Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία στη Ναυτιλιακή Λέσχη Πειραιά

«Κυρίες και κύριοι, θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να ευχαριστήσω τον κ. Ξυλά για τα πολύ κολακευτικά του λόγια. Θέλω να τονίσω, ότι είναι τιμή μου που βρίσκομαι μαζί σας, και χαρά να απευθυνθώ σε όλους σας, στον Πρόεδρο της Ναυτιλιακής Λέσχης του Πειραιά, στον Πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, στον Πρόεδρο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας, στον Πρόεδρο του Ελληνικού Ναυτικού Επιμελητηρίου.

Θα ήθελα να δούμε αυτή τη σημερινή συνάντηση, ως μία πρώτη συνάντηση, διότι είναι μια πρώτη συνάντηση στη Λέσχή σας, αλλά και μια συνάντηση διαλόγου που πρέπει να συνεχιστεί.

Εμείς, ως αντιπολίτευση, έχουμε θεσμικά το ρόλο της κριτικής προς την κυβέρνηση, θα έλεγα, της εποικοδομητικής κριτικής, και πολλές φορές μπορεί να είναι σκληρή ή πιο ήπια, αλλά πάντως θέλουμε πάντα να είναι εποικοδομητική, για το καλό του τόπου, γι’ αυτό υπάρχει και αντιπολίτευση.

Αλλά το ΠΑΣΟΚ είναι και ένα κόμμα εξουσίας. Είναι κόμμα εξουσίας που επεξεργάζεται, μαθαίνει, διδάσκεται, αξιοποιεί την εμπειρία του, για να μπορέσει, όταν αναλάβει και πάλι την εξουσία, να εφαρμόσει μια πολιτική που θα είναι συμφέρουσα για τη χώρα.

Έτσι, λοιπόν, είμαι εδώ, σήμερα, και με τους συνεργάτες μου, θα έλεγα, και τις συνεργάτιδες μου, αφού έχουμε προσπαθήσει -και νομίζω αρκετά πετυχημένα- να αναδείξουμε και το δυναμικό, γυναικείο πληθυσμό στη χώρα μας, ο οποίος δεν πρέπει να αγνοείται, και έτσι είναι πολλές και συνεργάτιδες εδώ, οι οποίες έχουν και συγκεκριμένες και σημαντικές ευθύνες σ’ αυτή την πορεία μας, και στο διάλογο, τον οποίο θα κάνουμε μεταξύ μας, το επόμενο χρονικό διάστημα.

Δεν χρειάζεται να πω, ότι, η ελληνική ναυτιλία αποτελεί μια παγκόσμια δύναμη. Ως υπουργός Εξωτερικών, αυτό το αισθανόμουνα τακτικά. Η σημασία που μας δίνανε πολλές χώρες, για τις οποίες θεωρητικώς δεν θα είχαμε μια τέτοια σημασία, είχε σχέση και με τη ναυτιλία. Ίσως, είχε σχέση και με άλλα πράγματα, τον πολιτισμό μας, την ιστορία μας και την κινητικότητά μας, αλλά οπωσδήποτε η ναυτιλία μας έπαιξε και παίζει σημαντικό ρόλο.

Τον αισθάνεται κανείς όταν πηγαίνει στην Κίνα π.χ., ότι μας βλέπουν ως μία σχεδόν ισότιμη δύναμη. Δεν είναι τυχαίο αν αναλογιστεί κανείς τις επενδύσεις που έχουν γίνει από πολλούς ναυτιλιακούς οίκους, στην κατασκευή πλοίων στην περιοχή της Ασίας.

Αλλά θα ήθελα και εδώ, να σας ευχαριστήσω ιδιαίτερα, διότι σε δύσκολες στιγμές, όταν είχαμε να δώσουμε μάχες, και θα έλεγα ιδιαίτερα τη μάχη για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σταθήκατε όχι απλώς δίπλα, αλλά συμβάλλατε ουσιαστικά ως ένα θετικό λόμπι, θα μπορούσε να πει κανείς, προς πολλές κυβερνήσεις, για να πειστούν κι αυτές για τη μεγάλη αυτή υπόθεση. Το γνωρίζω αυτό, ως υπουργός Εξωτερικών, τότε.

Κι αυτό, νομίζω, δείχνει την δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ μας, δείχνει πώς όταν υπάρχει αυτή η συνεργασία αποδίδει, πώς πραγματικά μπορούν να επιτευχθούν εθνικοί στόχοι, που αλλιώς μπορεί να φαίνονται ως άπιαστοι στόχοι.

Θέλω, όμως, να τονίσω, ότι πέρα από το μέγεθος της, η ελληνική ναυτιλία, είναι και ποιοτική ναυτιλία. Η λευκή Σημαία στο MOU του Παρισιού, η «Διακήρυξη της Πάτμου» για το θαλάσσιο περιβάλλον, η διαμόρφωση ευρωπαϊκών και διεθνών κανονισμών, σας έχουν αναδείξει, όχι μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά σε μεγάλη δύναμη. Και έχετε σημαντικά πλεονεκτήματα, ως μια διεθνής δύναμη, πολλά από τα οποία, εμείς ως χώρα, πρέπει να αξιοποιήσουμε.

Θέλω εδώ να τονίσω, ότι οι πιθανές παρεξηγήσεις που δημιουργούνται ή η αδυναμία πολλές φορές επικοινωνίας, ίσως να έχει να κάνει, και με το ότι, και εσείς είσαστε ουσιαστικά ένας διεθνής παράγοντας, που μιλάτε με μία χώρα. Αυτό όμως μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Αντί να είναι σημείο τριβής, να είναι σημείο ουσιαστικής συνεργασίας. Διότι πια, δεν υπάρχει καμία χώρα που να μπορεί να κλειστεί μέσα σε τέσσερις τοίχους.

Δεν υπάρχει δυνατότητα να μιλάμε για μια χώρα που μπορεί να σκέφτεται στενά μέσα στα σύνορα της, ούτε καν στην περιοχή της. Η παγκοσμιοποίηση, η οποία είναι, όχι προ των θυρών, αλλά είναι μια διαδικασία ζώσα, ζωντανή, είναι κάτι την οποία εσείς βιώνεται στα σπλάχνα σας, από τη φύση της δουλειάς σας.

Έτσι, λοιπόν, η δική σας εμπειρία, η δική σας τεχνογνωσία, θα έλεγα, και ο πολιτισμός σας, το ότι είσαστε πολίτες του κόσμου, είναι απαραίτητα στοιχεία, είναι γνώση για μας, για την Ελλάδα, για να μπορέσει να μετεξελιχθεί η χώρα μας, ως ένας παγκόσμιος παίκτης, στο μέγεθος το οποίο έχει μέσα στη διεθνή οικονομία, την κοινωνία, τον πολιτισμό και την πολιτική.

Είσαστε ένας τομέας που δεν είναι ολιγοπωλιακός. Υπάρχουν χιλιάδες επιχειρήσεις σε διεθνές επίπεδο, και πιστεύω, ότι θα υπάρχουν πολλές δυνατότητες για περαιτέρω εξέλιξη.

Εγώ από την πλευρά μου θέλω να σας δηλώσω, ότι θέλω να στηρίξω με όλες μου τις δυνάμεις την περαιτέρω άνθιση της ναυτιλίας. Το ότι υπάρχουν επιμέρους προβλήματα, εργασιακά, φορολογικά, υποδομών, εκπαίδευσης, είναι θέματα που πρέπει να συζητήσουμε, αλλά στόχος δικός μου, και πιστεύω ότι είναι και δικός σας, είναι να στηρίξουμε την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα, διότι εκεί είναι το μέλλον, και για την απασχόληση των ναυτικών μας. . Και βεβαίως, εκεί είναι το μέλλον και της κερδοφορίας της δικής σας. Δεν μπορούμε να βασιστούμε στην φτηνή ελληνική εργασία, αλλά στην ποιοτική εργασία

Η θάλασσα πάντα ήταν κομμάτι του Ελληνισμού, ήταν και είναι συνδεδεμένη με την έννοια της ελευθερίας, αλλά είναι συνδεδεμένη και με την έννοια της συνεχούς ανάπτυξης της γνώσης, των νέων οριζόντων. Και σε δύσκολες εποχές, που τα δικά μας σύνορα ήταν κλειστά προς Βορρά και προς Ανατολή, εσείς χαράζατε νέες διεξόδους για την οικονομία μας, και σε όλο τον κόσμο.

Θέλω, επίσης, να τονίσω, ότι αυτή η αντίληψη, ότι η χώρα μας δεν χρειάζεται να φοβάται, δεν χρειάζεται να είναι φοβική απέναντι στις εξελίξεις, στις εξελίξεις που έρχονται, είναι μια αντίληψη στην οποία πιστεύω βαθιά. Πιστεύω μάλιστα, ότι εάν μιλάμε για διαφορές πολιτικές και ιδεολογικές, πράγματι έχουμε, δεν θα έλεγα, γεφυρώσει τις διαφορές, αλλά υπάρχουν νέου είδους διαφορές.

Και αυτή η διαφορά την οποία βλέπω εγώ στην παγκόσμια σκηνή, είναι η διαφορά μεταξύ εκείνων που συντηρητικά βλέπουν τις εξελίξεις και θα έλεγα με φόβο και ανασφάλεια, και αυτές τις εξελίξεις αντί να τις αντιμετωπίσουν με δυναμισμό, κλείνονται στο καβούκι τους, προσπαθούν να χτίσουν γύρω τους κάποια τείχη, προσπαθούν να βάλουν το κεφάλι μέσα στο έδαφος και να στρουθοκαμηλίσουν, και πολλές φορές καλλιεργούν και στους λαούς τους την αίσθηση της ανασφάλειας, της έλλειψης αυτοπεποίθησης, της έλλειψης της αισιοδοξίας. Για μένα αυτή είναι η συντηρητική αντίληψη.

Και η προοδευτική αντίληψη, είναι εκείνη που λέει, βρισκόμαστε σε μια νέα εξέλιξη, αντί να κλαιγόμαστε, αντί να φοβόμαστε, «ας πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα», ας αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες, και ας προετοιμάσουμε την κοινωνία μας, ας κάνουμε τις απαραίτητες αλλαγές στην κοινωνία μας, ώστε όλοι μας ισότιμα, να μπορούμε να συμμετέχουμε σ’ αυτές τις αλλαγές.

Πιστεύω, ότι αυτή ήταν και η αντίληψη την οποία είχα εγώ, ως υπουργός Εξωτερικών, όταν έβγαινα στο εξωτερικό, όταν μιλούσα με τους συναδέλφους μου, όποιας χώρας και αν ήταν, μιας ισότιμης δυνατότητας να προσφέρουμε, να συνεισφέρουμε, να συμμετέχουμε ενεργά στις αλλαγές που χρειάζονται. Και αυτή η πολιτιστική, αν θέλετε διάσταση, αυτή η αντίληψη, νομίζω ότι είναι μια αντίληψη που εκφράζει κι εσάς.

Θα ήθελα πάνω σ’ αυτό, να μιλήσω για τέσσερα συγκεκριμένα σημεία. Πρώτα απ’ όλα, για το νέο περιβάλλον, στο οποίο βρισκόμαστε ως χώρα στην Ευρώπη και γενικότερα. Δεύτερον, ποιες είναι οι προκλήσεις και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε ως χώρα, τις οποίες πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να αντιμετωπίσουμε. Το τρίτο είναι, που πάει η ελληνική οικονομία, και πού πρέπει να πάει. Και το τέλος, βεβαίως, για το δικό σας ρόλο.

Να ξεκινήσω από το πρώτο θέμα. Οι αλλαγές είναι ραγδαίες, δεν χρειάζεται αυτό να το τονίσω, το βλέπετε. Πολλές φορές είναι και βίαιες αυτές οι αλλαγές, και μπορεί να βρεθεί κανείς ή μπροστά ή μέσα στις αλλαγές ή στο περιθώριο.

Αυτό έχει σχέση, βεβαίως, και με τη δυνατότητά μας να ακολουθήσουμε, να προσαρμοστούμε, αλλά και εμείς να παίρνουμε πρωτοβουλίες, για να είμαστε στο επίκεντρο των εξελίξεων, και να μην βρεθούμε εμείς στο περιθώριο.

Οι αλλαγές είναι ραγδαίες. Πολλοί μιλούν τώρα για την Κίνα και την Ινδία, οι οποίες πια, ανταγωνίζονται όχι μόνο με την φτηνή εργασία, αλλά ανταγωνίζονται και σε ποιοτικά προϊόντα. Έχουν μπει στην έρευνα, και σε λίγο θα είναι μπροστά και από πολλές άλλες χώρες, ακόμα και από την Αμερική σε αυτά τα θέματα, όπως η έρευνα, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη, σήμερα, είναι αδιαφιλονίκητες.

Άλλες χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, μεγάλες χώρες κι αυτές, βλέπουμε αδυνατούν ή δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Έχουν τις εσωτερικές τους αγκυλώσεις, και βγάζουν έναν φόβο. Έναν φόβο που είδαμε και με το πρόσφατο δημοψήφισμα στη Γαλλία, με το ΟΧΙ. Δεν ήταν, πιστεύω, μία απάντηση στο συγκεκριμένο Σύνταγμα, το οποίο πιστεύω ότι και τη Γαλλία θα συνέφερε, αλλά και την Ελλάδα συμφέρει, για πολλούς λόγους -να μην μπω στις λεπτομέρειες γι’ αυτό- αλλά ήταν περισσότερο μια κραυγή αγωνίας, φόβου και ανασφάλειας, μπροστά στις εξελίξεις. Και μια αδυναμία των κυβερνήσεων στις χώρες αυτές, αντί να καλλιεργούν την ανασφάλεια, να δώσουν προοπτική για το μέλλον. Βλέπουμε όμως, ότι μικρότερες χώρες έχουν τη δυνατότητα, και ίσως, και η δική μας χώρα, ως μια μικρή χώρα, έχει και ένα πλεονέκτημα. Ότι οι αλλαγές που πρέπει και μπορούμε να κάνουμε, επειδή είμαστε μικρή χώρα, είναι καμιά φορά και πιο εύκολες.

Η Φιλανδία, η Σουηδία, η Ιρλανδία, οι Βόρειες Χώρες, έχουν κάνει αναπτυξιακά άλματα. Μπόρεσαν να δημιουργήσουν με την καινοτομία, τη γνώση, τη νέα τεχνολογία, της δεξιότητες, ανοιχτούς ορίζοντες, να διατηρήσουν ένα κοινωνικό σύστημα, αλλάζοντάς το βεβαίως, αλλά διατηρώντας την καρδιά του κοινωνικού συστήματος, της συνοχής, της περίθαλψης, της πρόνοιας, παράλληλα όμως, να μείνουν και να γίνουν ακόμα πιο ανταγωνιστικοί στη διεθνή αγορά.

Έχουμε επίσης, και τις νέες χώρες που εντάσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχουν ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και οι οποίες όπως βλέπουμε, έχουν κάνει και την περεστρόικά τους, αλλά και σημαντικές τομές στη λειτουργία τους, και γίνονται όλο και πιο ανταγωνιστικές.

Έτσι, μπορεί η Ευρώπη να βρίσκεται σε μια δύσκολη στιγμή, έχει και παραδείγματα πολύ θετικά και πολύ ενδιαφέροντα, τα οποία εμείς μπορούμε να αξιοποιήσουμε για το δικό μας συμφέρον.

Θέλω όμως να τονίσω κάτι για τις χώρες στις οποίες έχουν γίνει αυτές οι αλλαγές, και έχουν πάει μπροστά, επειδή έχω ζήσει σε πολλές απ’ αυτές τις χώρες, ότι οι χώρες που πήγαν μπροστά, ήταν αυτές που κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο συνεννόησης. Διότι οι όποιες μεγάλες αλλαγές, χρειάζονται συνεννόηση. Δεν σημαίνει ότι, όλοι θα συμφωνήσουν. Σημαίνει όμως, ότι όλοι θα συμμετέχουν σ’ αυτή τη συνεννόηση. Και θα καταλάβουν ποιο είναι το όφελος, αλλά και θα ξέρουν ότι στο τέλος μιας διαδικασίας, δύσκολων πολλές φορές αποφάσεων, όλοι θα βγουν κερδισμένοι. Δηλαδή, δεν θα είναι όπως λένε στα αγγλικά «zero sum game», γιατί θα υπάρχει η δυνατότητα να κερδίσουν όλες οι πλευρές.

Αυτό είναι βασικό στοιχείο της κουλτούρας αυτών των χωρών. Η συνεννόηση, η διαβούλευση, η δημιουργία εμπιστοσύνης απέναντι στην πολιτεία, η δυνατότητα να υπάρχουν κοινοί στόχοι μέσα στην κοινωνία. Έτσι, η συναίνεση δεν είναι μια πρόσκαιρη διαδικασία, να ακούσω το αίτημά σου, να το γράψω, να κάνω έναν κατάλογο αιτημάτων, και να βγω κυβέρνηση της χώρας, αλλά είναι μια πιο επίπονη διαδικασία, σοβαρής, συστηματικής συζήτησης, όπου μπορούμε να συνθέσουμε τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε έναν κοινό στόχο.

Θέλω, επίσης, στο δεύτερο θέμα, να τονίσω ότι, η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικές προόδους. Δεν είναι η Ελλάδα που ξέραμε πριν από 20 ή 30 ή 50 χρόνια. Είναι μια Ελλάδα, που έχει δείξει ότι, και στην εξωτερική πολιτική, και στην οικονομία, και στις υποδομές, και βεβαίως, με το κορυφαίο γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων, μπορεί να πάει μπροστά.

Υπάρχουν, όμως, και πολλές δυσκολίες, για τις οποίες είμαι σίγουρος θα συμφωνήσετε. Εγώ βάζω την «αχίλλειο πτέρνα» στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση. Και βεβαίως, και νοοτροπίες που έχουν αναπτυχθεί γύρω από έναν κρατισμό. Πελατειακές λογικές. Είχαμε την ευκαιρία χθες στη Βουλή να τα συζητήσουμε αυτά. Πολλές φορές, βεβαίως, αναδεικνύονται οι κόντρες περισσότερο απ’ την ουσία της συζήτησης, αλλά πιστεύω ότι, υπήρξε και ουσιαστική αντιπαράθεση σε θέσεις και σε απόψεις.

Η γραφειοκρατία, η δύσκολη καθημερινότητα των πολιτών, απέναντι στο κράτος, είναι ένα βασικό στοιχείο, το οποίο αυτή τη στιγμή δημιουργεί τεράστια προβλήματα, και στις επενδύσεις στη χώρα μας. Αυτή η πελατειακή αντίληψη, όπως την ονομάζω, πελατειακή αντίληψη που ουσιαστικά σημαίνει ότι, δεν υπάρχουν και δεν εμπεδώνονται λογικές κανόνων σταθερότητας και αρχών. Ο καθένας θεωρεί ότι, μπορεί να αξιοποιήσει ή να παρακάμψει το νόμο.

Εάν δεν έχουμε καλούς νόμους, να τους αλλάξουμε, και πρέπει να αλλάξουν πολλοί, αλλά και απ’ την άλλη μεριά, πρέπει να ξέρει ο άλλος, ότι είναι απλές οι διαδικασίες, είναι συγκεκριμένες οι διαδικασίες, δεν θα ταλαιπωρηθεί, δεν θα χρειάζεται χιλιάδες αποφάσεις για να μπορεί να επενδύσει, και χωρίς να γνωρίζει στο τέλος, αν θα μπορέσει αυτή την επένδυση να την πραγματοποιήσει ή εάν θα έχει και νόημα, όταν μπορέσει να την πραγματοποιήσει.

Νομίζω στη Μεσσηνία, ένας απ’ τους συναδέλφους σας, έχει περάσει δυσκολίες πολλές, για την επένδυση που ήθελε να κάνει. Ξέρω ότι, είχε βοηθήσει πάρα πολύ την περιοχή εκεί, γιατί πήγα πριν από λίγους μήνες. Αλλά ξέρω ότι, και εκεί ήταν πολλές οι δυσκολίες επένδυσης. Μάλλον ο πατριωτισμός και η αγάπη του για την περιοχή του επέτρεψε να κρατήσει με επιμονή και υπομονή αυτό του τον στόχο και το όραμα, και είμαι σίγουρος ότι θα γίνει.

Αλλά δεν θα πρέπει να είναι αυτός ο κανόνας. Θα πρέπει να είναι διαφορετικός ο κανόνας. Να βοηθήσουμε για να σπάσουμε αυτή την λογική της γραφειοκρατίας, που βγήκε από μια πελατειακή λογική, απ’ τη λογική, ότι το κράτος είναι το φέουδο του κάθε πολιτικού, υπαλλήλου, διευθυντή ή δεν ξέρω ποιου άλλου.

Θέλω, όμως, να πω ότι, έχω κάνει την κριτική μου προς την κυβέρνηση, διότι τα άλματα τα οποία θα έπρεπε τώρα να κάνουμε, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν τα κάνει η κυβέρνηση. Είχαμε φτάσει στην Ελλάδα σε ένα σημείο, με πολλές δυσκολίες, με πολλά προβλήματα. Και εμείς οι ίδιοι κάνουμε και την κριτική μας, για πολλά θέματα τα οποία δεν μπορέσαμε να διορθώσουμε.

Αλλά ήμασταν, όμως, σε ένα επίπεδο, που μας επέτρεπε να επενδύσουμε και να κάνουμε τομές. Μια οικονομία που ήταν σε μια αναπτυξιακή ρότα καλή, ένα κύρος στη διεθνή σκακιέρα, που μας επέτρεπε να προσελκύσουμε επενδύσεις, να παίζουμε ρόλο διεθνώς, να διαπραγματευτούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση με καλύτερα χαρτιά. Και φοβάμαι ότι, με τις κινήσεις, τις οποίες έχει κάνει η κυβέρνηση, έχει υποβαθμίσει όλες αυτές τις δυνατότητες, και μάλιστα οικονομικά μας έχει βάλει σε δυσχερέστερη θέση με τις επιλογές της, μεταξύ των οποίων και με τον τρόπο που χειρίστηκε την απογραφή.

Και εδώ θέλω να πω, επειδή μιλήσατε για συναίνεση και συνεννόηση, ότι εγώ πρότεινα στον κ. Καραμανλή, όταν μίλησε για απογραφή, να την κάνουμε από κοινού, να δώσουμε και εμείς τους εμπειρογνώμονές μας, και τα άλλα κόμματα, μαζί με την Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας, και να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για το ποια είναι τα στοιχεία, ποια είναι τα προβλήματα, και να μπορέσουμε έτσι να έχουμε μια κοινή βάση πάνω στην οποία θα μιλάμε.

Δυστυχώς, δεν ακολούθησε αυτήν την προτροπή μου, και θέλησε μέσα σε λίγες μέρες να στείλει έγγραφο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ουσιαστικά δυσφημώντας την προηγούμενη κυβέρνηση και την πορείας της.

Αλλά όπως έγραψε και ο Economist σε άρθρο του, για την Πορτογαλία και την Ελλάδα, ονομαστικά για τις δύο χώρες, «στην ενωμένη Ευρώπη το να κατηγορείς την προηγούμενη κυβέρνηση, τελικά, είναι σαν να κατηγορείς την ίδια σου τη χώρα», και δυστυχώς, αυτό έγινε, και αυτό έπληξε το κύριος της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είχαμε, επίσης, πει ότι, είμαστε έτοιμοι να συμβάλουμε στην καταπολέμηση της διαφθοράς, και το κάναμε καταθέτοντας συγκεκριμένη πρόταση (οκτώ σημείων) και τελικά, μας έβαλε η κυβέρνηση σε μια περιπέτεια, πάλι ευρωπαϊκή, με τον λεγόμενο «βασικό μέτοχο». Ένα κυνήγι μαγισσών. Ένα μέτρο που δεν θα είχε, κιόλας, τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αλλά και ένα μέτρο το οποίο ήταν σαφώς ενάντια στις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργώντας και προβλήματα γραφειοκρατίας και πολλά άλλα προβλήματα, εάν αυτός ο νόμος είχε εφαρμοστεί. Αλλά βοήθησε να δημιουργηθούν και υποψίες, νέοι προβληματισμοί για την εικόνα της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Θεωρώ, όμως, ότι και η μέχρι σήμερα οικονομική διαχείριση που κάνει η κυβέρνηση έχει υπονομεύσει το μέλλον της χώρας μας. Τα έσοδά μας, και οι δαπάνες δεν πάνε καλά. Δεν πάνε καλά από τον τρόπο με τον οποίο έχει χειριστεί η κυβέρνηση τον τομέα αυτόν. Κι όλα αυτά σημαίνουν, μαζί και με την έλλειψη των κονδυλίων που φαίνεται ότι, θα έχουμε και στο μέλλον, ότι εκεί που είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε το άλμα, να μην έχουμε τη δυνατότητα να προχωρήσουμε. Εσείς ξέρετε, όταν κάνετε αλλαγές, το ξέρετε από τις εταιρείες σας, ότι πληρώνονται οι αλλαγές. Πρέπει να έχεις ένα κεφάλαιο για να πληρώσεις την επένδυση σε τεχνολογίες, την επένδυση σε ανθρώπους, την επένδυση σε νέα γραφεία ή νέες συνεργασίες. Αυτά κοστίζουν.

Είχαμε τη δυνατότητα, λοιπόν, να πληρώσουμε γι’ αυτές τις αλλαγές. Τώρα θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα αυτές οι αλλαγές. Ποιος θα τις πληρώσει; Πώς θα πληρωθούν όταν έχουμε υπονομεύσει την οικονομία και τα Ταμεία μας, όταν δεν έχουν αυτές τις δυνατότητες;

Θέλω, όμως, να μην μείνω στην κριτική για την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά να πούμε και πού πρέπει να πάμε. Έχουμε ένα μοντέλο εμείς, το οποίο λειτούργησε για αρκετά χρόνια. Ένα μοντέλο που στηρίχθηκε στις υποδομές, την επένδυση στις υποδομές, και ιδιωτικές και δημόσιες, αλλά και στην κατανάλωση, στην αύξηση της κατανάλωσης, που ήρθε και με την μείωση των επιτοκίων.

Η έμφαση, όμως, στις υλικές υποδομές, πρέπει να δώσει πια -όχι ότι δεν χρειάζονται κι άλλες- πρέπει να δώσει τη θέση της σε νέες μορφές επένδυσης, σε νέους τομείς της οικονομίας. Καινοτομία, γνώση, ανθρώπινο κεφάλαιο, εξωστρέφεια.

Πιστεύω ότι, είναι ο στρατηγικός μας στόχος, εάν θέλουμε πραγματικά να είμαστε ανταγωνιστικοί σε μια παγκόσμια οικονομία. Κλάδοι, όπως η ναυτιλία και ο τουρισμός, είναι και θα είναι κεντρικοί. Θα πρέπει, όμως, να δούμε πώς θα μετεξελιχθούν κι αυτοί οι κλάδοι στη χώρα μας, ώστε να μπορέσουμε να τους κάνουμε ακόμα πιο ανταγωνιστικούς ή αν θέλετε να συμβάλουν στην αλλαγή, στις αλλαγές και στις τομές που χρειάζονται για τη μετεξέλιξη οικονομίας μας.

Το δίλημμα το οποίο έχουμε εμείς να αντιμετωπίσουμε, δεν το έχει μόνο, όπως είπα και προηγουμένως, η Ελλάδα, οι Έλληνες, αλλά και ολόκληρη η Ευρώπη, όπως και πολλές άλλες χώρες. Και η Ευρώπη αυτή τη στιγμή προσπαθεί να ισορροπήσει -και νομίζω είναι μια σημαντική προσπάθεια- μεταξύ της ανάγκης να γίνει όλο και πιο ανταγωνιστική, αλλά και από την άλλη μεριά να διατηρήσει την ποιότητα ζωής, την ποιότητα ενός κοινωνικού μοντέλου.

Πιστεύω, ότι για αυτήν την ισορροπία, εμείς πρέπει να προτείνουμε μια Ευρώπη δημιουργική, μια Ευρώπη καινοτόμα. Η Ευρώπη έχει τις αδυναμίες της, αλλά μπορούμε αυτές να τις κάνουμε και δυνατότητες, και σημαντικά πλεονεκτήματα.

Το ότι, η Ευρώπη είναι τόσες διαφορετικές χώρες, τόσοι διαφορετικοί λαοί, τόσα διαφορετικά συστήματα, μπορεί να είναι πηγή δημιουργίας. Άρα, λοιπόν, πρέπει πρώτα απ’ όλα να αξιοποιήσουμε, ως Ευρώπη, την ποικιλία της εμπειρίας και της γνώσης του ανθρώπινου δυναμικού, που υπάρχει στην ευρύτερη περιοχή.

Δεύτερον, πρέπει να επενδύσουμε στη δημιουργικότητα, επενδύοντας στην εκπαίδευση, επενδύοντας στην έρευνα, επενδύοντας στην καινοτομία, ώστε να είναι ο πολίτης δημιουργικός. Ο τρόπος της εργασίας, οι μορφές της εργασίας, το είδος της εργασίας, πια, διαφέρουν από το παρελθόν.

Μπορεί να υπάρχουν ακόμα οι «δουλειές ρουτίνας», αν θέλετε, αλλά όλο και περισσότερο θα φεύγουμε από τη «δουλειά ρουτίνας», που θα αντικαθίσταται από τον αυτοματισμό, από τα ρομπότ, και τις τεχνολογίες, και θα πάμε στην επεξεργασία της γνώσης από πλευράς του ανθρώπου, η οποία και θα μας οδηγήσει σε άλλο επίπεδο δημιουργικότητας. Και η καινοτομία θα είναι ένα στοιχείο της παραγωγής, από την αγροτική οικονομία μέχρι τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες.

Τρίτον, πρέπει να απελευθερώσουμε τις δημιουργικές δυνάμεις. Υπάρχουν αγκυλώσεις. Η γραφειοκρατία, ο συγκεντρωτισμός, η πολυνομία, τα εμπόδια που πολλές φορές χαρακτηρίζουν το ελληνικό κράτος. Πρέπει να απελευθερώσουμε τον πολίτη, τον επενδυτή, τον εργαζόμενο, τον δημιουργό, αν θέλετε, απ’ αυτές τις αγκυλώσεις, για να απελευθερώσουμε και τη δημιουργικότητα του εργαζόμενου.

Πρέπει, βεβαίως, να διασφαλίσουμε τη συμμετοχή όλων. Η δημιουργικότητα του κάθε πολίτη πρέπει να διασφαλιστεί. Δεν θέλουμε ένα σύστημα πρόνοιας που «παρκάρει» τον πολίτη. Θέλουμε ένα σύστημα πρόνοιας που ενεργοποιεί τον εργαζόμενο, που τον καθιστά έτοιμο συνεχώς να επανεκπαιδεύεται, και να βρίσκεται μέσα στην αγορά εργασίας και στην απασχόληση.

Κι όλα αυτά βεβαίως, χρειάζονται και τις απαραίτητες υποδομές, δίκτυα, για να αξιοποιήσουμε αυτήν την ποικιλότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κοινωνία που επενδύει στη γνώση, που παράγει νέες ιδέες, θα είναι η κοινωνία που μπορεί να βρεθεί στην καρδιά του παραγωγικού συστήματος.

Εδώ, η Ελλάδα, μπορεί να γίνει επίκεντρο των υπηρεσιών. Πρώτα απ’ όλα, για τις ίδιες τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Έχοντας περάσει από το υπουργείο Παιδείας, πολλές φορές πληγωνόμουν, όταν πήγαινα σε άλλες χώρες, όπως στη Γιουγκοσλαβία παλαιότερα, στη Σερβία τώρα ή στην Ουγγαρία, στην Τσεχία, στη Ρουμανία, και μου έλεγαν «στείλτε μας κι άλλους φοιτητές, είναι πολύ χρήσιμο για μας», και το έβλεπαν, βεβαίως, ως ένα συνάλλαγμα για τις χώρες αυτές.

Θα έπρεπε η Ελλάδα να είναι χώρος στον οποίο θα έρχονταν φοιτητές, από όλες αυτές τις χώρες, οι νέοι, όχι μόνο των Βαλκανίων, της Μεσογείου, αλλά και από άλλες περιοχές. Για να γίνει αυτό πρέπει να απελευθερώσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα από τον έντονο συγκεντρωτισμό και κρατισμό, για να μπορεί να υπάρχει μια δυνατότητα ανάπτυξης.

Έχω ακούσει πολλές φορές από εφοπλιστές και το δικό τους ενδιαφέρον να συμβάλλουν σε μια συνεργασία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, σ’ αυτό τον χώρο.

Η Ευρώπη είναι μια περιοχή που γερνάει ο πληθυσμός. Οι υπηρεσίες υγείας αυξάνονται ραγδαία, αλλά θα έλεγα ότι, η Ελλάδα και με το κλίμα της και με τη δίαιτά της, μπορεί να γίνει ένας διεθνής πόλος προσφοράς υπηρεσιών υγείας αιχμής.

Μπορεί να λειτουργήσει, επίσης, ως εμπορικό και χρηματοπιστωτικό κέντρο, στην ευρύτερη περιοχή. Μπορεί να είναι μια δυναμική απελευθερωμένη αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, μαζί με σύγχρονες υποδομές. Μπορεί, επίσης, να είναι ένας κόμβος νέας και σύγχρονης τεχνολογίας για την πληροφορία, την επικοινωνία, ως αναπτυξιακό εργαλείο.

Και θα έλεγα ότι, εδώ πρέπει να βάλουμε έναν στόχο. Και γιατί να μη βάλουμε εθνικούς στόχους πέρα από τα μεγάλα μας, όπως τα λέμε, εθνικά θέματα, Κύπρος, Τουρκία κτλ., να βάλουμε κάποια στιγμή και άλλους εθνικούς στόχους, που έχουν σχέση με το μέλλον, κι όχι μόνο με το παρελθόν. Να βάλουμε τον στόχο, ώστε να βρεθούμε το 2020 στις δέκα πρώτες χώρες παγκόσμια, στην υιοθέτηση και αξιοποίηση αυτών των τεχνολογιών, και να κάνουμε την καινοτομία και την παιδεία σύνθημά μας.

Οι τομές αυτές, βεβαίως, αφορούν το πολιτικό σύστημα και τη δυνατότητα να αλλάξουμε. Αλλά αφορούν κι εσάς και τις επιχειρήσεις, και θέλω εδώ να πω ότι, είναι ευθύνη όλων των πολιτών μας να συμβάλλουν.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι, και η επιχείρηση πρέπει να επενδύσει στην καινοτομία, στην δια βίου εκπαίδευση των εργαζομένων, στον δυναμισμό των αγορών και την εξωστρέφεια. Το κράτος πρέπει να εγκαταλείψει τις πελατειακές λογικές, και πρέπει να συρρικνωθεί για να γίνει πιο αποτελεσματικό κράτος.

Το μεγάλο κράτος, δεν σημαίνει αποτελεσματικό κράτος. Για την Ελλάδα θα έλεγα το αντίθετο, το μεγάλο κράτος είναι αναποτελεσματικό. Αν δούμε, και πώς είναι τα υπουργεία ή πώς είναι οι υπάλληλοι σε άλλες σύγχρονες χώρες, έχουμε μια πολύ μεγάλη απόσταση.

Θα έλεγα ότι, το κράτος πρέπει περισσότερο να παίξει τον ρόλο επιτελικού σχεδιασμού, και σε σχέση με την αγορά ή και με τις υπηρεσίες, ακόμα, τις οποίες προσφέρει. Να πάει πολύ περισσότερο μπροστά, ώστε να είναι αγοραστής το κράτος ή ρυθμιστής των υπηρεσιών, παρά παραγωγός των υπηρεσιών.

Παραδείγματος χάριν, στο χώρο της παιδείας, θα ήθελα να δω τα Πανεπιστήμια να ξεφύγουν από τον κρατισμό, να υπάρχουν και δημόσια και μη κρατικά, αλλά να αγοράζονται οι υπηρεσίες μέσω του φοιτητή, που θα πληρώνει, βεβαίως, το κράτος για τους φοιτητές, αλλά να αγοράζουν υπηρεσίες, και να μην είναι το κράτος που οργανώνει όλο αυτό το τεράστιο γραφειοκρατικό σύστημα, και να ρυθμίζει το κράτος τα στάνταρ, τις ποιότητες, την πιστοποίηση κτλ.

Τέτοιου είδους λογικές, πιστεύω ότι, πρέπει να προωθήσουμε. Δημιουργούν μια νέα σχέση ιδιωτικού και δημόσιου χώρου, που θα είναι πολύ πιο αποτελεσματική για τον πολίτη μας.

Ξέρω ότι, και η κυβέρνηση συνεχώς ζητά από σας να επενδύσετε στη στεριά, και βεβαίως, είναι μια ευχή που όλοι μας δεν μπορούμε να μην την υιοθετήσουμε. Όμως, πιστεύω ότι, είναι λάθος το να δημιουργούμε ένα αίσθημα ενοχής σ’ εσάς, λέγοντας ότι, πρέπει ναι επενδύσετε διότι είσαστε πατριώτες. Δεν το αμφισβητεί κανείς, ότι είσαστε πατριώτες. Το αν εσείς δεν επενδύετε, όμως, πιστεύω ότι, έχει να κάνει με τις συνθήκες οι οποίες είτε δεν υπάρχουν είτε πρέπει να αλλάξουν, για να μπορέσουμε να φέρουμε την επένδυση.

Άντε να πείσουμε έναν, δυο, πέντε, από σας, να έρθετε να επενδύσετε. Θα λύσει το πρόβλημα της χώρας μας εάν κάποιοι εφοπλιστές, για πατριωτικούς λόγους, έρθουν και επενδύσουν; Θα λύσει το πρόβλημα της χώρας μας, όταν συζητήσουμε και μας βοηθήσετε στο πώς εμείς θα διαμορφώσουμε εκείνο το πλαίσιο, εκείνους τους κανόνες, εκείνη την διευκόλυνση ώστε να μην υπάρχει η γραφειοκρατία, ώστε, πια, η επένδυση θα είναι ένα φυσιολογικό για σας αποτέλεσμα, και όχι απλώς αντικείμενο εκκλήσεων για τον πατριωτισμό σας.

Θέλω, λοιπόν, να τονίσω ότι, έτσι βλέπω εγώ την σχέση μας. Δεν αμφισβητώ -όπως είπα έχω την εμπειρία από την προηγούμενη θητεία μου στο Υπουργείο Εξωτερικών- την διάθεσή σας να στηρίξετε την Ελλάδα. Το θέμα είναι, όμως, ότι για να στηριχθεί η Ελλάδα, πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές, και σ’ αυτό θέλουμε τη βοήθειά σας.

Σε ό,τι αφορά τη Ναυτιλία -και θα κλείσω μ’ αυτό το ζήτημα, το οποίο είναι στην καρδιά του ενδιαφέροντός σας, όπως και όλων μας- η σημερινή Ναυτιλία μεταφέρει το συντριπτικό ποσοστό του διεθνούς εμπορίου. Η ακτοπλοΐα, η κρουαζιέρα, το yachting είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τον τουρισμό.

Απ΄ τη φύση της, πάντα η Ναυτιλία ζούσε σε μια ανοιχτή και ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά. Προπομπός, όπως είπα και προηγουμένως, της εξωστρέφειας της οικονομίας. Και αυτή είναι η δύναμή της. Η συμβολή σας είναι -και δεν χαϊδεύω αυτιά- σημαντικότατη. Μου τόνιζε η Άννα Διαμαντοπούλου, όταν άκουγε τους σχετικούς αριθμούς από τον Πρόεδρό σας, ότι είναι ένα νέο ΚΠΣ. Διαπραγματευόμαστε τα λεφτά που φέρνετε εσείς, είναι ένα νέο ΚΠΣ.

Αυτή είναι η σύγκριση, αν θέλετε, για τον ρόλο που έχετε εσείς, όταν εμείς, χρόνια παλεύουμε για να διαπραγματευθούμε μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λέξη κλειδί, βεβαίως, είναι η ανταγωνιστικότητα. Είτε μιλάμε για την ποντοπόρο και εμπορευματική είτε την ακτοπλοϊκή και επιβατηγό Ναυτιλία.

Η ανταγωνιστικότητα στην εποχή μας, βεβαίως, είναι μια σύνθετη έννοια. Δεν περιορίζεται σε μια βραχυπρόθεσμη αναζήτηση ευκαιριών και μεγίστου κέρδους, αδιαφορώντας για το μέλλον, και δεν μπορεί να βασίζεται, απλώς, στην συμπίεση του κόστους. Πρέπει να βασίζεται σε όρους μακροπρόθεσμης επένδυσης και απόδοσης, με κύριο στοιχείο την ποιότητα. Και αυτό νομίζω, θα είναι το ζητούμενο για τις σύγχρονες και ανταγωνιστικές κοινωνίες από δω και πέρα.

Αφορά ένα πλέγμα παραγόντων που σχετίζονται με την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, την κατασκευή και την λειτουργία των πλοίων, τη συλλογική οργάνωση της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Κι έχουμε πολλά να κάνουμε συνολικά στη χώρα μας, για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής Ναυτιλίας και της ελληνικής σημαίας.

Γιατί βέβαια, η ελληνική ναυτοσύνη, η προσέλκυση πλοίων στην ελληνική σημαία, θα πρέπει να έχει, εκτός από συναισθηματική διάσταση και την οικονομική διάσταση. Η ανταγωνιστικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με τα φορολογικά βάρη, με τη μείωση των βαρών στους πλοιοκτήτες ή στους ναυτικούς ή με την κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών.

Πρέπει, βεβαίως, να παρακολουθούμε από κοντά το θέμα της φορολογίας, και να είναι αντίστοιχη και με τους ανταγωνιστές μας. Όλα αυτά είναι σημαντικά. Υπάρχουν, όμως, και οι σύγχρονες λιμενικές υποδομές, αποδοτικές, συνδεδεμένες, λειτουργικές, συνδετικός κρίκος για την αλυσίδα των μεταφορών.

Υπάρχει το ζήτημα του πακέτου των μέτρων με στόχο την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του στόλου υπό ελληνική σημαία, ώστε να αναπτυχθεί ο Πειραιάς, να γίνει διεθνές, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ναυτιλιακό και οικονομικό κέντρο.

Να δούμε ποιες είναι οι λειτουργίες ενός σημερινού διεθνούς ναυτιλιακού κέντρου, ποιες είναι οι νέες υπηρεσίες, οι οποίες πρέπει να ενταχθούν, και προς τις οποίες πρέπει να προσανατολιστούμε. Ο Πειραιάς και τα άλλα λιμάνια, βεβαίως, να γίνουν αφετήριοι λιμένες για την κρουαζιέρα και στη Μεσόγειο.

Εάν στη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήταν οι οδικοί άξονες, είναι σίγουρο ότι, στη δεκαετία που μπήκαμε, τα λιμάνια καλούνται να παίξουν έναν αντίστοιχο ρόλο, και πιστεύω ότι, και οι εξελίξεις στη Μεσόγειο όλο και περισσότερο θα ανοίγουν και τέτοιες δυνατότητες.

Εδώ θέλω και πάλι να κάνω μια κριτική στην κυβέρνηση, διότι δεν φαίνεται αυτά να τα καταλαβαίνει, όπως και τη δημιουργία ενός συνδυασμένου δικτύου μεταφορών και υπηρεσιών τουρισμού. Βλέπουμε την αδιαλλαξία και αδυναμία ουσιαστικού διαλόγου και συνεννόησης, με τους φορείς των εργαζομένων στα λιμάνια. Επιφέρει διαρκή προβλήματα δυσλειτουργίας, ιδιαίτερα στον ΟΛΠ, που κινδυνεύει να χάσει το ρόλο του μεγαλύτερου διαμετακομιστικού κέντρου με ανταγωνιστικά λιμάνια, και στην Τουρκία, και στη Μάλτα, αλλά και στην αδελφή μας Κύπρο.

Πολύ σημαντική είναι η ναυτική εκπαίδευση, όταν μιλάμε, βεβαίως, για ποιότητα, όπως, βεβαίως, σημαντικές είναι και οι συνθήκες εργασίας των ναυτικών. Θέλω να τονίσω ότι, ο ανθρώπινος παράγοντας στην παραγωγή και το σύστημα της παραγωγής, θα είναι το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα.

Έχουμε κάνει σημαντικά βήματα στους τομείς του εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας του ρυθμιστικού πλαισίου, του πιο ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος, αλλαγές στη ναυτική επαγγελματική εκπαίδευση, κατάρτιση, επιμόρφωση, εισαγωγή νέων τεχνολογιών, της πληροφορίας και της επικοινωνίας, της δημιουργίας υποδομών, όπως και για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, με τα έργα υποδομών στα λιμάνια, τη διασύνδεση στην ενδοχώρα, τον εκσυγχρονισμό και τη λειτουργία τους.

Όμως δεν αρκούν. Και εγώ θα συμφωνήσω ότι, η αναβάθμιση της ναυτικής εκπαίδευσης πρέπει να είναι συνεχής, και βεβαίως, πρέπει εδώ πιστεύω να δούμε μια πιο συνεργατική σχέση μεταξύ της ναυτιλίας και της εκπαίδευσης. Νομίζω ότι, και εδώ, παρά τις σημαντικές πιστεύω επιδόσεις των ναυτιλιακών μας σχολών, υπάρχει ακόμα ένας συγκεντρωτισμός, ένα κρατισμός.

Τι είναι αυτός ο κρατισμός. Δεν είναι ότι είναι δημόσιο. Αφορά, ό,τι είναι συνήθως στεγανό και απομονωμένο απ’ τις πραγματικές ανάγκες. Δεν έχει την ευελιξία. Παράγει ένα προϊόν, τον φοιτητή και πτυχιούχο, που πολλές φορές δεν το ζητάει η αγορά ή δεν έχει σχέση με τις ανάγκες της αγοράς. Αυτό δεν αφορά μόνο την ναυτιλία, αφορά και πάρα πολλά τμήματα των Πανεπιστημίων μας.

Είναι μια πολύ μεγάλη ανάγκη αυτή η συνεργατική σχέση μεταξύ της ναυτιλίας και των σχολών. Όχι μόνο αυτό, αλλά έτσι οι σχολές μας θα γίνουν πρότυπα, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Θέλω να πω δυο λόγια για την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος, που είναι ένα θέμα επίμαχο για όλη την Ευρώπη. Εγώ πιστεύω ότι, η ελληνική ναυτιλία στηρίζει τη δύναμή της στην προώθηση των όρων ποιοτικής ναυτιλίας, την τήρηση των κανόνων της βιώσιμης ανάπτυξης στις θαλάσσιες μεταφορές.

Η σύγχρονη αντίληψη ανταγωνιστικότητας επενδύει στο επίπεδο ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, και μεριμνά για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Και εδώ πιστεύω ότι, η ελληνική ναυτιλία δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τα πιο απαιτητικά στάνταρτ της ασφάλειας. Έχει μόνο να κερδίσει, αν η ποιότητα και η ασφάλεια αποτελέσουν συγκριτικά μας πλεονεκτήματα.

Μπορεί να είναι η εμπροσθοφυλακή αυτών που ενεργά δουλεύουν και διαφυλάσσουν το περιβάλλον. Απέναντι στην υποβάθμιση των θαλασσών μας και του θαλασσίου περιβάλλοντος, οφείλουμε να πάρουμε τα όποια αναγκαία προληπτικά μέτρα. Η χώρα μας έχει κυρώσει όλες τις Διεθνείς Συμβάσεις, τα Πρωτόκολλα, τους Κανονισμούς, τις Οδηγίες, για την προστασία της θάλασσας, και τα πλοία μας υπακούν σήμερα στις φιλοπεριβαλλοντικές υποδείξεις των Διεθνών Συμβάσεων.

Και δεν είναι τυχαίο ότι, το 90% των υπό ελληνικής σημαίας δεξαμενόπλοιων, είναι διπλού τοιχώματος και σύγχρονα. Άρα, η αυστηροποίηση των διεθνών κανόνων μας ωφελεί, γιατί ωφελεί όλους όσοι θέλουν να είναι ανταγωνιστικοί.

Έχουμε μόνο να χάσουμε από κοντόφθαλμες πολιτικές, και νομίζω ότι, το brand name της ναυτιλίας μας, πρέπει να συνδέεται με τις έννοιες της ασφάλειας και της ποιότητας. Έτσι, ως όνομα σε όλα μας τα προϊόντα, είτε είναι το αγροτικό προϊόν, είτε το ναυτιλιακό προϊόν, είτε τουριστικό προϊόν, πρέπει να είναι το brand name της ποιότητας. Αυτό είναι το μέλλον, και αυτή είναι η ανάγκη.

Πιστεύω ότι, το παιχνίδι που επιχείρησε να παίξει η κυβέρνηση για τα μονοπύθμενα, είχε και κινδύνους. Ένα ψευδεπίγραφο βέτο, το οποίο μας έβαλε να ταυτιστούμε διαπραγματευτικά με χώρες των οποίων η ναυτιλία βρίσκεται στη μαύρη ζώνη κατάταξης της παγκόσμιας ναυτιλίας, ενώ η ελληνική σημαία βρίσκεται στη λευκή ζώνη κατάταξης.

Όλα αυτά νομίζω, ήταν σημαντικά λάθη για τη ναυτιλία μας και για τη χώρα μας. Διότι οδηγούν τη χώρα μας και την εικόνα μας στην απομόνωση, και βεβαίως, δεν διαφημίζουν σωστά την ελληνική ναυτιλία. Εγώ θέλω να είμαι ξεκάθαρος και στο ζήτημα της ποινικοποίησης του ναυτικού επαγγέλματος, στο οποίο αναφέρθηκε ο Πρόεδρος σας, στην προσφώνησή του.

Όπως γνωρίζετε διίστανται οι απόψεις και οι ερμηνείες. Πάντως, για μας, δεν τέθηκε και δεν τίθεται τέτοιο θέμα, ούτε φυσικά το ΠΑΣΟΚ θα στήριζε ποτέ κάτι τέτοιο. Θέλω να τονίσω ότι, το ΠΑΣΟΚ έδωσε αποδεδειγμένα, και θα δίνει μάχες για την προστασία του ναυτικού επαγγέλματος και του Έλληνα ναυτικού, αλλά πιστεύουμε ότι, η Ελλάδα έχει μόνο οφέλη να κερδίσει όταν πρωτοστατεί στην προσπάθεια προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της ασφάλειας στην ναυσιπλοΐα.

Σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση και το δημόσιο συμφέρον μας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση σταδιακά απελευθερώνονται οι αγορές, με κανόνες, με έλεγχο, με διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, και βεβαίως, την κοινωνική διάσταση. Στη χώρα μας η απελευθέρωση της ακτοπλοΐας είναι καθοριστική για την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, αλλά και την παροχή σύγχρονων υπηρεσιών.

Ξεκινήσαμε αυτή τη διαδικασία, την επιταχύναμε να προλάβουμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, με την πεποίθηση ότι, η απελευθέρωση σε ένα ελεύθερο περιβάλλον μπορεί να βοηθήσει και την επιχειρηματική δράση και τον κοινωνικό ρόλο της ακτοπλοΐας, με σύνδεση ακόμα και στα πιο μικρά νησιά.

Δεν λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Μια απελευθέρωση παίρνει χρόνο, και νέες ισορροπίες πρέπει να βρεθούν. Βάλαμε, όμως, στέρεες βάσεις υγιούς ανταγωνισμού πιστεύω. Θα τα συζητήσουμε. Πιστεύω όμως ότι, και εδώ η κυβέρνηση δεν φαίνεται πραγματικά να ενδιαφέρεται. Έσπευσε να καταργήσει την Ανεξάρτητη Ρυθμιστική Αρχή, που είχε ως στόχο να αποτρέπει τις παρεμβάσεις του υπουργείου, και ταυτόχρονα να εποπτεύει για την εφαρμογή κανόνων ανταγωνισμού σε όλα τα επίπεδα. Και αυτό νομίζω ότι, δεν βοηθά να προχωράμε με πυξίδα και με κανόνες.

Φίλες και φίλοι, κυρίες και κύριοι, θέλω και πάλι να τονίσω, ότι εμείς είμαστε στην αντιπολίτευση μετά από μια μεγάλη περίοδο κυβέρνησης, 11 χρόνια, και βεβαίως νωρίτερα άλλα 8, περίπου. Έχουμε μια πολύ σημαντική εμπειρία. Αυτή τη στιγμή ο ρόλος μας είναι διαφορετικός, ως αντιπολίτευση, και θέλουμε να ασκήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό τον ρόλο, της εποικοδομητικής, πολλές φορές, αυστηρής, αλλά εποικοδομητικής πάντα κριτικής.

Και πάλι όμως, τονίζω ότι, ως κόμμα εξουσίας, έχουμε ήδη οργανωθεί, αλλάζοντας σημαντικά τη λειτουργία του κόμματός μας, ώστε να είμαστε ένας χώρος συζήτησης, διαλόγου, έρευνας, διαβούλευσης. Έχουμε υπεύθυνους. Είναι η Άννα Διαμαντοπούλου, είναι η Ροδούλα Ζήση, είναι και άλλοι εδώ, ο Γιάννης. Διαμαντίδης, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι και με τους οποίους θα ήθελα να συνεργαστείτε, ώστε να μπορέσουμε ακόμα καλύτερα να ανταλλάξουμε απόψεις, και πραγματικά με ειλικρίνεια, χωρίς δογματισμούς, χωρίς να προσπαθήσουμε να κρύψουμε προβλήματα ή λάθη. Να μπορέσουμε υπεύθυνα να αντιμετωπίσουμε τα σημερινά προβλήματα, ώστε να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε πραγματικούς εθνικούς στόχους.

Εθνικούς στόχους, που θα αισθανθείτε όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ψυχικά, ότι θέλετε να επενδύσετε σ’ αυτούς.

Ευχαριστώ πάρα πολύ.»

Διαβάστε επίσης