Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Ομιλία στην 29η Διάσκεψη των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κοινοβουλίων των χωρών-μελών της ΕΕ (COSAC), των υπό ένταξη χωρών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Κύριε Πρόεδρε, Kυρίες και Kύριοι Βουλευτές και μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, νιώθω χαρά κατ’ αρχήν που βλέπω πολλούς φίλους και γνωστούς, αλλά και ευθύνη, διότι καλούμαι να μιλήσω ενώπιόν σας για την προετοιμασία της μεταρρύθμισης της Ένωσης.

Αυτό, λόγω του ότι η COSAC εκπροσωπεί, από την εποχή της καθιέρωσής της, τις βασικές αξίες και ιδέες που εμπνέουν την τρέχουσα διαδικασία μεταρρύθμισης της Ένωσης, και σε ό,τι αφορά το εύρος και τη σημασία, αλλά και τη φιλοδοξία της μεταρρύθμισης. Και δεν υπάρχει προηγούμενο στην ιστορία της Ένωσης.

Η αφετηρία της μεταρρυθμιστικής αυτής προσπάθειας, βρίσκεται σε 3 προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η Ένωση. Η πρώτη, θεωρώ ότι είναι η απαίτηση των Ευρωπαίων πολιτών, των ευρωπαϊκών κοινωνιών, για μια Ένωση δημοκρατική.

Μια Ένωση που εξασφαλίζει ουσιαστικές δυνατότητες συμμετοχής, τόσο στον κάθε πολίτη ξεχωριστά, όσο και στην οργανωμένη κοινωνία των πολιτών.

Μια Ένωση που λειτουργεί με όρους διαφάνειας, εγγύτητας στον πολίτη και επιτρέπει τον αποτελεσματικό και δημοκρατικό έλεγχο των αποφάσεών της.

Αυτή η πρόκληση γίνεται ακόμα πιο μεγάλη, αν τη συνδυάσουμε με τη δεύτερη πρόκληση που προκύπτει από τη διεύρυνση, που επισφραγίστηκε τον προηγούμενο μήνα στην Αθήνα και συνιστά μια τομή στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η Ένωση των 25, αύριο 27, 28, 30 κρατών – μελών, δεν είναι μια απλή συνέχεια της Ένωσης των 15, αποτελεί κοινή συνείδηση όλων ότι πρέπει να είναι μια ποιοτικά διαφορετική Ένωση.

Αυτό, αν θέλουμε να διασφαλίσουμε το κεκτημένο της ευρωπαϊκής ενοποίησης των τελευταίων 50 ετών, αλλά και να αντιμετωπίσουμε νέες προκλήσεις, νέες εξελίξεις σε ένα διεθνές επίπεδο.

Αυτό με φέρνει στην τρίτη πρόκληση, που είναι το διεθνές μας περιβάλλον. Και μέσα από το διεθνές περιβάλλον η παγκοσμιοποίηση, ότι διαμορφώνουμε ένα παγκόσμιο χωριό, όπως θα έλεγε ο Μακλούαν, και τίθενται πάρα πολύ σημαντικά ερωτήματα παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Από το ρόλο των διεθνών θεσμών, όπως είναι ο ΟΗΕ, από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε νέες απειλές, από την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, μέχρι τα ερωτήματα για το ποια θα είναι μια παγκόσμια διακυβέρνηση και ουσιαστικά πάνω σε ποιες αξίες αυτή η παγκόσμια διακυβέρνηση θα εδραιωθεί.

Ποιες είναι οι αξίες, ποιες είναι οι πρακτικές, ποιες είναι οι αρχές, πάνω στις οποίες μια τέτοια παγκόσμια διακυβέρνηση θα αναπτυχθεί. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, στο οποίο όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα : Αποτελεί ένα μοντέλο, αποτελεί ένα πείραμα σε παγκόσμιο επίπεδο. ήδη ενός νέου είδους διακυβέρνησης σε περιφερειακό επίπεδο, που βασίζεται σε μια κοινότητα αξιών.

Πάνω σε αυτές τις αξίες έχουμε διαμορφώσει αυτή την κοινότητα, αυτή την Ένωση και αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα παράδειγμα – ήδη αποτελεί – αλλά μπορεί ακόμα περισσότερο να αποτελέσει και ένα παράδειγμα σε ένα διεθνές σύστημα.

Αλλά το ερώτημα είναι, πώς προωθούμε αυτές μας τις αξίες και η θεσμική επανίδρυση της Ένωσης θα απαιτήσει να δούμε και τον τρόπο να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί, μέσα σε νέους διεθνείς συσχετισμούς και ισορροπίες, νέες ευθύνες, ουσιαστικά, που αναλαμβάνουμε σε ένα νέο διεθνή ρόλο.

Οι τρεις αυτές προκλήσεις, πρέπει να απαντηθούν με αποφασιστικότητα, προετοιμάζοντας ένα Σύνταγμα για τον 21ο αιώνα. Και η μεγάλη αυτή ιστορική ευθύνη, ανατέθηκε κατ’ αρχήν στην ίδια την Ευρωπαϊκή Συνέλευση.

Στόχος της Συνέλευσης ήταν και είναι να είναι όσο γίνεται πιο συνεκτική, να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν περισσότερα επίπεδα δημοκρατικής συμμετοχής από την Ένωση, το εθνικό και το περιφερειακό και βεβαίως το κοινοβουλευτικό, αλλά και αυτό της Κοινωνίας των Πολιτών.

Όλοι οι στόχοι που θέσαμε στη Νίκαια, έχουν ως αφετηρία την ανάγκη για περισσότερη δημοκρατία, ενεργητική συμμετοχή του Ευρωπαίου πολίτη στη λειτουργία της Ένωσης και η οργάνωση της Συνέλευσης επεδίωξε ακριβώς να εξασφαλίσει αυτή τη συμμετοχή.

Η ευρεία σύνθεση της Συνέλευσης, οι δημόσιοι σύνοδοι της Ολομέλειας, η εμπλοκή του φόρουμ της κοινωνίας των πολιτών, η ηλεκτρονική πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις συνεισφορές των μελών, αυτά αποτέλεσαν τεράστια βήματα προόδου, που όχι μόνο δεν θα πρέπει να υποτιμούμε, αλλά υπάρχει πια και συναίνεση υπέρ της θεσμοποίησης του πρότυπου Συνέλευσης, ως προπαρασκευαστικού οργάνου των ελληνικών αναθεωρήσεων της συνταγματικής πλέον συνθήκης.

Πρέπει να τονίσουμε και ένα βασικό επίτευγμα της Συνέλευσης. Είναι η καθολική αποδοχή της άποψης ότι το αποτέλεσμά της θα είναι ένα σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης, που θα υποκαταστήσει τις ισχύουσες συνθήκες.

Η επέκταση της συζήτησης σε όλες σχεδόν τις δραστηριότητες και λειτουργίες της Ένωσης, είναι επίσης πολύ σημαντικό και σε μεγάλο βαθμό υπάρχει συναίνεση σε σειρά βασικών ζητημάτων, όπως είναι η καθιέρωση της ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας της Ένωσής μας, η ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η ενσωμάτωση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στη Συνταγματική Συνθήκη, η περαιτέρω κοινοτικοποίηση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

Η ενίσχυση του ρόλου των Εθνικών Κοινοβουλίων είναι ένας στόχος που απολαμβάνει εξίσου ευρύτατης υποστήριξης στη Συνέλευση. Και θα έλεγα η δυναμική, ευνοεί την καλύτερη και πιο συστηματική ενημέρωση των Εθνικών Κοινοβουλίων, γύρω από τη νομοθετική διαδικασία της Ένωσης και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας.

Στενότερες διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και βεβαίως ενεργή συμμετοχή τους στην προετοιμασία μελλοντικών αναθεωρήσεων της Συνθήκης μέσω της Συνέλευσης.

Ευρείας αποδοχής φαίνεται να είναι η άποψη ότι η ενίσχυση των Εθνικών Κοινοβουλίων και η αναβάθμιση συμμετοχής τους στο γίγνεσθαι της Ένωσης, δεν απαιτεί τη δημιουργία νέων θεσμών ή οργάνων που θα περιέπλεκαν τη λειτουργία της Ένωσης και θα επηρέαζαν την ισορροπία του θεσμικού συστήματος.

Η συζήτηση βεβαίως είναι σε πλήρη εξέλιξη. Υπήρξε πρόσφατη Άτυπη Σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εδώ στην Αθήνα μια πρώτη ανταλλαγή απόψεων για τα αποτελέσματα της Συνέλευσης, και για τη Διακυβερνητική.

Διαπιστώθηκε ότι η πρόταση γίνεται αποδεκτή ομόφωνα, ή σχεδόν ομόφωνα, για τη δημιουργία θέσης Υπουργού Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πως διίστανται οι απόψεις σε δύο καίρια ζητήματα.

Πρώτον, στο αν πρέπει να διατηρηθεί το σύστημα της εκ περιτροπής Προεδρίας στο Συμβούλιο ή να αντικατασταθεί με μια σταθερή Προεδρία και δεύτερον, ως προς το μέγεθος και τη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ειδικότερα, κατά πόσο θα εκπροσωπούνται όλα τα κράτη-μέλη ή εν πάση περιπτώσει θα υπάρχουν πολίτες κάθε κράτους-μέλους στην Επιτροπή;

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου μια ειδική αναφορά σε δύο ζητήματα που αναδεικνύονται ως μείζονα διακυβεύματα της θεσμικής μεταρρύθμισης.

Το πρώτο επικεντρώνεται στο ερώτημα, αν θα πρέπει να διατηρηθεί η εκ περιτροπής Προεδρία. Ασφαλώς και οι δύο επιλογές έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, ενώ τα όρια και οι δυσκολίες της 6μηνης Προεδρίας, σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση των «25», είναι από πολλούς κατανοητά.

Θα ήθελα να θέσω όμως ένα ερώτημα. Αν καταλήξουμε στην επιλογή ενός Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τότε έχει μεγάλη σημασία αν μιλάμε για τη δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων μας και το αίσθημα πραγματικής εκπροσώπησης των πολιτών μας, να αναζητήσουμε και να προβληματιστούμε και για τον κατάλληλο τρόπο εκλογής.

Έτσι, θα πρέπει στο πλαίσιο αυτό να εξετάσουμε, όχι μόνο την εκλογή του από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αλλά γιατί όχι, ας αναρωτηθούμε γιατί να μη δούμε και την άμεση εκλογή του Προέδρου του Συμβουλίου από τους Ευρωπαίους πολίτες.

Ταυτόχρονα ενδεχομένως, με τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αν πράγματι θέλουμε συνοχή, θέλουμε συνέχεια, θέλουμε κύρος που θα μπορεί να διαμορφώνει κοινές αντιλήψεις και κοινές θέσεις, οπωσδήποτε η δημοκρατική νομιμοποίηση αυτού του προσώπου, είναι πολύ σημαντική.

Αντιθέτως μπορούμε να δημιουργήσουμε νέα γραφειοκρατικά σχήματα, που να έχουν όμως και ως αντίδραση του πολίτη, ότι όλο και πιο αδιαφανώς παίρνονται αποφάσεις και δημιουργούνται νέα όργανα που δεν έχουν αυτή τη δημοκρατική νομιμοποίηση και έλεγχο.

Δεύτερο θέμα είναι το διακύβευμα της εξωτερικής πολιτικής. Δεν αρκεί νομίζω, το να πούμε ότι ένας Υπουργός Εξωτερικών του Συμβουλίου, θα μπορέσει να διασφαλίσει την ενιαία εξωτερική φωνή.

Αν π.χ. – το συζητήσαμε προχθές στο Καστελόριζο στο Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών – είχαμε το ερώτημα, αν είχαμε έναν Υπουργό Εξωτερικών σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν αυτό θα ήταν αρκετό να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές μας διαφωνίες για το θέμα του Ιράκ.

Νομίζω ότι όλοι συμφωνήσαμε ότι δεν θα ήταν αρκετό. Δεν αρκούν απλώς οι κάποιες θεσμικές αλλαγές, αν δεν υπάρχει και η πολιτική βούληση και η δημοκρατική νομιμοποίηση, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Αυτό σημαίνει, σε μια Ένωση των 25 και αργότερα περισσότερων χωρών, πώς θα μπορέσουμε να ενσωματώσουμε τις ανησυχίες, τις εθνικές προτεραιότητες των κρατών-μελών και είχαμε μια άσκηση, ενδιαφέρουσα για πρώτη φορά σε αυτό το Συμβούλιο, που ζητήσαμε να μας καταθέσουν οι χώρες, τα κράτη-μέλη, τις συνολικές τους προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής, για πρώτη φορά. Είμαστε μια Ένωση πολλών ετών, πολλών δεκαετιών, αλλά ποτέ ουσιαστικά δεν κοιτάξαμε, δεν προσεγγίσαμε το σύνολο των εθνικών προτεραιοτήτων κάθε κράτους-μέλους. Συζητάγαμε επιμέρους ζητήματα, που έτυχε να αντιμετωπίσουμε ανάλογα με τη συγκυρία. Άρα η κοινοτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των κρατών -μελών θα είναι μια πρόκληση.

Κλείνοντας, θα ήθελα απλώς να τονίζω ότι περιμένουμε στη Θεσσαλονίκη το αποτέλεσμα της εργασίας της Συνέλευσης και θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους συμμετέχετε στη Συνέλευση, την COSAC, αλλά και τους αντιπροσώπους ειδικότερα των Εθνικών Κοινοβουλίων, καθώς και τον κ. Μπρούντον και την κα Στιούαρτ που συμμετέχουν στο Προεδρείο και έχουμε εξαιρετική συνεργασία. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

(Ακολουθούν ομιλίες συνέδρων)

Γιώργος Παπανδρέου: Είναι πολλά τα ερωτήματα που μου τέθηκαν, θα προσπαθήσω να απαντήσω και με σύντομο τρόπο. Ευχαριστώ πολύ για τις σκέψεις σας, δεν είναι αναγκαστικά με τη σειρά που δέχθηκα τις ερωτήσεις.

Κατ’ αρχήν ένα σημαντικό ερώτημα τέθηκε για το Ευρωκοινοβούλιο και τα Εθνικά Κοινοβούλια. Πιστεύω, ότι πρέπει να ευνοήσουμε με κάθε τρόπο τη συνεργασία του Ευρωκοινοβουλίου με τα Εθνικά Κοινοβούλια, πρέπει να επικεντρωθούμε σε διαδικασίες που θα επιτρέψουν την καλύτερη και ουσιαστική συμμετοχή των Εθνικών Κοινοβουλίων. Και δεν βλέπω αν θα υποστήριζα και την υπογραφή μιας Συμφωνίας μεταξύ των Εθνικών Κοινοβουλίων και του Ευρωκοινοβουλίου.

Αποτελεσματική συμμετοχή σημαίνει να έχουν οι βουλευτές των εθνικών Κοινοβουλίων τη δυνατότητα έγκαιρα να παρεμβαίνουν, βασισμένοι σε πλήρη πληροφόρηση και αυτό όπως ξέρετε θα εξασφαλίζεται με το πρωτόκολλο που έχει προταθεί στη Συνέλευση.

Πέραν αυτού πρέπει να αξιολογηθούν όλες οι συγκεκριμένες προτάσεις συνεργασίας Ευρωκοινοβουλίου και Κοινοβουλίων και να προωθήσουμε και άλλες σχετικές δυνατότητες, αναπτύχθηκαν από μερικούς από σας όπως τον Φινλανδό συνάδελφό σας κ Κίμνεν και εμείς σε συνεργασία με το Ευρωκοινοβούλιο είμαστε θετικοί σ’ αυτό.

Για το θέμα του ελέγχου της επικουρικότητας η ρύθμιση του πρωτοκόλλου εξασφαλίζει σημαντικές δυνατότητες, το δικαίωμα προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αυτό το δικαίωμα θα περιέπλεκε την θεσμική ισορροπία, τουλάχιστον αυτή είναι η άποψη που δέχεται η πλειοψηφία στην Συνέλευση.

Όσο για την διακοινοβουλευτική συνεργασία που τόνισε ο κ. Γκάμα είναι βεβαίως απολύτως σωστό και το υποστηρίζω.

Υπάρχει ένα θέμα που τέθηκε για την αντικατάσταση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του WAU της VEE. Εδώ υπάρχει ένα πραγματικό κενό, δεν υπάρχει ίσως η απαραίτητη απάντηση αλλά υπάρχει ένα πραγματικό κενό που αναγνωρίζουμε ως Προεδρία και το οποίο πρέπει να δούμε πως θα αντιμετωπιστεί.

Σαφώς όλα αυτά έχουν να κάνουν και με την δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων και των αποφάσεων της Ένωσης και πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ιδιαιτέρως ευαίσθητοι στο θέμα αυτό. Αφορά και τα εθνικά κοινοβούλια, αφορά όμως και σειρά άλλων οργάνων και πως αυτά επιλέγονται.

Η Συνέλευση έχει προταθεί να γίνει ένα πιο θεσμοποιημένο πια όργανο για τις μελλοντικές τροποποιήσεις και αυτό νομίζω είναι μια δημοκρατική κατάκτηση εάν προχωρήσει που βεβαίως μέσα στην Συνέλευση θα συμμετέχουν, ίσως και με μια νέα σύνθεση, αλλά εν πάση περιπτώσει, αν υπάρχει η σημερινή συμμετοχή διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό αυτή η δημοκρατική νομιμοποίηση.

Σε ό,τι αφορά όμως τις λειτουργίες της Συνέλευσης που αρκετοί επίσης ρώτησαν, έχω 2-3 απαντήσεις. Πρώτα απ’ όλα έχει συζητηθεί και έχει αποφασιστεί η Συνέλευση να ολοκληρώσει το έργο της μέχρι το Συμβούλιο Κορυφής της Θεσσαλονίκης. Αναμένουμε ότι το πρώτο βασικό κομμάτι του συντάγματος, το πρώτο κομμάτι θα έχει ολοκληρωθεί.

Δεν θέλουμε να δημιουργούμε ένα αίσθημα μεγάλης ευελιξίας χρονικών περιθωρίων διότι αυτό μπορεί βεβαίως να δημιουργήσει μια αίσθηση ότι μπορούμε αέναα να συζητούμε μέσα στην Συνέλευση και να μην φτάσουμε τελικά στις αποφάσεις και δεν έχουμε πολύ χρόνο. Θα αναφερθώ και στο θέμα του χρόνου.

Αλλά είναι αλήθεια ότι το δεύτερο κομμάτι του συνόλου της συνθήκης, των πολιτικών δηλαδή, το κομμάτι των πολιτικών δεν φαίνεται να μπορεί να απλωθεί στην ολότητά του μέχρι αυτή την ημερομηνία αλλά θα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, αυτό μπορεί να σημάνει την περαιτέρω επεξεργασία αυτού του κομματιού, όμως όχι του πρώτου κομματιού, για κάποιες βδομάδες περαιτέρω εντός του καλοκαιριού μετά από τον Ιούνιο ή τον Σεπτέμβριο, όταν ξαναβρεθούμε μετά από τις διακοπές.

Όμως αυτό το λέω με την επιφύλαξη ότι το αίσθημα ότι υπάρχει άπειρος χρόνος μπορεί να μας πάει πολύ πίσω και δεν υπάρχει αυτή η βούληση, η διάθεση από τα κράτη-μέλη. Θα θέλαμε τον Σεπτέμβριο επί Ιταλικής Προεδρίας να αρχίσει. Στο πρόγραμμα το κοινό της Προεδρίας μας μιλούμε για την έναρξη και το τέλος της διακυβερνητικής εντός της Ιταλικής Προεδρίας, δηλαδή να κλείσει στην Ρώμη. Βεβαίως είναι κάτι που μπορεί να το διασφαλίσει κανείς αυτό αλλά αυτός είναι ο στόχος υπάρχουν όμως και ενστάσεις κάποιων κρατών-μελών που θα ήθελαν περισσότερο χρόνο ή μια ανάπαυλα πριν ξεκινήσει η Διακυβερνητική, το IGC ή και περισσότερο χρόνο για την απόφαση.

Σε ό,τι αφορά τα νέα μέλη, η απόφασή μας είναι νομίζω ότι τους καλύπτει πλήρως και θα ήθελα να πω στην Πολωνή Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπο αλλά και σε άλλους που ρώτησαν, ότι μπορούμε να κλείσουμε τις εργασίες των αποφάσεων πριν από την 1η Μαΐου του IGC της Διακυβερνητικής, αλλά η υπογραφή και η επικύρωση της νέας συνθήκης και του συντάγματος θα γίνει μετά την ένταξη των νέων, μετά την πλήρη πια ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή και οι ίδιοι θα υπογράψουν και θα κυρώσουν το σύνταγμα.

Αυτό σημαίνει ότι εκ των πραγμάτων είναι ισότιμοι συνδιαπραγματευτές στην Διακυβερνητική διότι δεν θα μπορούσαμε να έχουμε την επικύρωση της συνθήκης, επί 25, χωρίς την σύμφωνή τους γνώμη.

Άρα, λοιπόν, νομίζω διασφαλίζεται πλήρως η συμμετοχή τους μ’ αυτή την διαδικασία. Θέλουμε όμως και νομίζω αυτή ήταν η σημασία του λόγου του Πρωθυπουργού, κ. Σημίτη, να έχει ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση μέχρι την 1η Μαΐου και το συντομότερο να μπορούμε να επικυρώσουμε αυτό το νέο μας σύνταγμα, διότι, επί 25, θα αντιμετωπίσουμε πολλές δυσκολίες και όλοι γνωρίζουμε πολλά αδύναμα σημεία που έχει η Συνθήκη της Νίκαιας.

Υπάρχουν 2-3 άλλες ερωτήσεις που νομίζω είναι επίσης σημαντικές και θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτές. Σε ό,τι αφορά το θέμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εγώ συμφωνώ κατ’ αρχήν σε ό,τι αφορά, ένας νομίζω τόνιζε, για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και φαίνεται ότι και στο Προεδρείο εκεί τείνει, αν και υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, ο Πρόεδρος της Επιτροπής να εκλέγεται από το Ευρωκοινοβούλιο και να επικυρώνεται από το Συμβούλιο, όχι το αντίστροφο, δηλαδή να εκλέγεται απ’ το Συμβούλιο και να επικυρώνεται από το Ευρωκοινοβούλιο.

Πιστεύω η τάση είναι να εκλέγεται από το Ευρωκοινοβούλιο και να επικυρώνεται από το Συμβούλιο.

Αυτό οπωσδήποτε δίνει μια πολύ μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση στην επιλογή του Προέδρου της Επιτροπής.

Σε ό,τι αφορά τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπάρχουν όπως είπε ο κ. Φαγιότ, πράγματι κάποιοι κίνδυνοι, και κίνδυνοι, που οι πολίτες μας νομίζω θέλουν να δουν και την διαφάνεια και την νομιμότητα των αποφάσεων. Ένας μονιμότερος Πρόεδρος και εδώ υπάρχει μια διχογνωμία στο Προεδρείο όπως και στην Συνέλευση αλλά θα έλεγα στην Συνέλευση περισσότεροι είναι υπέρ της εναλλαγής του Προέδρου και εμείς ως χώρα, ως Ελλάδα έχουμε πάρει αυτή την θέση. Στο Προεδρείο είναι λιγότεροι υπέρ αυτής της θέσης και όπως ξέρετε κατατέθηκε η πρόταση που υπάρχει για ένα μονιμότερο Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Εάν υπάρχει μονιμότερος Πρόεδρος, βεβαίως και ανάλογα με τις αρμοδιότητες εγώ θα έλεγα ότι υπάρχει ένας φόβος των μεσαίων και των μικρότερων χωρών, ότι μπορούν να δημιουργούνται διευθυντήρια.

Και έχω εδώ ένα μεγάλο ερώτημα από την εμπειρία μου των τελευταίων μηνών ως Προεδρεύουσα χώρα ιδιαίτερα στο θέμα του Ιράκ, εάν πράγματι οι μεγαλύτερες χώρες θεωρούν ότι μπορούν να πάρουν και να ωθήσουν την Ευρώπη προς τα μπρος, είδαμε ότι και οι μεγάλες χώρες πολλές φορές διαφωνούν και έχουν και αυτοί τις μεγάλες συγκρούσεις μεταξύ τους και δεν είναι η εγγύηση μια τέτοια λογική, ότι κάποιες μεγάλες χώρες θα είναι εκείνες οι οποίες θα πάνε προς μπροστά την Ένωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρξει ενισχυμένη συνεργασία μέσα σε θεσμικό πλαίσιο.

Άρα, λοιπόν, εγώ θα έλεγα ότι αυτό που πρέπει να σκεφτούμε πια είναι πέραν της λογικής των μικρών και μεγάλων και μεσαίων χωρών, πέραν της λογικής απλώς των κρατών-μελών και να δούμε σε μια ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών μας, γι’ αυτό πρέπει να δούμε τη θεσμοποίηση μέσα από Ευρωκοινοβούλιο, προτάθηκε και ιδέα του Κογκρέσου. Εγώ θα έλεγα γιατί όχι αν πάμε σε τέτοιες λογικές, ακόμα και της αμεσότερης εκλογής ενός Προέδρου ασχέτως των αρμοδιοτήτων αυτού του Προέδρου που θα έχει την ευρύτερη νομιμοποίηση και θα είναι ο ένας πρώτος θεσμός στο οποίο πολίτης της Ευρώπης θα έχει έναν ευρωπαϊκό θεσμό που δεν θα έχει την στάμπα, την σφραγίδα εκπροσώπου κράτους-μέλους είτε στο Ευρωκοινοβούλιο, είτε στην Επιτροπή, είτε στο Συμβούλιο.

Εν πάση περιπτώσει είναι νομίζω θέματα τα οποία πρέπει να συζητηθούν και είναι από τα επίμαχα ζητήματα που τίθενται.

Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και το αν θα είναι global player, ένας παγκόσμιος παίκτης, η εμπειρία η δικιά μου προσωπικά τους τελευταίους μήνες είναι πρώτα απ’ όλα, ότι χρειάζεται μεγαλύτερη διαδικασία ολοκλήρωσης και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Στον τομέα τον οικονομικό έχουμε μια ενωσιακή πολιτική, μια ολοκλήρωση ευρωπαϊκή, μια κοινή αγορά και παίζουμε παγκόσμιο ρόλο. Όταν αποφασίζει η Επιτροπή π.χ. ότι σε ένα θέμα μεταλλαγμένων προϊόντων αυτό επηρεάζει την αγορά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν αποφασίζει η Επιτροπή για το αν μπορούν να συγχωνευθούν δυο μεγάλες εταιρείες αμερικανικής προέλευσης έχει λόγο, ακούγεται. Αλλά αυτό είναι διότι πια έχουμε διαμορφώσει μια ενωσιακή πολιτική.

Άρα, λοιπόν, ο στόχος μας θα πρέπει να είναι, να δούμε τι σημαίνει μια ενιαία εξωτερική πολιτική, που σημαίνει να μπορέσουμε να ενσωματώσουμε τις εθνικές ανησυχίες και προτεραιότητες όλων των κρατών-μελών -είμαστε πια 25, αύριο περισσότεροι- σε μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, να κοινοτικοποιήσουμε αν θέλετε και τις εθνικές μας προτεραιότητες.

Είναι μία διαδικασία που θα χρειαστεί χρόνος αλλά θα μπορούσε κάθε χρόνο να κατατίθεται ένα report, μία έκθεση της εξωτερικής μας πολιτικής που θα συνδυάζει τις ανησυχίες και τις προτεραιότητες των κρατών-μελών και θα τα μεταφράζει σε μία κοινοτική πολιτική.

Δεύτερον, τις διάφορες πολιτικές μας που σήμερα έχουν οι τρεις Επίτροποι, ο κ. Νίλσεν για τα αναπτυξιακά, ο κ. Λαμί για τα οικονομικά και ο κ. Πάτεν για τα εξωτερικά και ίσως και άλλοι, όπως τα περιβαλλοντικά. Τέταρτον, να διαμορφώνονται κάποιες συλλογικές προτεραιότητες για νέα προβλήματα, νέα ζητήματα όπως είναι όπλα μαζικής καταστροφής, τρομοκρατία και ούτω καθ’ εξής.

Και αυτή η έκθεση να συζητιέται στο Συμβούλιο και στο Ευρωκοινοβούλιο. Ίσως και στα Εθνικά Κοινοβούλια, γιατί όχι; Για να διαμορφώνεται όλο και περισσότερο μία κοινή εξωτερική πολιτική. Ήδη στην προχθεσινή μας συνάντηση στο Καστελόριζο αποφασίσαμε μια πολύ θα έλεγα ιστορική απόφαση και πρόταση να φέρει ο Χαβιέ Σολάνα συνεργαζόμενος με όλα τα κράτη-μέλη, παλιά και καινούρια μία πρόταση για μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια, European Security Strategy, το οποίο θα έρθει στο Συμβούλιο Κορυφής στην Θεσσαλονίκη μετά από επεξεργασία του Συμβουλίου μας, Υπουργών Εξωτερικών και αυτή θα αποτελέσει και βάση της συζήτησης που θα κάνουμε με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Συμβούλιο Κορυφής που θα γίνει, την συνάντηση Κορυφής που θα γίνει στην Ουάσιγκτον στις 25 Ιουνίου.

Άρα λοιπόν διαμορφώνοντας εμείς τις δικές μας προτεραιότητες θα μπορούμε να έχουμε και έναν ουσιαστικότερο διατλαντικό διάλογο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε ό,τι αφορά τον φίλο μου τον Νούρ Οϊμέν , αλλά μίλησε και ο κ. Αγαπίου για την Κύπρο πιστεύω ότι εδώ θα πρέπει να δούμε ότι υπάρχει θα έλεγα μια επιτυχία καταρχήν διότι δεν έχει κλείσει το πρόβλημα ευρωπαϊκή.

Η Ευρώπη τί αντικατοπτρίζει και τί εκφράζει; Εκφράζει την δυνατότητα λαών, εθνοτήτων, διαφορετικών παραδόσεων και θρησκειών να ζουν μεταξύ τους ειρηνικά. Εκφράζει την δυνατότητα παλαιές συγκρούσεις να ξεπερνιόνται, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, έχουμε στενή συνεργασία πια Γαλλίας-Γερμανίας και όλων των χωρών που ενεπλάκησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ξεπεράσαμε τον ψυχρό πόλεμο και το Τείχος του Βερολίνου. Ξεπερνούμε στα Βαλκάνια πάλι μεγάλες συγκρούσεις δυστυχώς των τελευταίων ετών μέσα από μία ευρωπαϊκή προοπτική αυτών των χωρών και πιστεύω ότι αυτή η ίδια η δυναμική επενεργεί θετικά, πολύ θετικά και στις σχέσεις στην Βαλκανική χερσόνησο και πιο νότια στη Κύπρο πρώτα απ’ όλα με την νέα δυναμική επικοινωνίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων αλλά και τις νέες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Ο κ. Πρωθυπουργός ίσως να αναφέρθηκε στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που πράγματι επέρριψαν ευθύνη στον κ. Ντενκτάς για τις πρόσφατες συνομιλίες αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θεωρούμε ότι όλες αυτές οι εξελίξεις είναι θετικές, όποιες εξελίξεις δημιουργούν ένα κλίμα επαφής μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και μεταξύ των πολιτών. Είναι θετικές εξελίξεις, καταρρίπτουν μύθους, καταρρίπτουν στερεότυπα, καταρρίπτουν προκαταλήψεις ότι Έλληνες-Τούρκοι, Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν να συμβιώσουν μεταξύ τους.

Αντιθέτως νομίζω μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποδεικνύεται από την πράξη και τώρα μέσα από τις συγκινητικές σκηνές πώς μπορούν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πράγματι να συνεργαστούν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι φτάσαμε στην λύση. Και πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση, να χρησιμοποιήσουμε το σχέδιο του Κόφι Ανάν για να προωθήσουμε τη λύση του Κυπριακού προβλήματος. Είναι επιτακτικό. Αυτή η δυναμική όμως νομίζω μας δημιουργεί μία νέα αισιοδοξία.

Είχα την ευκαιρία να τα συζητήσω αυτά και προχθές με τον κ. Γκιουλ όπου και αυτός συμμετείχε στο GYMNICH στο τέλος όπου ήρθαν και η Τουρκία και η Ρουμανία και η Βουλγαρία. Νομίζω ότι έχω αντιμετωπίσει τα περισσότερα θέματα. Ο κ. Μίτσελ μίλησε για την Commission. Εμείς οι μικρότερες, οι μεσαίες χώρες νομίζω έχουμε την άποψη ότι όλοι πρέπει να έχουν έναν Επίτροπο παρότι δεν εκπροσωπεί τις χώρες μας και αυτό επίσης είναι ένα πολύ μεγάλο και δυσχερές θέμα. Είναι από τα θέματα που υπάρχει μία διχογνωμία.

Να σας ευχαριστήσω πολύ. Ελπίζω να απάντησα στις περισσότερες αν όχι όλες τις ερωτήσεις όσο μπορούσα με μεγαλύτερη σαφήνεια. Ως Προεδρία έχουν την ανάγκη να εκφράζουμε το γενικότερο σύνολο αλλά σας έδωσα επίσης και κάποιες σκέψεις των εθνικών μας δικών μας προτεραιοτήτων. Καλή συνέχεια στην δουλειά σας. Ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε επίσης