιφέρεια, την περιοχή, αλλά και για να μπορεί ο πολίτης να αξιολογεί, να κρίνει το αποτέλεσμα, να ελέγχει τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και των Υπηρεσιών, τις οποίες βεβαίως πληρώνει ο φορολογούμενος, ώστε μ’ αυτό τον τρόπο να βελτιώνεται και η απόδοσή τους.

Ένα κράτος αξιοκρατικό, για να έχουμε τα καλύτερα δυνατά στελέχη, με τις καλύτερες ικανότητες, ώστε να μπορεί η Δημόσια Διοίκηση να αξιοποιεί τις καλύτερες πρακτικές, τις καλύτερες πολιτικές, προς όφελος τελικά του πολίτη.

Ένα κράτος επιτελικό, αποκεντρωμένο, απλό, κοντά στον πολίτη, ώστε να εξυπηρετείται ο ίδιος – όχι μια τεράστια γραφειοκρατία ή ένας μηχανισμός στο κέντρο – και να υποστηρίζεται στην καθημερινότητά του, χωρίς ταλαιπωρία.

Ένα κράτος εμπιστοσύνης και ανθρωπιάς, που θα εμπνέει σιγουριά, ακόμα και περηφάνια για την απόδοσή του και την ανθρωπιά του, που θα μπορεί να κατανοεί τα προβλήματα, να προστατεύει τα δικαιώματα του πολίτη και να θέτει τον πολίτη πάντα ως προτεραιότητα – να μην τον αντιμετωπίζει ως ξένο, ο οποίος έρχεται να ζητιανέψει για τα δικαιώματα που έχει.

Ένα κράτος ισονομίας και ευνομίας, όχι για τους λίγους και τους ισχυρούς, όχι για εκείνους που έχουν το μέσο ή την πρόσβαση, αλλά για κάθε πολίτη. Ένα ευνομούμενο κράτος, που τον στηρίζει και στηρίζει ιδιαίτερα τον αδύναμο, αυτόν που έχει ανάγκη, είτε είναι άτομο με αναπηρία, είτε είναι ο άνεργος, η γυναίκα, ο συνταξιούχος, η ελληνική οικογένεια και, κάθε ένας που μπορεί να βρεθεί σε δύσκολη θέση, κάποια στιγμή.

Όταν γίναμε Κυβέρνηση, λοιπόν, ξέραμε ότι αυτή ήταν η προτεραιότητά μας και παραμένει η προτεραιότητά μας. Ήταν, είναι και θα είναι βασικός μας στόχος, αυτό το ευνομούμενο κράτος.

Βέβαια, λένε πολλοί, ναι, αλλά τα μέτρα που πήρατε πόνεσαν τον Ελληνικό λαό. Και απαντώ, μας πόνεσαν όλους και πρώτα απ’ όλα πόνεσαν εμένα, γιατί δεν ήταν ευχάριστες αποφάσεις, ήταν όμως αναγκαίες αποφάσεις, αναγκαίες για να σώσουμε την Ελλάδα.

Και αφού την σώσουμε – και αυτό κάνουμε, και με τον «Καλλικράτη» – τότε θα μπορούμε πια να οχυρωθούμε, έχοντας κάνει τις αναγκαίες βαθύτερες αλλαγές, ώστε να μην βρεθούμε ξανά σ’ αυτή την κρίση, αλλά και να μπορούμε να είμαστε περήφανοι για τη Δημόσια Διοίκηση και γενικότερα για την πορεία της χώρας μας.

Γι’ αυτό, οι αποφάσεις που πήραμε και παίρνουμε – παίρνω παράδειγμα το ασφαλιστικό – δεν είναι απλώς για να αλλάξουμε το ασφαλιστικό, αλλά για να διατηρήσουμε τη βιωσιμότητα των Ταμείων, για να μπορούν να ξέρουν τα παιδιά μας ότι θα πάρουν και αυτά συντάξεις. Γιατί είχαμε φτάσει σ’ αυτό το σημείο, από τα εγκλήματα του παρελθόντος.

Ούτε όταν υποχρεωθήκαμε να προβούμε σε μειώσεις σε μισθούς και επιδόματα, το κάναμε για να κόψουμε τους μισθούς και τα επιδόματα. Το κάναμε, για να διασφαλίσουμε το δικαίωμα των εργαζομένων στο Δημόσιο να παίρνουν κανονικά το μισθό τους, διότι είχαμε φτάσει στο σημείο όπου θα μπορούσε να υπάρξει παύση πληρωμών – εκεί είχαμε φτάσει.

Γιατί το ξεχαρβάλωμα του κράτους ήταν τέτοιο, που είχαν ανοίξει πληγές, πολλές πληγές, χαίνουσες πληγές παντού, και αν δεν κάναμε μετάγγιση αίματος για να σωθεί, για να δώσουμε λίγο χρόνο ζωής, δεν θα μπορούσαμε ούτε καν να σκεφτούμε τις μεγάλες αλλαγές.

Κερδίσαμε μέσα από αυτές τις πράξεις μας την διεθνή στήριξη, την ευρωπαϊκή στήριξη, την αξιοπιστία μας, από τους εταίρους μας, για να μπορέσουμε να ανασάνουμε και να έχουμε τον απαραίτητο χρόνο. Και το καταφέραμε, γι’ αυτό και τώρα είναι η ώρα αυτών των μεγάλων αλλαγών.

Αλλά για ποιες αλλαγές μιλάμε; Ας δούμε, πρώτα απ’ όλα, κατάματα ποια είναι τα προβλήματα που έχουμε, για να συνδέσουμε τις λύσεις με αυτά. Γιατί πολλές φορές συζητάμε λύσεις, χωρίς να συζητάμε ποιο είναι το πρόβλημα, το οποίο θέλουμε να λύσουμε.

Δεν είμαστε μια φτωχή χώρα. Είμαστε μια χώρα σχετικά πλούσια, από τις 25-30 πιο πλούσιες στον πλανήτη μας. Έχουμε και ομορφιά, και περιβάλλον, και πλούτο, και ικανό ανθρώπινο δυναμικό. Ωστόσο, έχουμε ένα κράτος φτωχό και όχι μόνο, ένα κράτος με πολλά διαρθρωτικά προβλήματα.

Γιατί είναι φτωχό το κράτος μας, γιατί έχει αυτά τα προβλήματα; Μήπως επενδύσαμε υπερβολικά στην παιδεία; Όχι. Σήμερα, η ελληνική οικογένεια, ο Έλληνας πληρώνει για τις σπουδές του παιδιού από την τσέπη του, περισσότερο από κάθε άλλο Ευρωπαίο.

Μήπως επενδύσαμε υπερβολικά στην υγεία; Μήπως δώσαμε πολλά χρήματα για το δημόσιο σύστημα υγείας; Όχι. Σήμερα, για την υγεία του, ο Έλληνας ασθενής πληρώνει από την τσέπη του, επίσης περισσότερο από κάθε άλλο Ευρωπαίο.

Μήπως είναι υπερβολικά μεγάλες οι συντάξεις; Θα έλεγα ότι για κάποιους είναι, και υπάρχει και ανισότητα, αλλά για πολλούς είναι τόσο χαμηλές, ώστε να μην μπορούν πολλές φορές να βγάλουν το μήνα.

Τότε γιατί είναι φτωχό το κράτος μας, πού πήγαν αυτά τα χρήματα; Πρώτα απ’ όλα, φταίει η διαχείριση, η διαχείριση των χρημάτων του Ελληνικού λαού, των χρημάτων που έχει αυτό το κράτος. Τι κάναμε με τα λεφτά του Ελληνικού λαού; Είχαμε μια πρακτική, να θέλουμε να διορίζουμε στο Δημόσιο κάθε φίλο, κάθε κολλητό, όπως λέγεται στην καθομιλουμένη – και πολύ σωστά είπε ο κ. Κωστόγιαννης, στο λεξιλόγιο που έχει μπει στην πολιτική ζωή της χώρας – και κάθε ψηφοφόρο.

Για τις δικές μας ανάγκες ως χώρα, έχουμε ένα τεράστιο Δημόσιο, με τρομερό κόστος. Διπλασιάστηκε τα τελευταία 10 χρόνια το κόστος μισθοδοσίας στο Δημόσιο, διπλασιάστηκε από αυτές τις πρακτικές, ιδιαίτερα βεβαίως τα τελευταία 6 χρόνια.

Και δεν ήταν τυχαίο ότι μία από τις πρώτες αποφάσεις μας ήταν να ενισχύσουμε – αεροστεγώς, θα έλεγα – το ΑΣΕΠ, την αξιοκρατική επιλογή των στελεχών του Δημοσίου, ώστε να μην υπάρχει καν η έλξη, ας το πούμε έτσι, από πλευράς οποιασδήποτε πολιτικής ηγεσίας, να θελήσει να διορίσει κάποιους χωρίς την αξιοκρατική διαδικασία.

Επίσης, πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι, όταν μπαίνουν στο Δημόσιο, στο νοσοκομείο, στο σχολείο, σε μια Υπηρεσία, που πιθανόν όμως να μην είναι στην περιοχή ή στο Υπουργείο που θέλουν, πιέζουν για μετάθεση, για απόσπαση. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί τα σχολεία μας δεν έχουν αρκετούς καθηγητές; Γιατί τα νοσοκομεία μας δεν έχουν αρκετούς γιατρούς; Γιατί δεν έχουμε δασκάλους στα Νηπιαγωγεία ή στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση; Ενώ η χώρα μας έχει αναλογικά περισσότερους γιατρούς, περισσότερους καθηγητές, περισσότερους αστυφύλακες, από όλες σχεδόν τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρα, χρειάζεται μια πολύ καλύτερη διαχείριση. Και εδώ νομίζω έχει να παίξει καθοριστικό ρόλο ο «Καλλικράτης», η Περιφέρεια και η Αυτοδιοίκηση.

Από την άλλη πλευρά, τα χρήματα του Ελληνικού λαού, που πηγαίνουν σε προμήθειες, έργα, διαφημίσεις, σε διάφορες εταιρείες, συμβουλευτικές, όλα γίνονταν μέσα από την αδιαφάνεια. Παίρνω παράδειγμα τα νοσοκομεία, όπου έχουμε τεράστια ελλείμματα λόγω αυτής της αδιαφάνειας σε κόστη προμηθειών, αλλά και σε φαρμακευτική ύλη, γιατί υπάρχει τεράστια διαφθορά – πολύ απλά, τεράστια διαφθορά.

Κάτω από το βάρος των πελατειακών σχέσεων, των πιέσεων από ισχυρούς, και της διαφθοράς σε όλη την κλίμακα του Δημοσίου, έχουμε τεράστια εκροή χρημάτων του Ελληνικού λαού.

Γι’ αυτό, πρώτο μέλημά μας είναι η διαφάνεια, είναι η μηχανοργάνωση του Δημοσίου, είναι οι αποφάσεις που, πολύ σύντομα, με νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών, θα έρθουν στη Βουλή, ώστε όλες οι υπογραφές των ιθυνόντων, από την Αυτοδιοίκηση μέχρι την κεντρική Κυβέρνηση, να βρίσκονται στο διαδίκτυο, ως ένα πρώτο, αλλά επαναστατικό μέτρο, για να μπορούν να ελέγχονται οι δαπάνες και να ξέρει ο Ελληνικός λαός πού πάνε τα χρήματά του.

Βεβαίως, όλοι μας έχουμε ευθύνη για να αλλάξουμε αυτά τα πράγματα, είτε είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, είτε είναι οι επιχειρηματίες, είτε είναι οι συντεχνίες με τις αντιλήψεις τους, ο κάθε υπάλληλος, ο κάθε πολίτης. Όπως είχα πει και παλαιότερα, όταν ήταν Πρωθυπουργός ο κ. Καραμανλής, του είχα πει και προσωπικά, αλλά και δημοσίως, πρώτα εμείς είμαστε υπεύθυνοι, οι πολιτικοί.

Εμείς, που έπρεπε να είχαμε δώσει και πρέπει να δώσουμε το παράδειγμα και να ξεκαθαρίσουμε υποθέσεις, για να μη δίνουμε αυτό το σήμα, ότι μπορεί ο κάθε ισχυρός να κάνει ό,τι θέλει, να υπάρχει ασυδοσία και ανομία, χωρίς καμία επίπτωση.

Περνάμε μια δύσκολη καμπή, με όλες αυτές τις υποθέσεις που βγαίνουν, αλλά απαραίτητη, Είναι μια λύτρωση, είναι ένα πέρασμα, για να μπορούμε να γυρίσουμε σελίδα και να πούμε ότι μπαίνει μια τάξη στη χώρα, μια ευνομία, μια λειτουργία, την οποία μπορεί να εμπιστευτεί ο Έλληνας πολίτης, μπορεί να εμπιστευτεί την Πολιτεία του, από το δημόσιο υπάλληλο, μέχρι και τον πολιτικό. Για να μπορέσουμε να εμπεδώσουμε το αίσθημα Δικαίου.

Δεν υπάρχει – και το βλέπετε – καμία διάθεση, ούτε κομματικοποίησης, ούτε εκδίκησης. Είναι η απαίτηση του Ελληνικού λαού για αίσθημα Δικαίου στο πολιτικό σύστημα, στο σύστημα της διαχείρισης της χώρας μας. Και βεβαίως, αυτό το κάνουμε με τους όποιους συνταγματικούς περιορισμούς, αλλά και αξιοποιώντας κάθε δυνατότητας για να λάμψει η αλήθεια, για να υπάρξει φως σε δύσκολες υποθέσεις και να μπορέσουμε πια να προχωρήσουμε μπροστά, με μια νέα εμπιστοσύνη του πολίτη προς την Πολιτεία.

Όμως, θέλω να πω ότι είμαστε όλοι υπεύθυνοι, για να αλλάξουμε πρακτικές και νοοτροπίες, που τις θεωρούσαμε δεδομένες. Δεδομένη ήταν η λογική ότι, όταν πας στο νοσοκομείο, θα δώσεις το φακελάκι για να εξυπηρετηθείς. Δεδομένη ήταν η λογική ότι, με κάποιο μέσο, θα ξεφύγεις από το νόμο, ή θα κάνεις μια παρατυπία και δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα.

Πρέπει να αλλάξουμε όμως πρακτικές και αντιλήψεις. Για παράδειγμα, όπως θέλουμε ένα φορολογικό σύστημα δίκαιο – και το έχουμε ήδη ψηφίσει – για να μην πληρώνει μόνο η μεσαία τάξη ή η φτωχότερη, με φοροαπαλλαγές για τους ισχυρούς, άλλο τόσο πρέπει και να τιμήσουμε αυτό το σύστημα.

Γιατί ένας άλλος βασικός λόγος, για τον οποίο σήμερα το κράτος είναι φτωχό, είναι η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή. Θέλουμε συντάξεις, θέλουμε παιδεία, θέλουμε δημόσια υγεία, θέλουμε δημόσιες επενδύσεις, αλλά από την άλλη μεριά, αν ο καθένας νομίζει ότι αυτά μπορούμε να τα έχουμε και να μπορεί παράλληλα να φοροδιαφεύγει και να εισφοροδιαφεύγει, σίγουρα με αυτά τα δύο, στην εξίσωση, δεν βγαίνει σωστό αποτέλεσμα, ουσιαστικά, δεν βγαίνει αποτέλεσμα.

Θα μπορούσε να πει κανείς, μάλιστα, ότι αν για ένα ή δύο χρόνια πληρώναμε κανονικά τους φόρους, θα μπορούσαμε όχι μόνο να έχουμε εύρωστα Ταμεία, όχι μόνο να αναπληρώσουμε χαμένους μισθούς και συντάξεις, αλλά ακόμα και να μειώσουμε τους επίσημους φόρους και τις εισφορές και να έχουμε ένα βιώσιμο σύστημα.

Διότι πολλές φορές, όπως πολύ σωστά είπατε, έτσι όπως είναι το σύστημα σήμερα, αυτός που δεν μπορεί εύκολα να φοροδιαφεύγει, καλείται να πληρώσει τα σπασμένα των άλλων.

Όταν λοιπόν θέλουμε τα πάντα από το κράτος – τη δουλειά, τις επιδοτήσεις, να κερδίζουν οι επιχειρήσεις παρασιτικά από το κράτος και όχι επειδή είναι ανταγωνιστικές στην αγορά – θέλουμε όμως και νοσοκομεία και σχολεία και σωστές συντάξεις, αλλά θέλουν και κάποιοι να μπορούν μέσω της διαφθοράς να κλέβουν το κράτος, να επιβιώνουν και παράλληλα να αποφεύγουν τις υποχρεώσεις τους, τότε το κράτος θα λυγίσει. Και αυτό έγινε, το κράτος λύγισε, δεν άντεξε. Απλά, το ελληνικό κράτος δεν άντεξε αυτές τις πρακτικές και αυτές τις αντιλήψεις.

Το καλό, όμως, είναι ότι το έχουμε πια συνειδητοποιήσει. Το καλό είναι ότι ξέρουμε το πρόβλημα, πρώτον. Δεύτερον, έχουμε αυτό το απόθεμα. Άλλες χώρες δεν το έχουν. Μπορούμε δηλαδή να νοικοκυρέψουμε το σύστημα και να έχουμε ένα σημαντικό απόθεμα, που θα πάει πραγματικά στην ανάπτυξη. Που θα πάει πραγματικά στο κοινωνικό κράτος. Που θα πάει πραγματικά στη σωστή αναδιανομή του πλούτου.

Μπορεί να αξιοποιηθεί αυτό το απόθεμα. Και δεν το λέω μόνο εγώ, δεν το λέμε μόνο εμείς, ως Κυβέρνηση. Πρόσφατη μελέτη του «Brookings Institute» μιλούσε για 8% του ΑΕΠ, που θα μπορούσε να εξοικονομήσει η Ελλάδα, εάν χτυπήσει τη διαφθορά. Μιλάμε για 8% του ΑΕΠ, όταν το πρόγραμμά μας φέτος, για να μειώσουμε το έλλειμμά μας, είναι στο 4%. Σκεφτείτε ότι μπορούσαμε να εξοικονομήσουμε 8%, δηλαδή 20 δις ευρώ. Πόσο είναι το πρόγραμμα της Περιφέρειας, εδώ; Είναι 391 εκατομμύρια. Και εμείς θα μπορούσαμε να κερδίσουμε 20 δις ευρώ, μόνο με το να μειώσουμε τη διαφθορά.

Και το τρίτο είναι ότι εμείς έχουμε τη βούληση και πιστεύω ότι, παρά τις όποιες αντιρρήσεις, υπάρχει ευρύτατη συναίνεση για να κάνουμε αυτές τις αλλαγές στη χώρα. Το ζητάει ο Ελληνικός λαός, το ακούω κι εγώ, το ακούν όλοι, πρέπει να αλλάξουμε, αλλά αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο μαζί.

Αλλαγές, για να φτιάξουμε ένα κράτος πραγματικά δημοκρατικό, με διαφάνεια, δίκαιο, επιτελικό, πρόνοιας, και να μπούμε σε ένα πρότυπο ανάπτυξης, αυτό της πράσινης ανάπτυξης, που ουσιαστικά σημαίνει να αξιοποιήσουμε ό,τι καλύτερο έχουμε, ό,τι αξιολογότερο, ό,τι ομορφότερο.

Να γίνουμε ανταγωνιστική οικονομία. Για να γίνει αυτό, όμως, χρειάζεται αποτελεσματικό κράτος. Μη νομίζετε ότι θα έρθουν επενδύσεις στη χώρα μας, ή ότι θα επενδύσει και ο Έλληνας επιχειρηματίας εύκολα, όταν είναι μπροστά σε ένα αναποτελεσματικό, γραφειοκρατικό κράτος, ή σε κράτος όπου υπάρχει διαφθορά. Άρα, χρειαζόμαστε πρωτίστως ένα αποτελεσματικό κράτος.

Δεύτερον, να αναδείξουμε το ανθρώπινο δυναμικό και την καινοτομία. Και εδώ είναι θέμα παιδείας, κατάρτισης. Πρέπει να στηρίξουμε αυτό τον τομέα ιδιαίτερα, διότι δεν θα είμαστε ανταγωνιστικοί και δεν είναι αυτός ο δρόμος τον οποίο εμείς ακολουθούμε – θεωρώ μάλιστα ότι αυτό είναι ένα θέμα ευρύτερα και για την Ευρώπη, όχι μόνο για την Ελλάδα – μέσα από τη μείωση των μισθών, μέσα από τη φθήνια.

Θα είμαστε ανταγωνιστικοί, μέσα από τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων μας, των υπηρεσιών μας, του τουρισμού μας, του περιβάλλοντός μας, των αγροτικών μας προϊόντων, των βιομηχανικών μας προϊόντων. Άρα, πρέπει να ταυτιστούμε με την αξία και αυτό σημαίνει επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό.

Και τρίτον, μία νέα ταυτότητα ανάπτυξης, που θα είναι συνδεδεμένη με τις πραγματικές δυνατότητες κάθε περιοχής, με τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, όπως αυτά που έχετε και εσείς.

Θέλω να διαβεβαιώσω όλους, ότι είμαστε σε μια πορεία αλλαγών, με σχέδιο, με πρόγραμμα, με σιγουριά και αξιοπιστία. Ήδη, έχουμε κατακτήσει ως χώρα μία νέα αξιοπιστία, τους τελευταίους μήνες. Πετύχαμε αυτή την αξιοπιστία, με την αποφασιστικότητά μας απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους μας.

Πετύχαμε και θέλουμε και θα εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα μέχρι την τελευταία λεπτομέρειά του, που δεν είναι όμως μόνο τα μέτρα, τα οποία είναι επώδυνα, αλλά και οι μεγάλες αλλαγές, τις οποίες έχουμε υποσχεθεί. Και κάθε μέρα, επιβεβαιώνεται και η σημασία τελικά αυτού του μηχανισμού στήριξης, που δεν υπήρχε πριν από 8 μήνες. Δεν υπήρχε καν η σκέψη ενός τέτοιου μηχανισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν κάτι, που δεν συζητιόταν καν στο επίπεδο των ηγεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με τις προσπάθειές μας και με τις θυσίες του Ελληνικού λαού, μπορέσαμε και επιβάλαμε, μπορέσαμε και πείσαμε ότι, ναι, εμείς είμαστε έτοιμοι για τις αλλαγές, αλλά και εσείς, απ’ την άλλη μεριά, πρέπει να βοηθήσετε, διότι δεν είναι μόνο ελληνικό το πρόβλημα.

Ναι, είμαστε ο αδύναμος κρίκος, αλλά δεν είμαστε εμείς το πρόβλημα. Είναι ένα ευρύτερο πρόβλημα, και κερδοσκοπίας, και φόβου στις αγορές. Και μέσα σε αυτό το κλίμα, σκεφτείτε τι θα γινόταν αν δεν είχαμε αυτή τη στήριξη σήμερα, που βλέπετε το εύθραυστο των διεθνών αγορών και τις φημολογίες που υπάρχουν και διεθνώς.

Βρισκόμαστε στο δρόμο της επιστροφής στην οικονομική και δημοσιονομική ομαλότητα, έχοντας αφήσει πίσω τους μεγάλους κινδύνους. Θέλω όμως και εδώ, ενώπιόν σας, στην Τρίπολη, να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά σε μια καταστροφική φημολογία – το είπατε και εσείς – μια φημολογία που διασπείρεται, ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες, αν και το ξαναείδαμε και παλαιότερα. Όμως, αυτές τις τελευταίες μέρες, είναι σαφώς μια φημολογία χωρίς βάση.

Μιλούν πολλοί για χρεοκοπία, μιλούν πάλι για έξοδο από το ευρώ και για επιστροφή στη δραχμή. Μέχρι και καράβια ακόμα, άκουσα, ότι φέρνουν ειδικό χαρτί, για να τυπωθούν δραχμές! Προφανώς, είναι αστεία πράγματα. Αστεία, αλλά και επικίνδυνα. Είναι άκρως επικίνδυνη φημολογία, διότι χωρίς κανένα λόγο – και το επαναλαμβάνω, χωρίς κανένα λόγο – αναστατώνουν τους πολίτες και βάλουν τον πυρήνα της προσπάθειας που όλοι κάνουμε, τις θυσίες μας, γιατί αυτές είναι θυσίες του Ελληνικού λαού.

Όσοι σπέρνουν φημολογίες, ουσιαστικά, υπονομεύουν τις θυσίες του Ελληνικού λαού, αυτές τις θυσίες που έκανε. Δεν σέβονται αυτές τις θυσίες. Γιατί με αυτές τις θυσίες, έχουμε βάλει τη χώρα μας σε ένα σίγουρο δρόμο.

Αλλά όπως πολύ σωστά είπατε, η αγορά, ο επιχειρηματίας, η μικρομεσαία επιχείρηση, επηρεάζεται από αυτή την ψυχολογία. Δημιουργούνται δεδομένα από την ψυχολογία που δημιουργείται μέσα από αυτή την αρνητική εικόνα. Και βεβαίως, αυτή η αρνητική εικόνα, μεταφέρεται στη συνέχεια και διεθνώς και υπάρχει μια ανακύκλωση.

Απορώ, πράγματι, με την ανευθυνότητα που υιοθετούν κάποιοι τέτοιου είδους φήμες. Ακόμα και σοβαρά Μέσα Ενημέρωσης, μέσα στον ανταγωνισμό τους, υιοθετούν απολύτως αβάσιμες πληροφορίες, ενώ έχουν πρόσβαση σε ασφαλείς και επίσημες πληροφορίες. Και όταν λέω «επίσημες πληροφορίες», δεν εννοώ από την Κυβέρνηση, αλλά από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανακοινώνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σωστό δρόμο, ότι είναι σήμερα παράδειγμα δημοσιονομικής προσαρμογής, ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την εκτέλεση του μνημονίου συνεργασίας, ότι πηγαίνουμε καλά με τις δαπάνες, τα έσοδα, τους στόχους που θέτουμε και, από την άλλη μεριά, να επικαλούνται κάποιοι το δημόσιο διάλογο γι’ αυτές τις ανυπόστατες και ατεκμηρίωτες φήμες, τη μετρολογία και τις προφητείες περί καταστροφής, χωρίς κανέναν έλεγχο, αλλά και καμία ευαισθησία για τον πανικό που προκαλούν οι φήμες αυτές.

Φίλες και φίλοι, η Ελλάδα δεν έχει σήμερα να φοβηθεί τίποτα. Παλαιότερα, θα σας έλεγα ότι είχε να φοβηθεί τον εαυτό της. Τώρα, για να χρησιμοποιήσω μια γνωστή ρήση, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, παρά μόνο τον ίδιο το φόβο. Γιατί σήμερα, η αποφασιστικότητά μας να κάνουμε ό,τι χρειάζεται είναι πρωτοφανής.

Πρώτη φορά, μπαίνει τάξη στη χώρα, στην οικονομία μας, στο Δημόσιο, στα Ασφαλιστικά Ταμεία.

Πρώτη φορά, έρχονται στο φως όλες οι σκοτεινές υποθέσεις, που δημιούργησαν στη χώρα μας μία λάθος και μία σαθρή νοοτροπία, αλλά και μια αναξιοπιστία διεθνώς.

Πρώτη φορά, κάνουμε μεγάλες τομές στο πολιτικό σύστημα, για να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, και όχι το συμφέρον μιας μικρής ομάδας προνομιούχων.

Πρώτη φορά, αποκαλύπτονται οι υπεύθυνοι, που οδήγησαν στην ηθική απαξίωση.

Πρώτη φορά, αντιμετωπίζουμε θέματα, όπως το φακελάκι και η μη υποβολή φορολογικής δήλωσης από διάφορες κατηγορίες επαγγελμάτων και όχι μόνον.

Πρώτη φορά, εφοριακοί ελέγχονται. Γιατί εγώ, όταν γύρναγα ανά την Ελλάδα και μιλούσα με πολλούς φορείς, μου έλεγαν, ναι, εγώ να πληρώσω, αλλά και οι εφοριακοί, που είναι μέρος αυτού του συστήματος, πρέπει να είναι και αυτοί υπόλογοι, πρέπει και αυτοί να ελέγχονται.

Και πρώτη φορά, σχεδιάζουμε συστηματικά μια νέα αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Πρώτη φορά, με τόσο συγκροτημένο τρόπο, κάνουμε μεγάλες προσπάθειες για επενδύσεις στη χώρα μας.

Χθες, ήμουν στην Τρίπολη της Λιβύης. Σήμερα, είμαι στην Τρίπολη της Αρκαδίας. Από την Τρίπολη, στην Τρίπολη! Ό,τι κάνουμε, είναι για την ανάπτυξη. Έχουμε στο επίκεντρό μας την ανάπτυξη της χώρας και γι’ αυτό είχαμε και πολύ θετική ανταπόκριση. Και θα είναι σημαντική και για την Πελοπόννησο, αυτή η συμφωνία για σύνδεση της Λιβύης με την Κρήτη, για ενέργεια, για ηλεκτρικό, για τηλεπικοινωνίες, για τα δίκτυα κ. Ρέππα, τα οποία είναι πολύ σημαντικά για την ανάπτυξη, αλλά και για τη διεθνή θέση της χώρας μας.

Τα λέω όλα αυτά, διότι πολλές φορές επικρατεί μία απαισιόδοξη ματιά, όμως, αυτό είναι μια ευκολία. Στην πραγματικότητα, υπάρχει φως στο τούνελ, γιατί έχουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα, το τριετές πρόγραμμα αυτών των αλλαγών. Έχουμε πολύ συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, έχουμε πολύ συγκεκριμένους στόχους και δεν πρέπει να υπάρχει αυτή η βύθιση στην απαισιοδοξία.

Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται είναι να εντείνουμε τους ρυθμούς των αλλαγών και να συμμετέχουμε όλοι σε αυτή την προσπάθεια, βεβαίως, μέσα από τη διαβούλευση, μέσα από τη συζήτηση, για να σπάσουμε αυτό τον φαύλο κύκλο της φημολογίας.

Σίγουρα, θα υπάρξουν και εκείνοι που αντιδρούν, χωρίς να λένε γιατί αντιδρούν, διότι ξέρουν ότι αλλάζουμε τα πράγματα, ότι χτυπάμε, πονάμε κατεστημένα, αλλά δεν θα βγουν στο Σύνταγμα να διαδηλώσουν αυτοί, απλά θα καλλιεργήσουν ένα κλίμα.

Έχετε και αυτό υπόψη σας, ότι αυτή η Κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να συγκρουστεί με κατεστημένα, τα οποία και λυμαίνονταν το δημόσιο χρήμα, και ήθελαν να αιχμαλωτίσουν το πολιτικό σύστημα. Θα συγκρουστούμε, για να απελευθερώσουμε επιτέλους τον Έλληνα και τη δημιουργικότητά του, για να τον βοηθήσουμε, ώστε να μπορέσει να πάει αυτός ο τόπος μπροστά.

Σε αυτό το μεγάλο κύμα της αλλαγής που κάνουμε, σας θέλουμε συμμέτοχους. Γι’ αυτό, θέλω να κλείσω με δυο λόγια για τη μεγάλη αλλαγή που κάνουμε στη δομή του κράτους, στο πρότυπο ανάπτυξης, ιδιαίτερα με τον «Καλλικράτη», τον οποίο μόλις ψηφίσαμε. Είναι πράγματι μια μεγάλη επανάσταση, θεσμική. Και ξέρω ότι η συζήτηση πολλές φορές περιστράφηκε – δεν ξέρω πόσο περιστράφηκε εδώ – γύρω από τον «Καλλικράτη», ποιοι θα συνενωθούν με ποιους, ποια θα είναι τα όρια, πού θα είναι η έδρα κ.λπ. Αυτή δεν είναι η ουσία, όμως, του συγκεκριμένου νομοθετήματος.

Η ουσία είναι ότι δημιουργείται ένα θεσμικό πλαίσιο για τη συμμετοχή του πολίτη και της τοπικής κοινωνίας, με τεράστιες δυνατότητες για αποφάσεις. Και γι’ αυτό, δεν είναι εθιμοτυπική η επίσκεψή μου εδώ. Εγώ, πριν πάω σε περιοχές, όπως ξέρετε, έχω επαφή με τους πολίτες και μέσα από το διαδίκτυο. Το ίδιο συνέβη κι εδώ, στην περιοχή σας – μέσα από την επικοινωνία μου με φορείς και πολίτες της περιοχής, διαβάζω διάφορα θέματα.

Θέματα βελτίωσης του φυσικού περιβάλλοντος, αναδασμός στον κάμπο της Κανδύλας – εσείς θα μου πείτε αν αυτό είναι μεγάλο ή σημαντικό πρόβλημα – αγροτικά θέματα, επιδοτήσεις, εγγειοβελτιωτικά έργα, νέες μορφές καλλιέργειας και κτηνοτροφίας, διαχείριση απορριμμάτων, απόβλητα τυροκομικών μονάδων, τοπικό διαμέρισμα Δάρα, Δήμος Λεβιδίου, αυτό που είπε και ο Περιφερειάρχης.

Παναρκαδικό νοσοκομείο, αρκαδικό χωριό, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, αποζημιώσεις πυρόπληκτων, «Καλλικράτης», κυνήγι, τουριστική ανάπτυξη, ανάδειξη αρχαίων θεάτρων, Αρχαίος Ορχομενός, θέματα εκπαίδευσης, κάλυψη κενών θέσεων, μετακίνηση μαθητών με ιδιωτικούς πόρους, ΔΕΗ Μεγαλόπολης, Μουσείο Παπαναστασίου.

Θα έλεγα ότι, τα περισσότερα από αυτά τα θέματα, αν όχι όλα, με τον «Καλλικράτη», θα είναι θέματα δικά σας, θέματα τα οποία εσείς οι ίδιοι θα μπορείτε να λύσετε, χωρίς να εμπλακείτε με την κεντρική Διοίκηση.

Έχει πια νόημα, η κεντρική Κυβέρνηση να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τις Περιφέρειες και τους παραγωγικούς φορείς κάθε περιοχής – αυτό κάνουμε και σήμερα – γιατί από το 2011, αλλάζει άρδην τόσο το μέλλον του μοντέλου διοίκησης, όσο και το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας.

Μιλούσα πριν για το μνημόνιο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο «Καλλικράτης», για παράδειγμα, είναι μία από τις μεγάλες, πολύ ευνοϊκές για τους πολίτες αλλαγές, που προωθούμε, και είναι μέρος αυτής της συμφωνίας. Η συμφωνία δεν είναι μόνο τα επώδυνα μέτρα, είναι και οι μεγάλες αλλαγές, και αυτές που μπορεί να είναι δύσκολες, αλλά και εκείνες που θα δώσουν μια νέα πνοή στη χώρα μας.

Πολλοί από εσάς είστε στο χώρο της Αυτοδιοίκησης και ξέρετε τα προβλήματα, όπως ξέρετε και ότι ήταν πάντα επιλογή μας αυτή η μεγάλη αλλαγή. Και είναι ένα νέο θεμέλιο. Πάνω στην κοινωνία που δημιουργούμε με τον «Καλλικράτη», θα έρθουν τους επόμενους μήνες να «δέσουν» πολλές πρωτοβουλίες μας, αναπτυξιακές, κοινωνικού κράτους, που αφορούν σε ολόκληρο το φάσμα των υπηρεσιών, που ένα κράτος θα έπρεπε να προσφέρει στους πολίτες.

Την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα της υγείας, μέχρι και την εξυπηρέτηση του πολίτη, όταν θέλει μια βεβαίωση ή ένα πιστοποιητικό, για το οποίο σήμερα, πολλές φορές, χρειάζεται να ταξιδέψει και να πάει από το ένα Υπουργείο στο άλλο, από τη μία Υπηρεσία στην άλλη.

Το εκπαιδευτικό σύστημα, επίσης, που πρέπει να συνδεθεί με τις τοπικές ανάγκες – και παίρνω το παράδειγμα όχι μόνο της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αλλά και του ίδιου του Πανεπιστημίου της Πελοποννήσου. Ξέρω ότι για τις πόλεις της Τρίπολης, της Καλαμάτας και της Σπάρτης, η λειτουργία του Πανεπιστημίου είναι μία εγγύηση για εισροή εισοδήματος, αλλά ουσιαστικά είναι αυτό και μόνον – μια μικρή εισροή για κάποιους καταστηματάρχες, για κάποια ενοίκια, άντε και για κάποιες δραστηριότητες που φέρνουν εκεί οι νέοι.

Όμως, ουσιαστική απόδοση θα έχει μόνο όταν συνδεθεί το Πανεπιστήμιο με τις ανάγκες του τόπου, όταν τα προγράμματα που προσφέρει θα είναι ανοιχτά για όλους τους πολίτες, όταν θα μπορούν να συμβάλουν στην κατάρτιση, επανακατάρτιση και επανεκπαίδευση, όταν θα μπορούν να κάνουν μελέτες για την ανάπτυξη.

Μιλάτε για τις νέες δυνατότητες που έχει αυτός ο τόπος, την επιχειρηματικότητα, τον τουρισμό, την πράσινη αγροτική ανάπτυξη. Και σε αυτά τα μέτρα, θα έπρεπε το Πανεπιστήμιο, ή το Πανεπιστήμιο με τα ΤΕΙ, ή με άλλα Πανεπιστήμια της ευρύτερης περιοχής, να μπορούσε να βοηθήσει, να είναι αυτό που θα καθοδηγεί, που θα δίνει λύσεις, που θα δίνει προτάσεις, που θα συμβάλλει.

Αύριο, τα στελέχη που θα αναλάβουν τον «Καλλικράτη» – Περιφέρεια, Τοπική Αυτοδιοίκηση – πρέπει να μπορούν να έχουν αποκούμπι, ενημέρωση. Δεν είναι ο εκλεγμένος, αναγκαστικά, ο ειδικός. Ο εκλεγμένος είναι αυτός που εκφράζει και εκπροσωπεί τον κόσμο, τον πολίτη, τα συμφέροντα της περιοχής, τα ευρύτερα δημόσια συμφέροντα – δεν είναι ο ειδικός.

Θα έπρεπε να είναι δίπλα του το Πανεπιστήμιο, το ΤΕΙ, το οποιοδήποτε εκπαιδευτικό ίδρυμα, για να τον στηρίζει, όπως γίνεται σε πάρα πολλές άλλες χώρες, και να μην είναι απλώς ένα απομονωμένο κάστρο, το οποίο ίσως να φέρει κάποια έσοδα, επειδή κάποιοι γονείς πληρώνουν για τα παιδιά τους, για να έρθουν στην Τρίπολη ή κάπου αλλού.

Θα μπορούσε, μάλιστα, αυτά τα Πανεπιστήμια, αν ανοίξουν πραγματικά, να είναι και χώρος για να έρθουν και πολλοί μη Έλληνες φοιτητές, ώστε να γίνει πράγματι μία βιομηχανία, πολύ σημαντική για τα Βαλκάνια, για τη Μεσόγειο.

Χθες, στη Λιβύη, με ρωτούσε ο Συνταγματάρχης Καντάφι «μπορούν να έρθουν φοιτητές στην Ελλάδα;». Αλλά η λειτουργία των Πανεπιστημίων, σήμερα, δεν δημιουργεί αυτό το κίνητρο.

Ξέρετε τι μου είπε ο πρώην Πρωθυπουργός της Αγγλίας, ο Γκόρντον Μπράουν; Ποια θα είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική βιομηχανία της Αγγλίας, μετά το 2012; Δεν θα είναι ούτε τα αυτοκίνητα, ούτε τα ορυχεία τους, θα είναι η παιδεία.

Και σε λίγο, η τεράστια ζήτηση παιδείας, από την Κίνα, την Ινδία, την Ασία, από χώρες του Αραβικού κόσμου, θα ξεπεράσει την Ελλάδα, αν εμείς δεν φτιάξουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα, ανοιχτό, διαφορετικό, για να το βοηθήσουμε. Άρα, λοιπόν, το Πανεπιστήμιο εδώ μπορεί να είναι πολύ σημαντικό για την ανάπτυξη της Περιφέρειας.

Εδώ, στην περιοχή σας, ξέρω – ξέρετε εσείς καλύτερα – τις πολλές δυνατότητες ανάπτυξης που υπάρχουν. Γι’ αυτό είμαστε εδώ, σήμερα, το κυβερνητικό κλιμάκιο, για να σας ακούσουμε κατ’ αρχήν και να δούμε όλα τα θέματα, όπως είναι η καταπολέμηση της ανεργίας, η βοήθεια σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, στην αγροτική παραγωγή, γεωργική και κτηνοτροφική, που έχει πολλές δυνατότητες εδώ, με πολλά και καλά προϊόντα – αλλά και πολλές δυσκολίες – προκειμένου να μπορέσει να ορθοποδήσει και να γίνει ακόμα πιο ανταγωνιστική.

Η τουριστική ανάπτυξη, επίσης, θα μπορούσε να είναι πρότυπο, συνδυάζοντας τον πολιτισμό, την ομορφιά και την ιστορία, με την ήπια ανάπτυξη. Και όλα αυτά, βεβαίως, χρειάζονται τις πρωτοβουλίες και τη συνεργασία των διαφόρων φορέων, μέσα στο νέο πλαίσιο του «Καλλικράτη».

Και η Μεγαλόπολη, που υπήρξε για δεκαετίες μια μεγάλη μονάδα παραγωγής ενέργειας, αλλάζει. Κατασκευάζεται, με μια νέα, σύγχρονη τεχνολογία, μια μονάδα παραγωγής. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να δούμε και τις άλλες ενεργειακές επενδύσεις που μπορούν να γίνουν στην περιοχή, όπως είναι οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, που προστατεύουν το περιβάλλον και δεν επιβαρύνουν με ρύπους όπως έκαναν οι παλιές μονάδες, και που θα δώσουν και νέες θέσεις εργασίας.

Γι’ αυτά τα θέματα, πρέπει πλέον να αποφασίζει η ίδια η τοπική κοινωνία. Και επειδή έχω γυρίσει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όχι μόνο τώρα, αλλά και παλαιότερα, αυτό που είδα ήταν ότι, λόγω του κρατισμού, λόγω αυτής της λειτουργίας του ελληνικού κράτους, κάθε φορέας είχε ως στόχο την διασύνδεση με το κεντρικό κράτος. Όχι τη διασύνδεση μεταξύ των φορέων, όχι ότι μεταξύ μας μπορούμε να βοηθήσουμε τον τόπο, αλλά η διεκδίκηση ήταν περισσότερο προς το κεντρικό κράτος. Πρέπει να αλλάξει αυτή η νοοτροπία. Το κεντρικό κράτος θα δώσει σε εσάς εξουσίες, αρμοδιότητες και πόρους. Εσείς πρέπει να αποφασίζετε.

Άρα, ναι, εμείς να βοηθήσουμε, αλλά εντέλει θα πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία – που και εγώ ίσως είχα, ως βουλευτής επαρχίας που ήμουν παλιά – του τσακωμού μεταξύ μας για το οικοπεδάκι του χώρου μας, για το μικροφέουδο του χώρου μας, και να δούμε πώς θα συνεργαστούμε, για να μπορέσουμε να κάνουμε τον τόπο καλύτερο.

Για παράδειγμα, είχα πάει πρόσφατα στην Ρόδο και συζητούσαμε για τον τουρισμό και την αγροτική ανάπτυξη. Και έλεγαν οι αγρότες, οι εκπρόσωποι του αγροτικού χώρου, ότι δεν αγόραζαν οι ξενοδόχοι τα προϊόντα τους, ενώ εκείνοι θα μπορούσαν να φτιάχνουν και προϊόντα οικολογικά, βιολογικά, πράσινης ανάπτυξης, προϊόντα ελληνικά, σημαντικά για τον τουρισμό της Ρόδου. Και ήταν απέναντί μου ο Πρόεδρος των Ξενοδόχων, τον οποίο ρώτησα: «θα θέλατε να αγοράσετε προϊόντα;». Λέει, εμείς τα αγοράζουμε, είτε από την Κρήτη, είτε και από την Τουρκία, γιατί είναι πιο φθηνά, αλλά θα μπορούσαμε να αγοράζουμε και από εδώ, αν υπήρχε μια συμφωνία. Και του είπα, μα δεν έχετε βρεθεί, δίπλα είστε, εγώ πρέπει να έρθω, για να βρεθείτε να τα συζητήσετε αυτά;

Άρα, λοιπόν, πρέπει να αλλάξουμε μια νοοτροπία, ότι όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από κάποιον στο κέντρο. Με αυτή την αλλαγή της αντίληψης, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε και εμείς ρόλο και λόγο. Αντιθέτως, θα έχουμε έναν διαφορετικό, θα έλεγα, και πιο σημαντικό ρόλο, από αυτόν που έχουμε σήμερα. Όχι να εμπλεκόμαστε στις καθημερινές σας υποθέσεις, αλλά να διαμορφώσουμε το πλαίσιο των κανόνων και τα κίνητρα, για να εξασφαλίσουμε σωστή διαχείριση των χρημάτων, σωστές επενδύσεις, μεγάλες επενδύσεις που χρειάζονται και, βεβαίως, για να μπορέσουμε να προωθήσουμε κάθε περιοχή της Ελλάδας, και στην Ευρώπη και διεθνώς, για την ανάπτυξη και την επένδυση, από τον τουρισμό, μέχρι την ενέργεια ή οτιδήποτε άλλο.

Πολλά σας είπα, θα ήθελα όμως περισσότερο να σας ακούσω και να σας ακούσουν και οι Υπουργοί που είναι εδώ, για να μπορέσουμε να δώσουμε και εμείς κάποιες απαντήσεις και να συμβάλουμε στη θετική αναπτυξιακή πορεία αυτής της περιοχής.

Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Διαβάστε επίσης