Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία στην τελετή Απονομής Τίτλων του Πανεπιστημίου Σαμπαντζί

«Αγαπητή κα Σαμπάντζι, κύριε Τεργιόγλου, εξοχότατοι και διακεκριμένοι φιλοξενούμενοι, διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί καθηγητές, αγαπητοί φοιτητές, αγαπητοί γονείς που βρίσκεστε εδώ.

Είμαι πραγματικά χαρούμενος, που βρίσκομαι, εδώ, μαζί σας, σήμερα το απόγευμα. Αποτελεί όχι μόνο τιμή, αλλά θα έλεγα και καθήκον, αφού με εκλέξατε με τόσο μεγάλη πλειοψηφία. Και είναι αλήθεια, ότι με κατάπληξε το γεγονός, ότι εκλέχτηκα χωρίς να είμαι υποψήφιος για κάτι. Ίσως, αυτός είναι ο τρόπος να εκλεγεί κανείς και σε άλλους χώρους.

Σήμερα λοιπόν, περνώντας πάνω από το Αιγαίο για να έρθω να σας συναντήσω, είδα ότι, πάντα εντυπωσιάζεται κανείς, και εγώ εντυπωσιάστηκα πάλι σήμερα, με την ομορφιά της περιοχής μας. Βλέποντας τη θάλασσα από τον ουρανό, βλέποντας τις ακτές, βλέποντας τα νησιά, πάντοτε νοιώθω μια βαθιά αίσθηση ειρήνης και γαλήνης.

Ωστόσο, έχουν διεξαχθεί τόσες μάχες, έχουν χαθεί τόσες ζωές, έχουν περάσει τόσοι εισβολείς, που μπορούμε εύκολα να πούμε, ότι, έχουμε περισσότερη ιστορία να καταναλώσουμε, απ’ ότι θα μπορούσαμε ποτέ να χρειαστούμε.

Ένας από τους παλιότερους μύθους του ανθρώπινου γένους ξεκίνησε εδώ. Ένας μύθος που τραγουδήθηκε από πολλούς και που μεταβιβάστηκε από γενεά σε γενεά. Και σήμερα, παραμένει μια από τις πιο σπουδαίες κληρονομιές για τη λογοτεχνία, για την ιστορία, και για τη φιλοσοφία.

Είναι η «Ιλιάδα». Είναι η ιστορία της Τροίας. Ήταν μια εποχή, που οι άντρες πήγαιναν στον πόλεμο για τα όμορφα μάτια μιας γυναίκας, της Ωραίας Ελένης, και όχι για το πετρέλαιο. Έτσι, όταν πετάω πάνω από το Αιγαίο και βλέπω τα νησιά, τις ακτές, τις θάλασσες, τόσο ήρεμες και όμορφες, αισθάνομαι ότι, μπορεί να μας χαμογελάνε, ίσως και να γελάνε με μας, γιατί ήξεραν, πάντοτε, ότι, το είδος που λέγεται «άνθρωπος», είναι μονάχα ένα μικρό κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου κόσμου. Ήξεραν, πάντοτε, πόσο σύντομη μπορεί να είναι η ζωή μας.

Τώρα όμως, καθώς κοιτάμε τον εαυτό μας από τον ουρανό, ακόμα και από το διάστημα, καθώς μπορούμε να επικοινωνούμε σε λίγα χιλιοστά του δευτερόλεπτου μέσω του Ίντερνετ, ή που εγώ μπορώ να έρθω για επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη μέσα σε μία ώρα, τώρα ίσως μπορούμε και να δούμε τη ζωή μας από μια νέα οπτική γωνιά. Μπορούμε να δούμε μια ευρύτερη εικόνα του κόσμου. Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τι είναι σημαντικό, και τι δεν είναι.

Αυτό νομίζω προσπαθούσε να κάνει ο Όμηρος όταν έγραφε την «Ιλιάδα». Προσπαθούσε να δώσει νόημα στα γεγονότα, προσπαθούσε να καταλάβει, προσπαθούσε να δώσει κάποια λογική στο παράλογο. Αυτή είναι, και θα είναι, η μεγαλύτερη μάχη που έχουν διεξάγει οι άνθρωποι, μια από τις πιο ευγενείς επιδιώξεις του ανθρώπινου γένους, η αναζήτηση της γνώσης, της κατανόησης των πραγμάτων.

Και είναι εδώ, σε τέτοια εκπαιδευτικά ιδρύματα, που προσπαθούμε να δώσουμε νόημα στη ζωή μας και στον κόσμο γύρω μας. Και αυτό, είναι το πρώτο μου μήνυμα σε σας. Μόλις ολοκληρώσατε μια πολύ σημαντική επιδίωξη, την επιδίωξη της γνώσης, την επιδίωξη της κατανόησης για να αναπτύξετε καλύτερα τις ικανότητές σας και να είστε δημιουργικοί στην αντιμετώπιση των προκλήσεων στη ζωή σας. Σας συγχαίρω, εσάς προσωπικά και τις οικογένειές σας.

Αυτή, είναι μια από τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής σας. Αλλά η επιδίωξη δεν τελειώνει εδώ. Ίσως, για αυτό ο Όμηρος έγραψε άλλο ένα αριστούργημα, την «Οδύσσεια», την ιστορία του Οδυσσέα, του πολεμιστή, που αφού έφυγε από την Τροία, έπρεπε να επιστρέψει στην πατρίδα του την Ιθάκη, στο όμορφο νησί του, που βρίσκεται κοντά στη δυτική ακτή της Ελλάδας.

Η ζωή του, σ’ αυτή την ιστορία, μετατρέπεται σε μια αναζήτηση, σε αναζήτηση του πεπρωμένο του. Και από πολλές απόψεις, αυτό είναι το όλο νόημα της ζωής μας. Μια αναζήτηση για να φτάσουμε στην «Ιθάκη» μας. Ίσως είναι, μια διαρκής αναζήτηση για ατέλειωτες «Ιθάκες», όπως αρέσει σε τόσο πολλούς νέους ανθρώπους να κάνουν στα ελληνικά νησιά, που πηγαίνοντας από το ένα νησί στο άλλο, ανακαλύπτοντας κάθε φορά κάτι καινούργιο, κάτι παράξενα όμορφο, κάτι μαγικό, νέες προκλήσεις σε κάθε λιμάνι που φτάνουν.

Όταν εγώ ήμουν νέος, βρέθηκα στην εξορία, μακριά από την Ελλάδα, καθώς ο πατέρας και ο παππούς μου είχαν φυλακιστεί για τα πολιτικά πιστεύω τους. Τότε, φοίτησα σε τέσσερα διαφορετικά γυμνάσια και τρία διαφορετικά πανεπιστήμια, από τη Σουηδία στον Καναδά, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ευρώπη. Είχα ξεκινήσει την «Οδύσσεια» μου. Βρισκόμουν κι εγώ στην αναζήτηση της «Ιθάκης» μου.

Ποτέ, ούτε μια φορά, δεν μου πέρασε από το μυαλό, ότι, μια μέρα, θα στεκόμουν εδώ μπροστά σας, ένας Έλληνας, μιλάει στους απόφοιτους του Πανεπιστημίου Σαμπάντζι στην Τουρκία. Και εσείς σήμερα, αφού πάρετε το πτυχίο σας, θα ξεκινήσετε μια νέα «Οδύσσεια». Θα ξεκινήσετε το ταξίδι για ένα καινούργιο λιμάνι. Σε κάθε στροφή, μπορεί να συναντήσετε κάτι αναπάντεχο. Να φροντίσετε, να μη νοιώσετε φόβο ή απογοήτευση. Όταν νοιώσετε ανασφάλεια αντιμετωπίζοντας μια νέα πρόκληση, μην πανικοβληθείτε. Μην αφήσετε να σας κυριαρχήσει το παράλογο. Μην ξεχάσετε ότι, βρίσκεστε σ’ ένα ταξίδι προς την «Ιθάκη». Φροντίστε να εκμεταλλευτείτε κάθε ευκαιρία. Προσπαθήστε να δώσετε νόημα, να προσδιορίσετε τι είναι λογικό, και τι παράλογο, τι αξίζει τον κόπο, και τι όχι. Και με αυτό τον τρόπο, η ζωή θα γίνει ένας θησαυρός γνώσεων για σας.

Ο καθένας μας, λοιπόν, έχει τη δική του προσωπική «Ιθάκη». Ποια, όμως, θα μπορούσε να είναι η «Ιθάκη» για την Ευρώπη, για την Τουρκία, για την Ελλάδα; Έχουμε κοινούς προορισμούς; Αν όχι μπορούμε να τους δημιουργήσουμε; Θέλουμε να το κάνουμε; Ας αρχίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ας κάνω μια σύγκριση με το Πανεπιστήμιο Sabanci.

Τι είναι ένα πανεπιστήμιο; Ναι, είναι τα κτίρια, και συγχαρητήρια, έχετε πολύ ωραία κτίρια εδώ. Είναι οι άνθρωποι. Αλλά, αυτά είναι, που κάνουν ένα πανεπιστήμιο να ξεχωρίζει; Όχι βέβαια. Είναι η αναζήτηση της γνώσης, της επιστήμης, της μάθησης. Είναι, στην πραγματικότητα, οι βασικές αξίες και οι μέθοδοι. Γιατί, ακόμη και αν οι επιστήμες εξακολουθούν να αναπτύσσονται και να επεκτείνονται σε νέα πεδία, προσφέροντας νέα κατανόηση και πολλές νέες γνώσεις, οι βασικοί κανόνες της έρευνας και οι βασικές αξίες, θα παραμείνουν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου.

Τι είναι η Ευρώπη, λοιπόν; Πριν αναλάβει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ελλάδα, το 2003, αναρωτηθήκαμε: τι είναι η Ευρώπη; Αναζητούσαμε ένα σύνθημα για να το χρησιμοποιήσουμε ως έμβλημα στα banner μας. .Ένα σύνθημα, που θα συμπύκνωνε και θα συνόψιζε το τι είναι η Ευρώπη. Μια Ευρώπη που διευρυνόταν, που επεκτεινόταν, μια Ευρώπη που αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη ποικιλομορφία.

Και αναρωτηθήκαμε: Η Ευρώπη, είναι ένα σύνολο εθνών; Ναι, είναι. Η Ευρώπη, είναι μια γεωγραφική περιοχή; Ναι, είναι και αυτό. Η Ευρώπη, είναι ένα σύνολο διαφορετικών λαών; Ναι, η Ευρώπη, είναι και ένα σύνολο διαφορετικών λαών. Η Ευρώπη, είναι μια περιοχή με κοινή ιστορία; Ίσως, εάν ερμηνεύετε την ιστορία με αυτό τον τρόπο.

Αλλά, είναι αυτά τα στοιχεία για τα οποία η Ευρώπη διακρίνεται, για τα οποία ξεχωρίζει; Όχι, βέβαια. Δεν μιλάμε, απλώς, για την Ευρώπη. Μιλάμε, για μια Ένωση, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, τελικά αποφασίσαμε ως σύνθημά για την Ελληνική Προεδρία να είναι «Η Ευρώπη μας», και από κάτω γράψαμε, «Χτίζοντας ένα κοινό μέλλον σε μια κοινότητα αξιών».

Αυτό, ακριβώς, πιστεύαμε ότι, είναι η Ευρώπη. Και αυτό, πίστευαν, οι προπάτορες, ότι είναι η ιδέα της Ένωσης. Ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σούμαν θεωρούσαν ότι, η δημιουργία μιας κοινότητας αξιών, θα ήταν η «Ιθάκη» της Ευρώπης. Μετά από πολέμους, μετά από ολοκαυτώματα, μετά από αιματοχυσίες, έβλεπαν ότι, ήρθε ο καιρός, να χτιστούν κοινωνίες, βασισμένες σε διαφορετικές αρχές και διαφορετικές αξίες, πιο λογικές, πιο ανθρωπιστικές, πιο ασφαλείς, πιο ελεύθερες, που δεν θα καθιστούσαν διαφορές ‘όπως η εθνότητα, η θρησκεία, η εθνική καταγωγή, καθοριστικές για το εάν θα γίνει πόλεμος.

«Ποτέ πια πόλεμος», Live and then work ήταν το σύνθημα της ημέρας. Και έτσι, οι αρχές που αναπτύχθηκαν ως κεντρικές μας αξίες, ήταν η ειρήνη, η ειρηνική συνύπαρξη, η ειρηνική επίλυση συγκρούσεων, o σεβασμός για το διεθνές δίκαιο, οι σχέσεις καλής γειτνίασης, ο σεβασμός για τα σύνορα, ο σεβασμός για το δημοκρατικό κεκτημένο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ο σεβασμός για την ανθρώπινη ελευθερία, ο σεβασμός για το κράτος δικαίου το οποίο προστατεύει αυτές τις ελευθερίες. Επίσης, η σύνδεση των οικονομιών, προκειμένου να δημιουργήσουμε συνέργιες και αλληλεξαρτήσεις, που εγγυώνται την ειρήνη και τη συνεργασία, οι ανοιχτές αγορές, οι ελεύθερες αγορές, αλλά και ο ισχυρός έλεγχος για να είναι θεμιτός ο ανταγωνισμός και να μην μπορεί να κυριαρχήσει μια εταιρία ή μια χώρα μέσω αθέμιτων πρακτικών. Μια κοινωνική Ευρώπη της ισότητας, της κοινωνικής συνοχής και της ενσωμάτωσης, όπου συμμετέχουν όλοι. Και πρόσφατα, τα τελευταία χρόνια, μια περιβαλλοντική Ευρώπη.

Θεωρώ, λοιπόν την κρίση που αντιμετωπίζουμε στην Ευρώπη σήμερα, μια κρίση που προέκυψε από την έλλειψη επένδυσης στις αξίες αυτές. Είναι η κρίση πολύ «λίγης Ευρώπης», όχι πάρα «πολλής Ευρώπης», γιατί επενδύουμε πολύ λίγο, στις αξίες μας.

Και εδώ, είναι που πιστεύω ότι, περνάμε μια κρίση στην Ευρώπη. Αυτό βλέπω πίσω από τον ευρωσκεπτικισμό. Τι βρίσκεται πίσω από τον ευρωσκεπτικισμό σήμερα; Είναι μεγάλες χώρες, που φοβούνται ότι, θα χάσουν την εξουσία σε μια πιο ισχυρή Ευρώπη. Είναι μικρές χώρες, που φοβούνται ότι, οι μεγαλύτερες χώρες θα κυριαρχήσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι οι χώρες με ισχυρό κοινωνικό πρόσωπο που φοβούνται ότι μπορεί να χάσουν το ισχυρό σύστημά κοινωνικής πρόνοιας. Είναι δυτικοευρωπαίοι εργαζόμενοι, που φοβούνται ότι, θα πάρουν τις δουλειές τους εργαζόμενοι από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Οι νεοεντασσόμενες χώρες, φοβούνται πως θα παραμείνουν χώρες «δεύτερης κατηγορίας». Οι πλουσιότερες χώρες, φοβούνται ότι, θα πληρώνουν πάρα πολλά για τις φτωχές περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι φτωχότερες χώρες, από την άλλη, φοβούνται ότι θα ωφεληθούν πολύ λίγο από το άνοιγμα των αγορών τους προς την πιο ισχυρή, και πιο ανταγωνιστική βιομηχανία της Δύσης.

Οι αγρότες φοβούνται ότι, δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικοί στις παγκόσμιες αγορές, και γι’ αυτό, πρέπει να συνεχίσουν οι επιδοτήσεις. Όσοι δεν είναι αγρότες, φοβούνται ότι, πληρώνουν πολύ ακριβά τις επιδοτήσεις, για τρόφιμα που δεν χρειαζόμαστε, που είναι πολύ ακριβά, που βλάπτουν το περιβάλλον, και αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, και που δεν βοηθούν τις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς τις αποκλείουν από την αγορά μας.

Οι πολίτες φοβούνται ότι, οι Βρυξέλλες απομακρύνονται όλο και περισσότερο, γιατί καθώς διευρυνόμαστε γίνονται πιο γραφειοκρατικές. Ορισμένοι, φοβούνται ότι θα χάσουμε την πολιτιστική κληρονομιά και ταυτότητά μας, καθώς διευρύνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η βιομηχανία φοβάται ότι, η Ευρώπη αλλάζει με πολύ αργούς ρυθμούς ώστε να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις, όπως η Ινδία και η Κίνα. Οι εργαζόμενοι φοβούνται ότι οι αλλαγές γίνονται πολύ γρήγορα, και οι ίδιοι μπαίνουν στο περιθώριο της κοινωνίας.

Τι ενώνει, λοιπόν, όλους αυτούς τους ευρωσκεπτικιστές, που προέρχονται από τόσο διαφορετικούς χώρους, και έχουν τόσο πολλές και διάφορες προσεγγίσεις; Τι τους ενώνει κάτω από τον ευρωσκεπτικισμό; Είναι η ανασφάλεια, και ο φόβος που τους ενώνει. Και γι’ αυτό, εμείς οι πολιτικοί, έχουμε πολύ σημαντικά ερωτήματα να αντιμετωπίσουμε.

Υπάρχουν τρία ερωτήματα, που πρέπει να αντιμετωπίσουμε ως ηγέτες. Το πρώτο ερώτημα είναι μήπως εμείς, ως ηγέτες, καλλιεργούμε το φόβο αυτό; Αυτό θα ήταν – και το κάνουν μερικοί – λαϊκισμός. Είναι αυτός που λεει «εμείς, οι ηγέτες, έχουμε τη λύση. Εγώ είμαι ο ηγέτης. Υπάρχει φόβος εκεί έξω. Ψηφίστε εμένα».

Η άλλη δυνατότητα, είναι να μην καλλιεργούμε το φόβο, αλλά να αντιμετωπίζουμε τα πραγματικά ζητήματα, δημιουργώντας την αίσθηση, ότι ξέρουμε πού πάμε, ότι έχουμε την «Ιθάκη» μας, το στόχο μας, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι, πρέπει όλοι να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις, δύσκολους δρόμους, αν θέλετε, για να κάνουμε κάποιες σπουδαίες και οδυνηρές αλλαγές, γνωρίζοντας όμως ότι θα φτάσουμε στο στόχο μας.

Ένα δεύτερο ερώτημα είναι: Είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε τα προβλήματα, και να τα αντιμετωπίσουμε; Κι εδώ, υπάρχουν τρία ζητήματα, για τα οποία θα ήθελα να μιλήσω.

Το ένα είναι η Δημοκρατία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έπαιξα σημαντικό ρόλο στη σύνταξη του νέου Συντάγματος, όταν ήμουν στην προεδρία. Θυμάμαι που συζητούσαμε για το Σύνταγμα, και αυτό που πάντοτε έλεγα, όπως έλεγαν και πολλοί άλλοι, είναι ότι, πολλοί πολίτες της Ευρώπης, αισθάνονται πολύ μακριά από την Ευρώπη. Δεν αισθάνονται, ότι είναι ενδυναμωμένοι, ότι έχουν φωνή, ότι μπορούν να συμμετέχουν.

Έκανα, ακόμη, και κάποιες εισηγήσεις. Για να δούμε, είπα, αν μπορούμε να φέρουμε την Ευρώπη πιο κοντά στον πολίτη. Πρότεινα να ενισχύσουμε τον Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Πρότεινα, να κάνουμε ένα ευρωπαϊκό δημοψήφισμα, όχι εθνικά δημοψηφίσματα, αλλά ένα δημοψήφισμα σ’ όλη την Ευρώπη, για να αισθάνονται οι άνθρωποι, ότι πραγματικά, έχουν μια ευρωπαϊκή φωνή. Πρότεινα, να ενισχύσουμε τα ευρωπαϊκά κόμματα. Και τώρα, το δικό μας, το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PES), ανοίγεται στους πολίτες, οι οποίοι μπορούν να γίνουν και αυτοί, μέλη του. Έτσι, δεν θα είναι μόνο μια ομάδα κομμάτων, αλλά θα μπορούσε να γίνει μια ομάδα πολιτών, από την Τουρκία μέχρι τη Σουηδία, από τη Βρετανία μέχρι την Πολωνία.

Πρότεινα, επίσης, να έχουμε άμεσες εκλογές για τον Πρόεδρο της Ευρώπης, στις οποίες θα μπορούσε να ψηφίσει ο καθένας, και τα κόμματα να ψηφίσουν τον πρόεδρο, που θα ήθελαν να δουν επικεφαλή της Ευρώπης.

Ίσως ήταν μεγαλεπήβολες προτάσεις. Αλλά εκείνο που έλεγα βασικά, ήταν ότι, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το έλλειμμα Δημοκρατίας στην Ευρώπη.

Το δεύτερο ζήτημα, είναι η οικονομία. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να κτίζουμε την Ευρώπη μας, εάν νομίζουμε ότι, με το 1% του ΑΕΠ των χωρών μας, μπορούμε να επιλύσουμε ζητήματα της Ευρώπης,: όπως η διεύρυνση, η ανανέωση ο εκσυγχρονισμός, η υποδομή, και η εκπαίδευση. Μερικοί νομίζουν ότι, με το 1%, μπορούν να «στριμώξουν» την Ευρώπη στον προϋπολογισμό αυτό. Με το 1%, νοιώθω ότι «στριμώχνουμε» τους πολίτες μας πίσω στις εθνικές γωνιές τους, και αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα.

Ένα τρίτο μεγάλο ζήτημα, που ανέδειξε ο Τόνι Μπλερ, είναι το ζήτημα της γεωργίας, στο οποίο αναφέρθηκα και πριν. Αλλά, εδώ, νομίζω ότι, δεν θα πρέπει να πούμε «σταματάμε με τη γεωργία», αλλά να δούμε, εάν μπορούμε να δημιουργήσουμε μια γεωργία νέου τύπου, να την κάνουμε πρωτοπόρα στον κόσμο, να την κάνουμε ναυαρχίδα, για να δημιουργήσουμε ποιοτική γεωργία, φιλική στο περιβάλλον, φιλική στη δημόσια υγεία, βιολογική, που συνδέεται με τον τουρισμό, με τον τουρισμό υγείας, με τον πολιτιστικό τουρισμό, με την περιφερειακή ανάπτυξη.

Αυτές, λοιπόν, είναι μερικές από τις ιδέες, ή κάποια από τα ερωτήματα, που πιστεύω ότι, πρέπει να αντιμετωπίσουμε συζητώντας για την Ευρώπη.

Άλλο ένα ζήτημα όμως, έχει να κάνει με το εάν η Ευρώπη είναι η λύση, ή εάν η Ευρώπη είναι το πρόβλημα. Αυτό είναι ένα ζήτημα ηγεσίας. Και η απάντησή μου, είναι ότι, η Ευρώπη είναι η λύση. Στην πραγματικότητα, σε έναν κόσμο που παγκοσμιοποιείται, η Ευρώπη είναι η απάντηση. Όσο πιο ισχυροί γινόμαστε τόσο πιο μεγάλη ποικιλομορφία αποκτούμε, όσο αναπτυσσόμαστε, τόσο δυνατότερη θα είναι η φωνή μας σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι δυνατότητες, να κάνουμε αλλαγές σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

Εδώ, θα πρότεινα να σκεφτούμε την «νέα Ευρώπη», ως μια δημιουργική Ευρώπη, μια Ευρώπη με τόσες πολλές και διαφορετικές χώρες. Θα πρέπει να βλέπουμε αυτή τη ποικιλομορφία, όχι σαν αδυναμία, αλλά σαν δύναμη, σαν δημιουργική δύναμη.

Ξέρω ότι, αρκετοί από σας, ασχολούνται πολύ με τις επιχειρήσεις. Η δύναμη στον επιχειρηματικό κόσμο σήμερα, έγκειται σε μεγάλο βαθμό στη καινοτομία, στη δημιουργία, στη συνεχής αλλαγή. Έτσι λοιπόν, η Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει πρωτοπόρα και μια πολύ δημιουργική κοινωνία, με τα καλύτερα πανεπιστήμια, την καλύτερη έρευνα.

Ας σκεφτούμε, λοιπόν, τι θα χρειαζόταν μια δημιουργική Ευρώπη. Πρώτον, θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε την ποικιλομορφία μας ως πλεονέκτημα. Να κάνουμε δημιουργικό πλεονέκτημα τις διαφορετικές εθνικές ομάδες, τους διαφορετικούς πολιτισμούς, τις διαφορετικές θρησκείες, για να βοηθήσουμε τη δημιουργικότητα και την καινοτομία μας.

Δεύτερον, ας απελευθερώσουμε το δημιουργικό δυναμικό μας.. Εάν αντιμετωπίσουμε εμπόδια, όπως η γραφειοκρατία, ή πληθώρα κανόνων και κανονισμών, ας δούμε, πώς μπορούμε να απελευθερώσουμε το δυναμικό των πολιτών μας, και πως μπορούμε να τους αφήσουμε να γίνουν περισσότερο δημιουργικοί.

Τρίτον, πρέπει να επενδύσουμε στο ανθρώπινο δυναμικό δηλαδή να επενδύσουμε στους ανθρώπους. Η μεγαλύτερη επένδυση που πρέπει να κάνουμε στην Ευρώπη, είναι στον τομέα της εκπαίδευσης, στην έρευνα, στην καινοτομία. Εκεί είναι, που θα πρέπει να επενδύσει η Ευρώπη.

Τέταρτον, σε αυτήν την Ευρώπη, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κανέναν. Όλοι διαθέτουν δημιουργικό δυναμικό. Πρέπει, να είναι μια ενιαία Ευρώπη, πρέπει να είναι μια Ευρώπη που μεριμνά για την κοινωνική συνοχή, που βοηθά τους φτωχούς, που βοηθά τους ανθρώπους να συμμετέχουν ως ενεργοί πολίτες ξανά στις κοινωνίες μας. Πρέπει, λοιπόν, να προωθήσουμε τη συμμετοχή.

Τέλος, πρέπει να δημιουργήσουμε τα δίκτυά μας, τις επαφές μας, την υλική υποδομή μας, δρόμους και λιμάνια, και λεωφόρους πληροφοριών. Αλλά θα πρέπει να ενισχύσουμε και τα ανθρώπινα δίκτυά μας, ανάμεσα σε πανεπιστήμια, ανάμεσα σε σχολεία, ανάμεσα σε κοινωνίες. Πολύ σημαντικό, εάν θέλουμε να εκμεταλλευτούμε αυτό το τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό για να ενισχύσουμε τη δημιουργικότητα, και να γίνουμε πολύ πιο ανταγωνιστικοί στον κόσμο.

Αυτά τα βλέπω ως προκλήσεις για την ηγεσία μας. Όμως, ένας από τους βασικούς φόβους σε όλη αυτή τη συζήτηση, που έχει προκύψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ο φόβος – και υπάρχει αρκετός λαϊκισμός γύρω από αυτό – της διεύρυνσης. Και θα ήθελα να το αντιμετωπίσουμε αυτό, γιατί βέβαια, αυτό βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό, στην καρδιά σας όπως και στη δική μου.

Πριν λίγες μέρες, ήμουν στη Βιέννη, όπου εμείς, οι Σοσιαλιστές ηγέτες της Ευρώπης, συναντηθήκαμε για να συζητήσουμε το μέλλον της Ευρώπης μετά από τα αρνητικά δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία, και το αδιέξοδο, που βρέθηκαν οι συζητήσεις σχετικά με τον προϋπολογισμό, στις Βρυξέλλες.

Έθεσα μια σειρά από ερωτήματα, γιατί αισθάνομαι ότι, η συζήτηση γύρω από τη διεύρυνση διεξάγεται με λάθος προϋποθέσεις. Έθεσα, λοιπόν, τα εξής ερωτήματα. Φταίει πραγματικά η διεύρυνση για την άνοδο της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Κλέβει, πραγματικά, η διεύρυνση τις δουλειές από τους εργαζόμενους μας; Είναι η διεύρυνση, ο πραγματικός λόγος, που επενδύουν οι επιχειρήσεις σε αναδυόμενες αγορές με χαμηλότερο εργατικό κόστος; Είναι η διεύρυνση, ο πραγματικός λόγος, που έρχονται στην Ευρώπη μετανάστες και πρόσφυγες; Η απάντηση σε όλα αυτά, τα ερωτήματα είναι, βέβαια, όχι.

Το πραγματικό ερώτημα, θα έπρεπε να είναι αν έχει τη δυνατότητα η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αντιμετωπίσει μια κοινωνία που παγκοσμιοποιείται, και μια οικονομία που παγκοσμιοποιείται; Όταν μιλάμε για τη διεύρυνση, λοιπόν, γιατί δε θέτουμε τα εξής ερωτήματα στον εαυτό μας; Θα είναι πιο ανταγωνιστική, μια διευρυμένη Ευρώπη; Ναι. Θα μπορέσει, μια διευρυμένη Ευρώπη, να προστατεύει καλύτερα τους εργαζόμενους; Ναι. Θα προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις μια διευρυμένη Ευρώπη; Βεβαίως. Θα συμβάλλει, μια διευρυμένη Ευρώπη, στη δημοκρατία και στη σταθερότητα σε μια ευρύτερη περιοχή; Και πάλι, ναι. Θα έχει μια διευρυμένη Ευρώπη ισχυρότερη φωνή σε διεθνείς υποθέσεις; Και πάλι, ναι. Θα παίζει, μια διευρυμένη Ευρώπη, πιο θετικό ρόλο σε παγκόσμια ζητήματα όπως η αλλαγή του κλίματος, η φτώχεια, ο διάλογος μεταξύ των πολιτισμών και η πολιτιστική εταιρική σχέση; Η απάντηση, σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα, είναι ναι. Μια διευρυμένη Ευρώπη, θα έχει, αναμφίβολα, πλεονεκτήματα στην αντιμετώπιση όλων αυτών των ζητημάτων και αυτό, θα είναι κάτι θετικό, για όλους τους Ευρωπαίους.

Αλλά, ας εστιάσουμε, λίγο, στη δική μας γειτονιά, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, που ακόμα παλεύει να αποτινάξει τις συνέπειες της βίαιης και θυελλώδους ιστορίας των διαιρέσεων. Η διασφάλιση της σταθεροποιητικής επιρροής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς ξεκινούν δύσκολες συνομιλίες για το Κόσοβο και τη μελλοντική κατάστασή του, είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά μας.

Εάν η Ευρώπη έλεγε όχι στη στρατηγική διεύρυνσης, οι συνέπειες για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη θα ήταν ολέθριες. Λιγότερη δημοκρατία, λιγότερη σταθερότητα, περισσότερη εγκληματικότητα, περισσότερη μαφία, περισσότερη διαφθορά. Και τα προβλήματα αυτά, θα μεταφέρονταν στον πυρήνα της Ευρώπης.

Θα μπορούσαμε, επίσης, να έχουμε νέες συγκρούσεις, νέους πολέμους, και αυτό θα είχε για την Ευρώπη πολύ μεγαλύτερο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, από το κόστος που θα μπορούσε να έχει η διεύρυνση. Η διεύρυνση, λοιπόν, είναι και θα είναι επένδυση για τη σταθερότητα της περιοχής μας.

Είναι το γεγονός ότι, η διεύρυνση της ΕΕ αποτελεί πραγματικά μεγάλη επιτυχία, όπως βλέπουμε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Αποτελεί, το πιο σημαντικό κίνητρο για την ανάπτυξη, τη δημοκρατία και τη σταθερότητα.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Όταν η Εσθονία και η Ουγγαρία άρχισαν να προσελκύουν αρκετές ξένες επενδύσεις στη δεκαετία του 1990, οι δημοσιογράφοι, σταμάτησαν να αναφέρονται σ’ αυτές τις δύο χώρες ως αδύναμες οικονομίες με θεσμικές δυσκολίες, και άρχισαν να γράφουν για «τις τίγρεις της Κεντρικής Ευρώπης». Και αυτό, άλλαξε, σε μεγάλο βαθμό, τα πράγματα στην προοπτική ένταξής τους. Αντί να θεωρούνται, εν δυνάμει ασταθείς χώρες, που χρειάζονται την ΕΕ για να παραμείνουν σταθερές, οι Ευρωπαίοι της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, μπορούσαν να ισχυρίζονται ότι, έχουν συμβάλλει, πραγματικά, στο «δυναμισμό» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και είναι αυτός ο ρόλος, που θα μπορούσε να παίζει η Τουρκία στα επόμενα χρόνια.

Είμαι πεπεισμένος, ότι η Τουρκία χρειάζεται την Ευρώπη, αλλά και η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία. Η υποδοχή της Τουρκίας στην Ένωσή μας, θα στείλει ένα θετικό μήνυμα σ’ όλο τον κόσμο σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο, ότι, δηλαδή, μια χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα, μπορεί να γίνει μια πρότυπη δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα, που μειώνει τις εντάσεις ανάμεσα στο Χριστιανισμό και το Ισλάμ, πράγμα πολύ σημαντικό για την Ευρώπη, η οποία έχει μια πολύ έντονη μουσουλμανική κοινότητα.

Η ενσωμάτωση της Τουρκίας στην Ευρώπη μπορεί να αποτελέσει αντίβαρο στο φονταμενταλισμό, ο οποίος συχνά γεννάει ακραίες πράξεις. Και ένα μοντέλο, τέτοιου είδους, μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ σημαντικό μοντέλο για τον κόσμο.

Έρχομαι, τώρα, από μια επίσκεψη με τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Πιστεύω ότι, στο πλαίσιο ενός τέτοιου ευρωπαϊκού μοντέλου, η μικρή ελληνική μειονότητα που ζει εδώ, στην Κωνσταντινούπολη, ως Τούρκοι πολίτες, δεν αποτελεί απειλή για την Τουρκία. Μάλιστα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι από τους πιο θερμούς υποστηριχτές της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Γνωρίζω ότι, όπου και αν πηγαίνει, είναι ένθερμος υποστηριχτής της ένταξης της Τουρκίας.

Έτσι, πιστεύω ότι, θα αποτελούσε πολύ σημαντικό βήμα προς την ευρωπαϊκή κατεύθυνση της Τουρκίας, η αναγνώριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και ο σεβασμός των δικαιωμάτων τους. Μπορείτε να φανταστείτε το συμβολισμό μιας μουσουλμανικής χώρας, που αγκαλιάζει τη Μέκκα του Ορθόδοξου Χριστιανισμού;

Δεύτερον, πιστεύω ότι, είναι κρίσιμο να υποστηρίζουν τη διαδικασία της μεταρρύθμισης όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Τουρκίας. Δεν θα έπρεπε, κανείς, να εμμένει στις προκαταλήψεις του παρελθόντος. Θα πρέπει, κανείς, να έχει αυτοπεποίθηση. Ήδη, έχετε κάνει τεράστιες αλλαγές.

Τρίτον, η σχέση Ελλάδας-Τουρκίας συμβολίζει την ευρύτερη συνεργασία στα Βαλκάνια, αλλά και στον Εύξεινο Πόντο, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Και αν μαθαίνουμε κάτι από το Ιράκ, αν μαθαίνουμε κάτι από τον πόλεμο εκεί, είναι ότι, δεν μπορεί να επιτευχθεί η ασφάλεια μονάχα με στρατιωτικά μέσα. Δεν είναι κάτι που πιστεύουμε στην Ευρώπη. Πρέπει να κοιτάξουμε άλλα ζητήματα, όπως η ανάπτυξη, η φτώχεια, η δημοκρατία, οι θεσμοί, η εκπαίδευση.

Για αυτό, μια ευρωπαϊκή Τουρκία, θα δρούσε σε μεγάλο βαθμό ως σταθεροποιητική δύναμη, η οποία δεν θα είχε το ρόλο μιας στρατιωτικής δύναμης, αλλά μιας δύναμης πολύ διαφορετικού είδους. Θα έλεγα μια πιο ισχυρή δύναμη, αν και κάποιοι τη λένε «μαλακή δύναμη», μια πιο ισχυρή δύναμη, για τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.

Και εδώ, μπορεί να βοηθήσει η Ελλάδα. Η δική μας θέση, πάντοτε, ήταν καθαρή και συνεπής. Λέμε ναι στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, ναι στην πλήρη ένταξη της Τουρκίας και ναι στην παραπέρα βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής προοπτικής, όπως συμφωνήσαμε στο Ελσίνκι το 1999.

Πριν από τη συμφωνία αυτή στο Ελσίνκι, ως υπουργός Εξωτερικών έκανα μια περιοδεία σε πολλές πρωτεύουσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα σας πω, τι μου είπανε ορισμένοι ηγέτες. Έλεγαν ότι, ας λέμε τη Τουρκία υποψήφια για ένταξη, αλλά ας μην το εννοούμε πραγματικά, απλώς, να τους δώσουμε την ταμπέλα. Η Ελλάδα διαφώνησε. Εγώ διαφώνησα. Είπα ότι πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με την Τουρκία, και να της δώσουμε μια πραγματική υποψηφιότητα, και όχι μια εικονική υποψηφιότητα.

Μια πραγματική υποψηφιότητα σημαίνει ότι, η Τουρκία μπορεί να περιμένει να ενταχθεί πλήρως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται, φτάνει, να πληροί όλες τις προϋποθέσεις για την ένταξη, και η θέση αυτή παραμένει αναλλοίωτη.

Αλλά, γιατί η Ελλάδα είναι τόσο ένθερμος υποστηριχτής της ένταξης της Τουρκίας; Γιατί υποστηρίζουμε την ένταξη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Πιστεύω, ότι τα μακροχρόνια προβλήματά μας, μπορούν να επιλυθούν σε ένα νέο πλαίσιο. Ένα πλαίσιο, όπου θα σεβαστούμε τα σύνορα αλλά όπου τα σύνορα θα γίνουν λιγότερο σημαντικά – θα έλεγα σχεδόν ασήμαντα – στην καθημερινή μας ζωή. Είναι περίπου, σαν να μπείτε σε λεωφορείο για να πάτε από την Αθήνα στο Μόναχο, χωρίς διαβατήρια, χωρίς σύνορα.

Θα ήταν ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο, όπου όλοι μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες και αρχές, όπου όλοι οι πολίτες μας, μέλη της ίδιας οικογένειας, θα μπορούσαν να συνυπάρχουν Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Έλληνες και Τούρκοι, Σέρβοι, Κροάτες, Αλβανοί, όπου λύνουμε τα προβλήματά μας ειρηνικά, καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον και σεβόμαστε ο ένας τον άλλο, και όπου, κοιτάμε τα κοινά μας συμφέροντα στην περιοχή και στην Ευρώπη, αντί για τις διαφορές μας.

Όλα αυτά δημιουργούν νέες δυνατότητες για λύσεις, όχι λύσεις όπου ένας κερδίζει και άλλος χάνει, αλλά λύσεις, όπου όλοι κερδίζουν.

Εδώ πιστεύαμε, και εγώ πίστευα, ότι μπορούσαμε να μετατρέψουμε την Κύπρο, από πρόβλημα, σε μοντέλο μιας πολυπολιτισμικής Ευρώπης, όπου Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί, Έλληνες και Τούρκοι μπορούν να ζουν μαζί ειρηνικά.

Παρ’ όλες τις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας, η Κύπρος παρέμεινε χωρισμένη στα δυο, μολονότι μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πρέπει, όμως, να εγκαταλείψουμε τις προσπάθειες για επανένωση του νησιού, προκειμένου να απολαμβάνουν όλοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, τα πλήρη οφέλη της ένταξης στην ΕΕ.

Νομίζω ότι, ένας από τους κύριους λόγους, που οι Ελληνοκύπριοι ψήφισαν «ΟΧΙ», ήταν και πάλι το ζήτημα του φόβου και της ανασφάλειας. Όταν, βέβαια, υπάρχουν, 30.000 τούρκικα στρατεύματα στο νησί, στην Πράσινη Γραμμή, μια ευημερούσα ελληνοκυπριακή κοινότητα φοβάται, μήπως χάσει την ευημερία αυτή .Γ’ αυτό, χρειαζόμαστε μια ηγεσία, που μπορεί να απαντήσει σε αυτούς τους φόβους, να αντιμετωπίσει αυτούς τους φόβους με ειλικρινή τρόπο.

Και εδώ, η Τουρκία χρειάζεται τους Ελληνοκύπριους, για να βρούμε, όλοι μαζί μια, λύση. Δεν πρέπει να αποδεχτούμε τη σημερινή κατάσταση ως αναπόφευχτη. Πρέπει να συνεργαστούμε, στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα που δημιουργούν ανησυχίες.

Μια συνάντηση, για παράδειγμα, ανάμεσα στον Ταγίπ Ερντογάν και τον Τάσο Παπαδόπουλο, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα ήταν καλό σημείο εκκίνησης, με τον ΟΗΕ, βέβαια, να παίζει πάντοτε, σπουδαίο ρόλο.

Εάν αφήσουμε το πρόβλημα της Κύπρου να υποβόσκει, θα μπορεί να αναιρέσει όλη την πρόοδο, που έχουμε κάνει μέχρι τώρα. Υπάρχουν πολλές άλλες πηγές αστάθειας στην περιοχή. Δεν την έχουμε ανάγκη και αυτή.

Πάλι, η Ελλάδα είναι ο ιδανικός συνεργάτης για την Τουρκία. Γιατί, ως γείτονες, έχουμε πολλά κοινά. Η μεταμόρφωση της Ελλάδας, η δική μας μεταμόρφωση, ήταν παρόμοια, με αυτή που εσείς τώρα περνάτε, καθώς πλησιάζετε πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όσο πιο γρήγορα, λοιπόν επιλύσουμε ζητήματα, όπως το Κυπριακό, ή το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, όσο πιο γρήγορα, μπορούμε να σταματήσουμε, για παράδειγμα, τις αερομαχίες πάνω από το Αιγαίο, τόσο πιο γρήγορα, μπορούμε να έχουμε πλήρη συνεργασία. Στο μέλλον, αφού χαράξουμε τα υποθαλάσσια σύνορα, θα μπορέσουμε να εξερευνήσουμε, ακόμη και να εκμεταλλευτούμε, το πετρέλαιο, εάν υπάρχει κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας. Σίγουρα όμως, μπορούμε να δουλέψουμε πάνω σε ζητήματα, όπως, το περιβάλλον στο Αιγαίο, ο τουρισμός και ο πολιτισμός, πολύ περισσότερο, από ότι έχουμε κάνει μέχρι τώρα.

Πιστεύω ότι, η Τουρκία καταλαβαίνει, ότι, η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει ισχυρότατο σύμμαχο στο δρόμο προς το ευρωπαϊκό της μέλλον. Στη διάρκεια των χρόνων, προσπαθούμε να δίνουμε τις ειδικές τεχνικές γνώσεις μας στην τουρκική πλευρά. Με τον Ισμαήλ Τζεμ συνεργαστήκαμε πολύ στενά. Έλληνες και Τούρκοι συνεργάστηκαν, για πρώτη φορά, για να βοηθήσουν σε αυτή την ευρωπαϊκή προοπτική.

Βέβαια, στα χρόνια που πέρασαν, εσείς και η κυβέρνησή σας, έχετε επενδύσει πολύ ενέργεια και προσπάθεια, κάνοντας αξιόλογες μεταρρυθμίσεις αλλά δύσκολες, καθώς η Τουρκία εργάζεται για να ικανοποιήσει τα κριτήρια της ευρωπαϊκής υποψηφιότητας. Και η ΕΕ, δεσμεύτηκε αυστηρά να αρχίσει διαπραγματεύσεις για την ένταξη με την Τουρκία, στις 3 Οκτωβρίου, εφόσον η πορεία αυτών των μεταρρυθμίσεων, συνεχιστεί. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα μείνει πιστή στη δέσμευση αυτή.

Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός, ότι υπάρχουν προβληματισμοί από κάποιους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε σχέση με τη διεύρυνση. Κάποιοι, λένε ότι, η διεύρυνση θα πρέπει να σταματήσει, όταν η Βουλγαρία και η Ρουμανία ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάποιοι, ισχυρίζονται ακόμα και ότι, η Τουρκία δεν έχει θέση στην Ευρώπη. Στις πολιτικές καμπάνιες τους, οι δεξιοί χρησιμοποιούσαν την Τουρκία ως εργαλείο για να επιτεθούν στους αντιπάλους τους, και το κάνουν ακόμη. Άλλοι, έχουν μιλήσει για μια προνομιούχα εταιρική σχέση, κι όχι πλήρη ένταξη. Κάποιοι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι, η ένταξη της Τουρκίας θα προκαλέσει μετανάστευση, και θα ασκήσει πιέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία. Άλλοι, δεν βλέπουν καμιά θέση για μουσουλμανική χώρα στην Ευρώπη.

Κατά την γνώμη μου, καμιά από αυτές τις αντιρρήσεις δεν είναι πειστική. Με σωστή διαχείριση, η μετανάστευση μπορεί να αυξήσει τον πολιτιστικό πλούτο της Ευρώπης, ακόμη και να ικανοποιήσει τις ανάγκες της αγοράς εργασίας της, καθώς πέφτει η γεννητικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και γερνάει ο πληθυσμός της.

Η άρνηση του ευρωπαϊκού μέλλοντος της Τουρκίας, για θρησκευτικούς λόγους, ισούται με άρνηση μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της Ευρώπης, της ποικιλομορφίας της.

Πριν δέκα χρόνια, δύσκολα θα φανταζόταν κανείς, ότι η Τουρκία θα καταργούσε τη θανατική ποινή, θα επέτρεπε στα παιδιά να μαθαίνουν την κουρδική γλώσσα, ή θα διόριζε υπεύθυνο για την εθνική ασφάλεια έναν μη στρατιωτικό. Λιγότερο από μια δεκαετία πριν, οι ένοπλες δυνάμεις έβγαλαν ένα ισλαμικό κόμμα από την κυβέρνηση με τη βία. Σήμερα, ο διάδοχος αυτού του κόμματος, έχει κάνει την Τουρκία μια πιο φιλελεύθερη δημοκρατία

Όλα αυτά, είναι πολύ εντυπωσιακά, αλλά ο δρόμος προς την Ευρώπη δεν τελείωσε με κανέναν τρόπο. Ο δρόμος προς την «Ιθάκη», είναι μακρύς. Στη διάρκεια της διαδικασίας ένταξης, θα πρέπει η Τουρκία να υιοθετήσει, να εφαρμόσει, και να επιβάλλει σημαντικούς κανόνες και κανονισμούς της ΕΕ. Και αυτό, απαιτεί δέσμευση από την πλευρά σας, πίεση για θετικές μεταρρυθμίσεις, αντιμετώπιση ζητημάτων, όπως είναι το κυπριακό, και η βελτίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε όλους τους τομείς.

Κρίσιμη είναι και η οικονομική σταθερότητα. Καθώς οι οικονομικές συνθήκες στην Τουρκία καλυτερεύουν σταθερά, οι άνθρωποι, δεν θα έχουν μεγάλο κίνητρο να μεταναστεύσουν σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Όπως και εμείς, έχουμε μεγάλο αριθμό ελλήνων στη Γερμανία, αλλά σήμερα, λίγοι θέλουν να μεταναστεύσουν στη Γερμανία. Δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος. Έτσι, οι άνθρωποι, θα αρχίσουν να βλέπουν την Τουρκία σαν πλεονέκτημα για την ευρωπαϊκή οικονομία, κι όχι σαν φτωχό συγγενή.

Αλλά, επιτρέψτε μου να σας κάνω μια ερώτηση, στην πραγματικότητα για να σας δώσω τη δική μου απάντηση. Με ποιο τρόπο θα πρέπει η Τουρκία και οι Τούρκοι να αντιδράσουν σε αυτό το σκεπτικισμό, σε αυτό το λαϊκισμό, ακόμα και στη δημιουργία αβάσιμων φόβων στην Ευρώπη για την Τουρκία; Υπάρχουν πολλοί ηγέτες που λένε κατηγορηματικά όχι στην Τουρκία, από τον Ζισκάρ ντ’ Εσταίν μέχρι τον Χέλμουτ Σμίτ, και την Αγγελα Μέρκελ.

Επιτρέψτε μου και πάλι να κάνω μια παρομοίωση. Ας πούμε ότι, η Τουρκία πέρασε στο πανεπιστήμιο που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου θα γίνει η επίσημη αποδοχή της στις 3 Οκτωβρίου. Δεν έχει αποφοιτήσει, όπως εσείς κάνετε σήμερα, αλλά τώρα, έχει, πια, την ιδιότητα του φοιτητή. Στην πραγματικότητα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση είμαστε όλοι φοιτητές, καθώς πιστεύουμε στη δια βίου μάθηση. Η Ελλάδα μπορεί να έχει αποφοιτήσει, αλλά, πάντα υπάρχουν νέα πτυχία να αποκτήσει κανείς, υπάρχουν νέοι τομείς της γνώσης, και νέες αλλαγές, που πρέπει να γίνουν. Για παράδειγμα, η ένταξη στην ευρωζώνη, μπορεί να παρομοιαστεί με την απόκτηση πτυχίου Μάστερ στην Ευρώπη.

Η Τουρκία λοιπόν, έγινε δεκτή. Τώρα, υπάρχουν κάποιοι συμφοιτητές σε αυτό το πανεπιστήμιο, ακόμη και κάποιοι καθηγητές, που δεν είναι ευχαριστημένοι, που η Τουρκία έγινε δεκτή στο «πανεπιστήμιο» που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Λένε, ότι δεν έχει θέση σε αυτό το πανεπιστήμιο. Κάνουν μάλιστα, τη ζωή της κάπως πιο δύσκολη, είτε γιατί αυξήθηκαν οι απαιτήσεις σε αυτό το πανεπιστήμιο, είτε, γιατί απλώς, δεν θέλουν να πιστέψουν, ότι της αξίζει η συμμετοχή σ’ αυτή τη λέσχη.

Εσείς τι θα κάνατε, ως φοιτητές, εάν ερχόσασταν αντιμέτωποι με αυτή την πρόκληση; Θα είχατε τρεις επιλογές. Η πρώτη επιλογή θα ήταν να πείτε, θα φύγω από το πανεπιστήμιο αυτό, παρόλο που η ΕΕ είναι ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια, και θα ψάξω να βρω άλλο, θα γραφτώ σε άλλο, ή ίσως, θα πάω σπίτι μου και θα μελετώ μόνος μου.

Αυτό τι θα σήμαινε; Θα σήμαινε, ότι η Τουρκία θα συμμετείχε σε κάποιον άλλο περιφερειακό συνασπισμό ή σχηματισμό, ίσως του Εύξεινου Πόντου, ή της Μέσης Ανατολής; Ή ίσως, κάποιο περιφερειακό θρησκευτικό σχηματισμό, κάποιο μουσουλμανικό συνασπισμό. Ή θα έμεινε, απλώς, στο στρατιωτικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ.

Δεν βρίσκω πολύ δελεαστικές αυτές τις προοπτικές, αλλά θα μπορούσε να ήταν αυτή η επιλογή του τούρκικου λαού. Είμαι πολύ χαρούμενος που δεν κάνατε αυτή την επιλογή.

Μια δεύτερη επιλογή, θα ήταν να παραμείνετε στο πανεπιστήμιο, αλλά να είσαστε πολύ απογοητευμένοι και να μπλέκεστε σε καυγάδες. Διάβασα ένα άρθρο, σήμερα το πρωί του καλού μου φίλου Αλί Μπιράντ στην “Turkish Daily News”, και αναφέρεται σε αυτό. Αυτή είναι μια επιλογή, να ξεσπάσετε, δηλαδή στους συγκατοίκους σας – σ’ αυτή την περίπτωση οι συγκάτοικοί σας θα ήταν η Ελλάδα και η Κύπρος – να μην παραβρισκόσαστε στα μαθήματα, ακόμη να μαλώνετε με τους καθηγητές. Ο φοιτητής αυτός, θα πήγαινε κάθε μέρα στο γραφείο του πρύτανη και θα έκανε μια ερώτηση στον πρύτανη. Η ερώτηση θα ήταν: «Θα μου δώσετε το πτυχίο μου στο τέλος αυτού του κύκλου μαθημάτων;» Και τότε, ο ή η πρύτανης, θα έλεγε «Θα πάρετε το πτυχίο σας αν περάσετε τα μαθήματά σας».

Αλλά, αυτό θα έμοιαζε πολύ με διάλογο κουφών, και ο φοιτητής θα έχανε την ώρα του, με το να πηγαίνει κάθε μέρα στον πρύτανη, να κάνει την ίδια ερώτηση, και να παίρνει την ίδια απάντηση.

Και σύντομα, εκείνοι που δεν ήθελαν το φοιτητή στο πανεπιστήμιο, θα αρχίσουν να λένε, «Βλέπετε, σας το έλεγα. Δεν θα έπρεπε να της επιτρέψουμε να μπει σ’ αυτό το πανεπιστήμιο. Δεν το αξίζει». Και σύντομα, κάποιοι, θα έλεγαν «Λοιπόν, ίσως πρέπει να την κόψουμε», ή «ας της δώσουμε ένα κατώτερο πτυχίο, κάποιο πιστοποιητικό, αντί να της δώσουμε κανονικό πτυχίο».

Αλλά υπάρχει και τρίτη επιλογή. Η τρίτη επιλογή, θα ήταν, να κάνετε όλους αυτούς που είχαν αμφιβολίες για σας, να μετανιώσουν για τα λόγια τους. Να αποδείξετε, στους πιο σκεπτικιστές, ότι αξίζετε. Να δείξετε, ότι η Τουρκία, όταν θέλει, μπορεί να φτάσει πολύ ψηλά. Να δείξετε στους συμφοιτητές σας, τον καλύτερο χαρακτήρα σας. Να δείξετε στους καθηγητές σας, την προσήλωσή σας στο διάβασμα, στην έρευνα και στη μάθηση. Να τους δείξετε, ότι τώρα, τώρα που το πανεπιστήμιο της Ευρώπης βρίσκεται σε κάποια κρίση, λετε «Πιστεύω ακόμα σε σας. Όχι μόνο πιστεύω σε σας, αλλά σας φέρνω νέα έμπνευση». Σας δείχνω, και όλοι εμείς στην περιοχή σας δείχνουμε, ότι ναι, πιστεύουμε σ’ αυτό τον κύκλο μαθημάτων, σ’ αυτό το πανεπιστήμιο, σ’ αυτή την Ευρωπαϊκή Ένωση». Πράγματι, μπορείτε να φέρετε νέα αυτοπεποίθηση σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που σήμερα, αμφιβάλλει για τον εαυτό της.

Όπως γνωρίζετε, οι παρομοιώσεις είναι κάπως απλοϊκές, και η ζωή είναι πολύ πιο πολύπλοκη. Αλλά οι παρομοιώσεις σε ένα πράγμα είναι χρήσιμες. Όταν ταξιδεύετε προς την «Ιθάκη», σας δίνουν κατεύθυνση, γίνονται η πυξίδα, γίνονται ο χάρτης. Και σ’ αυτό το δρόμο, για την «Ιθάκη», θα συναντήσετε πολλά πράγματα που δεν περιμένατε, αλλά θα ξέρετε ποια είναι η βασική σας κατεύθυνση.

Γι΄ αυτό το σκοπό, η Επιτροπή θα ξεκινήσει, σε λίγο, μια ανοιχτή συζήτηση με την κοινωνία των πολιτών, στην Τουρκία, στην Ευρώπη, και σε άλλες χώρες, όπως η Κροατία, για να δώσει μια πιο ισχυρή φωνή στους φοιτητές, στους δημοσιογράφους, στα συνδικάτα, στους ακτιβιστές. Θα σας συμβούλευα, να χρησιμοποιείτε αυτή τη φωνή, έτσι ώστε, να μεταδίδετε το μήνυμά σας σε άλλους Ευρωπαίους, σε άλλες χώρες.

Και όταν έρθει η στιγμή να πάρετε το πτυχίο σας, θα υπάρχει μια διαφορετική Ευρώπη, όπως θα υπάρχει μια πολύ διαφορετική Τουρκία. Και η Ευρώπη, θα έχει μάθει από σας, όπως οι καθηγητές σας μαθαίνουν από τους φοιτητές, από σας, τους απόφοιτους σήμερα. Είμαι σίγουρος, ότι οι καλύτεροι καθηγητές, είναι εκείνοι που μαθαίνουν από τους ίδιους τους φοιτητές τους.

Τέλος, όμως, επιτρέψτε μου να συλλογιστώ το ταξίδι μου προς την «Ιθάκη» της ειρήνης, και της φιλίας ανάμεσα στις χώρες μας. Στο καράβι αυτό, είχα έναν πολύ καλό φίλο μαζί μου, τον Ισμαήλ Τζεμ. Λυπάμαι που δεν είναι μαζί μας σήμερα, και του εύχομαι, ότι καλύτερο. Δεν συμφωνούσαμε πάντοτε για το δρόμο που έπρεπε να πάρουμε, για τον τρόπο που το καράβι αυτό θα έπρεπε να κινείται στη διάρκεια της πορείας μας, αλλά συμφωνήσαμε, ότι κινούμαστε προς την «Ιθάκη», η οποία θα ήταν ειρήνη και η φιλία για τις χώρες μας.

Στη σχέση αυτή, θα ήθελα να πω, ότι εκείνο που βρήκα πιο σπουδαίο, ήταν η επίτευξη εμπιστοσύνης. Να είμαστε ειλικρινείς, να είμαστε ανοιχτοί, να έχουμε διαφορές, αλλά να αναπτύξουμε εμπιστοσύνη. Νομίζω, ότι αυτός, είναι πολύ σπουδαίος κανόνας στη ζωή μας. Μπορείτε να έχετε διαφορές. Μπορείτε να έχετε πολύ δύσκολες διαφορές. Αλλά, εάν μπορείτε να αναπτύξετε εμπιστοσύνη και κατανόηση, αυτή είναι νομίζω η βάση, πάνω στην οποία μπορεί κανείς να προχωρήσει στην επίλυση πολύ δύσκολων προβλημάτων.

Αργότερα, βέβαια, στο καράβι αυτό, έφτασε και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπτουλάχ Γκιούλ, και συνεργαστήκαμε για λίγο διάστημα, ως υπουργοί Εξωτερικών.

Πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Πριν μερικά χρόνια, η ανοιχτή υποστήριξη της Τουρκίας από έναν Έλληνα πολιτικό θα θεωρούνταν «πολιτική αυτοκτονία». Είναι γεγονός ότι, όταν έκανα αυτά τα πρώτα βήματα, πολλοί στην Ελλάδα, είπαν ότι, τελείωσε η πολιτική καριέρα μου. Οι πολιτικοί μας αντίπαλοί, μας επιτέθηκαν, γιατί «εκθέταμε» τα εθνικά συμφέροντα. Μας κατηγόρησαν, και με κατηγόρησαν και προσωπικά για ιδεαλισμό, έλλειψη ρεαλισμού, ακόμη. και για έλλειψη πατριωτισμού. Πολλοί απλοί άνθρωποι ήταν καχύποπτοι απέναντι στη βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία, γιατί τους είχαν μάθει. μια ολόκληρη ζωή. ότι η Τουρκία είναι εχθρός της Ελλάδας.

Αλλά επέμεινα. Και αν θέλετε να είσαστε ρεαλιστές, είπα, πρέπει να κάνουμε ένα πρώτο βήμα προς την «Ιθάκη», προς την ειρήνη. Δεν μπορείτε να φτάσετε κάπου, χωρίς να ξεκινήσετε από κάπου. Και ήξερα, ότι αυτό, δεν θα ήταν εύκολο ταξίδι.

Η πρώτη μου επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία το 2000, και ήταν και το πρώτο, ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών από το 1962. Κοιτώντας προς τα πίσω, καταλαβαίνω πόση απόσταση έχουμε διανύσει τα τελευταία χρόνια, πόση απόσταση έχει διανύσει η Τουρκία στην πορεία προς την Ευρώπη, και πόση απόσταση έχουν διανύσει η Ελλάδα και η Τουρκία στο δρόμο προς την επαναπροσέγγιση.

Θυμάμαι, το πρώτο τηλεφώνημα στον Ισμαήλ Τζεμ. Είχε αρχίσει ο πόλεμος στο Κόσοβο. Και στην τηλεόραση, στο CNN και στο BBC, έδειχναν ένα χάρτη με ένα σύννεφο να έρχεται πάνω από τα Βαλκάνια, που πήγαινε από το Κόσοβο, στην Ελλάδα και από εκεί στην Τουρκία. Ο παρουσιαστής, είπε, τότε «Θα μπορούσε να γίνει πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.» Είπα, «Πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία για το Κόσοβο; Ναι, έχουμε τα προβλήματά μας, αλλά αυτό γιατί;

Πήρα, λοιπόν, αμέσως, τηλέφωνο τον Ισμαήλ Τζεμ και είπα, αγαπητέ υπουργέ, αυτή είναι η πρώτη μας συζήτηση, αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω, πρόκειται να γίνει πόλεμος ανάμεσά μας, για το Κόσοβο; Και μου απάντησε «Όχι, βέβαια». Και εγώ απάντησα «Λοιπόν, δεν κάνουμε μια δήλωση για αυτό;» Και κάναμε την πρώτη μας κοινή δήλωση στο ΝΑΤΟ, λέγοντας ότι δεν πρόκειται να γίνει πόλεμος Ελλάδας-Τουρκίας για το Κόσοβο.

Έπειτα, συναντηθήκαμε, και είπαμε, ας κτίσουμε πάνω σ’ αυτό. Ξεκινήσαμε μια συνεργασία για ανθρωπιστική βοήθεια, για τους πρόσφυγες του Κοσόβου. Και για πρώτη φορά, τούρκικα στρατιωτικά αεροπλάνα πετάξανε πάνω από την Ελλάδα χωρίς πρόβλημα, γιατί μετέφεραν βοήθεια στην περιοχή του Κοσόβου.

Αυτό, μας έδειξε, ένα πράγμα. Ότι, σ’ αυτή την κατακερματισμένη περιοχή των Βαλκανίων, μπορούμε να γίνουμε κυρίαρχοι του πεπρωμένου μας, αν συνεργαστούμε. Αν είμαστε χωρισμένοι, πάντα θα υπάρχει κάποιος τρίτος, που θα έρθει και θα προσπαθήσει να μπαλώσει τα πράγματα, μερικές φορές, με καλές προθέσεις, μερικές φορές χωρίς καλές προθέσεις.

Τότε, αρχίσαμε ένα διπλωματικό διάλογο. Και ξεκινήσαμε με ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως το εμπόριο, το περιβάλλον, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, η μετανάστευση, η τρομοκρατία, η ενέργεια και η γεωργία. Η αρχή που χρησιμοποιήσαμε, που πρώτη συζητήσαμε, ήταν μια πολύ απλή αρχή. Ξέρω, ότι υπάρχουν εδώ πολλοί φοιτητές, που σπουδάζουν επίλυση συγκρούσεων. Ίσως είναι κάτι που ήδη συζητήσατε, αλλά νομίζω, ότι ήταν πολύ χρήσιμο. Όταν η Ελλάδα και η Τουρκία συναντιόντουσαν, συνήθως προσπαθούσαμε να λύσουμε τα πάντα πριν αρχίσουμε, αλλά αυτό, ήταν αδύνατο. Έτσι αυτό που αποφασίσαμε να κάνουμε ήταν να πούμε, ας κινηθούμε σε ότι συμφωνούμε, και σε ότι έχουμε προβλήματα, ας τα παράμερα προς το παρόν.

Αυτό που ξεκινήσαμε να κάνουμε, λοιπόν, ήταν να βρούμε τα πεδία συμφωνίας. Αργά, αλλά σταθερά, βρήκαμε πολλά πεδία συμφωνίας. Και βρήκαμε τα κοινά μας συμφέροντα.

Η ελπίδα ήταν ότι, καθώς κτίζαμε την εμπιστοσύνη, με την επίτευξη όλο και περισσότερων συμφωνιών, θα μπορούσαμε, τότε, να αναπτύξουμε μια τέτοια κατανόηση και ένα τέτοιο αίσθημα εμπιστοσύνης μεταξύ μας, ώστε, τότε θα μπορούσαμε να φτάσουμε στα πολύ πιο δύσκολα προβλήματα, όπως το Κυπριακό ή άλλα ζητήματα.

Βέβαια, αφού ξεκινήσαμε υπήρξε μια φοβερή τραγωδία. Ήταν ο σεισμός στην Τουρκία. Και τότε, υπήρξε ένας «χείμαρρος» αλληλεγγύης. Τα πράγματα δεν συμβαίνουν πάντοτε τυχαία. Θυμάμαι, ότι ήμουνα στο γραφείο μου, όταν μου είπαν για το σεισμό. Κάποιοι έλεγαν, «κάντε μια δήλωση», άλλοι έλεγαν «μην κάνετε δήλωση». Μερικοί έλεγαν, «ότι πρέπει να πούμε, πως θα βοηθήσουμε την Τουρκία». ‘Αλλοι έλεγαν, «όχι, δεν πρέπει, γιατί οι σχέσεις μας είναι πάρα πολύ τεταμένες».

Το σκέφτηκα και αποφάσισα να κάνω δήλωση. Και βγήκα και έκανα την δήλωση. Και είπα κάτι πολύ απλό. Είπα, «κάνω έκκληση στον ελληνικό λαό. Είναι γείτονές μας – Ναι, έχουμε προβλήματα, ναι, ίσως τους βλέπουμε και σαν εχθρούς, ναι, έχουμε κατά καιρούς πολεμήσει μεταξύ μας. Αλλά τώρα πρέπει να βλέπουμε τους γείτονές μας, σαν ανθρώπους. Και αν τους βλέπουμε σαν ανθρώπους, πρέπει να τους βοηθήσουμε. Και σας καλώ όλους εσάς να βοηθήσετε αυτή την τραγική στιγμή».

Και υπήρξε ένας τεράστιος χείμαρρος υποστήριξης. Αθλητές, μουσικοί, στην αρχή, ακόμα και ο στρατός, άνθρωποι που έδιναν αίμα, κτλ. Ξαφνικά, όλοι ήθελαν να βοηθήσουν. Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές ήταν, όταν εμείς στην Ελλάδα, είδαμε να σώζει ένας από τους Έλληνες πυροσβέστες το μικρό αγόρι.

Βέβαια, μόλις ένα μήνα μετά, είχαμε εμείς το δικό μας σεισμό στην Ελλάδα, και η Τουρκία ανταπέδωσε. Σας ευχαριστώ και εσάς για τη βοήθειά σας, με την ομάδα που ήρθε στην Ελλάδα και βοήθησε πάρα πολύ.

Θυμάμαι, η εφημερίδα «Τα Νέα» δημοσίευσαν έναν τίτλο που έγραφε, «Είμαστε όλοι μας Τούρκοι», και μετά, η «Χουριέτ» απάντησε «Ευχαριστώ πολύ, φίλε».

Αυτή, λοιπόν, ήταν η αλληλεγγύη που άρχισε. Ήταν η λεγόμενη «διπλωματία του σεισμού», αλλά ήταν και κάτι περισσότερο από αυτό. Υπήρχαν πραγματικές δυνατότητες. Ένα πράγμα που έμαθα από αυτό, είναι, ότι η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται μόνο από δυο υπουργούς Εξωτερικών. Στις ανοιχτές κοινωνίες γίνεται από κάθε πολίτη, από φοιτητές, αθλητές, Τοπική Αυτοδιοίκηση, γυναίκες, ανθρώπους του επιχειρηματικού κόσμου. Και αυτό, είναι πολύ σπουδαίο, εάν θέλουμε να δούμε πώς μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο γύρω μας.

Από τότε, η Ελλάδα έχει υπογράψει με την Τουρκία πάνω από 18 συμφωνίες, και υπήρχαν οφέλη για όλους. Στα τελευταία τέσσερα χρόνια, το διμερές εμπόριο εφταπλασιάστηκε. Σήμερα οι ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου μιλάνε για την Τουρκία ως αναδυόμενη, αγορά και όχι, ως απειλή για την ασφάλεια. Το αποτέλεσμα, είναι να βλέπουμε συνεργασία ανάμεσα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και των δυο πλευρών.

Τον Απρίλιο του 2000, δοκιμάσαμε κάτι αρκετά τολμηρό με τον Ισμαήλ Τζεμ. Είπαμε ότι εάν θέλουμε να αποτελούμε μια δύναμη σταθερότητας στην περιοχή, ας πραγματοποιήσουμε μια κοινή ειρηνευτική αποστολή στη Μέση Ανατολή. Πείσαμε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους διαπραγματευτές να αφήσουν κάποιους νέους ανθρώπους να φύγουν από την Εκκλησία της Γέννησης στη Βηθλεέμ, την οποία πολιορκούσαν οι ισραηλινές δυνάμεις. Ήρθαμε με ένα μήνυμα, που έλεγε ότι, εμείς, Έλληνες και Τούρκοι, είμαστε κάποτε παγιδευμένοι σε έναν πικρό κύκλο βίας, όπως οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι. Ήρθαμε τώρα να σας δείξουμε αλληλεγγύη, και να δούμε αν μπορούμε να σας βοηθήσουμε να λύσετε τα προβλήματά σας.

Αυτό, απλώς δείχνει τις μεγάλες δυνατότητες που έχουμε, αν τις εκμεταλλευτούμε. Σήμερα, μπορεί να φαίνεται απολύτως φυσιολογικό, Έλληνες και Τούρκοι ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου, να διακυβεύουν τις περιουσίες τους σε κοινοπραξίες, ή ελληνικές και τούρκικες ποδοσφαιρικές ομάδες, να παίζουν φιλικούς αγώνες για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ή Έλληνες και Τούρκοι φοιτητές να μαθαίνουν, οι μεν από τους δε, διαμέσου προγραμμάτων ανταλλαγής. Αλλά, ο δρόμος αυτός, ξεκίνησε με πολύ προσεκτικά βήματα. Χαίρομαι που μπορέσαμε να δημιουργήσουμε αυτή τη νέα δυναμική.

Την Κυριακή, οι δύο πρωθυπουργοί, ο κύριος Καραμανλής και ο κύριος Ερντογάν, θα εγκαινιάσουν ένα σημαντικό αγωγό ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Φυσικό αέριο από το Ιράν, μέσω της Τουρκίας στην Ελλάδα, ακόμα ενδεχομένως και στην Ιταλία, και από κει στην υπόλοιπη Ευρώπη, θα μας δώσει νέα οικονομική σημασία. Θα μας συνδέσει, όπως η συνεργασία στη βιομηχανία συνέδεσε τη Γαλλία και τη Γερμανία μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η συνεργασία στην οικονομία, ήταν, πάντοτε, ένας από τους μεγαλύτερους πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μπορώ να είμαι περήφανος για τον αγωγό αυτό, γιατί ήταν αποτέλεσμα της δουλειάς που εγώ και ο Ισμαήλ Τζεμ κάναμε στη διάρκεια των χρόνων. Κάποιοι με ρωτούν, «δεν θα θέλατε να είστε εσείς, που θα κόβετε την κορδέλα αύριο, αντί για τον πρωθυπουργό, τον κ. Καραμανλή»; Και απάντησα «ναι, βέβαια, θα ήθελα».

Αλλά, πάντοτε, θυμάμαι τι λεει ο Ισμαήλ Τζεμ για αυτό. Λέει, ότι η επιτυχία μας θα δοκιμαστεί, όχι όταν είμαστε υπουργοί, αλλά όταν αφήσουμε τις υπουργικές μας θέσεις και τις πάρουν άλλοι. Εάν συνεχιστεί το έργο μας, τότε μπορούμε να πούμε, ότι είχαμε επιτυχία.

Συμφωνώ λοιπόν. Μπορούμε όλοι να χαρούμε για αυτά που έγιναν, και για αυτά που θα γίνουν την Κυριακή, όταν οι δύο πρωθυπουργοί, δύο διαφορετικών κυβερνήσεων, δυο κομμάτων διαφορετικών από τα προηγούμενα, θα κόψουν αυτή την κορδέλα.

Αλλά, θα ήθελα μόνο να επισημάνω κάτι στους δύο πρωθυπουργούς. Μερικές φορές οι άνεμοι δεν είναι δυνατοί. Μερικές φορές, δεν υπάρχει καθόλου άνεμος να σπρώξει το καράβι προς την «Ιθάκη». Ή μερικές φορές, υπάρχουν δυνατοί άνεμοι στην αντίθετη κατεύθυνση. Πρέπει κανείς πάντοτε να προσέχει πολύ σ’ αυτές τις νέες σχέσεις, στο δύσκολο δρόμο προς την «Ιθάκη». Μπορεί κανείς να συντριβεί σε ένα βράχο καταμεσής στο Αιγαίο, και να σταματήσουν όλα. Το καράβι μπορεί, απλώς, να μείνει ακίνητο, αν δεν υπάρχουν άνεμοι. Δεν θα φτάσει στο πεπρωμένο του μόνο του. Μερικές φορές, πρέπει να βάλουμε τα κουπιά και να αρχίσουμε την κωπηλασία, για να εξασφαλίσουμε, ότι το καράβι πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Το μήνυμά μου λοιπόν προς αυτούς τους δυο πρωθυπουργούς είναι, ότι πιστεύω ότι πρέπει να αρχίσουμε να κωπηλατούμε πολύ πιο δυνατά.

Τελειώνοντας, επιτρέψτε με να αφιερώσω ένα ποίημα σε σας. Είναι ένα ποίημα που έδωσα στον Ισμαήλ Τζεμ μόλις η Τουρκία πήρε την πλήρη υποψηφιότητα στο Ελσίνκι. Είναι ένα ποίημα για τη ζωή σας, και τα ταξίδια σας, και τα νησιά που θα συναντήσετε, και την «Ιθάκη» σας. Είναι ένα ποίημα και για το δρόμο της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Είναι ένα ποίημα ενός Έλληνα ποιητή από την Αλεξάνδρεια, το όνομά του είναι Καβάφης. Θα διαβάσω μόνο λίγους στοίχους. Γράφει:

«Πάντα στον νου σου να χεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τα’ ωραίο ταξίδι.

Χωρίς αυτήν δεν θα έβγαινες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σ’ δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.«

Διαβάστε επίσης