Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ας επιλέξουν οι πολίτες τον σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής | Άρθρο | 17.10.2017

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης» | Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα 03.09.2018

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την ιατρική κάνναβη | 01.03.2018

Για το θάνατο του Τζαλάλ Ταλαμπανί | 03.10.2017

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

 

Ομιλία σε εκδήλωση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Σεβασμιότατε, αγαπητοί συνάδελφοι, κύριοι Βουλευτές, κύριε Γενικέ Γραμματέα της Περιφέρειας, κύριε Στρατηγέ, κύριοι Νομάρχες, κύριοι Δήμαρχοι, κύριε Πρύτανη, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι.

Επιτρέψτε μου πρώτα απ’ όλα, να ζητήσω συγνώμη για την καθυστέρηση, ίσως γνωρίζετε τους λόγους, πραγματικά κάναμε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να είμαστε στην ώρα μας, αλλά θέλω να σας πω ότι και μέχρι τελευταία στιγμή, ήμασταν μέσα σε δύσκολες διαπραγματεύσεις με στόχο, την απελευθέρωση των Παλαιστινίων, που βρίσκονται στο Ναό της Γέννησης, στη Βηθλεέμ. Και συνεχίζουν αυτές τις διαπραγματεύσεις, συνεργάτες και δικοί μου, με τις δύο πλευρές, και με πολλούς άλλους, οι οποίοι θα συμβάλλουν, και συμβάλλουν, προς αυτή την κατεύθυνση.

Αλλά ήθελα οπωσδήποτε να έλθω εδώ, στα Γιάννινα, και βλέπω ότι, υπήρξε από σας μια εντυπωσιακή υπομονή, ίσως δεν θα πρέπει να είμαι εντυπωσιασμένος, διότι γνωρίζω πόσο υπάρχει αυτή η ευαισθησία σε σας, γενικότερα στον ελληνικό λαό, για τα διεθνή γεγονότα, αλλά και ειδικότερα, την ευαισθησία για τους δοκιμαζόμενους λαούς, για τα προβλήματα της περιοχής και την αλληλεγγύη, την οποία, ο ελληνικός λαός, έχει εκφράσει επανειλημμένα στον Παλαιστινιακό λαό, αλλά και στις ειρηνευτικές προσπάθειες, που κάνει η χώρα μας.

Αλλά ήθελα οπωσδήποτε, να βρεθώ εδώ, στα Γιάννινα, διότι τη θεωρώ και δική μου πατρίδα, γνωρίζετε πολύ καλά ότι ο προπάππος μου ήταν Διευθυντής και αυτός, της Ζωσιμαίας Σχολής, αλλά έχω και πάρα πολλούς φίλους, εδώ στο Νομό των Ιωαννίνων. Μεταξύ αυτών είναι οι Βουλευτές που βρίσκονται εδώ στο Νομό, συνάδελφοι, μέλη και στελέχη του Πανεπιστημίου, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αλλά θα ήθελα ειδικότερα, να μεταφέρω και τους χαιρετισμούς στον κ. Κάρολο Παπούλια, από τον κ.Γιασέρ Αραφάτ, τον δικό του φίλο, ένας άνθρωπος αγωνιστής, πραγματικά, συγκινήθηκα σήμερα το πρωί βλέποντάς τον αγέρωχο, να παλεύει κι αυτός για την ελευθερία, του δικού του λαού αλλά και να χαίρεται τόσο πολύ, για τη δική μας επίσκεψη, τη συνάντηση μαζί του και πάντα να θυμάμαι τις προσπάθειες που έχει κάνει η Ελλάδα και με τον κ. Κάρολο Παπούλια, αλλά και στο πρόσωπο του Ανδρέα Παπανδρέου.

Φίλες και φίλοι, ήταν όμως ένα πολύ σημαντικό ταξίδι. Ένα σημαντικό ταξίδι, διότι μέσα σε μια δύσκολη στιγμή, βρέθηκε η Ελλάδα, να παίρνει μια ειρηνευτική πρωτοβουλία και βρήκε εκεί, ακόμα φωνές σημαντικές, να αναζητούν την ελπίδα για ένα καλύτερο και ειρηνικό αύριο, και από τις δύο πλευρές.

Και μάλιστα είδαν την πρωτοβουλία μας –τη δική μου μαζί με τον κ. Ισμαήλ Τζεμ- ως όπως είπε κάποιος, μια πνοή οξυγόνου μέσα σε μια ασφυκτική ατμόσφαιρα.

Γνωρίζετε κι εσείς, όπως και ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών ο κ.Παπούλιας, ότι η θητεία του ΠΑΣΟΚ στην Κυβέρνηση της χώρας, ήταν πάντα ταυτισμένη με πρωτοβουλίες ειρήνης. Από την πρωτοβουλία των έξι, του Ανδρέα Παπανδρέου, μέχρι τις διαβαλκανικές συνεργασίες, τόσο σημαντικές για την περιοχή μας, την αποκατάσταση των σχέσεων με τη γειτονική Αλβανία.

Και βεβαίως, και σήμερα με την Κυβέρνηση Σημίτη, με την προσπάθεια που κάνουμε, για την ένταξη ολόκληρης της Βαλκανικής Χερσονήσου στην Ε.Ε. με το Ελσίνκι και βεβαίως, την πονεμένη μας Κύπρο, η οποία, προχωρά για να γίνει κι αυτή μέλος της Ε.Ε. δίνοντας σ’ αυτή μια νέα ελπίδα, ειρήνης και συνεργασίας και προοπτικής επίλυσης, αυτού του μεγάλου προβλήματος.

Αλλά οι πρωτοβουλίες ειρήνης σημαίνουν και ανάληψη ευθύνης. Δεν αποβλέπουν απλώς σε ένα ευχολόγιο. Αλλά αποτελούν ευθύνη για την αντιπαράθεση –αν θέλετε- με εκείνα τα στερεότυπα, με εκείνα τα ταμπού, εκείνες τις φοβίες ή ακόμα και τα συμφέροντα –οικονομικά, πολιτικά- συμφέροντα που κερδίζουν, από τον πόλεμο, συμφέροντα που κερδίζουν από τη σύγκρουση, συμφέροντα που κερδίζουν από το εμπόριο όπλων, τελικά από την ίδια την ανθρώπινη αγανάκτηση και τον ανθρώπινο πόνο.

Και ακριβώς, η όποια ειρηνευτική πρωτοβουλία, είναι η προσπάθεια που κάνει κανείς, να δώσει ελπίδα. Ρώτησα χθες, κάναμε μια πρώτη συνάντηση, με τις δύο πλευρές Ισραηλινών και Παλαιστινίων, των ειρηνευτικών κινημάτων της περιοχής. Μεγάλες προσωπικότητες και από τις δύο πλευρές, που είχαν συμμετάσχει, σε διαπραγματεύσεις εδώ και πολλά χρόνια για την επίλυση του παλαιστινιακού προβλήματος.

Μας είπαν, ότι ήταν η πρώτη φορά μετά από 4 εβδομάδες συγκρούσεων, που και αυτοί, ως ειρηνευτικό κίνημα βρέθηκαν μαζί, στο ίδιο τραπέζι και μας ευχαρίστησαν, ότι τους φέραμε και πάλι μαζί. Και τους ρώτησα, ποιο είναι το μήνυμα, το οποίο, εμείς θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε, σ’ εσάς, στην κοινή σας γνώμη, μέσα από τα ΜΜΕ αλλά και στην κοινή γνώμη τη διεθνή.

Και η απάντηση είναι. Μας φέρνετε την ελπίδα, δώστε μας ελπίδα. Και ακριβώς, η όποια ειρηνευτική πρωτοβουλία, αυτό το στόχο έχει. Να δώσει πραγματική ελπίδα και απαντήσεις, σε τεράστια και δύσκολα, πολύπλοκα προβλήματα, που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος.

Απ’ τα πιο δύσκολα, γιατί είναι συγκρούσεις που φέρνουν θανάτους, καταστροφές, χάνονται οικογένειες, σπίτια, προσφυγιά, πολλά από τα οποία, και ο ελληνικός λαός, πολλές φορές, έχει ζήσει.

Αλλά αυτή η ελπίδα, είναι και μια απάντηση, την οποία, πρέπει να δίνουμε και πρέπει όλο και περισσότερο, εμείς η Ελληνική Διπλωματία και η Ελλάδα, για την περιοχή της, να προχωρά δίνοντας ελπίδα. Γιατί είναι και μια απάντηση, στα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Αναφέρθηκε ο κύριος Πρύτανης, στα θέματα τα μεγάλα, της παγκοσμιοποίησης, στη σύγκρουση των πολιτισμών, και πράγματι, πρέπει να δώσουμε απάντηση, στα μεγάλα αυτά προβλήματα, διότι δεν είμαστε μια νησίδα απομονωμένη. Τα γεγονότα είτε είναι σε γειτονικά κράτη, είτε είναι στο Αφγανιστάν, στη Λατινική Αμερική, στη Μέση Ανατολή, ή στην Ασία, μας αφορούν και μας επηρεάζουν.

Θέλετε ένα πολύ γνωστό σας παράδειγμα; Η γειτονική χώρα Αλβανία με τη λαθρομετανάστευση, βεβαίως χρειάζεται να δώσουμε απαντήσεις. Χρειάζεται να δώσουμε εμείς –και εμείς- ελπίδα μαζί με άλλους στην Ε.Ε. στην περιοχή, ότι οι χώρες αυτές οι γειτονικές, μπορούν να αναπτυχθούν, μπορούν να έχουν ευημερία, ώστε να μπορέσουν κι αυτοί, να μη χρειάζονται να ψάχνουν άλλους τόπους και άλλες περιοχές για το βιός τους.

Θέλετε στη Μέση Ανατολή, όπου πράγματι υπάρχουν εκείνοι, που θέλουν να μιλήσουν, για τη σύγκρουση των πολιτισμών; Μια τραγική συνέπεια, εάν πολωθούν τα πράγματα όπου τελικά τα προβλήματα δεν είναι μεταξύ Χριστιανών, Μουσουλμάνων ή Εβραίων. Είναι πολύ περισσότερο, μεταξύ εκείνων που θέλουν, την ειρηνική συμβίωση, τον σεβασμό του άλλου, την κοινή προσπάθεια συνεργασίας, και εκείνων που θέλουν μέσα από την πόλωση, να μπορέσουν να αναδειχθούν και να αναρριχηθούν.

Ή τα θέματα του περιβάλλοντος. Μια καταστροφή περιβαλλοντολογική στην περιοχή μας, θα μας επηρεάσει κι εμάς. Η αλλαγή του κλίματος, ή στην υγεία τροφίμων, πρόσφατες δικές μας εμπειρίες στην περιοχή τη δική μας, γύρω από τα θέματα της τρελής αγελάδας, όλα αυτά, δείχνουν πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη, να δώσουμε απαντήσεις, μέσα από πρωτοβουλίες, οι οποίες είναι πρωτοβουλίες συνεργασίας, πρωτοβουλίες για να δώσουμε ελπίδα, σε καθημερινά ζητήματα και προβλήματα, που δεν έχουν μόνο σχέση, με κάποιο διεθνές και μακρινό πρόβλημα, αλλά έχουν σχέση με τη δική μας καθημερινότητα.

Κι όπως είπα υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο δρόμος που αναδεικνύει τον φόβο, καλλιεργεί το φόβο, τη μισαλλοδοξία, το μίσος, καλλιεργεί την συγκρουσιακή αντιμετώπιση των προβλημάτων, και υπάρχει και ο άλλος δρόμος, που θέλει να αναδείξει τους δημοκρατικούς θεσμούς, τη συμμετοχή του πολίτη, τη φωνή του πολίτη και στην εξωτερική πολιτική με τη διπλωματία των πολιτών, αλλά και στα καθημερινά προβλήματα, τα εσωτερικά. Να αναδείξει την αλληλεγγύη, και να αναδείξει την αναπτυξιακή προοπτική όλων μας.

Αλλά ακριβώς αυτή η συνεργασία, αυτή η ανάγκη της συνεργασίας μεταξύ των λαών δεν είναι πάντα εύκολη. Χρειάζεται να μπουν κανόνες, χρειάζεται να σεβαστούν όλοι τους κανόνες αυτούς, να υπάρχει αυτό το πλαίσιο αρχών, και αυτό το πλαίσιο αρχών, να εφαρμόζεται όσο γίνεται περισσότερο ευλαβικά.

Διότι και η Ελλάδα, στην εξωτερική της πολιτική, και ιδιαίτερα, στην εξωτερική πολιτική, που έχει ακολουθήσει τα τελευταία 20 χρόνια του ΠΑΣΟΚ, είναι μια χώρα που θέλει να αναδείξει, ακριβώς, όχι το δίκαιο του ισχυρού, αλλά την ισχύ του δικαίου. Την ισχύ του δικαίου, διότι είναι η Ελλάδα μια χώρα φιλειρηνική, είναι η Ελλάδα μια χώρα, που θέλει, την καλή συνεργασία με τους γείτονές της, αλλά θέλει και η ίδια να τη σέβονται. Να σέβονται αυτούς τους κανόνες, και οι γείτονες. Και αυτό δυστυχώς, δεν ήταν πάντα η πραγματικότητα.

Κι ακόμα, δίνουμε τον αγώνα, αυτοί οι κανόνες της καλής γειτονίας, να γίνουν σεβαστοί. Όμως σήμερα, έχουμε κάποιες καινούριες δυνατότητες, από την εποχή του ψυχρού πολέμου, τις οποίες, θέλουμε να αναδείξουμε.

Πέρα από την ηθική μας στάση, την στάση αρχών που πάντα τηρούσαμε ως χώρα, υπέρ της ειρήνης και της συνεργασίας, υπέρ της καλής γειτονίας, υπέρ της μη αλλαγής των συνόρων, του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, υπέρ της δημοκρατίας, και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουμε άλλες δυνατότητες σήμερα και ως χώρα.

Είμαστε μια πιο σταθερή χώρα. Ζούμε σε μια εποχή στην νέα ελληνική ιστορία, που για πρώτη φορά, έχουμε τόσο μεγάλη περίοδο δημοκρατικής σταθερότητας. Είμαστε η ισχυρότερη οικονομικά χώρα της γειτονιάς μας, και παρά τα προβλήματα, έχουμε μια εικόνα στη δική μας γειτονιά, που μας βλέπουν, ως ένα πρότυπο. Ένα πρότυπο βαλκανικό, το οποίο όμως κατάφερε να προχωρήσει, και να γίνει και ευρωπαϊκό.

Είμαστε περήφανοι ότι είμαστε Βαλκάνιοι. Είμαστε περήφανοι ότι είμαστε και Ευρωπαίοι. Είμαστε περήφανοι ότι είμαστε Έλληνες. Κι έχουμε καταφέρει να αναδείξουμε τις αξίες και αυτών των τριών μας ταυτοτήτων αν θέλετε, να προσθέσουμε και τη Μεσόγειο, με έναν πολύ δυναμικό και διαφορετικό τρόπο. Μπορεί να είμαστε υπερήφανοι, ακριβώς για το ότι έχουμε κάνει σημαντικότατα βήματα, ως χώρα και ως κοινωνία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και νέες προκλήσεις και καινούρια προβλήματα. Και γι’ αυτό χρειάζεται συνεχώς, να παίρνουμε πρωτοβουλίες αλλά και να προωθούμε, αυτές μας τις αρχές, στην διπλωματία την οποία κάνουμε ως Υπουργείο Εξωτερικών.

Αλλά ειδικότερα έχουμε δημιουργήσει μια καινούρια θέση μας, μέσα στην οικογένεια που λέγεται Ε.Ε. Μια Ε.Ε. για την οποία και εμείς, αυτή η κυβέρνηση, πάλεψε πάρα πολλά χρόνια. Γιατί πολλές φορές μας λένε. Μα εσείς δεν θέλατε την Ευρώπη. Είναι λάθος. Εμείς θέλαμε και θέλουμε την Ευρώπη, και πάντα θέλαμε την Ευρώπη. Αλλά ποια Ευρώπη;

Θέλαμε την Ευρώπη, που θα είχε τρία στοιχεία, τρία βασικά στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, την ενωμένη Ευρώπη, όχι την Ευρώπη του ψυχρού πολέμου, της σύγκρουσης των δύο πόλων, του διχασμού, σε Ανατολή και σε Δύση.

Ζητούσαμε πάντα αυτή την ενωμένη Ευρώπη. Και σήμερα και με τους δικούς μας αγώνες, φθάνουμε σ’ ένα σημείο που αυτή η Ευρώπη πια, ιστορικά, είναι ένα μεγάλο γεγονός ενοποιητικό, γίνεται μια σημαντικότατη δύναμη διεθνώς, αλλά και δύναμη συνεργασίας και ειρήνης, μεταξύ των κυβερνήσεων, μεταξύ των λαών.

Δεύτερον, τονίσαμε ότι δεν μπορεί να είναι η Ευρώπη του Βορρά και του Νότου, των πλουσίων και των φτωχών. Και σήμερα πια, και στην πρόσφατη δήλωση του Λάακεν, με τους Αρχηγούς Κρατών, που έγινε πριν από δύο, τρεις μήνες στο Βέλγιο, όλοι τόνισαν, ότι μιλώντας για το μέλλον της Ευρώπης, για το νέο Σύνταγμα, το οποίο, προσπαθούμε να διαμορφώσουμε, μέχρι το 2004, θα πρέπει η κοινωνική αλληλεγγύη, τα θέματα απασχόλησης, τα θέματα περιβάλλοντος, της ισότητας των δύο φύλων, της αντιμετώπισης των προβλημάτων της νεολαίας, αυτή η κοινωνική Ευρώπη να αναδειχθεί, και να μην είναι απλώς μια Ευρώπη της αγοράς.

Κι όχι μόνο να αναδειχθεί, αλλά συστηματικά να υπάρχει εκείνη η αναγκαία μεταφορά πόρων, ώστε οι φτωχότερες περιοχές να φθάσουν στο ίδιο επίπεδο, με τις πλουσιότερες περιοχές. Ξέρω ότι γι’ αυτό έχουμε ακόμα δρόμο, αλλά έχουν γίνει όμως και εδώ, σημαντικά βήματα. Και έχουμε παλέψει εμείς οι ίδιοι, για την απόκτηση από πλευράς των φτωχότερων χωρών, παλαιότερα των μεσογειακών προγραμμάτων, και σήμερα πια, τα ΚΠΣ.

Κι ένα τρίτο και σημαντικό στοιχείο, είναι η δημοκρατία. Δεν θέλουμε οι αποφάσεις να είναι μόνο από τις Βρυξέλλες, αλλά όλο και περισσότερο να συμμετέχει ο πολίτης, στις αποφάσεις. Αυτή η έλλειψη συμμετοχής, πολλές φορές, δημιουργεί τη μοιρολατρία, δημιουργεί την απάθεια, ή δημιουργεί ακόμα χειρότερα, τα φαινόμενα, όπως αυτά στη Γαλλία, την άρνηση της δημοκρατίας και την υιοθέτηση των πιο αυταρχικών λογικών, για την αντιμετώπιση ανθρώπινων, κοινωνικών προβλημάτων.

Έτσι λοιπόν, και πάλι, σ’ αυτή την απόφαση του Λάακεν των 15 χωρών και ηγετών, τονίζεται ότι, πρέπει να φέρουμε την Ευρώπη κοντά στον πολίτη. Πρέπει ο Έλληνας, ο Γερμανός, ο Σουηδός, ο Εγγλέζος, ο Ιταλός, ο Ισπανός, να έχουν λόγο, ακόμα περισσότερο σ’ αυτά που αποφασίζονται στην Ευρώπη.

Και τέλος, η Ευρώπη, να έχει και μια ενωμένη φωνή, στην παγκόσμια σκακιέρα. Να ακούγεται. Και να μπορεί να είναι εκείνη, που μεταφέρει, αυτές τις αξίες. Διότι τι είναι τελικά η Ευρώπη; Δεν είναι απλώς μια γεωγραφική περιοχή. Αλλά είναι ένα σύστημα αξιών, ένα σύστημα αρχών, μια κοινότητα αξιών.

Αυτές οι αξίες λοιπόν, τις οποίες εμείς, ως δημοκρατική κοινωνία, έχουμε υιοθετήσει και για τις οποίες, έχουμε παλέψει, είναι αυτές που μπορούμε να προωθήσουμε και στην κοινή εξωτερική μας πολιτική, ως Ε.Ε. Αξίες όπως είναι -και τις τόνισα προηγουμένως- τον σεβασμό της καλής γειτονίας, της εδαφικής ακεραιότητας, της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας της λατρείας, πάρα πολλές από τις βασικές αξίες, του δικού μας πολιτεύματος.

Και βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, στη διαμόρφωση αυτής της κοινής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και της κοινής άμυνας. Μιας πολύ σημαντικής, νέας προσπάθειας, για την οποία, η Ελλάδα, πάντα ήταν μπροστάρης, και που για πρώτη φορά αποφασίστηκε και αυτό στο Λάακεν, για τη δημιουργία του ευρωπαϊκού στρατού.

Βεβαίως έχει γίνει μια μεγάλη συζήτηση, για τις σχέσεις, της ευρωπαϊκής άμυνας, με το ΝΑΤΟ και εκεί έχουμε τις δικές μας ενστάσεις, για κάποιες απ’ τις προτάσεις, οι οποίες έχουν τεθεί, αλλά ο ευρωπαϊκός στρατός –ο ίδιος ο ευρωπαϊκός στρατός- έχει γίνει πια απόφαση. Όχι βεβαίως ακόμα, για την άμυνα της Ευρώπης, αλλά για κοινές αποστολές ειρηνευτικές και ανθρωπιστικές, σε διάφορες περιοχές της περιοχής μας, αλλά και του κόσμου.

Όλες αυτές οι εξελίξεις, οι σημαντικές, ευρωπαϊκές εξελίξεις με την ίση συμμετοχή της Ελλάδας, μας έχουν δώσει και σημαντικά, νέα εργαλεία. Νέα εργαλεία και για τη δική μας ιδιαίτερη περιοχή, των Βαλκανίων, αλλά θα έλεγα και της Μεσογείου.

Διότι ως η χώρα, η οποία πια, βρίσκεται ως πρότυπο για τις γειτονικές χώρες, έχουμε και μια ευθύνη, μια σημαντική ευθύνη για την περιοχή μας, να συμβάλλουμε, ώστε και αυτές οι χώρες, και αυτοί οι λαοί μπορούν όχι απλώς να συμμετάσχουν σ’ αυτό το νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά να υιοθετήσουν στην πρακτική τους, στις σχέσεις τους με τους γείτονες, αλλά και στην εσωτερική τους λειτουργία, αυτές τις βασικές αρχές.

Και για μας είναι πάρα πολύ σημαντικό. Θα μου πείτε, εμείς έχουμε εθνικά προβλήματα, έχουμε το Κυπριακό, έχουμε το πρόβλημα με την Τουρκία, έχουμε με τα Σκόπια έχουμε με την Αλβανία κατά καιρούς προβλήματα. Πως αυτά όλα μπορούν να βοηθήσουν, στην επίλυση αυτών των προβλημάτων; Πως η ευρωπαϊκή πορεία μπορεί να βοηθήσει σ’ αυτά τα πολύ γνωστά προβλήματα, που ταλανίζουν, όχι μόνο εμάς σήμερα, αλλά και πολλές γενιές;

Θα σας πω. Είναι ακριβώς η ίδια λογική των ειρηνευτικών μας, αν θέλετε, πρωτοβουλιών, της προσπάθειας δημιουργίας ενός πλαισίου αρχών, ενός πλαισίου αξιών αλλά και πρακτικών, όπου πια, πολλά απ’ αυτά τα προβλήματα εάν είχαν ακολουθηθεί αυτές οι αρχές και πρακτικές, δεν θα είχαν υπάρξει. Ούτε εισβολές, ούτε κατοχές, ούτε αμφισβητήσεις εδαφικής ακεραιότητας, ούτε καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή μειονοτικών δικαιωμάτων.

Κι έτσι, ο στόχος ο δικός μας είναι, αυτή μας η περιοχή, στην πορεία της προς την Ευρώπη, ουσιαστικά, να εξοικειωθεί με αυτές τις βασικές αξίες να τις υιοθετήσει και να τις εφαρμόσει. Έτσι λοιπόν είτε μιλάμε για την Αλβανία, είτε μιλάμε για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, είτε μιλάμε για την Γιουγκοσλαβία, είτε μιλάμε για την Τουρκία, είτε μιλάμε για την Κύπρο, μιλάμε γι’ αυτές τις βασικές αρχές, την εφαρμογή αυτών των αρχών.

Μιλάμε ότι πρέπει να εφαρμόζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ότι δεν πρέπει να αλλάζουν τα σύνορα, πρέπει να υπάρχει ακεραιότητα των χωρών. Ότι θα πρέπει να γίνονται σεβαστές οι δημοκρατικές διαδικασίες, να μη λύνονται τα προβλήματα με μη ειρηνικά μέσα, ή με απειλές, ή χρήση απειλών. Και βεβαίως όλα αυτά σε μια ευρωπαϊκή προοπτική.

Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε και πολύ πρόσφατα πήραμε απόφαση στο Ελσίνκι, που έδωσε και για τα Βαλκάνια, μια προοπτική, και για την Κύπρο και για την Τουρκία. Ποια είναι αυτή η προοπτική;

Είναι η προοπτική ουσιαστικά που λέει, σ’ όλες αυτές τις χώρες, υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες, εσείς πρέπει να εκπληρώσετε. Αν εσείς τις εκπληρώσετε, ως υποψήφιες χώρες, θα έχετε δικαίωμα να γίνετε και μέλη.

Ή τουλάχιστον, θα μπορέσετε να αρχίσετε την διαπραγμάτευση, για το αν θα γίνετε μέλη. Εάν δεν τις εκπληρώσετε βεβαίως δεν θα μπορέσετε να γίνετε μέλη.

Έτσι στο Ελσίνκι όταν πήραμε απόφαση, πήραμε απόφαση να δώσουμε μια ευρωπαϊκή προοπτική σε χώρες όπως την Αλβανία, την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, και άλλες χώρες των δυτικών Βαλκανίων, να προχωρήσουμε στην διαπραγμάτευση για να γίνουν μέλη η Βουλγαρία και η Ρουμανία, και να δώσουμε μια ευκαιρία, στην Τουρκία.

Κι εδώ θέλω να μείνω για λίγα λεπτά. Τι δώσαμε στην Τουρκία; Μια ευκαιρία. Πολλοί με ρωτούν, μα γιατί δώσαμε μια ευκαιρία; Γιατί δεν δώσαμε και υποψηφιότητα; Και εγώ είπα. Και να μην υπήρχε η έννοια της υποψηφιότητας, έπρεπε να την είχαμε εφεύρει. Έπρεπε να την είχαμε εφεύρει. Γιατί; Γιατί λέμε κάτι πολύ απλό στην Τουρκία. Λέμε ότι, εάν εσείς, θέλετε να γίνετε μέλος της Ευρώπης, εμείς θα σας ανοίξουμε την πόρτα, αλλά θα πρέπει να περάσετε από αρκετές εξετάσεις.

Και ποιες είναι αυτές οι εξετάσεις; Αυτές είναι όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά για κάθε υποψήφια χώρα. Είναι μια απόφαση, την οποία, την έχουμε πάρει, η οποία λέγεται η εταιρική σχέση. Κάθε υποψήφια χώρα, έχει μια εταιρική σχέση, με την Ε.Ε. και μέσα σ’ αυτή την εταιρική σχέση η Ε.Ε. λέει θα πρέπει να αλλάξεις τα δικαστήριά σου, θα πρέπει να αλλάξεις αν πάρουμε την υπόθεση της Τουρκίας, λέω περίπου τι λέει και αυτή η εταιρική σχέση.

Δεν μπορεί να γίνονται βασανιστήρια. Δεν μπορεί να υπάρχει θανατική ποινή. Δεν μπορεί να καταπιέζονται μειονότητες. Πρέπει να υπάρχει ελευθερία της θρησκείας. Πόσο σημαντικό είναι αυτό, για το Ορθόδοξο Πατριαρχείο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Δεν μπορεί να παίζει ρόλο στην πολιτική ζωή, ο στρατός, αλλά μόνο οι δημοκρατικά εκλεγμένοι εκπρόσωποι, του τουρκικού λαού.

Και βεβαίως πρέπει να γίνουν και πολλές άλλες αλλαγές. Στις φυλακές, στην οικονομία, στην αγροτική οικονομία κλπ. Αλλά και δύο άλλα πολύ σημαντικά θέματα, για τα οποία, η Ευρώπη έβαλε σ’ αυτή την εταιρική σχέση.

Πρώτα απ’ όλα, στην ελληνοτουρκική σχέση, δεν μπορεί, παρά να λύνονται τα προβλήματα –δεν είπε ακριβώς στην ελληνοτουρκική σχέση- αλλά με όλες τις υποψήφιες χώρες, για όλες τις υποψήφιες χώρες, μόνο με ειρηνικά μέσα, και βεβαίως, αν υπάρχουν διαφορές, γενικότερα αν υπάρχουν για όποια υποψήφια χώρα, δεν μιλά μόνο για την Τουρκία, αυτές πρέπει, αν δεν λύνονται μέσα από μια διαπραγμάτευση, να πάνε στο Δικαστήριο της Χάγης.

Και δεύτερον για το Κυπριακό. Ότι το Κυπριακό, πρέπει να λυθεί και πρέπει να λυθεί σύμφωνα με τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Αλλά και ένα τρίτο σημαντικό στην απόφαση του Ελσίνκι που έχει σχέση με την Κύπρο.

Μέχρι την απόφαση του Ελσίνκι, έλεγαν πολλοί εταίροι μας, ξέρετε είναι δύσκολο να βάλουμε την Κύπρο στην Ε.Ε. διότι υπάρχει αυτό το πρόβλημα. Είναι μια διαιρεμένη χώρα. Εμείς βέβαια λέγαμε μα δεν φταίνε οι Κύπριοι που είναι διαιρεμένοι. Δεν φταίνε σίγουρα οι Ελληνοκύπριοι αλλά ακόμα και οι Τουρκοκύπριοι, φταίει ένας στρατός κατοχής, που υπάρχει εκεί πέρα για πάρα πολλά χρόνια. Γι’ αυτό θα πληρώσουν και πάλι οι Κύπριοι και δεν θα μπορέσουν να μπουν στην Ε.Ε.;

Κι είπαμε, αν θέλετε, να δώσουμε μια υποψηφιότητα στην Τουρκία, τότε θα πρέπει να επιτρέψετε στην Κύπρο να γίνει μέλος της Ε.Ε. εάν έχει λυθεί το πρόβλημα, ή και εάν δεν έχει λυθεί το πρόβλημα. Κι έτσι δεν θα είναι σε ομηρία η Κύπρος. Και πράγματι ήταν πριν σε ομηρία, διότι μπορούσε εύκολα, κάποιος ιθύνων στην Τουρκία, να πει, εγώ δεν λύνω το Κυπριακό, κι έτσι ούτε λύνεται το Κυπριακό ούτε μπαίνει η Κύπρος στην Ε.Ε.

Αυτό το οποίο είπαμε εμείς, είναι. Όχι, πρέπει να διαλέξετε. Είτε θα μπει η Κύπρος ως έχει, και άρα, οι Τουρκοκύπριοι θα μείνουν απέξω, είτε να λύσουμε το Κυπριακό και από κοινού μέσα σε μια πια ενιαία δημοκρατική Κύπρο σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ, μια λύση ομοσπονδιακή, να μπορέσει να μπει πια στην Ε.Ε.

Αυτή η απόφαση μας, έχει δημιουργήσει την κινητικότητα, την οποία βλέπουμε σήμερα, γύρω από το Κυπριακό. Δεν γνωρίζουμε αν τελικά θα λυθεί τελικά τώρα, ή αύριο, ή μεθαύριο. Είναι σίγουρο όμως ότι η δυναμική έχει αλλάξει πλήρως και εκεί που παλιότερα ακούγαμε, πάρα πολλοί έλεγαν, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να λυθεί το Κυπριακό από την Τουρκία, διότι πλέον ήδη είχε συζητηθεί το 1974 τι θέλουμε τώρα να ανακατεύουμε τα πράγματα;

Σήμερα η Τουρκία και οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι λένε εμείς θέλουμε τη λύση. Μιλάω για τον απλό πολίτη. Ο Τουρκοκύπριος σήμερα στα γκάλοπ, στις μετρήσεις, στην συντριπτική πλειοψηφία, λέει θέλουμε να είμαστε μέρος αυτής της ευρωπαϊκής οικογένειας, γιατί μας δίνει ένα καινούριο μέλλον και μας προστατεύει και μπορούμε να συμβιώσουμε μαζί με τους Ελληνοκύπριους.

Είναι μια νέα προοπτική. Έτσι λοιπόν με αυτό το εργαλείο, το οποίο εμείς τελικά διαμορφώσαμε, η Ε.Ε., με τις δικές μας δυνάμεις και προσπάθειες είναι ένα εργαλείο σημαντικό, ειρήνης, για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Και δη για την Τουρκία, εμείς έχουμε κάθε συμφέρον, να δούμε μια ευρωπαϊκή Τουρκία.

Και εκεί με ρωτούν πολλοί. Μα μπορεί να αλλάξει η Τουρκία; Την ξέρουμε τόσα χρόνια, αυτή δεν αλλάζει ποτέ. Βέβαια είναι πολύ εύκολο, να είναι κανείς μοιρολάτρης. Είναι πολύ εύκολο να πει κανείς, να καταγγείλει τα δεινά και τα προβλήματα που έχει μια άλλη χώρα, ή που δημιουργεί στον εαυτό σου στη δική σου χώρα, αλλά αν μοιρολατρικά εμείς αντιμετωπίσουμε αυτή την πραγματικότητα, τότε βεβαίως ποτέ δεν θα αλλάξει. Ποτέ δεν θα αλλάξει.

Και μπορώ να πω ότι αν το ΠΑΣΟΚ, αυτή η κυβέρνηση, αλλά και η κυβέρνηση εδώ και 20 χρόνια έχει προσφέρει στον τόπο είναι ότι ήλθε για να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές. Είτε είναι στην κοινωνία είτε είναι στην οικονομία, είτε είναι στην πολιτική, είτε είναι και στην εξωτερική πολιτική. Και στην εξωτερική πολιτική, εμείς παλεύουμε για την ειρήνη, παλεύουμε για τις αλλαγές παλεύουμε για τη συνεργασία των λαών και αργά ή γρήγορα, αυτές οι αλλαγές γίνονται. Και θα γίνονται και θα μπορέσουμε αυτά να τα πετύχουμε.

Βεβαίως γίνονται με κόπο. Και πετραδάκι-πετραδάκι, ο κάθε ένας Υπουργός, που πέρασε από αυτό τον θώκο, βάζει κι αυτός, τη δική του προσφορά.

Πιστεύω λοιπόν ότι πρέπει να έχουμε ακριβώς αυτή την επιθετική –με την καλή έννοια, επιθετική πολιτική- απέναντι και στην Τουρκία. Ναι σε θέλουμε να είσαι μαζί μας, στην ίδια ευρωπαϊκή οικογένεια. Αλλά εσύ πια έχεις την ευθύνη. Σου δίνουμε την ευκαιρία να δοκιμάσεις, και αν πράγματι δείξεις αυτή τη βούληση, εμείς θα είμαστε κοντά σου. Γιατί βεβαίως θέλουμε μια δημοκρατική κοινωνία, θέλουμε μια ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία ειρηνική απέναντι στην Ελλάδα.

Αυτό όμως, δεν σημαίνει, ότι κι εμείς, δεν ενδυναμώνουμε και δεν πρέπει να έχουμε και την ισχυρή μας άμυνα και πάντα τονίζω, ότι ο Υπουργός, ο εκάστοτε Υπουργός Εξωτερικών, είναι καλύτερος διπλωμάτης, είναι πιο ικανός στην εξωτερική πολιτική, όταν γνωρίζει ότι η άμυνα της χώρας πραγματικά είναι ισχυρή και ότι αν υπάρχει οποιοσδήποτε γείτονας, που θα τολμήσει, να αντιμετωπίσει την Ελλάδα, προσπαθώντας να υπονομεύσει ή την εδαφική ακεραιότητα, ή τα σύνορα, ή οτιδήποτε άλλο, θα πάρει την απαραίτητη και απάντηση και από την άμυνά μας.

Αυτό είναι ένα μήνυμα το οποίο, είναι εξίσου ισχυρό, εμείς θέλουμε την ειρήνη, αλλά είμαστε έτοιμοι να προασπίσουμε τα συμφέροντα μας, με κάθε τρόπο, αν αυτά απειληθούν από τον οποιονδήποτε.

Θα έλεγα ότι αυτό ενισχύει και τη δυνατότητα μας να παίρνουμε πρωτοβουλίες. Και θέλω να κλείσω λέγοντας για την πρωτοβουλία που μόλις πήραμε με τον κ.Τζεμ. Κι εδώ, υπήρχε ένα αρχικό ερώτημα πως η Ελλάδα και η Τουρκία, πήραν αυτή την πρωτοβουλία.

Μα ακριβώς αυτό το οποίο αναδείξαμε, είναι ότι παρά τις διαφορές μας, έχουμε ξεκινήσει μια καινούρια προσπάθεια, μια καινούρια προσέγγιση. Κάτι που διαφέρει από τη δυστυχία, την οποία είδαμε, αυτές τις μέρες στη Μέση Ανατολή. Εκεί είδαμε την καχυποψία, την αδυναμία διαλόγου, την πικρία και το μίσος και το φόβο, την εύκολη δημαγωγία διαφόρων πολιτικών, και όλα αυτά να φθάνουν σ’ ένα κύκλο βίας, που συνεχώς να σκοτώνονται αθώοι άνθρωποι καθημερινώς.

Παρά ταύτα, συνεχίζεται και εκεί, να υπάρχει και η ελπίδα για την ειρήνη. Αλλά εμείς ακριβώς αυτό το συμβολισμό θέλαμε να τονίσουμε. Δύο χώρες, οι οποίες, έχουν στο παρελθόν και συγκρουστεί και πολλά θύματα και προσφυγιά, θα μπορέσουν να δείξουν ότι βάζουν σ’ αυτή την περίπτωση πάνω απ’ όλα την προσπάθεια τους μήπως και βοηθήσουν τους δοκιμαζόμενους λαούς, στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Και μπορέσαμε να το κάνουμε αυτό, διότι αυτά τα χρόνια, έχουμε κάνει σημαντικά βήματα, στην προσέγγιση, υπογράφοντας συμφωνίες με την Τουρκία, οι οποίες αφορούν πολλά θέματα και καθημερινά, αλλά και ουσιαστικά, σε ευρύτερη κλίμακα. Λαθρομετανάστευση, πολιτισμό, ναυτιλία, τουρισμό, αγροτική οικονομία, περιβάλλον, παιδεία, ενέργεια.

Πρόσφατα πήγε ο Υπουργός Ανάπτυξης, ο κ.Τσοχατζόπουλος, και υπέγραψε μια ιστορική, πράγματι, συμφωνία, ένα μνημόνιο, για τη σύνδεση των ηλεκτρικών δικτύων Ελλάδας και Τουρκίας, και τη σύνδεση Ελλάδας και Τουρκίας, με αγωγό φυσικού αερίου, για να μπορεί η Ελλάδα μέσω Τουρκίας, να μεταφέρει υγραέριο από το Ιράν, και προς την Ελλάδα και προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Συμφωνία για την καταστροφή των ναρκών κατά του προσωπικού.

Ήταν συμφωνίες που πέρα από την εξαίρεση του συναδέλφου κ.Παπούλια με τον κ.Γκιλμάζ για το σημαντικό μνημόνιο, για τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών, που ακόμα και σήμερα, λειτουργεί και προωθείται και λέγεται Παπούλια-Γκιλμάζ, πέραν αυτής της συμφωνίας, δεν είχαμε –είχαμε 40 χρόνια να υπογράψουμε παρόμοιες συμφωνίες- 40 χρόνια. 40 χρόνια να μπορέσουμε δύο γειτονικές χώρες να υπογράψουμε έστω μια ουσιαστική συμφωνία.

Και κάνουμε σήμερα προσπάθεια, όχι μόνο να ξεπεράσουμε, αυτά τα 40 χρόνια της δυσπραγίας, αλλά να αξιοποιήσουμε μια νέα δυναμική και να λύσουμε και το θέμα της υφαλοκρηπίδας και επιτέλους –επιτέλους- να μπορέσουμε να πούμε, ότι οι γείτονες, ως γείτονες, σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, τα κυριαρχικά δικαιώματα, η μια χώρα της άλλης, και τα προβλήματα τα λύνουμε με ειρηνικά μέσα.

Το ίδιο και στην Κύπρο. Όπου γίνονται οι σημαντικές συζητήσεις μεταξύ των δύο ηγετών του Προέδρου κ.Κληρίδη και του κ.Ντενκτάς. Δεν έχουμε πει ότι τα έχουμε λύσει. Αλλά το μήνυμα μας στη Μέση Ανατολή, το άκουσαν με ιδιαίτερη χαρά. Γιατί ακριβώς είπαμε, ότι παρά το ότι δεν έχουμε λύσει τα προβλήματα, τουλάχιστον έχουμε κάνει μια νέα προσπάθεια.

Και αυτό ήταν ένα μήνυμα ειρήνης, σε όλους τους λαούς της περιοχής μας, δίνοντας ένα παράδειγμα, ότι μπορούμε και πρέπει να εγκαταλείψουμε, μια συγκρουσιακή λογική. Έναν συμβολικό χαρακτήρα, αν θέλετε, είχε αυτή η πρωτοβουλία, ξεκίνησε –που έχουμε ξεκινήσει- διότι ακριβώς έχει μια διαφορετική διαδικασία που προχωρεί στην μεταξύ μας σχέση.

Πολλοί είπαν ότι θα αξιοποιήσουν το δικό μας παράδειγμα. Βεβαίως δεν πήγαμε με κάποιο μαγικό ραβδί. Αλλά με εμπειρία, των δύσκολων διαπραγματεύσεων, με συγκεκριμένες ιδέες και από την δική μας ιστορία, αλλά και με τη γνώση που έχουμε κι οι δύο χώρες για τη Μέση Ανατολή.

Και ήδη νομίζω, ότι έχουμε δείξει, ότι μπορεί να έχουμε και ότι υπάρχει ισχύς εν τη ενώσει. Καταφέραμε να δούμε τον κ.Αραφάτ, εκεί που πάρα πολλοί ηγέτες, και πάρα πολλοί Υπουργοί δεν κατάφεραν να πάνε να μιλήσουν με τον κ.Αραφάτ.

Και θεωρήσαμε ότι ήταν σημαντικό. Σημαντικό γιατί στείλαμε ένα μήνυμα. Ότι ο Γιασέρ Αραφάτ παραμένει ο διαπραγματευτής, της μιας πλευράς, ο εκφραστής των Παλαιστινίων και ότι είναι ένας άνθρωπος, που πρέπει να τον σεβαστούν όλοι.

Δώσαμε τη δυνατότητα επίσης στη Διεθνή Κοινότητα, να δει ότι, μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από άλλες διαδικασίες, πολύ δύσκολα προβλήματα, ανοίγοντας ένα όραμα σε λαούς και σε περιοχές, που έχουν παρόμοια προβλήματα σύγκρουσης και αντιπαλότητας.

Κι όλα αυτά, έχουν ένα στόχο βεβαίως. Να ζωντανέψουμε την ελπίδα, την ελπίδα ότι παρά τις δυσκολίες της περιοχής μας, έχουμε αρχίσει και κτίζουμε μια διαφορετική Βαλκανική Χερσόνησο. Μια Βαλκανική Χερσόνησο, που είχε οραματιστεί, ο Ρήγας Φεραίος, ο Ρήγας Φεραίος που είχε μιλήσει για την ενότητα των λαών, από τη Βοσνία μέχρι την Αραβία, πάνω στη βάση αρχών.

Αυτό που σήμερα μιλάμε όταν μιλάμε, γι’ αυτή την ευρωπαϊκή οικογένεια, και την ευρωπαϊκή οικογένεια με τις αρχές της δημοκρατίας, της γειτονικής φιλικής συνεργασίας, του σεβασμού, αυτές τις αρχές που είχε αποτυπώσει ο ίδιος ο Ρήγας Φεραίος, στις δικές του προτάσεις και το δικό του Σύνταγμα για τα Βαλκάνια, πριν από 200 χρόνια.

Κι έτσι λοιπόν μπορεί να πει κανείς, ότι έχουμε μια ιστορική ευκαιρία, μια ιστορική ευκαιρία να πραγματοποιήσουμε οράματα των λαών μας, οράματα που όπως εμείς λέγαμε, και λέμε, η Ελλάδα στους Έλληνες, αυτό το σύνθημα είχε ένα βαθύτερο νόημα. Είχε ένα νόημα, ότι επιτέλους αυτοί οι λαοί –οι δικοί μας λαοί- επιτέλους θα μπορέσουν να χαράξουν την δική τους πορεία. Θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τις ίντριγκες, κάποιων μεγάλων. Θα μπορέσουμε να φτιάξουμε μια κοινότητα δικαίου, όπου και οι μεγαλύτερες δυνάμεις, αλλά και οι μικρότερες χώρες, θα μπορούν να περπατούν ίσοι σ’ αυτό τον πλανήτη με σεβασμό, με ίσα δικαιώματα, και με ισχυρή φωνή.

Κι επιτέλους, αυτοί οι λαοί, εδώ στα Βαλκάνια, αντί να αλληλοσπαράζονται, να βρουν τα κοινά τους συμφέροντα, κι έχουμε κοινά συμφέροντα. Και μέσα σ’ αυτή την παγκόσμια αλλαγή που γίνεται, μπορώ να σας πω ότι αν δεν ενωθούμε, θα περιθωριοποιηθούμε. Εάν δεν συνεργαστούμε και οι οικονομίες μας και οι κοινωνίες μας, και οι πολίτες μας, τότε δεν θα μας υπολογίζουν. Και οι αποφάσεις θα παίρνονται πράγματι ερήμην μας ή θα έρχονται, να μας επιβάλλουν και αποφάσεις.

Όπως σήμερα στη Μέση Ανατολή, λένε πολλοί, η μόνη λύση είναι να έλθουν οι Αμερικάνοι, οι Ευρωπαίοι, ο ΟΗΕ να μας το λύσουν αυτοί, να μας επιβάλλουν μια λύση. Βέβαια έχει ευθύνη η Διεθνής Κοινότητα. Αλλά εν τέλει αν μπορούμε εμείς οι ίδιοι, οι λαοί, μέσα από την δημοκρατία, την οποία φτιάχνουμε, μέσα από την κοινωνία την οποία φτιάχνουμε, μέσα από τη συμμετοχή του πολίτη, τη φωνή του πολίτη, του κάθε πολίτη, να πάρουμε κι εμείς τη μοίρα στα δικά μας χέρια, τότε πράγματι μπορούμε να φτιάξουμε έναν διαφορετικό κόσμο, και να έχουμε και πολύ πιο ισχυρή φωνή.

Πολλές φορές το λέω, είτε στην Αλβανία, είτε στην Γιουγκοσλαβία, είτε στην Τουρκία, είτε στην Κύπρο ότι ακριβώς αυτό πρέπει να δούμε. Ότι επιτέλους να αναπτύξουμε μια ισχυρή βαλκανική φωνή. Γιατί η Ελλάδα αυτό το κατάφερε. Κατάφερε να φτιάξει μια δική της ισχυρή φωνή και όχι με ευκολίες.

Όταν καθόμαστε πια με τους Αμερικάνους, πολλές φορές με ρωτούν. Μα είμαστε μαζί με τους Αμερικάνους, είμαστε ενάντια με τους Αμερικάνους, είμαστε αντι-αμερικάνοι, ή φιλο-αμερικάνοι; Και λέω. Έχετε λάθος εποχή. Έχετε λάθος εποχή, διότι αυτό το οποίο κατάφερε το ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα Παπανδρέου, με τους κ.κ. Υπουργούς των Εξωτερικών, με τον κ. Κ. Σημίτη αυτό το οποίο κατάφερε είναι, όχι να είμαστε ή φιλο-αμερικανοί ή αντι-αμερικανοί, αλλά να είμαστε Έλληνες, να προωθούμε τα ελληνικά συμφέροντα. Και όχι όταν μιλάμε, μα είναι Αμερικανός, μα είναι Ρώσος μα είναι Γερμανός μα είναι οποιοσδήποτε. Μπορούμε να μιλάμε ως Έλληνες.

Και να λέμε αυτό είναι το ελληνικό συμφέρον. Μπορούμε να βρούμε λύσεις. Από κοινού. Ή να διαφωνήσουμε. Αλλά εν πάση περιπτώσει εκφράζουμε πια τη βούληση και τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά. Κι αυτό θα θέλαμε να δούμε, να γίνει πραγματικότητα, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, και στα Βαλκάνια.

Και πιστεύουμε ότι αν σ’ αυτή την πορεία που είναι μια δύσκολη πορεία κι έχετε ζήσει τις δυσκολίες στην περιοχή, θυμάμαι πριν από μια δεκαετία όταν τότε είχα έλθει εδώ Βουλευτής, με πολλούς άλλους Βουλευτές και βγαίναμε στις πλατείες πάνω στην Ηγουμενίτσα, και σ’ άλλες περιοχές, ήταν 10.000 σ’ ένα χωριό Αλβανοί πρόσφυγες, αλλού ήταν 1.000, στα σχολεία, τεράστια προβλήματα.

Πριν από λίγα χρόνια όταν πήγα ως Αναπληρωτής Υπουργός στην Αλβανία δεν υπήρχε ουσιαστικά κυβέρνηση, ήταν ένα χάος. Σιγά-σιγά διαμορφώνουμε στην περιοχή μας, ισχυρότερους θεσμούς, δημοκρατικότερους θεσμούς και αξίες και λειτουργίες, οι οποίες αν όλοι μας σεβαστούμε, θα μπορέσουμε πραγματικά να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο, ειρήνης και συνεργασίας.

Αυτό λοιπόν είναι το όραμα για το οποίο δουλεύουμε. Είναι ένα όραμα ελπίδας και πρέπει να σας τονίσω, ότι και χθες, και σήμερα, και αύριο, το ΠΑΣΟΚ, αυτή η Κυβέρνηση, και όλα τα ικανά στελέχη που βρίσκονται εδώ μαζί σας, μαζί με τον ελληνικό λαό, θα παλεύουν γι’ αυτό το μεγάλο όραμα, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της δημοκρατίας, της φωνής των λαών και βεβαίως και της ειρήνης.

Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Διαβάστε επίσης