Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ας επιλέξουν οι πολίτες τον σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής | Άρθρο | 17.10.2017

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

 

Ομιλία στην Σύνοδο της Κ.Ε. και της Κ.Ο. του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Σύντροφοι και συντρόφισσες, κατ΄ αρχήν να ζητήσω συγνώμη που λόγω των ταξιδιών που έχω δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω από χθες τη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και της Κεντρικής Επιτροπής. Έχω όμως νομίζω ενημερωθεί αρκετά για τις απόψεις και την όλη συζήτηση που ήταν και ουσιαστική και μια συνεδρίαση που αποτελεί κορυφαία διαδικασία, διαδικασία ευθύνης απέναντι στις ιστορικές εξελίξεις στην περιοχή μας.

 

Συμφωνώ δε με πολλούς που τόνισαν, όπως πρόσφατα και η Τόνια η Αντωνίου, ότι θα πρέπει να υπάρξει και ένας ευρύτερος διάλογος και βεβαίως, ότι οι εξελίξεις δεν είναι μόνο για την Κύπρο για τις οποίες συζητούμε, αλλά είναι ευρύτερες, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο των αποφάσεων της Ευρώπης και συμπεριλαμβάνουμε, όπως είπε και ο Πρόεδρος της Βουλής, ο Απόστολος Κακλαμάνης, και την πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη και τις εξελίξεις που αυτή η διαδικασία εμπεριέχει.

 

Αναλαμβάνοντας η Ελλάδα την Ευρωπαϊκή Προεδρία σε λίγες εβδομάδες έχει ως καθήκον να συμβάλλει με όλες της τις δυνάμεις στην νέα πορεία της Ένωσης. Αυτή η πορεία χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια μεταρρύθμισης και ενίσχυσης των δημοκρατικών μας θεσμών εσωτερικά στην Ευρώπη, καθώς και μιας ευρωπαϊκής οικονομίας που θα εγγυάται την κοινωνική συνοχή, την εργασία, την ανάπτυξη, ενώ παράλληλα θα διευρύνεται η Ένωση αυτή με 10 νέα μέλη.

 

Παρά το ότι η προσοχή μας είναι στραμμένη στην Κοπεγχάγη και στις αποφάσεις μας εκεί, θεωρώ, ότι η πορεία αυτή είναι ιστορικά δεδομένη. Το ζητούμενο είναι η επιτυχία της πορείας αυτής. Η βιώσιμη δημοκρατία, η βιώσιμη ελευθερία, η βιώσιμη ανάπτυξη, η βιώσιμη ασφάλεια, η βιώσιμη ειρήνη, δηλαδή εν τέλει μια βιώσιμη Ευρώπη.

 

Μια Ευρώπη που θα εγγυηθεί τις παραπάνω αρχές και αξίες για τον πολίτη του. Μια Ευρώπη που θα διασφαλίσει το δικαίωμα της συμμετοχής και της επιλογής στον Ευρωπαίο πολίτη. Μια Ευρώπη που θα συμβάλλει καθοριστικά στην παγκόσμια ειρήνη και προκοπή, ξεκινώντας από τη δικιά της γειτονιά. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση και θα δοκιμαστεί αυτή η νέα Ευρώπη στα πρώτα της βήματα κάτω από την Ελληνική Προεδρία.

 

Καλούμε, λοιπόν, όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις να συμμετάσχουν ενεργά στο δύσκολο, αλλά και φιλόδοξο αυτό εγχείρημα ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας. Και σ’ αυτή την πορεία θα είναι μαζί μας και η Κύπρος. Όταν υπογράψουμε τις Συνθήκες Προσχώρησης των νέων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτω από την Ακρόπολη, θα υπάρχει και η υπογραφή της Κύπρου.

 

Το ερώτημα λοιπόν, που πρέπει να θέσουμε, δεν είναι αν η Κύπρος θα ενταχθεί ή όχι, αλλά για το αν θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενωμένη ή όχι. Το ερώτημα αυτό είναι απολύτως επίκαιρο με την κατάθεση του Σχεδίου Ανάν και εύλογη είναι η αγωνία πολλών για το αν η προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την πορεία ένταξης της Κύπρου.

 

Η δικιά μου απάντηση είναι σ’ αυτό το ερώτημα, όχι. Δεν θα επηρεάσει την πορεία ένταξης της Κύπρου. Το όχι όμως αυτό χρειάζεται μια εξήγηση, γιατί υπάρχουν πολλοί που είτε πιστεύουν ότι αυτή η διαδικασία ένταξης της Κύπρου βρίσκεται σε αυτόματο πιλότο, είτε θα γίνει μόνο και μόνο διότι κραδαίνουμε το βέτο το δικό μας. Δηλαδή αγνοείται από πολλούς το βάθος το ιστορικό της προσπάθειας αυτής.

 

Και η απλοϊκή αυτή προσέγγιση αποκρύπτει μερικές αλήθειες που θέλω σήμερα να τονίσω. Πρώτα απ’ όλα η Ελλάδα είχε στρατηγική. Είναι μύθος ότι η Ελλάδα δεν ξέρει να σχεδιάζει. Είναι μύθος ότι μόνο οι αντίπαλοι έχουν ικανούς διπλωμάτες. Είναι μύθος ότι οι κινήσεις μας είναι σπασμωδικές χωρίς όραμα και προοπτική.

 

Το ότι σήμερα η Κύπρος βρίσκεται στα πρόθυρα της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης σχεδιασμένης στρατηγικής και αγόγγυστης προσφοράς και πολιτικών και δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

 

Όλες οι ελληνικές Κυβερνήσεις έχουν συμβάλλει θετικά. Νομίζω όμως ότι μπορούμε να είμαστε εμείς περήφανοι, ότι το ΠΑΣΟΚ, οι κυβερνήσεις Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Σημίτη προσέφεραν τεράστιο, ακομμάτιστο και εθνικό έργο στην υπόθεση της Κύπρου.

 

Από την αίτηση για ένταξη, την αποδοχή της, την έναρξη διαπραγματεύσεων, τις επίπονες διαπραγματεύσεις για το κλείσιμο 29 κεφαλαίων με πρώτη την Κύπρο μεταξύ των υποψηφίων και βέβαια το Ελσίνκι που αποδέσμευσε τη λύση από την ένταξη, μέχρι και τις Βρυξέλλες προχθές που επιβεβαίωσε θριαμβευτικά αυτή την πορεία, όλοι οι υπουργοί που πέρασαν προσέφεραν τα μέγιστα. Ο Θόδωρος Πάγκαλος, ο Κάρολος Παπούλιας, ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, η Ελισάβετ Παπαζώη, ο Χρήστος Ροκόφυλλος, ο Γιώργος Ρωμαίος, ο Γιάννης Καψής, ο Γιάννης Ποτάκης, ο Γιώργος Μαγκάκης, η σημερινή ηγεσία και βέβαια ο Γιάννος Κρανιδιώτης που ιδιαίτερα τις στιγμές αυτές αισθανόμαστε την απουσία του.

 

Αναφέρομαι σε όλους ονομαστικά σύντροφοι όχι για να κολακεύσω, αλλά για να εξάρω δύο σημεία: πρώτα απ’ όλα ότι υποθέσεις της Κύπρου ήταν αποτέλεσμα σκληρών διπλωματικών διαπραγματεύσεων, ώρες ατέλειωτες διαβουλεύσεων για χάραξη της καλύτερης τακτικής και στρατηγικής. Και οι μάχες αυτές βεβαίως θα συνεχίσουν μέχρι και την Κοπεγχάγη, αλίμονο.

 

Δεύτερον, οι τυχόν διαφωνίες ή διαφορές μεταξύ ως παράταξη υποδήλωναν έναν κοινό τόπο, την κοινή μας αγωνία, τον κοινό μας πατριωτισμό αν θέλετε για αλλαγή του απαράδεκτου status quo στην Κύπρο και την ικανότητά μας να συνθέτουμε μετά από διάλογο μια συντονισμένη στρατηγική, μία πατριωτική στρατηγική. Πατριωτική πορεία ’74, ’81, ’94, ’96, 2002.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτή τη στρατηγική υπάρχει πολύ μεγάλη, πλατιά θα έλεγα συναίνεση μεταξύ και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, που έχουν κι αυτοί βέβαια προσφέρει τα μέγιστα με τα Αδελφά τους Κόμματα, τα Κοινοβούλια, τα Κοινοβούλια των κρατών – μελών, αλλά και το Ευρωκοινοβούλιο.

 

Και τρίτο σημείο, ότι η απόφαση στην Κοπεγχάγη δεν επιβεβαιώνει απλώς μια ευχή, ούτε θα είναι μία μαγική φόρμουλα και κίνηση που θα κάνει η Ελλάδα. Θα είναι στο αποτέλεσμα οργανωμένης πορείας της Κύπρου προς την Ένωση. Και εδώ νομίζω αυτό αναγνωρίζεται ήδη απ’ όλους τους εταίρους, αναγνωρίζεται το πόσο η Κύπρος ενσωμάτωσε πρώτη απ’ όλα το κοινοτικό κεκτημένο μέσα από το Κοινοβούλιο το Κυπριακό με το συντομότερο και ικανότερο τρόπο.

 

Αναγνωρίζεται επίσης, ότι και στις διαπραγματεύσεις που έχει κάνει ο Πρόεδρος Κληρίδης, ότι οι διαπραγματεύσεις όχι μόνο για την ένταξη, αλλά και οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού ο Πρόεδρος Κληρίδης, η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει κρατήσει εποικοδομητική στάση. Και αυτό αναγνωρίζεται όχι μόνο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζεται ρητά από τον ΟΗΕ, αναγνωρίζεται και από τις Ηνωμένες Πολιτείες που βέβαια παίζουν κι αυτοί σημαντικό ρόλο.

 

Και εδώ η ουρά του Ελσίνκι, αντί να τη φοβόμαστε, θα την επικαλούμαστε εμείς. Θα την επικαλούμαστε διότι ακριβώς θα σημάνει ότι αξιολογώντας τα σχετικά τα οποία αναφέρει η απόφαση του Ελσίνκι, δεν έχουμε παρά να πούμε ότι είναι μια θετική πρόοδος που έχει γίνει από την ελληνοκυπριακή πλευρά, καταθέτοντας πάντα λογικές προτάσεις σε μια διαπραγμάτευση.

 

Αυτό που έφερε το ΠΑΣΟΚ στην εξωτερική πολιτική με τα συνθήματά του, αλλά και τη σκληρή δουλειά του ήταν ένα απλό μήνυμα, όχι στη μοιρολατρία.

 

Το σύνθημα η Ελλάδα στους Έλληνες υποδηλώνει τη βαθιά μας πίστη στις δυνάμεις της δικής μας δημοκρατικής κοινωνίας. Και είναι αυτή η σκληρή δουλειά και αυτές οι θαρραλέες πρωτοβουλίες μας, που έφεραν ένα ξεχασμένο από τη διεθνή κοινότητα θέμα, στο προσκήνιο του διεθνούς ενδιαφέροντος.

 

Το δεν ξεχνώ, το οποίο πράγματι επικαλούμαστε, δεν είναι απλώς για μας συμβολικής αξίας, για να ενεργοποιήσει την ιστορική μνήμη. Ήταν και είναι πολιτική πράξη.

 

Εκεί που ακούγαμε από τον Ετζεβίτ ότι η λύση υπήρξε το 1974, σήμερα όχι μόνο δεν ξεχνάει η διεθνής κοινότητα, αλλά έχει ανεβεί στην ημερήσια διάταξη και έχει ίσως και πρώτη θέση πια, η επίλυση του κυπριακού.

 

Διότι όποιος έχει περάσει από το Υπουργείο Εξωτερικών, γνωρίζει πολύ καλά ότι το πρόβλημα δεν ήταν απλώς η επίλυση του κυπριακού. Δεν ήταν τα ευχολόγια που συνήθως ήταν πολύ θετικά για την ανάγκη επίλυσης του κυπριακού, ήταν ότι υπήρχαν άλλες προτεραιότητες, ότι το θέμα της Κύπρου πραγματικά ήταν ξεχασμένο θέμα.

 

Ήταν οι δικές μας ενέργειες, οι οποίες κατάφεραν και πάλι να διεθνοποιήσουν το κυπριακό, όταν εμείς ζητούσαμε εδώ, και όλες οι κυβερνήσεις από το 1974 και μετά, ζητούσαν την επίλυση, την ενεργοποίηση του ΟΗΕ, της Ευρώπης, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Σοβιετικής Ένωσης, της Ρωσίας και όλες οι κυβερνήσεις, μιλώ από το Μακάριο μέχρι τον Κληρίδη και όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις.

 

Φυσικός χώρος βέβαια πάντα ο ΟΗΕ και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Άρα λοιπόν οι χαρακτηρισμοί συνωμοσία, τελεσίγραφο, τρικλοποδιά για την ένταξη, όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί αγνοούν ότι εμείς είχαμε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

 

Παραπέμπουν σε μια φοβική αντιμετώπιση της διεθνούς κοινότητας, ωσάν να ήμασταν οι αδύναμοι, παθητικοί παρατηρητές. Αποτυπώνει μια αναχρονιστική σχέση της παραδοσιακής δεξιάς και παραδοσιακής αριστεράς με τους ξένους παράγοντες, μια ψυχολογική εξάρτηση που εύκολα μεταφέρει ευθύνες για τα τεκταινόμενα στους κακούς ή τους καλούς στις Βρυξέλλες, στην Ουάσιγκτον και παλιότερα στη Μόσχα.

 

Εάν το ΠΑΣΟΚ έφερε κάτι σ’ αυτό τον τόπο, έφερε τη βαθιά δημοκρατική αντίληψη ότι μπορούμε να ορίζουμε τη μοίρα μας. Ουδείς βέβαια αγνοεί τις ισορροπίες των δυνάμεων παγκοσμίως, αλλά και στη γειτονιά μας. Όμως δεν συμβιβαζόμαστε με τα κακώς κείμενα. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να τα αλλάξουμε. Οι πρωτοβουλίες μας από μια εποχή ψυχρού πολέμου που ήταν πολύ πιο δύσκολα, η πρωτοβουλία των 6, αλλά και οι σημερινές μας πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και στα ελληνοτουρκικά, αυτό ακριβώς υποδηλώνουν.

 

Ίσως η σημερινή μεγάλη ιδέα που φέρνει το ΠΑΣΟΚ, είναι πολύ κοντά στα γραπτά του Ρήγα Φεραίου, που πίστεψε και πάλεψε για μια ενωμένη βαλκανική φωνή, όπου διαφορετικοί λαοί και θρησκείες θα μπορούσαν να ενωθούν κάτω από μια κοινή σκέψη, ένα κοινό Σύνταγμα, δημοκρατικό και ομοσπονδιακό. Αυτό ήταν το όραμα του Ρήγα Φεραίου.

 

Η ευρωπαϊκή πορεία της περιοχής μας αυτό το όραμα προσφέρει, με εμάς τους Έλληνες πρωτοπόρους. Μια περιοχή ειρήνης και δημοκρατίας, σεβασμού των ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Μια περιοχή που θα ορίζει επιτέλους τη μοίρα του χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις και επεμβάσεις. Είναι μια πολιτική αρχών και σ’ αυτή την πολιτική έχουμε συμμάχους μας την ίδια την Ευρώπη, την ίδια την ευρωπαϊκή πορεία.

 

Η στρατηγική μας ήταν ακριβώς η Ευρώπη. Η Ελλάδα στον πυρήνα πρώτα απ’ όλα των ευρωπαϊκών εξελίξεων, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και η συστηματική προσέγγιση Ελλάδας-Τουρκίας, δημιούργησαν τις πιο καλές προϋποθέσεις για μια κινητοποίηση της Διεθνούς Κοινότητας και τη λύση του Κυπριακού προβλήματος.

 

Φίλες και φίλοι, δεν θα ήθελα να μπω στον πειρασμό να αξιολογήσω σε λεπτομέρεια το σχέδιο. Δεν υπάρχει και χρόνος. Αλλά όπως και ο Πρόεδρος Κληρίδης έχει τονίσει, η μεγάλη εξειδίκευση και ενασχόληση δημόσια με πτυχές του σχεδίου αυτού, μπορεί να μην συμβάλουν και στην ανάγκη διαπραγμάτευσης, πόσο μάλλον και αν αυτή η εξειδίκευση και ενασχόληση έρχεται από ένα επίσημο πρόσωπο Κυβέρνησης και Υπουργού Εξωτερικών.

 

Θα ήθελα όμως να τονίσω ότι ο διάλογος είναι σημαντικός, οι προτάσεις είναι θετικές. Χρειάζεται όμως να γνωρίζουμε ότι τον πρώτο λόγο με εμάς συμπαραστάτες είναι στους Κύπριους όχι για να αποφύγουμε τις ευθύνες, αλλά διότι αυτοί είναι που τελικά θα ζήσουν σε μια Κύπρο, όποια είναι αυτή η λύση.


Θέλω όμως να πω κάτι. Κάτι που πολύ σωστά τόνισε προηγούμενα ο Απόστολος ο Κακλαμάνης, θέλω να τονίσω ότι η λύση βέβαια πρέπει να είναι πολύ σωστά για το μέλλον και όχι το παρελθόν. Δηλαδή να μη λύνουμε τα προβλήματα του παρελθόντος, αλλά να ανοίξουμε πλατιά λύσεις για το μέλλον, να δώσουν την ευκαιρία να εξελιχθεί η Κύπρος.

 

Παράλληλα όμως η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αγνοήσει το ιστορικό πλαίσιο που πολύ σωστά πολλοί από εσάς αναλύσατε. Ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ήρθαν αυτές οι προτάσεις, οι οποίες δεν ήταν καθόλου ουρανοκατέβατες, ασχέτως εάν υπάρχουν διαφορές, διαφωνίες, ανάγκη διαπραγμάτευσης. Ήταν όμως ένα πλαίσιο που ήρθε μέσα από πολύχρονη πορεία ιστορικών αποφάσεων, συμβιβασμών, ξεκινώντας από το 1997 με τη συμφωνία υψηλού επιπέδου Μακαρίου-Ντενκτάς, που για πρώτη φορά ουσιαστικά αποδέχεται η ελληνική πλευρά την ομοσπονδία.

 

Συμφωνία υψηλού επιπέδου του 1999 Κυπριανού-Ντενκτάς. Τρία χρόνια πρόσφατα διαπραγμάτευσης και ένα χρόνο απευθείας διαπραγματεύσεων Κληρίδη-Ντενκτάς. Άρα δεν μιλούμε για ένα σχέδιο που ήρθε από τον ουρανό. Και θέλω εδώ να αναφερθώ μόνο σε μερικά στοιχεία της ομόφωνης απόφασης όλων των κομμάτων, του Εθνικού Συμβουλίου δηλαδή της Κύπρου, του 1989 για το ποια θα είναι τα στοιχεία της μελλοντικής λύσης.

 

Αναφέρομαι σε μερικά απ’ αυτά γιατί βεβαίως το κείμενο είναι μεγάλο, το οποίο όμως είναι σημαντικό για να δει κανείς που κινούμαστε, τι είδους λύση μπορούμε να περιμένουμε. Μιλά και διαβάζω για ένα λειτουργήσιμο ομοσπονδιακό σύστημα βασισμένο σε δίκαιες εδαφικές διευθετήσεις ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα όλων.

 

Ασφάλεια για τις δύο Κοινότητες στα πλαίσια αποστρατικοποιημένης ομοσπονδίας. Διατήρηση της ταυτότητας της Κύπρου και του πολιτισμού και των παραδόσεων της κάθε Κοινότητας. Αποχώρηση των εποίκων. Προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των τριών ελευθεριών.

 

Τονίζει η απόφαση αυτή, η ελληνοκυπριακή πλευρά βεβαίως δέχεται ότι υπάρχει θέμα πρακτικών δυσκολιών, οι οποίες θα ληφθούν υπόψη στην αρχική εφαρμογή των τριών ελευθεριών. Δηλαδή απ’ το 1989 η ελληνοκυπριακή πλευρά ήδη μιλά για κάποιες παρεκκλίσεις απ’ τις τρεις ελευθερίες.

 

Σύνταγμα, ομοσπονδιακά οργανωμένη ουσιαστικών εξουσιών υπέρ των περιφερειών που θα συνιστούν την ομοσπονδία. Στο ομοσπονδιακό επίπεδο θα υπάρχει δίκαιη δικοινοτική συμμετοχή σε όλα τα κυβερνητικά όργανα, νομοθετικά, εκτελεστικά, διοικητικά και δικαστικά.

 

Περιφερειακές κυβερνήσεις να έχουν εκτεταμένη νομοθετική, διοικητική και δικαστική αρμοδιότητα. Δεν υπάρχει δυνατότητα καταπάτησης από μέρους της Ομοσπονδίας των εξουσιών και αρμοδιοτήτων των περιφερειών. Υπουργικό Συμβούλιο 10 άτομα, 7 Ελληνοκύπριοι, 3 Τουρκοκύπριοι.

 

Νομοθετική εξουσία δύο Βουλές, κάτω Βουλή, θα αντανακλά ισότητα των πολιτών, άνω Βουλή θα αντανακλά την ισότιμη υπόσταση των περιφερειών. Κανένα σημαντικό μέτρο που επηρεάζει την τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν μπορεί να εγκριθεί χωρίς την τουρκοκυπριακή κοινοβουλευτική υποστήριξη. Ανώτατο δικαστήριο, ομοσπονδιακό δικαστήριο, θα έχει ίση σύνθεση πάνω σε δικοινοτική βάση.

 

Αυτές δεν είναι προτάσεις του ΟΗΕ, είναι οι προτάσεις του Εθνικού Συμβουλίου οι ομόφωνες των Ελληνοκυπρίων. Όσοι θεωρούν ότι αυτά τα στοιχεία είναι απαράδεκτα, κινούνται εκτός μιας ιστορικής πραγματικότητας. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν πρέπει να γίνουν σκληρές και επίπονες διαπραγματεύσεις για τη βελτίωση του σχεδίου του Κόφι Ανάν.

 

Αλλά θα πρέπει να δούμε και να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Αυτό είναι το πλαίσιο των λύσεων. Από εκεί και πέρα υπάρχουν άλλες τρεις πιθανότητες λύσεων, οι οποίες θα ήθελα πολύ σύντομα απλώς να τις αναφέρω. Μία είναι η λύση της διπλής ένωσης, μια λύση που κατά καιρούς έχει συζητηθεί, αλλά σήμερα δεν συζητιέται από κανέναν. Θα μετέφερε τα ελληνοτουρκικά σύνορα μέσα στην Κύπρο.

 

Λύση της διχοτόμησης ή άλλοι μιλούν για την λύση έδαφος για αναγνώριση. Ο Στέφανος Μάνος είχε το θάρρος και μπράβο του, να προτείνει κάτι πράγματι επίμαχο. Διαφωνώ με την άποψή του, αλλά τουλάχιστον το έθεσε στο τραπέζι. Και μάλιστα έχω ακούσει και όσοι έχουν περάσει απ’ το Υπουργείο Εξωτερικών, είμαι σίγουρος και ο Θόδωρος και ο Κάρολος και πολλοί άλλοι, θα έχουν ακούσει πολλούς διπλωμάτες όχι μεγαλόφωνα, να στηρίζουν μια τέτοια λύση.

 

Είναι όμως αυτή λύση τόσο θετική; Δεν είναι ένας πολύ μεγάλος συμβιβασμός; Θα δοθεί έδαφος εάν υπάρχει πράγματι αυτή η λύση; Πρόσφυγες θα επιστρέψουν; Ο εποικισμός θα σταματήσει; Η ένταση δεν θα υπάρχει; Είναι σίγουρο ότι οι πορείες των δύο πλευρών δεν θα αποκλίνουν τόσο και τόσο σοβαρά, ώστε να υπάρχουν εντάσεις επί του νησιού και πάλι; Είναι το μοντέλο ιδεολογικά που εμάς μας πάει; Που μας εκφράζει;

 

Που εκφράζει τις βασικές αξίες ενός Κινήματος και ενός λαού που μιλά για Βαλκάνια χωρίς αλλαγή συνόρων, που μιλά για τη δυνατότητα να συμβιώσουν Σέρβοι μαζί με τους Μαυροβούνιους, Αλβανοί μαζί με τους Έλληνες, με τους Σέρβους που έχουμε εμείς συστηματικά την τελευταία δεκαετία καταγγείλει αποσχιστικές κινήσεις μέσα στα Βαλκάνια;

 

Και τελικά είναι αυτό το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε, που συμφωνεί με πάρα πολλούς ακραίους απ’ τις δύο πλευρές αυτής της διαμάχης, ότι Έλληνες και Τούρκοι τελικά δεν μπορούν να συμβιώσουν. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία σε μια ευρωπαϊκή πορεία της χώρας μας, της περιοχής της Τουρκίας και της Κύπρου.

 

Άρα η κάθε επιλογή έχει και τις συνέπειές της. Βεβαίως υπάρχει και η τρίτη λύση, η τέταρτη λύση, η λύση της μη λύσης. Πρώτα απ’ όλα αυτό θα είναι αδύνατο εφ’ όσον προχωρά η Τουρκία προς την Ευρώπη και αυτή ήταν και η λογική μας, διότι θα υπάρχουν τέτοια προβλήματα πρακτικά – να μην αναφερθώ σ’ αυτά – της Τουρκίας και της Κύπρου, των σχέσεών τους, που πρέπει να ομαλοποιηθεί η σχέση.

 

Άρα εάν υπάρχει μακροχρόνια πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη, δεν μπορεί παρά να υπάρξει και λύση του Κυπριακού. Αυτό είναι θετικό. Αλλά όμως δεν ξέρουμε εάν θα υπάρξει αυτή η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη και δεν ξέρουμε εάν δεν θα υπάρξουν εντάσεις, εποικισμοί, τουρκοποίηση του βόρειου τμήματος της Κύπρου, μετανάστευση των Τουρκοκυπρίων, φαινόμενα τα οποία ήδη έχουμε μπροστά μας.

 

Βέβαια υπάρχει και η πρόταση να βρούμε τη λύση μετά την Κοπεγχάγη. Πολύ πιθανόν, ακριβώς λόγω και του ασφυκτικού χρονικού περιθωρίου να είναι αυτή η προοπτική. Θα πρέπει εάν έτσι είναι, να δημιουργήσουμε μια δυναμική για την επίλυση σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την Κοπεγχάγη του Κυπριακού. Να απαιτήσουμε απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώσεις και αποφάσεις που θα συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Και θα πρέπει να υπάρχει ισχυρή βούληση απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση για ένα χρονοδιάγραμμα λύσης. Αν όμως πραγματικά έστω σ’ αυτές τις λίγες μέρες, υπάρξουν εκείνες οι αλλαγές, εκείνη η διαπραγμάτευση που μπορεί να μας φέρει μια ικανοποιητική λύση, δεν θα πρέπει να έχουμε το φόβο να μην το αντιμετωπίσουμε θετικά. Όπως είπα πρώτα οι ίδιοι οι Κύπριοι.

 

Aλλά θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα θα στηρίξει όποια απόφαση των Ελληνοκυπρίων, όποια απόφαση κι αν πάρουν και με αίσθημα ευθύνης θα πούμε είτε το ναι, είτε και το όχι και μπροστά σε αυτή την ευθύνη ζητούμε και την υποστήριξη την δικιά σας και την αλληλεγγύη σας. Όπως τόνισα βέβαια θα είναι ο τελικός λόγος στους ίδιους τους Κύπριους.

 

Τον Απρίλιο του 2003 στην Αθήνα δεν θα υπογραφεί απλώς μία ακόμα απόφαση διεύρυνσης της Ένωσης. Θα πρόκειται για την υπογραφή της οριστικής υπέρβασης της μεταπολεμικής διχοτόμησης της Ευρώπης σε αντίπαλους συνασπισμούς. Ευελπιστούμε ότι σε αυτή την ιστορική στιγμή η Κύπρος θα συμμετέχει επανενωμένη χωρίς Αττίλα και διχοτόμηση. Είτε αυτό γίνει πριν την Κοπεγχάγη, είτε αργότερα θα είναι κορυφαία στιγμή της πολιτικής μας η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος και με θάρρος πρέπει να προχωρήσουμε στην διαπραγμάτευση για την καλύτερη δυνατή λύση.

 

Είναι μια πολιτική που υπηρετεί το εθνικό μας συμφέρον και που ανοίγει νέες προοπτικές και θα ήθελα να κλείσω με μία απλώς μνεία των νέων προοπτικών που ανοίγονται με την επίλυση του Κυπριακού. Πολύ σωστά πολλοί τόνισαν κι έτσι είναι, το Κυπριακό αποτελεί για γενιές την πρώτη προτεραιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής.

 

Η επίλυσή του λοιπόν θα σημάνει την ανάπτυξη νέων προτεραιοτήτων και την αφιέρωση των δυνάμεών μας σε νέες ευκαιρίες. Η εξωτερική μας πολιτική θα μπορεί να προχωρήσει σε πάρα πολλούς νέους τομείς μειώνοντας την ένταση που είχαμε με την Τουρκία, μειώνοντας τα προβλήματα που έχουμε με την Τουρκία και εξαλείφοντάς τα σταδιακά. Πιστεύω αρκετά σύντομα εάν λυθεί το Κυπριακό.

 

Πιστεύω ακράδαντα ότι η επίλυση του θέματος της υφαλοκρηπίδας στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου, στα πλαίσια του Δικαστηρίου της Χάγης θα είναι πια θέμα απλώς χρόνου με την επίλυση του Κυπριακού. Και θα ήθελα να απαντήσω και στον σύντροφο τον Γιάννη τον Καψή που σωστά έθεσε ένα ερώτημα, να τονίσω ότι οι διερευνητικές επαφές που κάνουμε δεν είναι διαπραγματεύσεις και σαφώς δεν είναι διαπραγματεύσεις για κυρίαρχα δικαιώματά μας. Κυρίαρχο δικαίωμά μας είναι η επέκταση των 12 μιλίων, το πότε, εάν και κατά πόσο θα υπάρξει αυτή η επέκταση βέβαια πάντα είναι θέμα πολιτικής αξιολόγησης της εκάστοτε κυβέρνησης.

 

Είναι σίγουρο ότι θα συμβάλλει στην μείωση των εξοπλισμών, στην οικονομική συνεργασία την δικιά μας με την Τουρκία με όλες τις θετικές συνέπειες. Ήδη από 25η στην οικονομική συνεργασία που ήταν η Τουρκία πριν από 3 χρόνια είναι 5η στην ιεράρχηση με την ελληνική οικονομία. Ο Απόστολος μίλησε για τα ενεργειακά. Η ενεργειακή συνεργασία για την οποία ο Άκης Τσοχατζόπουλος έχει δουλέψει συστηματικά τον τελευταίο καιρό, αλλά και πολλές πρωτοβουλίες που θα μπορούμε να πάρουμε στην περιοχή για την επίλυση λεπτών προβλημάτων από τη Μέση Ανατολή μέχρι τον Καύκασο και τα Βαλκάνια.

 

Φίλες και φίλοι, οι αποφάσεις μας, η πολιτική μας έχει φέρει αποτελέσματα και βασίζεται στα εθνικά μας συμφέροντα, αλλά και ανοίγει και δρόμους για μια νέα εποχή. Νομίζω ότι ίσως το μεγαλύτερο και σημαντικό ερώτημα το οποίο τίθεται μπροστά μας και για την Ευρώπη είναι ακριβώς η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας.

 

Είναι άξονας της εθνικής μας στρατηγικής αυτή η ευρωπαϊκή πορεία για την Τουρκία. Συνίσταται στην απόφασή μας να εντάξουμε και έτσι να δεσμεύσουμε και την ίδια την Τουρκία στις ευρωπαϊκές διαδικασίες και στο θεσμικό της πλαίσιο. Αποτελεί αυτό αν θέλετε μία δέσμευση της πορείας της Τουρκίας σε ευρωπαϊκές αρχές και τροχιά και η πολιτική αυτή επιλογή καθίσταται σε όλους σαφές ότι είναι σταθερή χωρίς ευκαιριακό χαρακτήρα, υπακούει σε διάφανα κριτήρια και αποδίδει ήδη ορατούς καρπούς.

 

Είναι γι αυτό και επιφανειακή και εσφαλμένη η προσέγγιση ότι ο ευρωπαϊκός δρόμος για την Τουρκία είναι το κόστος που δήθεν πληρώνουμε για την ένταξη της Κύπρου. Θέλουμε την Τουρκία σε μία ευρωπαϊκή πορεία διότι μας συμφέρει. Σε μια πορεία προσδιορισμένη από ευρωπαϊκές εγγυήσεις. Δεν μπορεί βεβαίως αυτή η ευρωπαϊκή πορεία να είναι σε βάρος της Κύπρου ή του Κυπριακού. Γι αυτό ακριβώς θέλουμε κι ένα θετικό μήνυμα στην Κοπεγχάγη και γι αυτό και η Ελλάδα πρωτοπορεί για αυτό το θετικό μήνυμα και για την υπό προϋποθέσεις πάντα δυνατότητα να υπάρξει κι ακόμα και η ημερομηνία για την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Τουρκία.

 

Αλλά παράλληλα αυτό έχει διασφαλίσει και βοηθήσει μια διαφορετική πορεία και των Ελληνοτουρκικών σχέσεων που εντάσσονται πια στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι κάτι μεμονωμένο από την ευρωπαϊκή πορεία. Σύμφωνα με το πλαίσιο, με τις αποφάσεις του Ελσίνκι, με την εταιρική σχέση που έχει συμφωνηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση τα θέματα αυτά εντάσσονται πια ως ευρωπαϊκά ζητήματα και όλα αυτά δεν είναι τυχαία ότι έχουν φέρει και μία άλλη προσέγγιση ήδη στην Τουρκία. Σημαντικότατα μικρά αλλά σταθερά τα οποία έχουν γίνει πια και μεγάλα σε ένα πολύ μεγαλύτερο οικοδόμημα, βήματα στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, είναι στην ενέργεια, είναι στην λαθρομετανάστευση, είναι στο κοινοτικό κεκτημένο.

 

Μπορούσαμε να διανοηθούμε Έλληνες δικαστές να εκπαιδεύουν Τούρκους δικαστές στα θέματα του κοινοτικού κεκτημένου πριν από κάποια χρόνια; Είναι η μείωση της έντασης, είναι οι οικονομικές δυνατότητες, είναι τελικά να μπορούμε να ζήσουμε οι δύο λαοί μέσα σε ένα πλαίσιο ειρήνης και σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου και πράγματι όπως πολλοί είπανε, βλέπουμε και σημαντικές εσωτερικές αλλαγές που φαίνεται ότι ξεκινούν στην ίδια την Τουρκία.

 

Όλοι μας αναρωτιόμασταν όταν ξεκίνησε αυτή η πορεία στο Ελσίνκι, εάν θα δημιουργούσαν εντάσεις, αν θα υπήρχε σύγκρουση, αν θα μπορούσε η Τουρκία να πάρει αυτό το δρόμο. Δεν είναι ακόμα σίγουρο. Δεν είναι σίγουρο ότι αυτόν τον δρόμο θα τον ακολουθήσει η Τουρκία.

 

Όμως είναι πολύ σημαντικό όταν ο ηγέτης της Τουρκίας ο κύριος Ερντογάν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά όπου πηγαίνει μιλά για έναν οδικό χάρτη για να εφαρμόσει τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Δηλαδή μέτρα για την καταδίκη και το σταμάτημα των πρακτικών όπως είναι των βασανιστηρίων, νέες δίκες πιο δίκαιες όπως τις λέει για άτομα κουρδικής καταγωγής, αλλά και άλλους που θεωρεί, για τους οποίους έχουν καταπατηθεί τα ανθρώπινά τους δικαιώματα, θεσμοί που θα λειτουργούν και θα συμβάλλουν στην προστασία των μειονοτικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων.

 

Μιλά για την προστασία των ιδρυμάτων των μειονοτήτων και βεβαίως μέσα σε αυτά και του ελληνικού, του Ελληνορθόδοξου Οικουμενικού Πατριαρχείου και βεβαίως της ελληνικής εκεί μειονότητας. Μιλά για την ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού, μιλά για την στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα, όχι τον εχθρό απέναντι στις άλλες ακτές του Αιγαίου όπως πολλές φορές λέγανε, αλλά για την στρατηγική σημασία της φιλίας και της συνεργασίας με την Ελλάδα.

 

Όλα αυτά βεβαίως είναι εξαγγελίες, αλλά πρώτη φορά ακούμε τέτοιες εξαγγελίες από ηγέτη της Τουρκίας εδώ και πάρα πολλά χρόνια και εν πάση περιπτώσει αξίζει να δοκιμάσει κανείς αυτή την νέα πορεία σχέσεων διότι φαίνεται ότι πράγματι αποδίδει σημαντικούς καρπούς. Και η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας πιστεύω ότι μπορεί να διασφαλίσει εν τέλει αυτή την πορεία.

 

Χρειάζεται να τολμήσουμε εμείς ως Ευρωπαίοι, να εμπεδώσουμε αυτή την ευρωπαϊκή πορεία και ίσως θα έχει και μεγαλύτερες συνέπειες ευεργετικές για την περιοχή. Μια χώρα που βεβαίως είναι λαϊκό κράτος, αλλά ισλαμική στην πλειοψηφία του πληθυσμού της να αποτελέσει ένα σημαντικό πρότυπο δημοκρατίας κάποια στιγμή και για τον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο.

 

Τελειώνοντας φίλες και φίλοι θέλω να τονίσω ότι, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτών των εξελίξεων. Παίρνουμε εμείς πρωτοβουλίες και σε αυτή την πορεία το κάνουμε πρώτα απ’ όλα βεβαίως με γνώμονα το εθνικό μας συμφέρον, αλλά με συναίσθημα της ιστορικής ευθύνης και υπηρετούμε με τον καλύτερο τρόπο νομίζω με τα εθνικά μας συμφέροντα και διαμορφώνουμε μία νέα ιστορική πραγματικότητα για τις νέες γενιές των Ελλήνων, των Τούρκων, των Ελληνοκυπρίων, των Τουρκοκυπρίων, των Βαλκανικών λαών, για μια βιώσιμη ειρήνη, βιώσιμη δημοκρατία, βιώσιμη ανάπτυξη. Ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε επίσης