Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Επαφές για τον πρωτογενή τομέα της παραγωγής | 26.05.2020

“Η πανδημία του κορονοϊού ανέδειξε την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ανάγκη συνεργασίας” | συνέντευξη Xinhua 21.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Ομιλία σε εκδήλωση Συλλόγων Αποφοίτων Ξένων Πανεπιστημιών

«Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί συναπόφοιτοι, εξωστρέφεια. Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Θα μπορούσε να νομίσει κανείς, ότι η λέξη εξωστρέφεια, ουσιαστικά βασίζεται σε μια γεωγραφική έννοια, δηλαδή, έξω από τα σύνορά μας, τα γεωγραφικά, τα φυσικά.

Νομίζω, όμως, ότι είναι πολύ βαθύτερη η έννοια της εξωστρέφειας. Δεν σημαίνει το να πάμε στο εξωτερικό. Σημαίνει να αναμετρηθούμε με το καινούργιο, με νέους ορίζοντες, όποιοι και εάν είναι αυτοί, οι οποίοι δεν είναι μόνο γεωγραφικοί, είναι και γεωγραφικοί, αλλά είναι οικονομικοί, πολιτικοί, πολιτιστικοί, κοινωνικοί και τεχνολογικοί.

Σημαίνει πώς έχουμε τη βούληση από τη μια πλευρά να αναμετρηθούμε με το καινούργιο, και πώς διαμορφώνουμε και επενδύουμε στην ικανότητά μας να αναμετρηθούμε με αυτό το καινούργιο. Τι σχέδιο έχουμε ώστε να μπορέσει η χώρα μας -και με την έννοια της χώρας, εννοώ και ο κάθε πολίτης- να μην αφήσει κανέναν στο περιθώριο, να μπορεί να αναμετρηθεί αποτελεσματικά με το καινούργιο που έρχεται.

Και να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε ένα κλίμα αυτοπεποίθησης και ασφάλειας, και όχι φόβου. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερη χαρά μου που μιλώ σε εσάς, και θέλω να σας συγχαρώ για την πρωτοβουλία σας στην πρώτη αυτή συνεδρίαση, διότι εσείς έχετε αναμετρηθεί με το καινούργιο. Από τη φύση, σας ως Σύλλογος, ως Αποφοίτων διαφόρων πανεπιστημίων του εξωτερικού, έχετε αναμετρηθεί στο εξωτερικό με το διαφορετικό και το καινούργιο.

Όπως είπε η κυρία Ελένη Παπακωνσταντίνου, η Πρόεδρος ενός από τους Συλλόγους σας, όταν βρίσκεται κανείς ένα πολυπολιτισμικό χώρο με διαφορετικές ιδέες, σκέψεις και εξελίξεις, μπορεί από πολύ πιο κοντά να δει αυτές τις εξελίξεις σε αυτά τα κέντρα αριστείας των πολλών προσεγγίσεων και απόψεων. Ήταν μέσα στην δική σας δουλειά, στη φύση των σπουδών ή της εργασίας σας, γι’ αυτό μπορέσατε όλα αυτά να τα δείτε, να τα αισθανθείτε. Να τα αισθανθούμε τελικά, όλοι όσοι ζήσαμε αυτή την εμπειρία.

Γι’ αυτό για μένα, η συνάντηση εδώ μαζί σας, είναι όχι μόνο για μένα μια ευχάριστη πρόσκληση, αλλά θα μπορούσε να ήταν και μια πρόκληση για εσάς. Διότι πιστεύω ότι, θα πρέπει να σας καλέσω, και πιστεύω ότι, αυτό είναι και πατριωτικό καθήκον, να συγκρουστούμε, να αποτελέσετε εσείς ένα πυρήνα σύγκρουσης, με την καλή έννοια της σύγκρουσης, με νοοτροπίες και αντιλήψεις, που δεν μας επιτρέπουν να αναμετρηθούμε αποτελεσματικά με αυτό το καινούργιο που έρχεται.

Θέλω να τονίσω ότι, για μένα η διαφοροποίηση μεταξύ προόδου και συντήρησης -γιατί πολλές φορές με ρωτούν, μα ποιο είναι το ιδεολογικό στίγμα των κομμάτων τώρα ποιες είναι οι διαφορές τους- είναι πολύ περισσότερο το κατά πόσο και πως ένα κόμμα, ένας πολιτικός, ή ένας άνθρωπος, αντιμετωπίζει ακριβώς αυτές τις εξελίξεις. Αυτές τις ραγδαίες, πρωτόγνωρες εξελίξεις στην ανθρωπότητα.

Η μία αντίληψη είναι να τις δούμε με φόβο. Και όχι μόνο να τις δούμε με φόβο, αλλά και πολλές φορές ως πολιτική να καλλιεργήσουμε την ανασφάλεια, να παίξουμε με τον πόνο του πολίτη, και να έρθουμε μετά ως μεγάλοι αρχηγοί και να πούμε, «μην σας νοιάζει εδώ είμαι εγώ, θα σας τα λύσω όλα εγώ».

Αυτή είναι μια αντίληψη καλλιέργειας φόβου, ανασφάλειας, που δεν βοηθά τον πολίτη να αναμετρηθεί με πραγματικότητες και να εξελιχθεί ο ίδιος, να εξελιχθεί η κοινωνία. Είναι η αντίληψη του πολιτικού προστάτη, και όχι του πολιτικού παιδαγωγού.

Η άλλη, η προοδευτική αντίληψη, είναι για μένα να πούμε όχι στην ανασφάλεια, όχι στο φόβο, ότι ναι, έχουμε τις ικανότητες, έχουμε τις δυνατότητες, αλλά με ειλικρίνεια και με συστηματική δουλειά θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτές τις εξελίξεις. Να μην καλλιεργήσουμε την απομόνωση, την αυτοαπομόνωση, που ο φόβος ο ίδιος δημιουργεί, αλλά να καλλιεργήσουμε ακριβώς αυτή την έφεση, την ικανότητα και την αυτοπεποίθηση, να αναμετρηθούμε με το διαφορετικό, με τους καινούργιους ορίζοντες, να ψάξουμε, να αναδείξουμε τις δυνατότητές μας.

Ο Έλληνας που έχει ζήσει στο εξωτερικό, έχει μια ιδιαιτερότητα, και ίσως όλοι μας το έχουμε περάσει αυτό ως εμπειρία, και νομίζω ότι, έχει μια σημασία γι’ αυτό που συζητάμε σήμερα. Όταν πάει κανείς στο εξωτερικό και κάνει σπουδές, και μάλιστα και καλές σπουδές, περνάει από το νου του κάποια στιγμή η σκέψη -θα έλεγα στο 99%, αν όχι στο 100%- ότι θα μπορούσε να μείνει και σε εκείνο τον τόπο όπου έχει σπουδάσει. Να βρει μια δουλειά εκεί είτε ακαδημαϊκή, είτε σε μια εταιρεία, είτε οπουδήποτε αλλού. Δηλαδή, να κάνει πατρίδα του αυτή τη χώρα.

Αυτοί που αποφασίζουν να γυρίσουν, για διάφορους λόγους, ουσιαστικά κάνουν την Ελλάδα, όχι απλώς χώρα καταγωγής -που είναι και χώρα καταγωγής μας- αλλά χώρα της επιλογής μας. Χώρα της επιλογής μας σημαίνει ότι, συνειδητά είμαστε πατριώτες γι’ αυτή τη χώρα. Δεν είναι τυχαία απόφαση, αλλά συνειδητή απόφαση.

Και αυτός ο πατριωτισμός πιστεύω, ότι ενέχει και κάτι άλλο. Ένα σπέρμα και κάποιας άλλης αντίληψης. Δεν λένε απλώς θα επιστρέψω πάλι στην πατρίδα, θα επιλέξω την πατρίδα, ενώ θα μπορούσα να επιλέξω μια άλλη πατρίδα.

Είναι και οι προσδοκίες, οι προσμονές που έχουν, όταν κάνουν αυτή την επιλογή. Και νομίζω ότι και αυτό όλοι μας το έχουμε ζήσει.

Είναι, όχι μόνο για την προσωπική μας καριέρα, και τη δυνατότητά μας να εξελιχθούμε σε αυτή τη χώρα, αλλά και η ελπίδα ότι, κάτι μπορούμε να προσφέρουμε απ’ αυτό που μάθαμε, απ’ αυτό που είδαμε, από το διαφορετικό το οποίο ζήσαμε, από την εμπειρία μας, τη γνώση μας, είτε της δουλειάς, είτε των ακαδημαϊκών σπουδών. Είδαμε ότι, εκεί έξω υπάρχουν κάποιες δυνατότητες, κάποιες εμπειρίες, που αφορούν είτε συστήματα, είτε αντιλήψεις, είτε λογικές, είτε πρακτικές, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στη χώρα μας και να πάει πολύ καλύτερα η Ελλάδα.

Και έτσι, νομίζω ότι, όλοι όσοι γυρνάνε, άλλοι με λιγότερο, άλλοι με περισσότερο ενθουσιασμό, και ενθουσιασμός υπάρχει, και η μία προσήλωση στο ότι, ναι, εμείς μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα σε αυτή τη χώρα.

Έτσι λοιπόν, θα έλεγα όλοι μας σε αυτή την αίθουσα, είμαστε και εκ φύσεως φορείς αλλαγών στην κοινωνία μας. Όμως, πόσες φορές έχω ακούσει, ότι αυτή η δυναμική που κουβαλάμε μέσα μας προσκρούει σε μια ελληνική πραγματικότητα. Σε μια ελληνική πραγματικότητα όπου πολλές φορές, μετά από φιλότιμες προσπάθειες, μετά από αγώνες, κουραζόμαστε, συμβιβαζόμαστε. Λέμε, έτσι είναι η Ελλάδα, τι να κάνουμε, δεν αλλάζει. Και μπαίνουμε κι εμείς σε μια λογική πεπατημένη.

Αν υπάρχει μια έκκληση που θα ήθελα να κάνω, αυτή είναι να την σπάσουμε αυτή τη λογική. Υπάρχει αυτή τη στιγμή η κρίσιμη μάζα, και ίσως μεγαλώνει αυτή η κρίσιμη μάζα, πολλών, και δεν θα έλεγα μόνο όσων έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό, αλλά που θέλουν να αναμετρηθούν με το καινούργιο. Οπωσδήποτε εσείς είσαστε ένας προνομιακός χώρος γι’ αυτή την αναμέτρηση. Θα έλεγα ότι, η πρόκληση και πρόσκληση προς εσάς, είναι να μην συμβιβαστούμε, αφορά όλους μας, με παλιές αντιλήψεις και λογικές.

Αλλά πολλές φορές αναρωτιέμαι, όλοι μας θα έχουμε αναρωτηθεί, «διαπρέπουν οι Έλληνες στο εξωτερικό, γιατί δεν διαπρέπει, ή όσο θα μπορούσε και έπρεπε να διαπρέπει η Ελλάδα»; Και το λέω αυτό, αν και δεν είναι πια η Ελλάδα, όπως ήταν πριν από λίγα χρόνια. Η Ελλάδα έχει πάει πολύ μπροστά. Παραμένουν, όμως, σημαντικά προβλήματα, ακόμη.

Όπως και εσάς, έτσι και εμένα με έχει πολλές φορές απασχολήσει αυτό το ερώτημα. Ποια είναι τα κύρια θέματα, ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα, ένα-δυο προβλήματα που θα έπρεπε να ρίξουμε το βάρος μας για να αλλάξουμε τη χώρα μας; Τι κάνει ο Έλληνας στο εξωτερικό; Σε τι διαφέρει από τον Έλληνα που διαπρέπει στην Ελλάδα; Όχι ότι είναι ακριβής η απλοποίηση αυτή. Αλλά ένα είναι σίγουρο, ότι όταν βγαίνει στο εξωτερικό ο Έλληνας είναι μόνος, ουσιαστικά είναι μόνος. Δεν μπορεί παρά να βασιστεί στις δικές του δυνάμεις.

Αλλά επειδή υπάρχουν κανόνες, διαδικασίες, πρακτικές, μπορεί και αναπτύσσει τις ικανότητές του, και αναδεικνύει, ότι μπορεί ο Έλληνας, μέσα του έχει τεράστιες δημιουργικές δυνάμεις, τεράστιο δυναμισμό, για να μπορεί να προχωρήσει μπροστά.

Άρα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ότι, είναι μόνος του, αλλά και ότι υπάρχουν εκείνοι οι θεσμοί, εκείνες οι λειτουργίες, που διαμορφώνουν ένα σύστημα αξιών και πρακτικών που αναδεικνύουν το άξιο, την αξιοκρατία, το καλύτερο. Πάλι κάπως τα απλοποιώ, γιατί βεβαίως, κάθε χώρα, όπως ξέρουμε εμείς που έχουμε ζήσει στο εξωτερικό, έχει και τις αδυναμίες της.

Όμως, αυτό πιστεύω ότι είναι σημαντικό, σε ό,τι αφορά τη σύγκριση. Μάλιστα, πρόσφατα, διάβασα ότι, οι μεγάλοι μουσικοί, Μότσαρτ, Μπετόβεν κλπ. αναδείχτηκαν από τον πολιτισμό μας, αφού δημιουργήθηκε, δηλαδή, η κλίμακα να νοιώθεις, διότι έβαλε κάποιους κανόνες, έναν κώδικα επικοινωνίας, ένα κώδικα που επέτρεπε τη συνεργασία, ένα κώδικα πάνω στον οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει κανείς με αξιοπιστία, και που υπήρχαν δυνατότητες λογοδοσίας, διαφάνειας και αξιών.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι, στη χώρα μας υπάρχουν δυο λόγοι που ακόμη μας κρατάνε πίσω. Και είναι συνυφασμένοι. Ο ένας λόγος, είναι αυτή η πελατειακή αντίληψη. Η πελατειακή αντίληψη -και θα μιλήσω γι’ αυτή- που ουσιαστικά υπονομεύει κάθε έννοια αξιοκρατίας.

Και ο δεύτερος, μια πραγματική πολιτική συνοχής και υποβοήθησης της κοινωνίας, που θα δώσει στην κοινωνία δυνατότητες και ικανότητες να πάει μπροστά. Και μια τέτοια πολιτική, βεβαίως, αντιβαίνει σε μια πελατειακή λογική, διότι η πελατειακή λογική είναι λογική του «βολεύω» τον καθένα, ή συγκεκριμένα κομμάτια της κοινωνίας πελατειακά, συντεχνιακά, χωρίς να κοιτάω τα ισότιμα δικαιώματα όλων των πολιτών και να βοηθώ τη συνοχή της κοινωνίας, το σύνολο της κοινωνίας.

Θα ήθελα, λοιπόν, να αποδώσω την εσωστρέφειά μας, σε μεγάλο βαθμό, σε αυτή την ανασφάλεια που δημιουργείται και από την έλλειψη πολλές φορές της κοινωνικής συνοχής, αλλά και της πελατειακής αντίληψης.

Θα πω ένα παράδειγμα, τόσο νομίζω αυτονόητο, που όμως αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη λογική. Σε μια αγορά εργασίας, εάν μια κυβέρνηση αποφασίσει ότι, οι προσλήψεις στο δημόσιο γίνονται με πελατειακά κριτήρια, δηλαδή, ποιον ξέρεις, ποιον βουλευτή έχεις ψηφίσει, ποιον παράγοντα έχεις μπάρμπα στην Κορώνη κλπ., υποβαθμίζεται αμέσως η αξία της παιδείας.

Πολύ απλά, διότι ο άλλος σου λέει, ότι εγώ, θα το πάρω το πτυχίο για να είμαι τυπικά εντάξει, αλλά από εκεί και πέρα για να «βρω» διορισμό, θα το «βρω» μέσω των διασυνδέσεών μου. Αυτό καλλιεργεί μια εξάρτηση και έναν κρατισμό, μια αντίληψη κρατισμού σε μια ολόκληρη γενιά, και δημιουργεί αντικίνητρα, ουσιαστικά, στους νέους, να αισθανθούν ότι, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το καινούργιο, να αναμετρηθούν με το καινούργιο, να αναμετρηθούν με τον έξω κόσμο, να αναμετρηθούν με την αγορά εργασίας, να αναμετρηθούν με τους συναδέλφους, τους συναπόφοιτούς τους σε άλλες χώρες, διότι έχουν την προστασία κάποιου προστάτη.

Μα, το ίδιο δεν συμβαίνει εάν πάμε στους επιχειρηματίες; Πιστεύω ότι, πολλά έχουν αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια, αλλά υπήρχε μια εποχή, και υπάρχει ακόμη η αντίληψη, ότι ο επιχειρηματίας πρέπει να έχει την εύνοια του κράτους, ή ο πολιτικός την εύνοια του επιχειρηματία. Εγώ δεν χρησιμοποιώ τη λέξη «διαπλοκή», διότι νομίζω ότι, συσκοτίζει το πρόβλημα. Θα έλεγα η πελατειακή σχέση. Σημαίνει ότι, δεν πρέπει να έχει σχέσεις ο πολιτικός με τον επιχειρηματία; Αντιθέτως. Σημαίνει ότι, δεν πρέπει το κράτος να συμβάλει σε κλάδους ανάπτυξης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων;

Αν πούμε ότι, θέλουμε να αναπτύξουμε, τον τομέα του κ. Λαβίδα, τον τομέα της υγείας και της νέας τεχνολογίας στην υγεία; ή στον τομέα των επιχειρήσεων μέσω του διαδικτύου, όπως του κ. Χατζημηνά; Καθόλου.

Αλλά είναι άλλο να είναι οι όροι διαφανείς, συγκεκριμένοι, και βεβαίως, μέσα στα πλαίσια των κανόνων του ευρωπαϊκού και διεθνούς ανταγωνισμού, και άλλο, βεβαίως, να επικρατεί αυτή η λογική της ευνοιοκρατίας, ενός προστατευτισμού που δημιουργεί βαθύτατα την ψευδαίσθηση, ότι η Ελλάδα και ο Έλληνας επιχειρηματίας μπορεί να κρυφτεί σε μια γωνιά, έχοντας κάποιον τοπικό προστάτη, και δεν θα βρεθεί σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, ή δύσκολη πραγματικότητα μιας παγκόσμιας οικονομίας.

Όσο διατηρούμε αυτή την αντίληψη, και δεν σπάμε αυτή την αντίληψη, τόσο δημιουργείται και η ανασφάλεια, και δεν δημιουργούμε τα κίνητρα για την εξωστρέφεια. Αλλά και ένας υπουργός εάν έχουμε την πελατειακή λογική, θα δει, πως το πρόγραμμα του υπουργείου του θα το επενδύσει στο νομό του. Έχει σχέση αυτό με το πραγματικό σχεδιασμό της ανάπτυξης; Έχει σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της περιφέρειας, ή έχει σχέση με τις πελατειακές του σχέσεις με την περιφέρεια;

Ουσιαστικά είναι η λογική που μας κατατρέχει από παλιά, τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, εάν έχετε διαβάσει, για τον εσωτερικό αγώνα όπου βλέπαμε πολλές φορές το κράτος ως λάφυρο. Ένας ιδιότυπος κρατισμός, που δεν έχει σχέση με τις συζητήσεις που γίνονται σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ νεοφιλελεύθερων και σοσιαλιστών, αλλά ένας ιδιότυπος κρατισμός μιας κοινωνίας που έχει ακόμη πολλά φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, που βλέπουμε σε άλλες περιοχές στα Βαλκάνια, Λατινική Αμερική και αλλού.

Ένας κρατισμός που, όμως, έχει αφήσει τα σημάδια του βαθιά, και χρειάζονται σημαντικές τομές. Πρώτα απ’ όλα, αυτός ο κρατισμός έχει δημιουργήσει άκρως συγκεντρωτικές υπηρεσίες και λογικές στη χώρα μας. Μια τοπική Αυτοδιοίκηση αφυδατωμένη, χωρίς τα απαραίτητα στελέχη, χωρίς τις απαραίτητες αρμοδιότητες, χωρίς τους απαραίτητους πόρους, αλλά και με ένα συγκεντρωτισμό που δημιουργεί πολυνομία, έλλειψη συντονισμού μεταξύ υπουργείων.

Η διαφθορά είναι αποτέλεσμα αυτής της πολυνομίας. Τώρα, πριν λίγο, μιλούσα με τον Συνήγορο του Πολίτη, τον κ. Γιώργο Καμίνη, και επεσήμανε ότι, βασικό στοιχείο της διαφθοράς στην ελληνική δημόσια διοίκηση, σε σχέση με τον πολίτη, είναι αυτή η πολυνομία, που κάνει τον υπάλληλο ανεύθυνο-υπεύθυνο, που μπορεί να αυθαιρετεί στην ερμηνεία των διαφορετικών εγκυκλίων και αποφάσεων. Και από τη στιγμή που αυθαιρετεί, μπορεί να αυθαιρετεί καλή τη προθέσει, αλλά μπορεί και για χρηματισμό, ή για κάποια άλλη εξυπηρέτηση.

Αυτός ο κρατισμός σημαίνει έλλειψη διαφάνειας, και ουσιαστικά, θα έλεγα, ότι διαμορφώνει μια άλλη διχοτόμηση της ελληνικής κοινωνίας, μεταξύ μιας κοινωνίας πιο παρασιτικής, και μιας κοινωνίας πιο παραγωγικής. Νομίζω ότι εδώ, ο ρόλος του κράτους πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε να διαμορφώσουμε, να στηρίξουμε την παραγωγική Ελλάδα, να μιλήσουμε για την παραγωγική και δημιουργική οικονομία.

Έτσι η εξωστρέφεια χρειάζεται ως -θα έλεγα- αρχές, τη διαμόρφωση πραγματικής εμπιστοσύνης κράτους – πολίτη, αλλά και ευρύτερης εμπιστοσύνης του πολίτη με την κοινωνία και την πολιτεία. Όχι το φόβο, αλλά τη συμμετοχή, όχι την αποχή, αλλά την πρωτοβουλία, και όχι την υστεροβουλία, αλλά το ανοιχτό μυαλό, τους ανοιχτούς ορίζοντες, την κριτική σκέψη, και όχι τον εγκλωβισμό στο παρελθόν, την παρελθοντολατρεία.

Θέλουμε την παράδοσή μας, είμαστε περήφανοι για την παράδοσή μας, αλλά δεν είμαστε εγκλωβισμένοι και φυλακισμένοι στην παράδοσή μας, είναι πηγή έμπνευσης για να πάμε μπροστά. Την διαφάνεια και όχι τα κλειστά κυκλώματα, την παραγωγή και όχι τον παρασιτισμό, την δημιουργία και όχι απλώς την απλή κατανάλωση.

Πιστεύω ότι, αυτό είναι μια πρόκληση και για τα κόμματα. Εγώ έχω να το αντιμετωπίσω αυτό, ως αρχηγός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και όταν με εξέλεξαν φώναζαν το σύνθημα -και συνεχίζουν να το φωνάζουν- «Γιώργο άλλαξέ τα όλα». Το οποίο βεβαίως, σύνθημα, μπορείς να το ερμηνεύσεις πολλαπλώς, αλλά η αίσθησή μου είναι, ότι υπάρχει βαθιά η ανάγκη και στους πολίτες να δούνε τομές και αλλαγές.

Πρώτα απ’ όλα ένα κόμμα ανοιχτό, διαφανές, χωρίς μηχανισμούς, βιλαέτια, φέουδα κλπ., με αρχές, αλλά και δεύτερον, ένα κόμμα δημιουργικό, που θα παράξει. Δεν θα είναι ένα κόμμα, ένας χώρος που ο καθένας θα μπει για το βόλεμά του. Αλλά θα είναι ένας παραγωγικός, αναπτυξιακός χώρος, που θα βοηθά στην εξέλιξη της κοινωνίας, θα διαβουλεύεται με τον πολίτη, και θα διαμορφώνει τις πολιτικές του με τον ευρύτερο συναινετικό τρόπο.

Έχω κάνει και την κριτική μου, βεβαίως, στην κυβέρνηση του κ. Καραμανλή, διότι θεωρώ ότι, παραδώσαμε μια χώρα με αρκετά στρατηγικά πλεονεκτήματα, και είχε και ο ίδιος στρατηγικά πλεονεκτήματα για να πάει τη χώρα ένα ή και πολλά βήματα πιο μπροστά. Ποια ήταν αυτά τα πλεονεκτήματα;

Πρώτα απ’ όλα, μια οικονομική πορεία θετική, με όποια προβλήματα, αλλά μια θετική οικονομική πορεία. Κοντά στο 5% ανάπτυξη ετησίως.

Δεύτερον, μια χώρα με κύρος, όπως ξέρετε, δε μια παγκόσμια οικονομία, αλλά και κοινωνία, ο τίτλος, η ταυτότητα, παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο. Η εικόνα της αξιοπιστίας ενός προϊόντος πολλές φορές υπερέχει από πάρα πολλούς άλλους παράγοντες, σε σχέση με το ίδιο το προϊόν.

Βεβαίως, πρέπει να απηχεί και την πραγματικότητα, διότι αλλιώς, κάποια στιγμή, αυτό θα αποκαλυφθεί σε μια παγκόσμια αγορά. Αλλά πιστεύω ότι, δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα αυτό το μεγάλο κύρος που είχε η χώρα μας.

Τρίτον, η κυβέρνηση Καραμανλή είχε τη νέα εντολή. Είναι πολύ σημαντικό αυτό, να έχεις μια νέα εντολή, και μάλιστα τόσο μεγάλη, που σου δίνει τη δυνατότητα, σου δίνει την πολιτική βαρύτητα, την ευκαιρία, τη δύναμη να κάνεις τομές.

Και τέταρτον, ο ίδιος ο κ. Καραμανλής είχε μιλήσει για την ανάγκη αλλαγών, δηλαδή, δεν πήρε απλώς μια εντολή. Βεβαίως, έχω κάνει ιδιαίτερη κριτική για τις πάρα πολλές προεκλογικές υποσχέσεις του που είναι εκτός πραγματικότητας, κάτι το οποίο, νομίζω ότι, είναι και ανεύθυνο. Αλλά, οπωσδήποτε, μίλησε για επανίδρυση του κράτους, μια αλλαγή στο κράτος, για ένα σύγχρονο κράτος.

Είχαν μια χώρα, λοιπόν, που είχε διαπρέψει, και αν θέλετε, είχε τους πυρήνες αυτής της εξωστρέφειας. Και στο χώρο της οικονομίας, και στο χώρο του κράτους. Εγώ θυμάμαι στο Υπουργείο Εξωτερικών – και δεν ήταν μόνο το Υπουργείο Εξωτερικών – ότι εμείς καταφέραμε και οργανώσαμε μια Προεδρία με τόσα Υπουργεία, και πήραμε εύσημα σε όλους τους τομείς, δεν είναι τυχαίο. Τα στελέχη μας, οι σύμβουλοι μας, οι Διευθυντές, είχαν αρχίσει και είχαν αποκτήσει αυτή τη δυνατότητα, ως χώρα, να μπορούμε να συναλλαγούμε, να συζητήσουμε, να πείσουμε, σε μια παγκόσμια κοινωνία και πολιτική σκηνή.

Εγώ μάλιστα, παρότι επικρίθηκα, είχα κάνει την προσπάθεια να αξιοποιήσω ανθρώπους σαν κι εσάς, όλων των πολιτικών χώρων, χωρίς διάκριση, που φέρανε μαζί τους στο Υπουργείο Εξωτερικών εμπειρίες από το εξωτερικό, αλλά μπορούσαν να επικοινωνήσουν σ’ αυτόν τον πολυπολιτισμικό κόσμο. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να διαπερνά, πια, όλη τη Δημόσια Διοίκηση. Είμαστε σε μια παγκόσμια κοινωνία.

Η ένταξη μας στην ΟΝΕ, ένα βελτιωμένο επιχειρηματικό κλίμα, σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, αν και έχουμε ένα πρόβλημα στις ξένες επενδύσεις, η αύξηση της παραγωγικότητας, οι νέες υποδομές. Όλα αυτά ενίσχυσαν τη θέση της χώρας μας. Όπως, βεβαίως, και η παρουσία μας, και η παρουσία πολλών από εσάς στη γειτονιά μας, στα Βαλκάνια, στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, δημιούργησαν νέες προϋποθέσεις, δυνάμωσαν την αυτοπεποίθηση μας, και ανέδειξαν την Ελλάδα πρωτοπόρα για την περιοχή, θα έλεγα και πρότυπο για την περιοχή.

Αν πάτε στην Τουρκία – παίρνω την Τουρκία ως ένα παράδειγμα – και ρωτήσετε τους Τούρκους, θα σας πουν ότι, βλέπουν την Ελλάδα ως ένα πρότυπο ευρωπαϊκό, μιας χώρας της βαλκανικής που είναι ευρωπαϊκή χώρα. Δεν είμαστε μια βαλκανική χώρα της Ευρώπης, είμαστε γι’ αυτούς μια ευρωπαϊκή χώρα στα Βαλκάνια.

Αλλά βεβαίως, η καλύτερη επίδειξη της αυτοπεποίθησης μας, ήρθε από τους ίδιους τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Νομίζω ότι, και από δω, πρέπει να συγχαρούμε το λαό της Μεγάλης Βρετανίας και τον κ. Μπλερ, για την επιτυχία τους σήμερα. Νομίζω ότι, αυτός ο ανταγωνισμός και το ενδιαφέρον για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν είναι τυχαίος, μετά τους δικούς μας Ολυμπιακούς Αγώνες, γιατί ανέβηκε ακόμη πιο ψηλά ο πήχης και το ενδιαφέρον.

Θα μας δώσει αυτή η εξέλιξη, μια σημαντική ευκαιρία να συνεργαστούμε με την Αγγλία, με την χώρα αυτή κατά τα επόμενα έτη. Ίσως, αν τα μάρμαρα του Παρθενώνα δεν μπορέσαμε να τα φέρουμε στους δικούς μας Ολυμπιακούς Αγώνες, ίσως, μπορούμε να τα φέρουμε με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου. Γιατί τονίζω τους Ολυμπιακούς Αγώνες; Διότι στους Ολυμπιακούς Αγώνες αναδείξαμε ότι, η Ελλάδα – όχι απλώς οι Έλληνες του εξωτερικού, αλλά η Ελλάδα – μπορεί να έχει εξωστρέφεια, να αναμετρηθεί με το καινούριο.

Είχαμε τους πυρήνες των πιο σύγχρονων αν θέλετε αντιλήψεων, πρακτικών, οργανωτικών ικανοτήτων, τεχνολογίας, σε πάρα πολλούς τομείς. Από την ασφάλεια μέχρι τον τουρισμό, από τις τηλεπικοινωνίες μέχρι τις συγκοινωνίες, από τη δημόσια υγεία μέχρι τον εθελοντισμό.

Κι εδώ κάνω κριτική, διότι πιστεύω ότι, όλα αυτά τα στρατηγικά πλεονεκτήματα, τα οποία είχε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, τα έχει σπαταλήσει. Τα έχει σπαταλήσει με τρόπο που εγώ θεωρώ ανεύθυνο, χωρίς σχέδιο. Πρώτα απ’ όλα, με όλη αυτή την υπόθεση της απογραφής, την οποία εμείς αποδεχτήκαμε, και ζητήσαμε να κάνουμε με διαφάνεια μια απογραφή, για να έχουμε όλοι μας συμφωνία, για το τι ακριβώς υπάρχει στον κρατικό κορβανά.

Δεν έγινε αποδεκτή αυτή η πρόταση μας, και σήμερα ερίζουμε για το εάν ο Α ή ο Β φταίει για την οικονομική κατάσταση και το έλλειμμα. Αλλά ο τρόπος που έγινε, ήταν τέτοιος που έβαλε σε μια περιπέτεια τη χώρα. Όπως είπε το Economist, πολύ σωστά, στην Ε.Ε., πια, όταν κατηγορείς την προηγούμενη κυβέρνηση, κατηγορείς τη χώρα σου. Πιστεύω ότι, αυτό είναι που έχει, δυστυχώς, αποτυπωθεί. Δεν ήταν αρνητική αυτή η διαδικασία για το ΠΑΣΟΚ, ήταν για την Ελλάδα.

Το δεύτερο, ήταν όλη αυτή η φιλολογία γύρω από το «βασικό μέτοχο». Όπως σας είπα, μια νέα σχέση, υγιής σχέση μεταξύ επιχειρηματιών, πολιτικών, Μέσων Ενημέρωσης, είναι ζητούμενο, αλλά δεν μπορούμε γενικώς και αορίστως να ποινικοποιούμε και να ενοχοποιούμε κάθε σχέση. Πρέπει να υπάρξουν συγκεκριμένοι κανόνες.

Και ο «βασικός μέτοχος» έτσι όπως νομοθετήθηκε, κάθε άλλο παρά συνέβαλε σε μια ουσιαστική αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου. Κάτι, που ακόμα τώρα αντιμετωπίζουμε, με αλλεπάλληλα προβλήματα και στο κύρος της χώρας μας, Αλλά που δημιουργεί και μια αστάθεια στην οικονομία και στην απορρόφηση κονδυλίων.

Μίλησε ο κ. Καραμανλής, για το σπάταλο κράτος, τη μείωση κατά 10 δις της σπατάλης από το κράτος, και δυστυχώς, έχουμε την αύξηση των δαπανών, τη μείωση των εσόδων, και έναν προϋπολογισμό που δύσκολα θα πραγματοποιηθεί και φοβάμαι νέα φορολογικά μέτρα πολύ σύντομα, τα οποία θα πληρώσουν όλοι, και ιδιαίτερα οι καλοπληρωτές.

Μίλησε για σημαντική βελτίωση των νοσοκομείων, αλλά αντί να γίνουν προσλήψεις στα νοσοκομεία, βλέπουμε περίπου 100.000 προσλήψεις τους τελευταίους 15 μήνες νέων συμβασιούχων, και πρόσφατα ένα νόμο για 10.000 αγροφύλακες, για την επαρχία. Δεν χρειαζόμαστε αγροφύλακες. Δημοτική Αστυνομία, ίσως. Χρειαζόμαστε ανάπτυξη στην περιφέρεια, χρειαζόμαστε γιατρούς στα νοσοκομεία, αλλά όχι αγροφύλακες, όχι να πάμε πίσω σε μια παλιά λογική.

Στο Υπουργείο Πολιτισμού επίσης. Σήμερα, μιλούσαμε με διάφορους από το χώρο του πολιτισμού. Ο νέος Οργανισμός του Υπουργείου Πολιτισμού προβλέπει τη δημιουργία άλλων 200 -περίπου- Διευθύνσεων στο Υπουργείο, όταν την ίδια στιγμή μιλάει η κυβέρνηση για τον κρατικοδίαιτο πολιτισμό.

Είναι, λοιπόν, μερικά παραδείγματα, τα οποία θεωρώ ότι είναι χαρακτηριστικά. Είχα την ευκαιρία και στη Βουλή να τα αναπτύξω. Μιλούμε για μια πελατειακή αντίληψη που ξαναφέρνει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Δεν λέω, ότι τα κόμματα -όλα- δεν έχουν μια ευθύνη, αλλά πιστεύω ότι, είχαμε παλέψει σημαντικά για νέους θεσμούς, όπως το Συνήγορο του Πολίτη, το ΑΣΕΠ, για μεγαλύτερη διαφάνεια στη Δημόσια Διοίκηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, δεν χρειάζονται τομές.

Αυτό που με ενοχλεί εμένα – και θα με είχε συμπαραστάτη του ο κ. Καραμανλής – είναι ότι, αντί να πάει μπροστά, πηγαίνει πίσω, σε παλιές πρακτικές και λογικές, σ’ αυτή την πελατειακή αντίληψη.

Αλλά θέλω να κλείσω εκεί με την κριτική για το σήμερα, και να πω δυο λόγια για το αύριο, πάνω στο οποίο θα ήθελα και τις δικές σας σκέψεις. Σε μια Ευρώπη, σε μια Ελλάδα, που παγκοσμιοποιείται, πιστεύω ότι, πρέπει να μιλήσουμε για τη δημιουργική Ευρώπη, τη δημιουργική Ελλάδα, τον δημιουργικό Έλληνα.

Τι σημαίνει η έννοια της δημιουργικής Ευρώπης, της δημιουργικής Ελλάδας και του δημιουργικού Έλληνα; Πρώτα απ’ όλα – κι εδώ νομίζω είναι ένα θέμα και εξωστρέφειας, γιατί είναι ουσιαστικό να μπορούμε να αναμετρηθούμε με το καινούριο – είμαστε σε μια εποχή που θα υπάρχει όλο και περισσότερο ποικιλία, και συνεχώς όλο και περισσότερες διαφοροποιήσεις.

Θα αναμετριόμαστε καθημερινά με κάτι διαφορετικό. Μα στην τεχνολογία, στη ζωή μας, στην έρευνα, με έναν διαφορετικό πολιτισμό, με νέες αγορές, νέες αντιλήψεις, ηθικές. Πρέπει αντί να φοβηθούμε, να αξιοποιήσουμε την ποικιλία, ως πλεονέκτημα δημιουργικό. Νομίζω ότι, για κάθε επιχείρηση σήμερα, για να μπορεί να αναπτυχθεί, η ποικιλία, η καινοτομία, είναι πηγή δημιουργίας και συνεχούς εξέλιξης σε μια αγορά.

Έτσι, λοιπόν, σε μια Ευρώπη διαφορετικών εθνικών ομάδων, διαφορετικών πολιτισμών, γλώσσας, παραδόσεων, ή θα κλειστούμε, ο καθένας μας στην εθνική του γωνιά με φόβο μπροστά στον άλλον, ξενοφοβία, ρατσισμό, φόβο μήπως ο ένας μετανάστης μας πάρει τη δουλειά κλπ., ή θα αξιοποιήσουμε αυτή την ποικιλία, ως δημιουργική δύναμη.

Το δεύτερο, είναι ότι, πρέπει να απελευθερώσουμε αυτή τη δημιουργική δύναμη. Κι εδώ η Ελλάδα έχει σημαντικά μειονεκτήματα. Μια τεράστια γραφειοκρατία που εμποδίζει, που δεν βοηθά στην απελευθέρωση αυτών των δυνάμεων. Πρέπει, λοιπόν, να άρουμε τα εμπόδια και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, που αυτή τη στιγμή δεν επιτρέπουν στον επιχειρηματία, τον όποιο δημιουργό, τον όποιον παραγωγό, επαγγελματία αγρότη κλπ. να μπορεί να γίνει παραγωγικός και δημιουργικός, να εξελιχθεί.

Αλλά παράλληλα, απελευθερώνοντας αυτές τις δυνάμεις, πρέπει να επενδύσουμε σ’ αυτές τις δυνάμεις, κι αυτό σημαίνει ότι, πρέπει να επενδύσουμε σημαντικό χρήμα, σημαντικούς πόρους στην παιδεία, στην εκπαίδευση, στον άνθρωπο. Εκεί είναι και το βασικό μας πλεονέκτημα. Η Ινδία που δεν έχει πολλούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους, επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό και αναπτύσσεται.

Τέταρτον, στην Ευρώπη δεν μας περισσεύει κανείς. Μπορεί να υπάρχει ανάγκη ευελιξίας, αλλά άλλο ευελιξία, κι άλλο περιθωριοποίηση ενός πολίτη, ενός συνανθρώπου μας. Αυτό, και ως βασικό στοιχείο συνοχής της κοινωνίας μας, αλλά και ουσιαστικής παρουσίας μας μέσα στο διεθνές γίγνεσθαι.

Αν μόνο το 1/3 ή το 1/4 ή το 1/5 του Ελληνισμού μπορεί να συμμετάσχει σ’ αυτή τη μεγάλη αλλαγή που γίνεται παγκοσμίως, να μπει μέσα σ’ αυτή την εξωστρέφεια, να αναμετρηθεί με το καινούριο, και το υπόλοιπο κομμάτι του Ελληνισμού παραμείνει πίσω, τελικά και εκείνο το κομμάτι θα υποφέρει, αλλά και, τελικά, θα γίνει ένα βάρος, και για εκείνο το κομμάτι το οποίο θέλει να πάει μπροστά.

Άρα, λοιπόν, πρέπει τα κοινωνικά μας συστήματα, η κοινωνική μας πρόνοια, να μην περιθωριοποιεί τον πολίτη που δεν βρίσκει δουλειά, που μπορεί να έχει κάποια αδυναμία, που μπορεί να είναι άτομο με αναπηρία ή οτιδήποτε άλλο, αλλά να συμπαρασταθούμε, όχι απλώς με αλληλεγγύη, αλλά να βοηθήσουμε να γίνει ενεργά συμμέτοχος, και να αξιοποιηθεί το ταλέντο του, τη δυνατότητα του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτό σημαίνει να αξιοποιήσουμε όλο το δημιουργικό μας δυναμικό.

Πέμπτον, θα πρέπει να δημιουργήσουμε τα απαραίτητα δίκτυα και τις υποδομές ώστε αυτή η δημιουργική δύναμη να αξιοποιηθεί. Δρόμοι, τηλεπικοινωνίες στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, λεωφόρους πληροφοριών, λιμάνια κλπ., ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί αυτή η δημιουργική δυνατότητα, να υπάρχει επαφή.

Επειδή μιλάμε και για χώρες, όπως είναι η Φιλανδία, η Δανία, η Ιρλανδία, τις βόρειες χώρες για το μοντέλο αυτό, επειδή έχω ζήσει σ’ αυτές τις χώρες, τουλάχιστον στη βόρεια Ευρώπη, θέλω να επισημάνω ένα σημαντικό στοιχείο. Οι αλλαγές που έγιναν σ’ αυτές τις χώρες, πιστεύω ότι, ήταν και βαθιά δημοκρατικές.

Στην Ιρλανδία, υπήρξε μια εκστρατεία σε συνεργασία εργαζομένων και κράτους, για τις ξένες επενδύσεις και ενημέρωσαν, συζήτησαν, έπεισαν, διαπαιδαγώγησαν, αν θέλετε, την κοινή τους γνώμη, τους πολίτες, ώστε να γίνει, πια, δεύτερη φύση τους η ανάγκη να βοηθήσουν την ξένη επένδυση στην Ιρλανδία.

Στη Φιλανδία και στη Σουηδία, υπάρχουν, πια, από πολλές δεκαετίες θεσμοί διαβούλευσης, οι οποίοι θεσμοί διαβούλευσης επέτρεψαν να ξέρει ο εργαζόμενος και ο πολίτης, ότι στο τέλος του δρόμου θα κερδίσουν όλες οι πλευρές.

Μπορεί να περάσουμε από κάποιες δύσκολες μεταρρυθμίσεις, αλλαγές και στάδια, αλλά θα ξέρουμε ότι, στο τέλος όλοι μας θα βρεθούμε σε μια καλύτερη κατάσταση. Αυτό είναι πολύ βασικό. Και αυτή η συναίνεση, που δεν έρχεται απλώς με επίκληση της συναίνεσης, αλλά είναι μια βαθιά αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, του μηνύματος που δίνουμε στον πολίτη, είναι απαραίτητο και στη χώρα μας, αν θέλουμε να κάνουμε μεγάλες τομές.

Διότι τομές με συγκρούσεις δεν θα γίνουν. Δεν θα γίνουν σωστά. Θα γίνουν είτε μισά, είτε θα έχουν αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να μείνει απέξω. Ενώ τομές που επιδιώκουν μια ευρύτερη συναίνεση, όχι μόνο θα γίνουν, αλλά θα έχουν και τον δυναμισμό, και τη δυναμική του κάθε πολίτη, ο οποίος θα αισθανθεί συνυπεύθυνος στην εφαρμογή αυτών των αλλαγών.

Με αυτή τη λογική, πιστεύω ότι, πρέπει να πάμε σε ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης στη χώρα μας. Βασιστήκαμε σε ένα μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη από τις υποδομές, την κατανάλωση, πρέπει να πάμε τώρα, στην ανάπτυξη της ποιότητας, της δημιουργίας πλούτου από την ποιότητα, την καινοτομία και την εκπαίδευση.

Πιστεύω λοιπόν, ότι εδώ, ίσως, οι πρώτες μας μεγάλες καινοτομίες πρέπει να είναι σ’ αυτούς τους χώρους. Πέρα από το Δημόσιο που χρειάζεται να αποκεντρωθεί, να απογραφειοκρατικοποιηθεί, να σπάσουμε μια λογική του κρατισμού, της εξάρτησης από το κράτος, ο χώρος της παιδείας και της καινοτομίας είναι καθοριστικά στρατηγικής σημασίας για το μέλλον της χώρας μας και των επιχειρήσεων μας.

Έχω μιλήσει για την αποκρατικοποίηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Θα μου πείτε, ένας σοσιαλιστής μπορεί να μιλάει για την αποκρατικοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος; Μα το πιστεύω. Δεν πιστεύω, ότι το Δημόσιο δεν έχει χρέος. Το Δημόσιο έχει χρέος απέναντι στον πολίτη. Έχει χρέος να δώσει ισότιμη πρόσβαση, δικαίωμα πρόσβασης σ’ αυτές τις υπηρεσίες και στο φτωχότερο Έλληνα.

Αυτό δεν γίνεται σήμερα με το σύστημα που έχουμε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν λογοδοτούν τα πανεπιστήμια μας στις ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις. Ο κρατισμός, ο συγκεντρωτισμός, η γραφειοκρατία έχουν κάνει τα πανεπιστήμια μας αυτή τη στιγμή, να είναι προβληματικές επιχειρήσεις, όπως λέγαμε παλιότερα, κρατικές προβληματικές επιχειρήσεις, που βγάζουν συνεχώς ένα προϊόν, χωρίς αυτό το προϊόν να έχει κάποια σχέση με την αγορά ή τις ευρύτερες ανάγκες της κοινωνίας.

Δεν υπάρχει λογοδοσία, δεν υπάρχει συσχέτιση των πραγματικών αναγκών της κοινωνίας μας ευρύτερα, και ειδικότερα της οικονομίας μας και της αγοράς με την παραγωγή στελεχών από το ελληνικό πανεπιστήμιο και τα ΤΕΙ. Μόνο όταν απελευθερώσουμε το πανεπιστήμιο, δημιουργήσουμε έναν εσωτερικό ανταγωνισμό, μια μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής, μεγαλύτερη ευελιξία των ίδιων των πανεπιστημίων, να επιτρέψουμε και τα μη κρατικά πανεπιστήμια ώστε να αυξηθεί και ο ανταγωνισμός, όπου το κράτος δεν θα είναι παραγωγός αλλά ουσιαστικά αγοραστής των υπηρεσιών παιδείας, τότε θα μπορέσουμε να μιλάμε για μια μεγάλη τομή.

Γι’ αυτό, έχω κάνει κριτική πάλι στην κυβέρνηση, που ήρθε με μεγάλα λόγια για την παιδεία, αλλά έχει μείνει σε μικροαλλαγές, στο mirco-management, όπως θα έλεγε κανείς στα αγγλικά, στη μικρο-διαχείριση των προβλημάτων, ενώ χρειάζονται πολύ μεγάλες τομές. Δεν αρκεί να αλλάξουμε το νόμο, για τον τρόπο που εκλέγεται ένας καθηγητής, πρέπει να μην ασχολούμαστε εμείς, ως Βουλή, με το πώς εκλέγεται ένας καθηγητής.

Σκεφτείτε το Κογκρέσο ή στην Αγγλία τη Βουλή, να ψηφίζει νόμους για το πώς στο Χάρβαρντ ή στο δημόσιο Πανεπιστήμιο της τάδε Πολιτείας θα εκλέγεται ένας καθηγητής ή το αν θα πάρει άδεια ο οδηγός ενός Πρύτανη. Εγώ υπέγραφα τις άδειες των οδηγών των Πρυτάνεων, ως υπουργός Παιδείας. Δεν είναι αντίληψη αυτή. Να σκεφτόμαστε αν θα αλλάξουμε τους νόμους, για το αν θα πάμε την άδεια 10 μέρες ή 15 μέρες ή 20 μέρες. Πρέπει να αυτονομηθούν τα Πανεπιστήμια, να αποκεντρωθεί, να αποκρατικοποιηθεί όλο αυτό το σύστημα.

Παράλληλα, πρέπει να υπάρξει και συνεργασία με την επιχειρηματική κοινότητα. Διότι τότε θα υπάρξει και η δυνατότητα και το ενδιαφέρον να βρεθούν νέοι πόροι, να φτιαχτούν έδρες, ερευνητικά κέντρα, που θα τραβήξουν επενδύσεις, και από τις τράπεζες αλλά και από επιχειρήσεις, για να μπορούμε να κάνουμε κέντρα αριστείας, και εδώ, σαν την Ε.Ε., για να μπορούμε να κάνουμε καινοτόμες αλλαγές.

Και πρέπει να αντιληφθούμε ότι, τα πανεπιστήμια μας μπορεί να είναι κέντρα «δια βίου εκπαίδευσης», όπως και κέντρα ουσιαστικά, για όλα τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο. Μια βιομηχανία γνώσης, η οποία θα συνδυαστεί με ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο ποιότητας, από την πρωτογενή παραγωγή, τον αγροτικό τομέα -που κι εκεί, από την ποσότητα πρέπει να πάμε στην ποιότητα- αλλά μέχρι και τις υπηρεσίες μας, του τουρισμού και αλλού.

Φίλες και φίλοι, δεν θα ήθελα να σας κουράσω άλλο, γιατί ίσως, να υπάρχουν και ερωτήσεις, και θα ήθελα να κάνουμε ένα μικρό, έστω, διάλογο.

Θα ήθελα να τονίσω, απλώς, ότι προσβλέπω σ’ εσάς με απόλυτη ειλικρίνεια, διότι είμαι ένας από σας έχοντας ζήσει και αποφοιτήσει κι εγώ από πανεπιστήμια του εξωτερικού. Πιστεύω σε έναν ανοιχτό διάλογο, -τον οποίο εμείς κάνουμε και μακάρι να το κάνουν- όλα τα κόμματα, σε μια προσπάθεια μας, το Κίνημα μας να αλλάξει την λογική της πολιτικής στη χώρα μας. Και μάλιστα, έχουμε διαμορφώσει και ένα κέντρο ερευνών, ουσιαστικά για το λεγόμενο policy making, την διαμόρφωση πολιτικής,

Περιμένω από σας τις ανοιχτές και ειλικρινείς σας απόψεις, ασχέτως, όπως είπα, των κομματικών σας καταγωγών ή προτιμήσεων. Για να μπορέσουμε όλοι μας να βοηθήσουμε αυτή τη χώρα που έχει τεράστιες δυνατότητες, και το γνωρίζουμε εμείς που έχουμε ζήσει στο εξωτερικό και ξέρουμε τι μπορεί να κάνει ο Ελληνισμός. Να βοηθήσουμε όλοι μας να πάει μπροστά αυτή η χώρα, να κάνει τα μεγάλα άλματα μπροστά, και εξωστρέφειας, και εκσυγχρονισμού, και ουσιαστικής συμμετοχής στη διεθνή σκηνή. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.»

Ακολούθησαν ερωτήσεις από τους αποφοίτους φοιτητές.

Ερώτηση: Καλημέρα. Κύριε Πρόεδρε, έχω μια ερώτηση για την οποία νομίζω ότι είσαστε ενήμερος και σαν υπουργός Εξωτερικών. Το θέμα είναι ότι, οι Έλληνες επιχειρηματίες οι οποίοι θέλουν να επενδύσουν στο εξωτερικό, θέλουν να ξέρουν και τι κάλυψη έχουν από την ελληνική κυβέρνηση.

Δηλαδή, αν κάποιος επιχειρηματίας έχει ένα πρόβλημα σε μια συγκεκριμένη χώρα, κατά πόσον η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να πάρει μια θέση, να έχει την πολιτική βούληση, να καλύψει αυτούς τους επιχειρηματίες. Λογικό δεν είναι; Και ο λόγος που ρωτάω είναι, διότι ξέρουμε ότι, στο παράδειγμα των Ελλήνων της Αιθιοπίας, όπου ολόκληρη η κοινότητα έχασε τεράστια περιουσία, ό,τι είχαν και δεν είχαν αυτοί οι άνθρωποι, το ΠΑΣΟΚ κράτησε μια πολιτική σύμφωνα με την οποία ήταν προσωπική τους υπόθεση, και δεν έκανε τίποτα απολύτως, προκειμένου να διευθετηθούν αυτά τα θέματα.

Γιώργος Παπανδρέου: Πρώτα απ’ όλα, προσωπικά, είχα πολλές επαφές με τις Αρχές εκεί κατά καιρούς, και το Υπουργείο μας έκανε προσπάθειες. Δεν έχω λεπτομέρειες για να σας δώσω. Πολλές φορές, βεβαίως, οι συνθήκες είναι τέτοιες που είναι δύσκολο κανείς να επηρεάσει και να αλλάξει τις καταστάσεις.

Αυτό δεν είναι θέμα μόνο των επιχειρηματιών, βέβαια, είναι και θέμα πολλών πολιτών μας. Από την Ακχαζία, που μαίνεται ένας εμφύλιος, και έχουμε έναν Ελληνισμό εκεί, και που κάποια στιγμή αναγκάστηκαν και ήρθαν πολλοί στην Ελλάδα, μέχρι καπετάνιους Έλληνες που βρίσκονται σε δύσκολη θέση στην Ισπανία ή στο Πακιστάν, και πάντα παρεμβαίνουμε. Δεν είναι θέμα ΠΑΣΟΚ ή Νέας Δημοκρατίας, είναι υποχρέωση μας, και πιστεύω ότι, είναι και ευαισθησία μας.

Βεβαίως, υπάρχουν συγκρούσεις πολλές φορές, οι οποίες επιφέρουν μεγάλες καταστροφές, στις οποίες εμείς δεν μπορούμε, δεν έχουμε τις δυνατότητες, είναι πέραν των δυνατοτήτων μας, να παρέμβουμε.

Έχουμε, όμως, κάνει τα εξής. Πρώτα απ’ όλα έχουμε αξιοποιήσει τη θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Π.χ θυμάμαι στο Πακιστάν ένα καπετάνιο, τον οποίο τον κρατάγανε παρατύπως, δεν ήμουνα εγώ ο οποίος μιλούσα στον υπουργό Εξωτερικών του Πακιστάν, αλλά ο Επίτροπος επί των Εξωτερικών Υποθέσεων, ο κ. Πάτεν, αυτός μιλούσε με τον υπουργό Εξωτερικών του Πακιστάν. Δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Ένωση μας δίνει, πια, ένα νέο μοχλό να μπορέσουμε να προασπίσουμε τους πολίτες μας, είτε είναι επιχειρηματίες, είτε άλλοι σε ένα διεθνές επίπεδο.

Και αυτό κατοχυρώνεται, πια, σε συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πόσο μάλλον και στο νέο Σύνταγμα -που δυστυχώς, δεν έχει πάρει μια θετική πορεία- με βάση το οποίο ο ευρωπαίος πολίτης μπορεί να προσφύγει σε όποια πρεσβεία υπάρχει στην περιοχή, μπορεί να είναι ελληνική, να είναι γερμανική, μπορεί να είναι ιταλική, ή οποιαδήποτε άλλη, και να ζητήσει προστασία.

Δεύτερον, αυτό το οποίο κάναμε είναι να βοηθήσουμε όσο μπορούμε την επιχειρηματική δραστηριότητα του Έλληνα στο εξωτερικό. Με τη συγχώνευση, που δεν είναι απλή υπόθεση, των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών στο Υπουργείο Εξωτερικών, των Εμπορικών Ακολούθων. Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα Διπλωματικό Σώμα το οποίο θα στηρίξει τον Έλληνα επιχειρηματία στο εξωτερικό.

Δεν είναι απλή υπόθεση, διότι πρέπει να αλλάξουμε και νοοτροπίες. Ο διπλωμάτης του παρελθόντος θεωρούσε ότι, το να εμπλακεί με υποθέσεις οικονομικές, θα ήταν κάποιας κατώτερης ανθρώπινης φύσης. Ενώ ο σύγχρονος πρέσβης σήμερα, μα είναι ο Αμερικανός, μα είναι ο Ρώσος, μα είναι ο Γάλλος, θα τον βλέπετε να χτυπά τις πόρτες όλων των υπουργείων γύρω από τα οικονομικά ζητήματα, για να προωθήσει εξαγωγές, ή αγορές από τη χώρα του.

Και το τρίτο, ήταν βεβαίως, να στηρίξουμε μέσα από την αναπτυξιακή βοήθεια και τις διμερείς σχέσεις για την επιχειρηματική δραστηριότητα, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, αλλά όχι μόνο. Πιστεύω ότι, έγιναν σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Από εκεί και πέρα υπάρχουν και κάποια όρια μέσα στα οποία μπορούμε να κινηθούμε.

Ερώτηση: Καλησπέρα σας. Συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης. Τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες της αποβιομηχάνισης της χώρας, και το εργαλείο για την ανάπτυξη είναι αυτό, οι νέες επενδύσεις. Τι σκέφτεται να κάνει το ΠΑΣΟΚ προκειμένου να εμβυθίσει μια ακόμη παράμετρο στην αξιολόγηση των επενδύσεων από Έλληνες επιχειρηματίες, προκειμένου να μην φεύγουν ούτε για τα Βαλκάνια ούτε για την Ασία, ή οπουδήποτε αλλού;

Νομίζω ότι, η λύση στο θέμα αυτό είναι το θέμα πατριωτισμός.

Γιώργος Παπανδρέου: Ακριβώς.

Ερώτηση: Σαν παράμετρος αξιολόγησης που επενδύσεων στην Ελλάδα, στη χώρα μας, Πώς μπορούμε αυτό να εμφυσήσουμε;

Γιώργος Παπανδρέου: Δεν αμφιβάλω για τον πατριωτισμό των επιχειρηματιών. Θεωρώ, όμως, ότι, δεν είναι αρκετός για να μιλήσουμε για μια ουσιαστική -ακόμη μεγαλύτερη- δυναμική στη χώρα μας. Αν μείνουμε στον πατριωτισμό των Ελλήνων επιχειρηματιών, θα έρθουν, θα βοηθήσουν μέχρι ενός σημείου. Και θα έλεγα και το εξής. Εάν μείνουμε μόνο στους Έλληνες, πάλι θα έχουμε ένα πρόβλημα, γιατί κάποιοι άλλοι δεν είναι Έλληνες, και δεν θα έχουν αυτό τον πατριωτισμό.

Άρα, λοιπόν, πιστεύω ότι, πρέπει να δούμε τις διαρθρωτικές αλλαγές, ώστε μαζί με τον πατριωτισμό, που πολύ σωστά λέτε, μαζί με το ενδιαφέρον, να υπάρχει και ευκολία, να υπάρχει και υποβοήθηση, να υπάρχει και η σιγουριά, ότι μέσα σε ένα εύλογο πλαίσιο – ρίσκο, θα μπορεί να κάνει κανείς μια σοβαρή επένδυση, μια κερδοφορία ικανοποιητική, για να μπορεί να επενδύσει.

Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα, να απλοποιήσουμε διαδικασίες. Η γραφειοκρατία είναι, ίσως, από τα πιο βασικά εμπόδια, με ό,τι σημαίνει γραφειοκρατία. Από την ταλαιπωρία, μέχρι και τη διαφθορά. Αυτά είναι στοιχεία μιας πολυνομίας, μιας πολυεπίπεδης γραφειοκρατίας. Άρα, λοιπόν, το πρώτο είναι αυτό.

Το δεύτερο, είναι να μιλήσουμε και με τις τοπικές κοινωνίες, τον Έλληνα πολίτη, για να διαμορφώσουμε τους όρους μέσα στους οποίους θα είναι ευπρόσδεκτη η επένδυση. Γιατί πολλές φορές υπάρχουν φόβοι επενδύσεις θα προκαλέσουν καταστροφές ή θα δημιουργήσουν περιβαλλοντικά προβλήματα.

Άρα, λοιπόν, πιστεύω ότι, στις τοπικές κοινωνίες χρειάζεται μια διαπαιδαγώγηση, που σημαίνει ουσιαστικά, και διαμόρφωση μιας ταυτότητας αναπτυξιακής, για κάθε περιοχή.

Η Κρήτη πού θέλει να πάει; Η Βόρεια Ελλάδα που θέλουμε να πάει; Η Ήπειρος πού θέλουμε να πάει; Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να ενισχύσουμε εμείς αυτές τις προσπάθειες και με τα κοινοτικά προγράμματα, αλλά να δημιουργήσουμε και την υποδομή, και την ψυχολογία, ώστε να είναι ευπρόσδεκτες οι επενδύσεις.

Διότι υπάρχει ακόμη στον απλό πολίτη μια λογική σύμφωνα με την οποία, ότι ένας που έρχεται να επενδύσει, τι θα κάνει, θα αλλάξει την περιοχή; θα δημιουργήσει προβλήματα; ή και ένας παραγοντισμός, εφόσον έχει να επενδύσει, τι θα πάρω εγώ, τι θα πάρει ο άλλος, με την πολύ στενή πελατειακή έννοια. Αυτά πρέπει να αλλάξουν.

Το τρίτο σημαντικό στοιχείο είναι ότι, μιλάμε για την ανταγωνιστικότητα. Γιατί πάει ο άλλος στη Βουλγαρία και δεν μπορούμε να το σταματήσουμε αυτό; Και ούτε θέλουμε να το σταματήσουμε. Αυτό που θέλουμε είναι να έρθει η επένδυση και εδώ.

Στη Βουλγαρία πάει, διότι είναι φθηνότερο το εργατικό δυναμικό, κατ’ αρχήν. Είναι φθηνότερες οι τιμές, πέραν του ότι, υπάρχει και μια αγορά, και αυτή η αγορά είναι σημαντική για μας, να την κατακτήσουμε. Και εμείς για να ανταγωνιστούμε έχουμε δυο επιλογές. Ή θα φτηνύνουμε πολύ, ή θα δώσουμε μεγαλύτερη αξία στο προϊόν μας.

Μπορούμε να μειώσουμε το κόστος, διότι υπάρχει μια σπατάλη, υπάρχει η γραφειοκρατία, υπάρχει μια σειρά ζητημάτων, αλλά θα πρέπει να επενδύσουμε στην ποιότητα. Και άρα, λοιπόν, μιλάμε για καινοτομία και για παιδεία, γιατί αυτά είναι σημαντικά για να μπορέσουμε να αυξήσουμε την απόδοση και την ποιότητα του προϊόντος σε ένα διεθνή ανταγωνισμό. Π.χ. είχα πάει σε μια από τις μεγάλες εταιρείες κάτω στην Ελευσίνα που έχει σχέση με την βιομηχανία πλοίων και είχε ανταγωνισμό από την Κορέα. Βεβαίως υπάρχουν και θέματα dubbing, τα οποία και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου υποτίθεται και μαζί με την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να τα αντιμετωπίσει.

Αλλά ας πούμε ότι, είναι μέσα στα όρια των κανόνων του διεθνούς ανταγωνισμού, πάλι είναι πολύ φθηνότερα. Ένας Έλληνας εφοπλιστής, θα πάει στην Κορέα για να ναυπηγήσει πλοίο.

Έχει δυο δυνατότητες, ή να πει στον εργαζόμενο θα σου κόψω στη μέση το μισθό, ή να μπει σε χώρους καινοτόμους, που σημαίνει και μια άλλη εκπαίδευση και μετεκπαίδευση, όπου ο εργαζόμενος πρέπει να έρθει σε μια ουσιαστική συμμαχία με τον εργοδότη. Μπορεί να ακούγεται περίεργο σε μια ταξική ανάλυση, αλλά ουσιαστικά, σε μια κοινή συμμαχία, ενός κοινού στόχου βελτίωσης της επιχείρησης για να είναι ανταγωνιστική.

Άρα, λοιπόν, και εδώ είναι που χρειάζεται η εκπαίδευση, αλλά παράλληλα, και εκείνες οι λογικές συνεργασίας – συναίνεσης, ώστε να μπορούμε να κινητοποιήσουμε το δυναμικό, για να μπορεί να φτάσει σε μια νέα σημαντική λογική, σε μια σημαντική αφετηρία.

Θα έλεγα ότι, υπάρχουν και οι τράπεζες. Οι ελληνικές τράπεζες επενδύουν περισσότερο σε ασφαλείς επενδύσεις, γεγονός που δεν βοηθάει ιδιαίτερα τη Μικρομεσαία Επιχείρηση να αναπτυχθεί, να δοκιμάσει τη δεύτερη ευκαιρία, και ούτω καθ’ εξής, για να μπορεί να έχει αυτή τη δυνατότητα.

Υπάρχει και το θέμα της φορολογίας. Η φορολογία είναι σημαντικό ζήτημα. Πιστεύω ότι, πρέπει να πάμε πιο πολύ προς το σκανδιναβικό μοντέλο, όπου δεν φορολογείς ουσιαστικά την επιχείρηση που επαναεπενδύσει τα κέρδη, αλλά φορολογείς το εισόδημα το οποίο βγαίνει και πηγαίνει στο συγκεκριμένο πρόσωπο.

Άρα, λοιπόν, ουσιαστικά βοηθάς την ανάπτυξη, και βοηθάς και στην ευελιξία. Η Δανία π.χ. έχει μια ευελιξία για τον εργαζόμενο, που, όμως, δεν τον αφήνει να πέσει κάτω. Του λέει, συνεχώς θα αλλάζεις δουλειά, δεν θα μείνεις μόνιμα σε μια δουλειά. Θα φύγεις από μια εταιρεία, θα πάς σε μια άλλη, σε μια τρίτη, αλλά θα ξέρεις ότι, η σύνταξή σου θα σε ακολουθεί, θα έχεις διαδοχική σύνταξη, και στις ενδιάμεσες περιόδους, εγώ θα σε πάρω, ως πολιτεία, και θα σε επανεκπαιδεύσω. Μα, είναι ένας χρόνος, μα είναι δυο χρόνια. Αν στο τέλος δεν μπορέσω να σου βρω πουθενά δουλειά, βεβαίως η πολιτεία θα σε βοηθήσει να έχεις έναν ικανοποιητικό μισθό.

Με όλα αυτά αυτό που θα κάνω, θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω να μετεκπαιδεύεσαι συνεχώς και να αλλάζεις συνεχώς. Αυτή η αντίληψη έχει κάνει τη Δανία μία από τις πιο ανταγωνιστικές χώρες, αλλά έχει συγκρατήσει και την κοινωνική πρόνοια, την έννοια της κοινωνικής πρόνοιας. Δεν αισθάνεται ανασφαλής ο Δανός εργαζόμενος.

Πήρα απλώς μερικά παραδείγματα, στα οποία νομίζω ότι, πρέπει να εστιαστούμε.

Ερώτηση: Πολιτεύομαι με τη Ν.Δ. Ήμουνα υποψήφιος βουλευτής στις περασμένες εκλογές στο νομό Ρεθύμνης στην Κρήτη. Το ερώτημα είναι, και δανείζομαι μια λέξη που χρησιμοποιήσατε, συμπαραστάτης. Ας υποθέσουμε ότι, κάποια στιγμή έστω κάποιος απόπειρες για μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Καραμανλή, σας βρίσκουν σύμφωνο. Ως συμπαραστάτης θα σταθείτε δίπλα, προκειμένου αυτή η μεταρρύθμιση να περάσει σε χώρους που πολλές φορές αντιτίθεται στην αλλαγή, όπως για παράδειγμα όταν έχει να κάνει με το συνδικαλισμό, ή με το συνεταιρισμό; Χώρους που το κόμμα σας έχει την πλειοψηφία;

Γιώργος Παπανδρέου: Η απάντηση είναι ναι. Αλλά θέλω, όμως, να πω, και την εμπειρία μας εδώ και 15 μήνες, απ΄ όταν έγινε η πρώτη συζήτηση στη Βουλή, επί των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης. Εγώ είπα πολύ απλά, -κατ’ αρχήν ευχήθηκα καλή δουλειά και καλή επιτυχία στην κυβέρνηση-ότι είμαστε έτοιμοι να συμβάλουμε στην εξωτερική πολιτική, είμαστε έτοιμοι στην δημόσια διοίκηση και στην καταπολέμηση της διαφθοράς, την εμπέδωση διαφάνειας, να βοηθήσουμε. Είμαστε έτοιμοι στο χώρο της παιδείας να συμμετάσχουμε και να βοηθήσουμε.

Είμαστε έτοιμοι και στην οικονομία, σε μια απογραφή να συμμετάσχουμε, για να υπάρξει πλήρης διαφάνεια, και να συμφωνήσουμε, επιτέλους, ότι αυτά είναι τα δεδομένα, και πάνω σε αυτά μπορεί να έχει κανείς διαφορετικές πολιτικές, αλλά τουλάχιστον να μην τσακωνόμαστε για τα δεδομένα. Γιατί εάν τσακώνεσαι για τα δεδομένα, τότε είναι πολύ δύσκολο να συνεννοηθείς.

Ποια ήταν η απάντηση της Ν.Δ. Στην εξωτερική πολιτική μου έκανε εντύπωση, ότι όταν πήγαν ο κ. Καραμανλής και ο κ. Μολυβιάτης στη Λουκέρνη -είναι ένα θέμα το οποίο χειριζόμουν και εγώ ως υπουργός Εξωτερικών πολύ στενά όλο αυτό τον καιρό- με έπαιρνε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου κάθε ημέρα, και με συμβουλευόταν, και με ρωτούσε, και μου έλεγε πάρε τον τάδε τηλέφωνο, κάνε εκείνο, κάνε το άλλο. Ούτε μια φορά δεν με πήρανε ούτε ο κ. Καραμανλής ούτε ο κ. Μολυβιάτης. Εγώ είπα να βοηθήσω, δεν είπα να μην βοηθήσω. Και με πήρε ο κ. Μολυβιάτης αφού είχε κλείσει η συμφωνία.

Στο χώρο της οικονομίας για την απογραφής, αντί να γίνει μια διακομματική επιτροπή -εμπειρογνωμόνων-, από την Κεντρική Τράπεζα, μέσα σε 15 ημέρες στείλανε ένα σημείωμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λέγοντας ότι, η απογραφή είναι τόση. Ανεβάσανε το κόστος του ελλείμματος κατά 1%.Ετσι, στα καλά καθούμενα.

Στο θέμα της δημόσιας διοίκησης, έφερε ένα νόμο ο κ. Παυλόπουλος, και κατήργησε όλους τους διευθυντές της Δημόσιας Διοίκησης εν μια νυκτί. Άλλαξε όλους τους διευθυντές στο χώρο της παιδείας και έβαλε κομματικά στελέχη ως διευθυντές στα σχολεία, μέλη της ΔΑΚΕ, του συνδικαλιστικού της χώρου. Άλλαξε το νόμο για τους διευθυντές, και υποβάθμισε τα προσόντα των διευθυντών. Εκεί που για να προαχθείς σε θέση ανώτερη, θα έπρεπε να έχεις μια ξένη γλώσσα, και 4 χρόνια εμπειρίας διοικητικής, σε κάποια θέση τμηματάρχη ή διευθυντή, τα αφαίρεσε αυτά, δεν χρειάζεσαι ξένη γλώσσα και δεν χρειάζεσαι και εμπειρία. Και βλέπεις, π.χ., στο ΙΚΑ, να είναι 25 τμηματάρχες, και οι 25 σε θέσεις ευθύνης, και δεν έχουν γλώσσα, και δεν έχουν εμπειρία.

Σε μια χώρα, που είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και πρέπει αυτοί να διαπραγματεύονται συνεχώς και να συζητούν για εγκυκλίους κλπ.. Δεν είναι όλα μεταφρασμένα στα ελληνικά και πρέπει να ξέρουν τη νοοτροπία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλαβαίνετε τι σημαίνει Δημόσια Διοίκηση.

Και βεβαίως, έφερε και τη συνέντευξη στο ΑΣΕΠ,. Δεν είμαι εναντίον της συνέντευξης, αλλά ξέρετε τι σημαίνει αυτό στην Ελλάδα, πόσο εύκολα μπορεί αυτό να παρεξηγηθεί. Πάει κάποιος σε συνέντευξη, π.χ. ένας ο οποίος έχει τελειώσει πανεπιστήμιο, και πάει και ένας άλλος ο οποίος έχει βγει από τα ΙΕΚ, με τη συνέντευξη μπορεί να καλύψει αυτή τη διαφορά. Μιλάμε, λοιπόν, για κινήσεις στη δημόσια διοίκηση, οι οποίες κάθε άλλο παρά προωθούν την αξιοκρατία.

Για το θέμα της λεγόμενης «διαπλοκής». Καταθέσαμε πρόταση οκτώ σημείων. Είπαμε, το Σύνταγμα έχει αυτό. Κακώς, εγώ πιστεύω ότι, εμείς στο Σύνταγμα βάλαμε περίπλοκες διαδικασίες, γιατί το Σύνταγμα δεν αλλάζει, αλλά τα πράγματα εξελίσσονται. Και είπαμε, ελάτε να το δούμε από την αρχή. Υπάρχουν προβλήματα με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όχι δεν έχει προβλήματα, θα το περάσουμε, μας είπαν. Τους είπαμε, όταν ήρθε το πρώτο γράμμα, ελάτε να τα συζητήσουμε. Έχουμε προτάσεις, να βοηθήσουμε στον ανταγωνισμό, στην διαφάνεια, και μην ενοχοποιείτε όλο τον επιχειρηματικό κόσμο με αυτή τη λογική. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει η διάθεση να συζητήσουν μαζί μας αυτά τα θέματα.

Στο χώρο της παιδείας, ήμασταν οι τελευταίοι που μείναμε στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας. Όλοι οι άλλοι είχαν αποχωρήσει, όλα τα άλλα κόμματα και όλοι οι άλλοι φορείς, και μείναμε εμείς εκεί για να συζητάμε.

Όταν η κυρία Γιαννάκου μας λέει, ότι δεν θα στείλει νομοσχέδιο στη Βουλή πριν το συζητήσουμε μαζί, και την επομένη το βλέπουμε στη Βουλή, και αυτό γίνεται μια- δυο- τρεις φορές. Όταν λέει σε διεθνή συνάντηση, ότι εμείς το σύστημα της αξιολόγησης το έχουμε ψηφίσει, και η αλήθεια είναι ότι, δεν το έχουμε ψηφίσει στη Βουλή, από εκεί και πέρα δεν μπορούμε να έχουμε αξιοπιστία. Δεν υπάρχει αξιοπιστία.

Εγώ έδωσα όλες τις ευκαιρίες σε αυτή την κυβέρνηση, και είπα ότι, θα είμαι κοντά για μεγάλες αλλαγές. Έχω την αίσθηση ότι, η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει την διάθεση.

Τώρα, σε ό,τι αφορά τους συνδικαλιστές. Μα, εμείς κοντραριστήκαμε με τους συνδικαλιστές μας. Στο θέμα του ΟΤΕ εγώ χτύπησα αλύπητα τους συνδικαλιστές μας, που συμφώνησαν σε μια συμφωνία η οποία ουσιαστικά «ήταν για την πάρτη τους», να το πω έτσι, πολύ απλά. «Είπανε, να πάρουμε μεγάλες συντάξεις εμείς, να τα φορτώσουμε, μάλιστα, και στο ΙΚΑ, και να αποχωρήσουμε εμείς μετά».

Εγώ, δεν θεώρησα υπεύθυνη αυτή τη στάση, και ήταν συνδικαλιστές του χώρου μας. Άρα, λοιπόν δεν έχω κανένα πρόβλημα να συγκρουστώ με αυτές τις λογικές. Θεωρώ ότι, δεν είναι μεταρρύθμιση η λογική αυτή στις τράπεζες, είναι ένα βόλεμα κάποιων πραγμάτων. Δεν κάνει σοβαρές τομές στον δημόσιο τομέα. Εμείς είχαμε κάνει αρκετές τομές, σε αυτόν τον τομέα

Ιδιωτικοποιήσεις, αποκρατικοποιήσεις, ένταξη στη χρηματαγορά, βελτίωση των υπηρεσιών, ΔΕΠ, είχαν γίνει πολλά. Είχαν γίνει σημαντικές αλλαγές. Δεν λέω ότι λύθηκαν όλα τα προβλήματα, αλλά είχαν γίνει σημαντικές αλλαγές. Περίμενα αυτή η κυβέρνηση να πάρει τα θετικά που κάναμε εμείς, και πάνω σε αυτά να χτίσει και να πάει μπροστά.

Η αίσθηση που έχω; Είναι ότι, δεν θέλει να τα ελέγξει. Είναι μια παλιά αντίληψη. Δεν μπορούμε να έχουμε αυτή την παλιά αντίληψη στην πολιτική. Το κράτος δεν ανήκει σε κανέναν, το κράτος ανήκει στην κοινωνία που πρέπει να υπηρετήσει. Όταν επικρατεί αυτή η λογική, του κομματισμού, του ελέγχου, αυτό δεν είναι παραγωγικό. Όλα τα κόμματα έχουν τις αμαρτίες τους, αλλά θα περίμενα από το νέο Πρωθυπουργό να πήγαινε πολύ πιο μπροστά.»

Διαβάστε επίσης