Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ας επιλέξουν οι πολίτες τον σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής | Άρθρο | 17.10.2017

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

 

Ομιλία στην κοινή συνεδρίαση της Κ.Ε. και της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ

Πρώτα απ’ όλα μία πεποίθηση. Μια πεποίθηση της χώρας μας, της Κυβέρνησής μας του ΠΑΣΟΚ ότι μπορούμε. Ότι μπορούμε να ασκήσουμε εμείς ελληνική εξωτερική πολιτική. Μην ξεχνάμε τα λόγια του Ανδρέα Παπανδρέου με την Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη και τον αγώνα, την έμπνευσε την οποία ο ίδιος έδωσε, ότι μπορούσε να ακουστεί η ελληνική φωνή και μάλιστα σε μια πολύ δύσκολη εποχή του ψυχρού πολέμου».

Τα παραπάνω δήλωσε ο Γιώργος Παπανδρέου στην κοινή σύνοδο της Κ.Ε. και της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ και συμπλήρωσε: «Υπάρχει μια κριτική που ακούω κατά καιρούς, που αντιμετωπίζει ιδιαίτερα η Νέα Δημοκρατία την εξωτερική πολιτική ως ένα ψιλικατζίδικο μετρώντας τις λογιστικές διακυμάνσεις στους απολογισμούς χωρίς να βλέπουν ή να θέλουν να κατανοούν το τελικό προϊόν».

Συντρόφισσες και σύντροφοι, πρώτα απ’ όλα να ζητήσω συγνώμη που άργησα στην συνάντησή μας εδώ της Κεντρικής Επιτροπής, αλλά ήμουν Προεδρεύων στην Ευρωμεσογειακή Διάσκεψη στην Κρήτη με συνάντηση 35 υπουργών, ίσως είναι από τις μεγαλύτερες συναντήσεις, διότι πια είμαστε 25 συν άλλους 10 υπουργούς από τις υπόλοιπες Μεσογειακές χώρες.

Και εκεί μπορώ να σας μεταφέρω, ότι υπήρξε μια αχτίδα ελπίδας. Ελπίδας, ότι ένα μεγάλο πρόβλημα το οποίο ταλανίζει ολόκληρη την περιοχή και θα έλεγα και σε ένα παγκόσμιο επίπεδο αποτελεί επίκεντρο προβλημάτων, το Μεσανατολικό, μια αχτίδα ελπίδας ότι υπάρχουν τα πρώτα βήματα για μια πιθανή λύση.

Βεβαίως έχουν δοκιμαστεί πολλές φορές οι ειρηνευτικές διαδικασίες, προσπάθειες, πρωτοβουλίες χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα και γι’ αυτό υπάρχει και η λογική καχυποψία για το αποτέλεσμα κι αυτών των προσπαθειών. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς υπήρξε και ο Οδικός Χάρτης, ο οποίος είναι προϊόν ιδιαίτερα της επιμονής της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαμορφώσει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινηθούν όλες οι πλευρές και το οποίο υιοθετήθηκε και από τις Ηνωμένες Πολιτείες και από τον ΟΗΕ και από τη Ρωσία στο λεγόμενο κουαρτέτο.

Σ’ αυτό και η Ελλάδα και σ’ αυτή μας την Προεδρία έχει βάλει το πετραδάκι της. Και θα έλεγα επίσης, ότι τελειώνοντας η Ευρωμεσογειακή Διάσκεψη ο Πρόεδρος της Τρόικας των Αράβων όχι μόνο μας ευχαρίστησε, αλλά τόνισε το ρόλο της Ελλάδας ως Προεδρεύουσα χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θέλω να ξέρετε, ότι είχαμε την τιμή μέσα στην κρίση του Ιράκ, δύο φορές, πρωτόγνωρο να μας καλέσουν και οι υπουργοί Εξωτερικών του Αραβικού Συνδέσμου να μιλήσουμε και αργότερα στο Συμβούλιο Κορυφής όλων των Αραβικών Κρατών να καλέσουν την Ελληνική Προεδρία για να συνεργαστούμε, μήπως και μπορέσουμε να φτάσουμε σε μια ειρηνική επίλυση στο Ιρακινό.

Από εκεί και πέρα είναι γνωστές οι εξελίξεις. Τις τελευταίες όμως μέρες ακούμε από τη Νέα Δημοκρατία, τον Πρόεδρό της να ξαναθυμούνται τις προσφιλείς τους θεωρίες σε ότι αφορά την Τουρκία περί μονομερών παραχωρήσεων ασκώντας κριτική στην εξωτερική πολιτική για λόγους εσωτερικού εντυπωσιασμού.

Βέβαια αυτές τις κριτικές τις έχουμε ακούσει μονότονα από το Ελσίνκι, δυστυχώς όμως για τη Νέα Δημοκρατία τα αποτελέσματα στην εξωτερική πολιτική την διαψεύδουν. Και πιστεύω ακριβώς αντίθετα από τις αιτιάσεις της Νέας Δημοκρατίας ο πολίτης της χώρας μας, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας έχει κάθε λόγο να αισθάνεται περήφανος για τη θέση, την εικόνα της χώρας μας στη διεθνή σκηνή.

Και όπως εύγλωττα τόνισαν και ο Πρόεδρος, ο Τάσος Παπαδόπουλος το πρωί και ο Πρόεδρος ο Κώστας ο Σημίτης, αυτή η απόδειξη αυτής της εξέλιξης είναι η Κύπρος. Δεν θα μπω στις λεπτομέρειες, διότι νομίζω ότι αυτά έχουν εξαντληθεί από τις ομιλίες νωρίτερα.

Θέλω όμως να τονίσω, ότι η επιτυχία αυτή δεν είναι απλώς ένα προϊόν κάποιας συγκυρίας, πιστεύω, ότι είναι προϊόν σημαντικών προϋποθέσεων που αναδεικνύουν τη δύναμη αυτού του Κινήματος μας, που λέγεται Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα.

Πρώτα απ’ όλα μία πεποίθηση. Μια πεποίθηση της χώρας μας, της Κυβέρνησής μας του ΠΑΣΟΚ ότι μπορούμε. Ότι μπορούμε να ασκήσουμε εμείς ελληνική εξωτερική πολιτική. Μην ξεχνάμε τα λόγια του Ανδρέα Παπανδρέου με την Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη και τον αγώνα, την έμπνευσε την οποία ο ίδιος έδωσε, ότι μπορούσε να ακουστεί η ελληνική φωνή και μάλιστα σε μια πολύ δύσκολη εποχή του ψυχρού πολέμου.

Αυτή, λοιπόν, μια πρώτη προϋπόθεση η δικιά μας αυτοπεποίθηση. Ένα δεύτερο είναι η συλλογική μας λειτουργία, η συνέχεια και η συνέπεια. Και εδώ θέλω, όπως έχω κάνει και παλαιότερα να μιλήσω, όχι μόνο για τις αρχές και τους στόχους που υπηρετήσαμε στην εξωτερική μας πολιτική και υπηρετούμε, αλλά και για τους ανθρώπους που όλοι συνέβαλαν με μεγάλη συνέπεια προς αυτούς τους στόχους: το Γιάννη τον Χαραλαμπόπουλο, τον Κάρολο Παπούλια, τον Θόδωρο τον Πάγκαλο, βέβαια τον Γιάννο τον Κρανιδιώτη, άλλους αναπληρωτές υπουργούς, τον Τάσο, την Μπέτυ, τον Γιώργο τον Ρωμαίο, τον Γιώργο τον Μαγκάκη και θα μπορούσα να μιλήσω για πολλούς.

Παράλληλα μ’ αυτή τη συνέχεια και συνέπεια της πολιτικής μας πήραμε πρωτοβουλίες. Δεν μείναμε σε μια ηρωική απάθεια ή σε μια ακινησία φόβου. Αλλά πήραμε πρωτοβουλίες πολλές φορές με ρίσκο, αλλά σ’ αυτές τις πρωτοβουλίες υπήρξε η απόλυτη υποστήριξη του Πρωθυπουργού και θα έλεγα με τα εύλογα ερωτήματα, την εύλογη εσωτερική συζήτηση για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, υπήρξε απόλυτη υποστήριξη και στο Υπουργικό Συμβούλιο και στο Κίνημά μας. Μια ομοψυχία σε δύσκολες στιγμές γύρω από τα θέματα αυτά. Και γνωρίζετε, πολλές φορές τις δύσκολες αποφάσεις που πήραμε γύρω από το Κυπριακό, το Ελσίνκι και άλλα.

Τρίτο σημαντικό είναι η πολύ στενή συνεργασία με την Κύπρο και με την Κυβέρνηση του Προέδρου Κληρίδη και σήμερα με την Κυβέρνηση του Τάσου Παπαδόπουλου. Και νομίζω αυτό, πρέπει να το διατηρήσουμε ως κόρη οφθαλμού και στις επόμενες κινήσεις μας.

Υπήρξε και πάντα η προσπάθεια και ευρύτερης συναίνεσης, τακτικές επαφές με τα κόμματα, συζητήσεις στη Βουλή, το οποίο νομίζω διαμόρφωσε στο μέτρο του δυνατού μια ευρύτερη αποδοχή και οπωσδήποτε η αξιοποίηση της δικιάς μας θέσης, της Ελλάδας, μιας Ελλάδας σίγουρα πιο ισχυρής, πολιτικά σταθερής, δημοκρατικής και οικονομικά αναπτυσσόμενης.

Θέλω όμως να σταθώ σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο, το οποίο θεωρώ ως ιδιαίτερα ξεχωριστό για το ΠΑΣΟΚ. Δεν ήταν απλώς η ικανότητά μας. Ήταν και η πολιτική μας θέση, το όραμά μας. Ήταν το όραμα το οποίο πηγάζει από τις αρχές μας, τους στόχους μας, τη δικιά μας παράδοση, να υπηρετήσουμε ένα όραμα με πιθανό πολιτικό κόστος, αλλά κάποιο όραμα το οποίο διαπερνά θα έλεγα γενιές και γενιές του Ελληνισμού, από το Ρήγα Φεραίο που μιλούσε για τα Βαλκάνια των πολιτών που με ισότητα αντιμετωπίζονται από τους Έλληνες, Σέρβους, Ρουμάνους, Τούρκους, Αλβανούς μέχρι την διαβαλκανική μας προσπάθεια στη δεκαετία ’70 και ιδιαίτερα το ’80 του ΠΑΣΟΚ και σήμερα την ευρωπαϊκή πορεία των Βαλκανίων και των γειτονικών μας χωρών.

Μια πορεία που βεβαίως διαμορφώνει ένα όραμα, ένα πλήρες σχέδιο αν θέλετε βασισμένο σε αρχές, αξιοποιώντας τα μέσα που διαθέτουμε και σε διεθνές και σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη και τα συλλογικά συμφέροντα των λαών της περιοχής.

Υπάρχει μια κριτική που ακούω κατά καιρούς, που αντιμετωπίζει ιδιαίτερα η Νέα Δημοκρατία την εξωτερική πολιτική ως ένα ψιλικατζίδικο μετρώντας τις λογιστικές διακυμάνσεις στους απολογισμούς χωρίς να βλέπουν ή να θέλουν να κατανοούν το τελικό προϊόν.

Αξιολογούν πολλές φορές μία κίνηση, μία χειρονομία με το αν και κατά πόσον έχει μία άμεση επίδοση και αδυνατούν να δουν ότι οι κινήσεις αυτές εντάσσονται σε μία λογική επένδυσης, σε μία στέρεη υποδομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το μέλλον, για ένα μέλλον καλύτερο και ειρηνικό της περιοχής.

Αυτή η λογική θα έλεγα ταυτίζεται πολλές φορές και με την λογική που η αντίπερα όχθη έχει της Τουρκίας, αυτή η λογική ενός παζαριού για το τι πήραμε τι δώσαμε και βεβαίως είναι μία λογική που είναι θεωρώ αρνητική και για τα εθνικά μας συμφέροντα τα οποία υπηρετούμε.

Απαντώ ευθέως σε αυτή τη λογική, πρώτα απ’ όλα ακόμα και λογιστικά αν το πάρουμε έχουμε κερδίσει πολλά τα τελευταία χρόνια. Μα είναι τα μέτρα καλής γειτονίας, μα είναι ο τουρισμός, μα είναι έστω τα όποια πρώτα μέτρα για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης, στην εργασία, στο περιβάλλον, ανάπτυξη της οικονομίας ή μέχρι και την ένταξη της Κύπρου, αλλά θα ήταν μεγάλο λάθος να μην μιλήσουμε για το ευρύτερο όραμα το οποίο έχει εμπνεύσει όχι απλώς ένα επίπεδο κρατικών λειτουργών αλλά και τους ίδιους τους πολίτες της περιοχής μας στα Βαλκάνια, στην Τουρκία και βλέπουμε και πρόσφατα στην Κύπρο, την έμπνευση μιας πολιτικής στους ίδιους τους πολίτες που παίρνουν με αυθόρμητο τρόπο υποθέσεις στα χέρια τους με την ελεύθερη επικοινωνία, με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, με την υποστήριξη μιας άλλης προοπτικής μεταξύ των λαών της περιοχής.

Σύντροφοι και συντρόφισσες αν είχαμε αυτό το αποτέλεσμα για την Κύπρο οφείλεται στο γεγονός ότι έχουμε ένα στρατηγικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει και την ευρωπαϊκή στρατηγική της Τουρκίας και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Ελσίνκι παραμένει σταθερά παρών, διαμορφώνει το πεδίο και τους όρους αυτών των προϋποθέσεων αν θέλετε μέσα στα οποία θα πρέπει να κινηθεί η περιοχή και ειδικότερα η Τουρκία.

Το Κυπριακό είναι μέρος της Ευρώπης, ενός προβλήματος της Ευρώπης αλλά και ειδικότερα και των ευρωτουρκικών σχέσεων από το οποίο κρίνεται η ευρωπαϊκή της προοπτική. Το ίδιο και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Θέλω όμως να τονίσω και κάτι άλλο. Υπήρξε και μία δικιά μας αλλαγή αν θέλετε, από εκεί που αντιμετωπίζαμε αρχές της δεκαετίας του ’90 με φοβία την περιοχή μας και πολλές φορές μας αντιμετώπιζαν ως μέρος του προβλήματος, η Ελλάδα κατανόησε τη δικιά της δύναμη και κατανόησε ότι είναι μέρος της λύσης.

Μέρος της λύσης για τις γειτονικές χώρες. Ίσως να φαίνεται παράδοξο και για την Τουρκία η Ελλάδα αποτελεί μέρος της λύσης και όχι μέρος του προβλήματος. Μέρος της λύσης βεβαίως για όσους θέλουν μία πραγματική Τουρκία ευρωπαϊκή, δημοκρατική, ανοιχτή και εκσυγχρονισμένη.

Γι’ αυτήν την Τουρκία μπορούμε και εμείς να παλέψουμε και θα παλέψουμε και παλεύουμε και νομίζω ότι είναι επίσης λάθος όσοι λένε ότι δεν μπορεί να αλλάξει η Τουρκία. Βεβαίως κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί αν και πως και πότε και προς ποια κατεύθυνση θα αλλάξει η Τουρκία.

Και βλέπουμε πολλές φορές και αντιφάσεις και θα υπάρχουν και αντιφάσεις και πολλές φορές και συγκρούσεις, εσωτερικές γύρω από την πορεία της Τουρκίας για την Ευρώπη αλλά ως προοδευτικά άτομα δεν μπορούμε να πιστεύουμε ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν και επίσης δεν θα μπορούσαμε και εμείς να μείνουμε σε μία ακινησία, αλλά γειτονιά δεν μπορούμε να αλλάξουμε αλλά μπορούμε τη γειτονιά μας να την αλλάξουμε.

Χρειάζεται βεβαίως χρόνος, προσπάθεια και επιμονή και πρέπει να υποστηρίξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική και τη βελτίωση του κλίματος στο διμερές επίπεδο. Βέβαια υπήρξαν και πρόσφατες νέες παραβιάσεις στο Αιγαίο πριν από κάποιες ημέρες με ιδιαίτερη ένταση. Είχαμε την άμεση αντίδραση να μεταφέρουμε την πληροφορία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και βεβαίως και διμερώς να θέσουμε επανειλημμένως το θέμα.

Θέλω όμως επίσης να τονίσω ότι αυτά πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε με ιδιαίτερη ψυχραιμία, με αποφασιστικότητα και να το δούμε και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Μην ξεχνάτε αυτή τη στιγμή η Τουρκία περνά μία από τις δυσκολότερες οικονομικές της κρίσεις, μία εσωτερική πολιτική κρίση με μία νέα κυβέρνηση που δεν είναι αποδεκτή από ένα μεγάλο μέρος του κατεστημένου, μία κρίση σημαντική λόγω των εξελίξεων των διεθνών στο Ιράκ και βεβαίως αντιμετωπίζει και την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε άλλες εποχές αυτές οι κρίσεις σίγουρα θα είχαν εξαχθεί στις διμερείς μας σχέσεις. Αντιθέτως θα έλεγα ότι υπάρχει τουλάχιστον από την πολιτική ηγεσία, συνεχώς, να πούμε δηλώσεις, αλλά και κινήσεις οι οποίες θέλουν την προσέγγιση και την συνεργασία.

Φίλες και φίλοι, δεν ήθελα επί μακρόν να μιλήσω για τα εξωτερικά θέματα διότι όπως είπα και ο Πρωθυπουργός το πρωί μίλησε και νομίζω με τον καλύτερο τρόπο για τα θέματα αυτά. Θέλω όμως να τονίσω ότι οι εξωτερικές σχέσεις έχουν μπροστά μας και άλλες προκλήσεις και δεν είναι παρά άρρηκτα συνδεδεμένες σε μία εποχή παγκοσμιοποίησης και με τις εσωτερικές εξελίξεις.

Υπάρχει ένας τεχνητός διαχωρισμός εσωτερικών και εξωτερικών προβλημάτων και νομίζω ότι αν στην ανάλυσή μας δεν δούμε σφαιρικά τις εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο δεν θα μπορέσουμε και εσωτερικά να πάρουμε τις απαραίτητες αποφάσεις για να αντιμετωπίσουμε ακόμα και την καθημερινότητα, όπως λέγεται, του πολίτη.

Ποιες είναι αυτές κατά τη γνώμη μου οι προκλήσεις. Πρώτα απ’ όλα έχουμε παγκόσμια προβλήματα. Υπάρχουν σημαντικότατα ζητήματα που μας αφορούν. Μα είναι οι εξελίξεις στην οικονομία που δεν μπορεί παρά να αλληλοεξαρτιόμαστε. Αλλαγές σε μία χώρα επιφέρουν αλλαγές σε ολόκληρη περιοχή ή ακόμα και στην υφήλιο.

Το περιβάλλον, οι επιδημίες, με πρόσφατο παράδειγμα της άτυπης πνευμονίας, μετανάστες, λαθρομετανάστες, οργανωμένο έγκλημα, η φτώχεια, η προσφυγιά, η τρομοκρατία, ο φονταμενταλισμός, τα γεννητικά τροποποιημένα προϊόντα.

Αναφέρομαι σε θέματα που πολλές φορές εμείς εδώ στο ΠΑΣΟΚ δεν τα έχουμε συζητήσεις. Να ξέρετε όμως ότι η νέα γενιά, ο νέος άνθρωπος σε αυτήν την χώρα και παντού και στο εξωτερικό τα θεωρεί ως πρωτεύοντα ζητήματα, νέες προκλήσεις της κοινωνίας μας τα οποία όμως βεβαίως δεν μπορούμε παρά να τα αντιμετωπίσουμε όχι μόνο σε εθνικό αλλά σε ένα περιφερειακό και σε ένα διεθνές επίπεδο.

Αλλά τίθενται ακριβώς λόγω αυτών των προβλημάτων μερικά καίρια ζητήματα για τους θεσμούς μας, για την λειτουργία μας ως κοινωνία και βεβαίως και σε διεθνές επίπεδο. Το ερώτημα π.χ. ποιος κυβερνά τον τόπο, όχι εδώ στην Ελλάδα πια, υπήρχε αυτό το σύνθημα παλαιότερα, ποιος κυβερνά αυτόν τον πλανήτη και πάνω σε ποιες αρχές κυβερνιέται, υπάρχει η διακυβέρνηση αυτού του πλανήτη. Ποιους κανόνες, ποιες πρακτικές;

Αυτά είναι μεγάλα ερωτήματα που ουσιαστικά είναι μία τεράστια δημοκρατική πρόκληση. Μία τεράστια δημοκρατική πρόκληση για το κατά πόσον θα περιθωριοποιηθούν πολίτες, μέρη της κοινωνίας μας, έθνη, πολιτισμοί. ‘Η θα ακουστεί η φωνή του πολίτη, μιας χώρας, ενός λαού, μιας περιφέρειας. Πώς συμμετέχει, πώς συναποφασίζει σε ένα διεθνές σύστημα το οποίο διαμορφώνεται είναι το ζητούμενο.

Και σε αυτό υπάρχουν κάποιες απαντήσεις. Σημαντικές απαντήσεις είναι ότι δεν μπορεί παρά να κινητοποιήσουμε εμείς ως χώρα όλες μας τις δυνάμεις. Μόνο με τη συμμετοχή στο γίγνεσθαι δεν θα περιθωριοποιηθούμε ή δεν θα αφομοιωθούμε από επιλογές τρίτων.

Και αυτό σημαίνει κινητοποίηση του πολίτη. Να ξαναφιάξουμε τους δεσμούς μας με τα κινήματα. Να δούμε τα νέα κινήματα των μη κυβερνητικών οργανώσεων, της νεολαίας. Να δούμε τον εκδημοκρατισμό πραγματικά του ίδιου του κόμματός μας αλλά και πώς όλα αυτά παίζουν ρόλο και σε μία θεσμική αναδιάρθρωση στη διακυβέρνηση, τον ρόλο άσκησης της εξουσίας που ανέφερε και ο Χρήστος Παπουτσής προηγουμένως.

Ουσιαστικά αυτά τα ερωτήματα απαντούν σε προκλήσεις που αντιμετωπίζουν πάρα πολλές χώρες, όχι μόνο εμείς, όπως είναι στα θέματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας των φύλων, του ελέγχου και της διαφάνειας σε αποφάσεις, της διαφθοράς, της τεράστιας δύναμης των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, της δίκαιας κατανομής του πλούτου και της εξουσίας, επιλογές που παίρνονται για την ποιότητα ζωής. Και αυτά έχουν σχέση όχι μόνο με δικές μας εσωτερικές επιλογές αλλά με πολλά σημαντικά ζητήματα σε διεθνές επίπεδο.

Γι’ αυτό θα ήθελα να κλείσω λέγοντας ότι η πρόκληση για την Ελλάδα είναι ακριβώς η κινητοποίηση του δικού μας δυναμικού του πολίτη, ακριβώς να δούμε την ανανέωση όλο και περισσότερο των δημοκρατικών μας θεσμών και λειτουργιών. Πώς μπορούμε να ανανεώσουμε την έννοια της Δημοκρατίας, αλλά και επίσης σε διεθνές επίπεδο πώς αυτή η δυναμική η δικιά μας, η Ελλάδα μπορεί τα συμφέροντά της να τα προωθήσει ακόμα καλύτερα μέσα στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παίξει ένα σημαντικό ρόλο σε ένα διεθνές επίπεδο για αυτά όλα τα διεθνή προβλήματα.

Ήδη το κάνει, αλλά μετά από τις εξελίξεις στο Ιράκ υπάρχει μία απαίτηση, θα έλεγα, τουλάχιστον λαϊκή θα έλεγα στην Ευρώπη, για μία Ευρώπη μεγαλύτερης επιρροής και ενότητας, μιας Ευρώπης που βεβαίως βασίζεται σε μία κοινότητα αρχών.

Η Ευρώπη αποτελεί και ένα μοντέλο γιατί ακριβώς είναι μία κοινότητα αρχών που κατάφερε να εντάξει χώρες, να μετατρέψει χώρες σε δημοκρατικές από αυταρχικές, να τις εντάξει σε μία οικονομία και να εμπεδώσει αρχές όπως είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα με έναν τρόπο ομαλό και με έναν τρόπο που αντιμετωπίζει τις εξελίξεις σε ένα διεθνές επίπεδο.

Όμως, η φωνή της Ευρώπης δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρή ακόμα. Είμαστε σε μία φάση μετεξέλιξης. Η Ελληνική Προεδρία πήρε πρωτοβουλία να προωθήσουμε για πρώτη φορά ένα στρατηγικό δόγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας και θα έρθει στο Συμβούλιο Κορυφής για συζήτηση στους αρχηγούς των κυβερνήσεων και κρατών.

Θα είναι η βάση επίσης των δικών μας πια συζητήσεων σε ένα διατλαντικό επίπεδο, σε ένα διατλαντικό επίπεδο που θέλουμε να είμαστε ισότιμοι συνομιλητές με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίσης πρέπει να προχωρήσουμε στην κοινοτικοποίηση των εξωτερικών πολιτικών των κρατών-μελών αλλά και να αναμορφώσουμε τους θεσμούς μας, πιο δημοκρατικούς.

Για να ισχυροποιήσουμε τους θεσμούς της Ευρώπης, για να μην είναι απλώς η γραφειοκρατία των Βρυξελλών στην οποία πολλές φορές αναφερόμαστε. Και η πρότασή μας για άμεση εκλογή Προέδρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βεβαίως δεν είναι κάτι που πιστεύει κανείς ότι μπορεί στο νέο Σύνταγμα να ενταχθεί είναι μία πρόκληση δημοκρατική για μία ουσιαστική δημοκρατική ενοποίηση της Ευρώπης, που θα έχουν το κύρος τα όργανα της Ευρώπης να μιλούν εξ ονόματι πράγματι των λαών, των πολιτών της Ευρώπης και όχι να υπάρχει απλώς η σύγκρουση μεγάλων, μικρών ή μεταξύ των διαφόρων κρατών-μελών όταν πρέπει να παίρνουμε σημαντικές, σημαντικότατες αποφάσεις.

Κλείνω λέγοντας ότι αυτή η δημοκρατική πρόκληση είναι μία πρόκληση για την προστασία του πολίτη, για τη συμμετοχή του πολίτη και το ΠΑΣΟΚ είναι σήμερα το Κίνημα, παραμένει πιστεύω το Κίνημα και μπορεί να παραμείνει το Κίνημα που για αυτές τις προκλήσεις θα είναι πηγή ελπίδας, έμπνευσης, παραγωγή οράματος για τον ελληνικό λαό.

Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Διαβάστε επίσης