Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Ομιλία στην Ετήσια Διάσκεψη των Πρέσβεων της Σερβίας

Αγαπητέ Ilica,

Αξιότιμες κυρίες και κύριοι του Διπλωματικού Σώματος,

Αποτελεί προνόμιο, τιμή και χαρά για μένα να απευθυνθώ σε ένα τόσο ξεχωριστό ακροατήριο σήμερα.

Χαίρομαι πολύ που η επίσκεψή μου πραγματοποιείται σε μια περίοδο πολλά υποσχόμενη για την ευρωπαϊκή προοπτική της Σερβίας, μετά την επίσημη αίτηση εισδοχής που υποβλήθηκε τον περασμένο μήνα, μια εβδομάδα αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση κατήργησε τις βίζες για τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ για τις συλλογικές σας προσπάθειες. Όλοι σας έχετε συμβάλει, ώστε να επιτευχθούν αυτά τα σημαντικά αποτελέσματα.

Ελπίζω το 2010 να επιφέρει συστηματική πρόοδο για την επίτευξη του κοινού στόχου που έχουμε θέσει, την ολοκληρωτική ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια.

Και ήδη, έχουμε διανύσει έναν μακρύ δρόμο. Η Ευρώπη, κατά τον εικοστό αιώνα, σημαδεύτηκε βαθιά από μια σειρά πολέμων, εθνοκαθάρσεων και γενοκτονιών. To τέλος του Ψυχρού Πολέμου τη δεκαετία του 1990, έφερε μια πνοή αισιοδοξίας. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, υπήρξε μια κοινή θέληση για την ένωση της Ευρώπης, με αποτέλεσμα, οι περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που ανήκαν στο τέως Σοβιετικό μπλοκ, να είναι τώρα μέλη της ΕΕ.

Τα αποτελέσματα της ολοκλήρωσης ήταν η μεγαλύτερη σταθερότητα στην περιοχή, το πνεύμα καλής γειτονίας, οι νέοι δημοκρατικοί θεσμοί, που προστατεύονται από ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σώμα νομοθεσίας και υποστήριξης, όπως είναι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κομισιόν, το Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο, επικουρούμενο από το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον ΟΑΣΕ.

Αυτό δημιούργησε ένα πιο σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, που επέφερε μεγαλύτερη διαφάνεια, δημιούργησε μεγαλύτερες αγορές και οργανωτική τεχνογνωσία.

Θα μπορούσα βεβαίως να αναφερθώ κριτικά στο γεγονός ότι οι αλλαγές αυτές σημειώθηκαν κατά μία περίοδο, στην οποία ο νεοφιλελευθερισμός ήταν πολύ δημοφιλής, και η θεωρία ότι «οι αγορές θα λύσουν τα πάντα», κυριαρχούσε στη σκέψη όσων είχαν την ευθύνη εφαρμογής των αλλαγών στις χώρες αυτές.

Πολλές φορές, υπήρξε μια θεωρία ολοκληρωτικής καταστροφής, που είχε σαν αποτέλεσμα ένα πιο αδύναμο κράτος κοινωνικής πρόνοιας, για χώρες που υπήρξαν υπερβολικά εξαρτημένες από τη χρηματοδότηση από το εξωτερικό και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Εντούτοις, το επίπεδο διαβίωσης πράγματι βελτιώθηκε, καθώς ο κίνδυνος που προκαλούσε η σκιά της στρατιωτικής σύγκρουσης και της απομόνωσης είχε απομακρυνθεί, ενώ η ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών έθεσε υπό έλεγχο τον αυταρχισμό και ξεριζώθηκαν παλαιότερες γραφειοκρατικές και συχνά διεφθαρμένες δομές εξουσίας.

Αντίθετα, τα οφέλη από αυτές τις αλλαγές δεν έγιναν εξίσου αισθητά στα Δυτικά Βαλκάνια, σαν να είχε οικοδομηθεί ένα νέο τείχος, που χώριζε την περιοχή αυτή από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρξε πάντα σταθερότητα, ενώ τα άλυτα προβλήματα συνέχισαν να αποτελούν αγκάθι και η οικονομική πρόοδος να χωλαίνει στην περιοχή – και θα περιελάμβανα σε αυτήν την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, η οποία, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, δεν φάνηκε να είναι σε θέση να κλείσει τον κύκλο της αστάθειας και καμιά φορά και έναν κύκλο εξτρεμιστικής βίας.

Τη στιγμή που η Γιουγκοσλαβία διασπάστηκε βίαια, καθώς τα σύνορα άρχισαν να διαιρούν τους πληθυσμούς και να τους εντάσσουν σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, αφού η αντίληψη εθνοτικά καθαρών κρατών άρχισε να επικρατεί – αντίληψη που έγινε αποδεκτή από τον υπόλοιπο κόσμο, και την οποία ασπάστηκαν οι ηγεσίες των νέων κρατών που δημιουργούνταν – γινόμασταν μάρτυρες της επικράτησης μιας αντίθετης αντίληψης από αυτό που είναι η Ευρώπη: η δυνατότητα, δηλαδή, να ζούμε μαζί ειρηνικά, σεβόμενοι τα σύνορα, ενώ ταυτόχρονα σεβόμαστε τα δημοκρατικά δικαιώματα για όλες τις εθνοτικές ομάδες που ζουν στη συγκεκριμένη περιοχή.

Υπήρξα μάρτυρας σε κάποιες από τις πιο σημαντικές στιγμές του τελευταίου κεφαλαίου αυτής της περιόδου, όταν πραγματοποιήθηκαν οι μεγαλύτερες πράξεις βίας στην περιοχή. Μόλις πριν από δέκα χρόνια, οι βόμβες του NATO έπεφταν σαν το χαλάζι πάνω από το Βελιγράδι, μετά τα φοβερά γεγονότα που συνέβησαν στο Κοσσυφοπέδιο.

Μάλλον θα πρέπει να ήμουν ο τελευταίος Υπουργός Εξωτερικών που συναντήθηκε με τον Milosevic, πριν να ξεκινήσουν οι βομβαρδισμοί. Θυμάμαι να μπαίνω στο Προεδρικό Μέγαρο, ενώ ο Richard Holbrooke έβγαινε, κατεβαίνοντας τις σκάλες. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες. Και μετά, ακολούθησε μια μακρά συνάντηση με τον Milosevic.

Αργότερα, επισκέφτηκα το Βελιγράδι και τον Milosevic και τις βομβαρδισμένες περιοχές, μια μέρα μετά το τέλος του πολέμου. Στη διάρκεια του πολέμου, είχα ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο, από την Ουάσιγκτον μέχρι τη Μόσχα, από την Βόννη μέχρι την Κίνα. Είχα επισκεφτεί πολλές γειτονικές χώρες και πρωτεύουσες: τα Σκόπια, τα Τίρανα, τη Σόφια και άλλες, ώστε να εξασφαλίσουμε να τελειώσει ο πόλεμος όσο το δυνατόν συντομότερα και οι επιπτώσεις του να περιοριστούν και ενδεχόμενα να αναστραφούν.

Η πολιτική της Ελλάδας, την οποία εκπροσωπούσα, είχε τρείς άξονες: βοήθεια, συνεργασία με όλους, εντός και εκτός Βαλκανίων, ώστε να περιορίσει και να απαλύνει την ανθρωπιστική κρίση.

Το λέω αυτό, επειδή η πρώτη μου επαφή ως Υπουργός Εξωτερικών ήταν με τον Τούρκο ομόλογό μου, τον Ismail Cem, και αφορούσε τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο. Το CNN και το BBC είχαν μόλις μεταδώσει την είδηση για την πιθανότητα ενός πολέμου μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, με αφορμή το Κοσσυφοπέδιο, ως έναν από τους κύριους λόγους για τη στρατιωτική παρέμβαση του NATO.

Αμέσως τηλεφώνησα στον Ismail Cem και τον ρώτησα αν πίστευε ότι η Ελλάδα και η Τουρκία θα μπορούσαν να βρεθούν σε εμπόλεμη κατάσταση για το Κοσσυφοπέδιο. Και μου απάντησε, «σίγουρα όχι». Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή.
Συμφωνήσαμε λοιπόν να προβούμε σε κοινή διπλωματική διακοίνωση στο NATO, όπου θα δηλώναμε ότι επρόκειτο για κάτι το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν εξετάζαμε.

Με το να αντιμετωπίσουμε, λοιπόν, την ανθρωπιστική κρίση ως πρώτη προτεραιότητα, θέλαμε να προλάβουμε την εξάπλωση των συγκρούσεων σε άλλες περιοχές, κάτι που ξέραμε ότι στα Βαλκάνια θα μπορούσε να συμβεί. Όμως, θεώρησα την περίπτωση αυτής της κρίσης σαν ένα πιθανό μέσον, μια νέα βάση για κοινή δράση και για καλύτερη κατανόηση των δύο χωρών μας στην περιοχή, με την οποία ήλπιζα ότι θα μπορούσε να προκύψει από αυτή την κρίση ένα νέο πνεύμα αλληλεγγύης ανάμεσα στους λαούς των Βαλκανίων.

Μια δεύτερη προτεραιότητα της πολιτικής μας τότε, ήταν η συνεργασία με όλους τους γειτονικούς λαούς, για να τερματίσουμε τον πόλεμο το συντομότερο δυνατόν, να αναπτύξουμε κεκτημένη ταχύτητα μέσα και γύρω από τα Βαλκάνια, ώστε να δημιουργήσουμε έναν οδικό χάρτη προς την εκεχειρία και τελικά προς μια ειρηνική συμφωνία.

Ίσως θυμάστε ότι η Ελλάδα και η Δημοκρατία της Τσεχίας ζήτησαν ανακωχή.

Εμείς, οι λαοί της περιοχής – κι αυτός είναι ο τρίτος άξονας της πολιτικής μας – αισθανθήκαμε ότι είχαμε την υποχρέωση να εργαστούμε για ένα διαφορετικό μέλλον, ένα κοινό πρόγραμμα για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, το οποίο θα δήλωνε ότι πρέπει να δώσουμε τέλος στον κύκλο της αστάθειας, ανταποκρινόμενοι στις ευθύνες που έχουμε όλοι προς τους λαούς της περιοχής μας.

Έτσι, συνεργαστήκαμε και διατυπώσαμε ένα Σύμφωνο Σταθερότητας, Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, το οποίο εμείς, οι λαοί των Βαλκανίων, αντιληφθήκαμε ότι θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν ίσχυαν δύο προϋποθέσεις:

Πρώτον, να αρχίσουμε να μιλούμε με μια κοινή φωνή στα Βαλκάνια. Αντί να ψάχνει ο καθένας τον αντίστοιχο υποστηρικτή και προστάτη του, να πάρουμε την τύχη και το μέλλον μας στα χέρια μας και να αντιμετωπίσουμε τη Διεθνή Κοινότητα με ένα κοινό σχέδιο. Όμως – κι αυτό είναι το δεύτερο σημείο – θα μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό, μόνο αν η Διεθνής Κοινότητα άρχιζε να μας βλέπει σαν μια ενιαία περιοχή.

Έπρεπε να τους πείσουμε και να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον, το οποίο δεν θα επέτρεπε στις μεγάλες δυνάμεις ή σε οποιεσδήποτε δυνάμεις να στρέψουν τους μεν εναντίον των δε.

Έπρεπε να πάψουμε να εκπροσωπούμε κάποιον προστάτη και, όπως όλη η Διεθνής Κοινότητα, να τηρήσουμε αυτή τη δέσμευση, διαμορφώνοντας μια εκτεταμένη πολιτική σταθερότητας και ανάπτυξης στην περιοχή, η οποία θα μας περιελάμβανε όλους.

Έπρεπε να πάψουμε να είμαστε τα «ψιλά γράμματα» των μεγάλων συμφωνιών ανάμεσα στις υπερδυνάμεις ή τις μεγάλες δυνάμεις.

Αντιληφθήκαμε ότι μια τέτοια απόφαση ήταν κρίσιμη, διότι θα συνέδεε αυτή τη μακροπρόθεσμη προοπτική σταθερότητας και συνεργασίας, με ένα κοινό πρόγραμμα, το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον, ένα μέλλον βασισμένο σε κοινές αρχές, κοινές αξίες, κοινούς θεσμούς, κοινή οικονομική ανάπτυξη, που θα γίνουν ο συνδετικός ιστός, ο οποίος θα μας διατηρήσει ενωμένους.

Σχεδιάζαμε ένα νέο ειρηνικό πρόγραμμα για τους λαούς μας, αλλά και για όλη την Ευρώπη. Γι’ αυτό, κατά την τελευταία επίσκεψή μου στο Βελιγράδι, πριν εγκαταλείψει την εξουσία ο Milosevic, ακριβώς πριν από τις εκλογές, μετέφερα ένα μήνυμα από την Ευρώπη. Μόλις είχα επιστρέψει από το Εβιάν, όπου οι Υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαμε συγκεντρωθεί για την καθιερωμένη σύσκεψη Gymnich.

Συζητήσαμε πολύ για τις επερχόμενες εκλογές και για το μέλλον της χώρας σας. Απηύθυνα έκκληση, με την υποστήριξη του Hubert Vedrine, ο οποίος τότε προήδρευε στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της Ε.Ε., για να στείλουμε ένα θετικό μήνυμα στο λαό της Γιουγκοσλαβίας.

Αφού έλαβα τη σιωπηρή συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έφυγα από το Εβιάν και ήλθα απευθείας στο Βελιγράδι.

Συνάντησα τον Milosevic και τον Kostunica. Επίσης, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω για πρώτη φορά τον Vuc. Ήταν μια περιπετειώδης συνάντηση.

Το μήνυμά μου, το μήνυμά μας, ήταν ξεκάθαρο: Η Σερβία, η τότε Γιουγκοσλαβία, ανήκε στην Ευρώπη. Και η Ευρώπη δεν είχε κανένα δικαίωμα να σας αρνηθεί αυτό το μέλλον. Δεν έπρεπε να υπάρξει καμία προκατάληψη κατά των Σέρβων. Οι Σέρβοι, όπως τόσοι άλλοι λαοί της περιοχής, είχαν το δικαίωμα να ελπίζουν και να παλεύουν για ένα ευρωπαϊκό μέλλον.

Ουσιαστικά, η Ευρώπη θα δεχόταν ευχαρίστως μια δημοκρατική Γιουγκοσλαβία ως μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας, αλλά αυτή ήταν μια απόφαση που έπρεπε να πάρουν πρώτοι από όλους οι ίδιοι οι Σέρβοι.

Αυτό το μήνυμα μετέφερα σε σας και στους ηγέτες της χώρας σας, δημοσίως και ιδιωτικώς. Και ελπίζω, αυτό το απλό μήνυμα να βοήθησε τη Δημοκρατία να κάνει τα πρώτα της κρίσιμα βήματα εδώ.

Ναι, είμαι πεπεισμένος ότι η πλήρης ένταξη των Βαλκανίων στις ευρωπαϊκές και ευρω-ατλαντικές δομές είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την εδραίωση της ασφάλειας και της σταθερότητας και για την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Μιλώ με μια ευρύτερη ευρωπαϊκή εμπειρία και με τη δική μας εμπειρία. Στη διάρκεια του εικοστού αιώνα, η Ελλάδα έζησε την κατοχή, έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και μια σκληρή χούντα.

Αν και θα μπορούσα να επικρίνω την Ευρωπαϊκή Ένωση σε πολλούς τομείς, στην ανάγκη για μια κοινωνικότερη Ευρώπη, μια ισχυρότερη εξωτερική και αμυντική πολιτική, μεγαλύτερες επενδύσεις στην παιδεία και στις μεταρρυθμίσεις και μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών μας στη λήψη αποφάσεων, η Ελλάδα έχει ωφεληθεί ποικιλοτρόπως από την Ε.Ε.: από τα Διαρθρωτικά Ταμεία στις υποδομές, τη σταθερότητα της περιοχής, μέχρι την οικονομική σταθερότητα σε περίοδο κρίσης, όπως αυτή που αντιμετωπίζει τώρα η χώρα μου.

Η εμπειρία της Ελλάδας και η κοινή μας ιστορία στην περιοχή σε περιόδους ειρήνης και περιόδους συγκρούσεων, διαμορφώνουν το όραμά μας για τα Δυτικά Βαλκάνια, το όραμα ότι τα Δυτικά Βαλκάνια δικαιούνται τη θέση τους μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελλάδα προώθησε αυτόν το στόχο και απέδειξε την αφοσίωσή της σε αυτό τον σκοπό το 2003, όταν προήδρευε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε, ήμουν πάλι Υπουργός Εξωτερικών και οι προσπάθειές μας καρποφόρησαν με τη Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης, η οποία δήλωνε κατηγορηματικά ότι το μέλλον των Δυτικών Βαλκανίων βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα αποτελέσματα της πρωτοβουλίας μας είναι αυταπόδεικτα. Από το 2003, δύο βαλκανικά κράτη έχουν γίνει πλήρη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύο κράτη των Δυτικών Βαλκανίων έχουν αποκτήσει καθεστώς υποψήφιας χώρας, η Σερβία είναι μία από τις χώρες που έχουν υποβάλει επισήμως αίτηση για να γίνουν μέλη, ενώ όλες οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής είναι θεσμικά συνδεδεμένες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.

Τους τελευταίους μήνες, όλες οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων έχουν προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση και το NATO.

Όμως, κάποιοι παράγοντες έχουν συντελέσει αυτά τα τελευταία έξι χρόνια στην αποδυνάμωση της Διακήρυξης της Θεσσαλονίκης. Η κρίση ταυτότητας στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παγκόσμια οικονομική κρίση, τα άλυτα προβλήματα της περιοχής μας, σε συνδυασμό με την κόπωση της διεύρυνσης και της ικανότητας απορρόφησης, έχουν αποθαρρύνει τις συζητήσεις για ένταξη περισσότερων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν πρέπει λοιπόν να επιτρέψουμε σε αυτά τα προβλήματα να υπονομεύσουν την πρόοδο των Δυτικών Βαλκανίων ή να παρεμποδίσουν τις προσπάθειες ένταξης.

Πρέπει τώρα να επανέλθουμε στη διαδικασία της διεύρυνσης και να αναζωογονήσουμε την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων.

Από τη μία, πρέπει να δημιουργήσουμε μια δυνατή συναίνεση μέσα στα Δυτικά Βαλκάνια, ένα πνεύμα νέας συνεργασίας, που να μιλάει με ενιαία φωνή, και από την άλλη, να δημιουργήσουμε ένα νέο momentum εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και γνωρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει και τα εργαλεία και τα μέσα για να βοηθήσει και να οδηγήσει ολόκληρη την περιοχή και τους γείτονές μας να βρουν το δρόμο για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε θέση να επιδείξει πραγματική ηγετική ικανότητα και ειλικρινή αφοσίωση στις υποσχέσεις της, που θα έχει σαν αποτέλεσμα την πλήρη ένταξη της περιοχής αυτής.

Για το λόγο αυτό, έχουμε προτείνει την Agenda 2014, έναν νέο οδικό χάρτη για την περιοχή.

Ο στόχος μας είναι σαφής: να ξαναδώσουμε ζωή στη διαδικασία, θέτοντας το 2014 ως στόχο για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Να δημιουργήσουμε μια νέα δυναμική, τόσο για τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για τα μέλη, όσο και για τις χώρες της Νοτιανατολικής Ευρώπης.

Για πολλούς, αυτό αποτελεί μια προφανή ημερομηνία. Η ΕΟΚ ιδρύθηκε μετά από δύο Παγκόσμιους Πολέμους, ως αντίδοτο στους πολέμους που ξεκίνησαν στην ήπειρο αυτή.

Θεωρούμε λοιπόν, ότι εκατό χρόνια μετά την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τον Ιούνιο του 1914 στο Σεράγεβο, ήρθε πια το πλήρωμα του χρόνου για να κλείσουμε τον κύκλο της αστάθειας.

Οι λαοί των Βαλκανίων δικαιούνται ένα μέλλον με ασφάλεια και ευημερία. Είμαστε όλοι έτοιμοι να επιτύχουμε αυτούς τους στόχους.

Από την άλλη, δυστυχώς για μας, τα Βαλκάνια μέχρι στιγμής έχουν αποτύχει να αποσείσουν τη φήμη της πυριτιδαποθήκης ή της ασταθούς περιοχής της Ευρώπης. Ισορροπώντας ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, τα Βαλκάνια αποτελούν το μεγάλο ευρωπαϊκό σταυροδρόμι πολιτισμών, παραδόσεων, εθνοτήτων, και θρησκειών.

Όπως γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά, αυτή η μεγάλη ποικιλότητα είναι σε θέση να απελευθερώσει τεράστια δημιουργικότητα, ακόμα και ευημερία, ή από την άλλη, στην περίπτωση που την εκμεταλλευτούν ηγέτες και εξτρεμιστές, είναι σε θέση να πυροδοτήσει βίαιες συγκρούσεις.

‘Όταν κράτη – έθνη δημιουργήθηκαν σε μια περιοχή όπου για αιώνες δεν υπήρχαν εθνικά σύνορα, αυτές οι διαχωριστικές γραμμές πολλές φορές χαράχτηκαν με αίμα.

Χρειάζεται να καταλάβουμε πιο συντονισμένες προσπάθειες για να λύσουμε άλυτα ζητήματα, υποθέσεις που έχουν μείνει στη μέση, που πολλές φορές έχουν οδηγήσει την περιοχή μας σε οπισθοχώρηση, αντί να την ωθήσουν προς τα εμπρός.
Το τίμημα να επενδύεις στη ειρήνη είναι ασήμαντο, αν το συγκρίνεις με το αβάστακτο κόστος του πολέμου.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ως αποτέλεσμα των πολέμων που έγιναν στην περιοχή μας τη δεκαετία του 1990, και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.

Πάντως, αυτή η ιστορία, αντί να αποτελεί δικαιολογία για όσους είναι επιφυλακτικοί να έχουν τα Δυτικά Βαλκάνια στην Ευρώπη, θα έπρεπε να αποτελέσει την ουσία της ολοκλήρωσης, και να εξασφαλίσει την ένταξη της περιοχής σε αυτήν την οικογένεια των κοινών αξιών.

Αυτό αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα για σταθερότητα. Μπορεί και θα αποτελέσει το νέο κεφάλαιο ευρωπαϊκών επιτυχιών για τη δημιουργία ειρήνης και ευημερίας.

Αυτό όμως προϋποθέτει ότι όλοι θα συμβάλλουμε με υπεύθυνο και αποτελεσματικό τρόπο.

Η Ελλάδα φιλοδοξεί να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη για την Agenda 2014, κινητοποιώντας τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τους γείτονές μας στα Βαλκάνια, να αντιμετωπίσουν αυτήν την πρόκληση.

Η χρονολογία – στόχος για το 2014 είναι σίγουρα και αναμφισβήτητα φιλόδοξη, αλλά και εφικτή. Είναι φιλόδοξη, διότι απαιτούνται δύσκολες αποφάσεις, για να μπορέσουν να γίνουν μέλη υποψήφιες χώρες. Πρέπει να επιδείξουν πραγματική πολιτική βούληση, ώστε να εφαρμόσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και να ανταποκριθούν σε όλες τις υποχρεώσεις, πριν γίνουν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο δρόμος προς την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μονόδρομος. Είναι ένα περιπετειώδες ταξίδι, η επιτυχημένη ολοκλήρωση του οποίου απαιτεί μια γνήσια αφοσίωση στη Δημοκρατία, την έννομη τάξη, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, φυσικά, καλές σχέσεις γειτονίας και ειρηνική επίλυση των διαφορών.

Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν έχει πάντα σημειωθεί πρόοδος μέχρι σήμερα. Οι προσπάθειες πρέπει να ενταθούν ιδιαίτερα σε τομείς όπως η διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα, οι αναποτελεσματικές υποδομές και η μαύρη αγορά.

Αλλά ο στόχος για το 2014 είναι επίσης εφικτός, επειδή πολλά έχουν ήδη γίνει και ένα νέο momentum μπορεί να επιταχύνει και τις μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές.

Η περιφερειακή συνεργασία ήδη εφαρμόζεται, με μια σειρά ενεργών πολιτικών και οικονομικών θεσμών να λειτουργούν. Υπάρχει αρκετό δυναμικό για να ενισχύσουμε περαιτέρω την περιφερειακή συνεργασία.

Πρέπει πάλι να τονίσω ότι η Διεθνής Κοινότητα δεν είναι από μηχανής θεός. Πρέπει να πάρουμε την τύχη μας στα χέρια μας, ώστε να μπορέσουμε να απελευθερώσουμε το τεράστιο δυναμικό της περιοχής μας.

Σε μας εναπόκειται να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας. Αυτό αποτελεί σημαντικότατο μήνυμα.

Πρέπει να προωθήσουμε κοινά έργα υποδομών και ενέργειας, δίνοντας έμφαση στην ανανεώσιμη ενέργεια και τη διαχείριση υδάτων.

Πρέπει να γίνουμε ηγέτες στην πράσινη ανάπτυξη. Και κατά πολλούς τρόπους, η καθυστέρηση που εμφανίζουν κάποιες από τις υποδομές μας, θα μπορούσε να γίνει η ευκαιρία για να προχωρήσουμε με άλματα σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, αυτό της πράσινης ανάπτυξης, μιας ανάπτυξης που εξασφαλίζει ανταγωνιστικότητα, βιωσιμότητα και ποιότητα ζωής για τους λαούς μας.

Τα έργα αυτά συνυπάρχουν με τη σχεδιασμένη, συντονισμένη και ολοκληρωμένη πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης, ώστε οι υποδομές μας να είναι σύγχρονες και βιώσιμες. Πρέπει επίσης να προωθούν τις κεφαλαιακές επενδύσεις και ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας.

Η Ελλάδα προωθεί τους στόχους αυτούς μέσω του Ελληνικού Σχεδίου για την Οικονομική Ανασυγκρότηση των Βαλκανίων, που έχει σαν στόχο την ένταξη με ολοκληρωμένο τρόπο αποσπασματικών πρωτοβουλιών και έργων, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πολιτικού πλαισίου.

Όλες αυτές οι κοινές πρωτοβουλίες θα ενισχύσουν την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα. Εντούτοις, εμείς στα Βαλκάνια πρέπει να αναλάβουμε έναν πιο δημιουργικό ρόλο στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των περιφερειακών εντάσεων.

Η εξαπάτηση, οι απειλές, η επιθετική ρητορική δεν έχουν καμία θέση στη σημερινή Ευρώπη. Και μόνο τα λόγια δεν θα μπορέσουν να μας βοηθήσουν να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας.

Θα είμαστε, και θα εξακολουθήσουμε να είμαστε γείτονες, σήμερα και αύριο.

Η επιθετική ρητορική απλά προσθέτει περισσότερα προβλήματα στις αυριανές λύσεις.

Θα πρέπει να αξιοποιήσουμε επίσης τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Βρίσκεται στη φάση μετατροπών, με την επικύρωση, από τη μία της Συμφωνίας της Λισαβόνας, και από την άλλη, με τη Διαδικασία της Κέρκυρας, που αποφασίστηκε πρόσφατα, κατά την ελληνική Προεδρία του ΟΑΣΕ.

Οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων θα πρέπει να αξιοποιήσουν πλήρως τις υφιστάμενες διμερείς συμφωνίες και άλλα θεσμικά πλαίσια.

Η ενεργός συμμετοχή τους στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, θα τις φέρει πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ενώ είμαστε όλοι Βαλκάνιοι, ο καθένας έχει την ιδιαίτερη ταυτότητά του, τα ειδικά προβλήματά του και τις ειδικές του προκλήσεις. Έτσι, η κάθε χώρα θα πρέπει να ακολουθήσει το δικό της δρόμο για μεταρρυθμίσεις και αλλαγές.

Το μέλλον του Κοσσυφοπέδιου αποτελεί ένα εξαιρετικά ακανθώδες και πολύπλοκο ζήτημα, που έχει επιφέρει πόλωση στη Διεθνή Κοινότητα. Κατανοούμε πλήρως την ευαισθησία της Σερβίας για το ζήτημα αυτό.

Το Κοσσυφοπέδιο αποτελεί την επιτομή της σύγκρουσης δύο θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου: της εδαφικής ακεραιότητας και του αυτοπροσδιορισμού.

Από την αρχή, η Ελλάδα έχει υποστηρίξει τις διπλωματικές και συναινετικές λύσεις, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του σεβασμού των βασικών αρχών που διέπουν τη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα υποστήριξε το αίτημα της Σερβίας για μία συμβουλευτική γνώμη από το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο ελπίζουμε να διαφωτίσει τις νομικές πτυχές του ζητήματος.

Την ίδια στιγμή, πρέπει να κοιτάμε μπροστά. Δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε το Κοσσυφοπέδιο να γίνει κέντρο περαιτέρω συγκρούσεων στην καρδιά της Ευρώπης. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ένα ασφαλές περιβάλλον και να βελτιώσουμε τις συνθήκες ζωής όλων των κατοίκων του Κοσσυφοπεδίου, ανεξάρτητα της εθνοτικής τους καταγωγής ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Θα πρέπει να προστατεύσουμε την πολιτιστική κληρονομιά. Η διεθνής παρουσία εξακολουθεί να παραμένει κρίσιμης σημασίας στον τομέα αυτό.

Η Ελλάδα δεν θα είναι φειδωλή στις προσπάθειες, για να διατηρήσει την ουδέτερη στάση που έχει τηρήσει και την οποία εφαρμόζουν όλοι οι διεθνείς φορείς, περιλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του NATO.

Για τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη η ευρωπαϊκή προοπτική αποτελεί το κλειδί για τη σταθερότητα, την ενότητα και την ανοικοδόμηση. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να επιδιώξουν την επίτευξη πολιτικής συναίνεσης για μια εθνική στρατηγική, που θα θέσει τη χώρα σταθερά σε ευρωπαϊκή τροχιά.

Σε σχέση με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν θα σας κουράσω με αναλυτική παρουσίαση του προβλήματος της ονομασίας το οποίο όλοι σας γνωρίζετε τόσο καλά.

Επιτρέψτε μου απλώς να τονίσω ότι το ζήτημα της ονομασίας δεν αποτελεί απλά έναν καυγά για ιστορικά σύμβολα, όπως έχουν προσπαθήσει να υποστηρίξουν κάποιοι σχολιαστές. Ιστορικά, αποτελεί ένα θέμα που συνδέεται με το θεμελιώδες ζήτημα του αλυτρωτισμού, ένα πρόβλημα που τόσοι έχουν αντιμετωπίσει στην περιοχή, και το οποίο ενδέχεται να έχει σοβαρές προεκτάσεις στην έννοια της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής κυριαρχίας και της ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, στην περίπτωση που δεν επιλυθεί.

Και εσείς έχετε νιώσει το μέγεθος των απειλών για την εδαφική σας ακεραιότητα.

Εμείς, οι Έλληνες, υπήρξαμε πάντα περήφανοι, άλλα έθνη και λαοί να μοιράζονται ή να ταυτίζονται με τις κοινές μας αξίες, τα μνημεία μας και την πολιτιστική μας κληρονομιά, εφόσον αυτό δεν γίνεται με σκοπό την προώθηση του αλυτρωτισμού ή εδαφικών διεκδικήσεων.

Προσπαθούμε λοιπόν να φτάσουμε σε συμβιβασμό, από τον οποίο και τα δύο μέρη θα κερδίζουν. Έχουμε κάνει αυτό που μας αναλογεί, με το να αποδεχτούμε σύνθετη ονομασία, που να περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία», αλλά με γεωγραφικό προσδιορισμό, που θα κάνει σαφή διαχωρισμό από την Ελληνική Μακεδονία, μια ονομασία που θα χρησιμοποιείται για κάθε χρήση, «erga omnes».

Επιδιώκουμε μια ολοκληρωμένη λύση, που δεν θα αφήνει γκρίζες ζώνες και ενδεχόμενες πηγές τριβών.

Και περιμένουμε από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, να μας συναντήσει στα μισά του δρόμου.

Αυτό θα λύσει ένα σημαντικό περιφερειακό πρόβλημα και θα ανοίξει το δρόμο στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το NATO.

Η διαχείριση αυτών των σύνθετων προβλημάτων θα είναι κρίσιμη, για το μέλλον όχι μόνο των Βαλκανίων, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης.

Το αντίθετο της ένταξης που είναι η σύνθεση, είναι η αποσύνθεση. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να πάρουμε θαρραλέες αποφάσεις που θέτουν το συλλογικό καλό πάνω από κοντόφθαλμα εθνικά συμφέροντα.

Μπορεί να φαίνεται ως μια στρατηγική με πολιτικό ρίσκο, μακροπρόθεσμα όμως θα αποδώσει.

Και πάλι θα αναφερθώ στην Ελλάδα. Όταν η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε τη διαδικασία προσέγγισης με την Τουρκία, πριν από μια δεκαετία, αντιμετωπίσαμε αρχικά μια έντονη αντίδραση.

Κατηγορήθηκα προσωπικά από λαϊκιστές ότι πρόδιδα την ίδια μου τη χώρα. Βεβαίως, επρόκειτο για αβάσιμη ρητορική.

Μετά από δέκα χρόνια, η πολιτική προσέγγισης έχει ενισχυθεί και το γεγονός ότι έχει γίνει στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει βοηθήσει.

Η πλειοψηφία των Ελλήνων αναγνωρίζουν ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι προς το συμφέρον μας, διότι όταν έχουμε έναν σταθερό, δημοκρατικό εταίρο ως γείτονα, είναι καλό για την Ελλάδα και για την Ευρώπη.

Την ίδια στιγμή, οι διμερείς μας διαφορές επιλύονται σε ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία οφείλει να παράσχει απτές αποδείξεις, ότι σέβεται την αρχή της καλής γειτονίας και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, και να κάνει θετικά βήματα για την επίλυση του Κυπριακού.

Στην Κύπρο, όπως και σε τόσες άλλες ζώνες συγκρούσεων, το παρελθόν επισκιάζεται από την υπόσχεση ενός φωτεινότερου μέλλοντος.

Το καθήκον μας είναι να δημιουργήσουμε σταθερά πολιτικά πλαίσια και περιφερειακές συμμαχίες, που θα επιτρέπουν ένα διαφορετικό μέλλον, απαλλαγμένο από το φόβο.

Ως ηγέτες, πρέπει να έχουμε το κουράγιο να αγκαλιάσουμε τις αλλαγές. Θα πρέπει να απαλλαγούμε από κάθε μηδενιστική αντίληψη. Θα πρέπει να οικοδομήσουμε συναινέσεις, μέσα από το διάλογο, και τη συνεργασία.

Το μυστικό για την οικοδόμηση καλών σχέσεων ανάμεσα στα έθνη είναι η εμπιστοσύνη, εμπιστοσύνη μέσω της κατανόησης, κατανόησης των συμφερόντων μας και κατανόησης των ευθυνών που έχουμε ο ένας απέναντι στον άλλο.

Κατανόηση των θέσεων, των προβληματισμών και των αναγκών του καθένα.

Στη σημερινή διπλωματία, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η δύναμη του λαού ή η λαϊκή διπλωματία αποκτά μεγαλύτερη σημασία.

Μπορεί είτε να αξιοποιηθεί αναδύοντας μίσος και φοβίες είτε να γίνει μια δύναμη, δομημένη με θετικό τρόπο, μετατρέποντας την ανησυχία, το φόβο και τον κατακερματισμό σε κοινούς στόχους, που θα μπορέσουν να επιφέρουν αμοιβαία κέρδη.

Πιστεύω λοιπόν ότι η περιφερειακή μας συνεργασία θα πρέπει να είναι μια επένδυση στο να συναντηθούν οι πολίτες μας, οι λαοί μας, οι χώρες μας, με έναν τέτοιο τρόπο που να μπορέσουμε να μάθουμε ο ένας από τον άλλο, οι κοινωνίες να μάθουν η μία από την άλλη, να μάθουμε από το παρελθόν και να μπορέσουμε να κτίσουμε ένα κοινό μέλλον.

Στο σημερινό κόσμο παγκόσμιας αλληλεξάρτησης, τα έθνη – κράτη γίνονται όλο και λιγότερο ικανά να αντιμετωπίσουν διεθνικές προκλήσεις, όπως η αλλαγή του κλίματος, η μαζική μετανάστευση, η φτώχεια ή το οργανωμένο έγκλημα. Δεν μπορούμε να το κάνουμε μόνοι μας.

Όταν αντιμετωπίζουμε προβλήματα που υπερβαίνουν τα σύνορα των χωρών μας, δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Αν δεν συνεργαστούμε, θα χαθούμε.

Με την παγκόσμια διακυβέρνηση ακόμα σε νηπιακή ηλικία, όπως έγινε εμφανές από το απογοητευτικό αποτέλεσμα της Διάσκεψης Κορυφής της Κοπεγχάγης, οι περιφερειακές συμμαχίες είναι πολύ σημαντικές για την εξεύρεση κοινών λύσεων σε κοινά προβλήματα.

Επίσης, τονίζεται ο νέος ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα αναπτυχθεί στο άμεσο μέλλον.

Αν εμείς, οι χώρες της Ε.Ε., αποτελούμε την ειρηνική δύναμη της ηπείρου μας μετά από δύο Παγκόσμιους Πολέμους, τώρα μπορούμε και πρέπει να γίνουμε παράδειγμα δημοκρατικής παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Δίνουμε το παράδειγμα του τρόπου συνεργασίας κυρίαρχων κρατών, τα οποία συνεργάζονται πολύ στενά, έστω και αν χρειαστεί να εμπιστευθούν μέρος της κυριαρχίας τους, αλλά επίσης συνεργαζόμαστε δημοκρατικά, σεβόμενοι ο ένας τον άλλο, για να αντιμετωπίσουμε τα διακρατικά προβλήματα.

Αυτό προέβαλε η Κοπεγχάγη ως τη νέα παγκόσμια θεσμική πρόκληση. Και η Ευρώπη μπορεί να παίξει το ρόλο της στους παγκόσμιους θεσμούς, αλλά και για τους λαούς μας, αντιμετωπίζοντας αυτά τα παγκόσμια προβλήματα.

Κυρίες και κύριοι,

Στην Ευρώπη, χτίζουμε σταδιακά μια ομοσπονδία κρατών-εθνών, η οποία ελπίζω και πιστεύω ακράδαντα ότι σύντομα θα περιλάβει και τα Δυτικά Βαλκάνια.

Η ιστορία του Βελιγραδίου, αυτής της πόλης που σφύζει από ζωή, είναι ουσιαστικά συνδεδεμένη με τη δημιουργία της σύγχρονης Ευρώπης, και το μέλλον της δεν μπορεί παρά να είναι ευρωπαϊκό.

Όπως τα υδάτινα ρεύματα γίνονται ισχυρότερα στο σημείο που συναντώνται οι εκβολές δύο μεγάλων ποταμών, έτσι και τα πολιτικά και πολιτιστικά ρεύματα γίνονται ισχυρότερα όταν υπάρχουν εθνικές ανομοιότητες.

Ίσως ανήκουμε στην περιοχή με τις περισσότερες εθνικές και πολιτιστικές διαφορές, όμως μας ενώνουν τόσα πολλά.

Είναι μια περιοχή με τεράστιο δυναμικό, η οποία καταστράφηκε από διαδοχικές συγκρούσεις στη διάρκεια της ιστορίας της.

Ας μετατρέψουμε αυτές τις διαφορές σε συγκριτικό πλεονέκτημα. Ας γίνουν δυναμικό παιδείας και δημιουργικότητας, που θα μας απελευθερώσει, ώστε να αντιμετωπίσουμε τις νέες κοινές προκλήσεις που θα γνωρίσει η περιοχή μας και ο υπόλοιπος κόσμος, και ας μην ακολουθήσουμε τυφλά τη μοίρα ή το κάρμα, που θα μας εγκλωβίσουν στις συγκρούσεις του παρελθόντος.

Αυτό απαιτεί δύναμη, δύναμη ηγεσίας και ηγεσία για την αλλαγή.

Τον Μάρτιο του 2003, η Σερβία έχασε έναν από τους πιο αποφασιστικούς και δυναμικούς υπέρμαχους της αλλαγής. Ο Zoran Djindjic τον οποίο γνώριζα προσωπικά, είχε αναλάβει το θαρραλέο έργο της εισαγωγής ριζοσπαστικών οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Τόλμησε να αντισταθεί στο εδραιωμένο κατεστημένο που ήταν αναμεμειγμένο σε εγκλήματα πολέμου και εθνοκαθάρσεις.

Ο Djindjic πλήρωσε το πολιτικό θάρρος του με τη ζωή του. Χρωστάμε στη μνήμη του τη σθεναρή συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που είχε ξεκινήσει.

Γνωρίζω ότι η τωρινή κυβέρνησή σας κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να επιβάλει σημαντικές αλλαγές με πολύ θαρραλέο τρόπο.

Ο Boris Tadic είναι προσηλωμένος στο ευρωπαϊκό μέλλον της Σερβίας. Η κυβέρνησή του κι εκείνος προσωπικά έχουν λάβει κρίσιμες αποφάσεις, που βοηθούν τη χώρα σας να προχωρήσει. Επίσης, έχει κερδίσει δύο εκλογικές αναμετρήσεις, κι αυτό δείχνει ότι η Σερβική Δημοκρατία είναι ζωντανή.

Έχω συνεργαστεί στενά μαζί του στο παρελθόν, ως ηγέτης της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και προσδοκώ να συνεργαστώ ξανά μαζί του ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας για την επίτευξη των κοινών στόχων μας.

Το μήνυμά μας, το μήνυμα της Ελλάδας, είναι απλό αλλά σημαντικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ιστορία μας. Πρέπει να την αγαπούμε πάντα, αλλά να μην την αφήνουμε να μας αιχμαλωτίζει.

Πρέπει να προσπαθήσουμε να διδαχθούμε από την ιστορία μας, να αναπτύξουμε ένα κοινό, ειρηνικό μέλλον, ένα καλύτερο μέλλον. Και το μέλλον αυτής της περιοχής, το μέλλον των Βαλκανίων, το μέλλον της Σερβίας, βρίσκεται στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελλάδα θα είναι ο πιο αξιόπιστος εταίρος σας κι ένας πραγματικός φίλος σ’ αυτή σας την πορεία.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Διαβάστε επίσης