Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Ομιλία Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στη συνάντηση του Euro50 Group με θέμα: «Η Ευρωζώνη σε σταυροδρόμι»

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, Πρόεδρε του Euro50, Edmond Alphandéry, Mario Monti,

Σας ευχαριστώ για τα πολύ ευγενικά σας λόγια. Είναι επίκαιρη η στιγμή που σας έχουμε εδώ, στην Αθήνα, και μας βοηθάτε, αλλά βοηθάτε και την Ευρώπη, θα έλεγα, σε αυτή την προβληματική κατάσταση που αντιμετωπίζουμε και στη συζήτηση για το πού βαδίζουμε.

Όπως είπατε, πράγματι, εγώ βλέπω αυτή την κρίση ως ευκαιρία. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε και είμαι βέβαιος ότι έχετε ακούσει από τους Υπουργούς της Κυβέρνησης ότι, σκοπός μας είναι να αξιοποιήσουμε αυτή την κρίση με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να την μετατρέψουμε σε ευκαιρία για τη χώρα μας και, βεβαίως, ελπίζουμε και για την Ευρώπη.

Λιγότερο από 10 χρόνια μετά την κυκλοφορία του ευρώ, βρεθήκαμε στη δίνη της χειρότερης οικονομικής θύελλας από το κραχ του 1929. Αυτή η θύελλα δοκίμασε τις αντοχές όλων, και των μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη, ενώ προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, καθώς πολλοί έχασαν δουλειές, περιουσίες, ασφαλιστικές εγγυήσεις και σπίτια.

Με δεδομένη την ένταση της κρίσης, ήταν αναμενόμενο να πληγεί και το ενιαίο νόμισμα, ένα πρωτοφανές – ας μην το ξεχνάμε – εγχείρημα στη σύγχρονη οικονομική ιστορία, το οποίο βρισκόταν ακόμα στα πρώτα του βήματα.

Είναι κάτι που θα πρέπει να έχουμε κατά νου, όταν μπαίνουμε στον πειρασμό της εύκολης κριτικής εναντίον του ευρώ, που είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα στο πλαίσιο της ενωσιακής διαδικασίας, η οποία ξεκίνησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ποια είναι η διέξοδος; Εδώ έχουμε πολλούς που καταστροφολογούν. Άλλοι θεωρούν ότι είμαστε απλώς σε μια πορεία διάλυσης, άλλοι ψάχνουν για εξιλαστήρια θύματα για να αντιμετωπίσουμε την κρίση, άλλοι θεωρούν ότι απλώς θα περιμένουμε τις εξελίξεις των αγορών, το «αόρατο χέρι» της οικονομίας, για να λύσουμε το πρόβλημα.

Θεωρώ ότι κανένα από τα παραπάνω δεν είναι η λύση του προβλήματος. Η λύση πρέπει να προέλθει μέσα από ισχυρή βούληση. Πρέπει να δράσουμε συλλογικά και αποφασιστικά και να προστατεύσουμε αυτό το πολύτιμο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, βεβαίως, του κοινού νομίσματος.

Να μην αφήσουμε, δηλαδή, την πορεία μας σε τυχαίες εξελίξεις, ούτε τρίτους να καθορίσουν τη μοίρα μας, αλλά να την καθορίσουμε εμείς οι ίδιοι, να πάρουμε εμείς τη μοίρα μας στα δικά μας χέρια. Σημασία έχει, πριν απ’ όλα, να μιλήσουμε με ειλικρίνεια και με νηφαλιότητα για τις πραγματικές παραμέτρους της κρίσης.

Εγώ θέτω τρία καίρια ερωτήματα, που θεωρώ ότι, στον πυρήνα τους, δεν είναι τόσο οικονομικά, όσο πολιτικά. Πώς ενισχύουμε τη δημοκρατική διακυβέρνηση, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης της οικονομίας μας; Και ξεκινώ από την Ελλάδα γιατί, πολλές φορές, ακούγεται με μεγάλη ευκολία πως το πρόβλημα ήταν, ότι οι Έλληνες δεν δούλευαν πολύ, ότι ήταν τεμπέληδες, ότι το κράτος πρόνοιας ήταν υπέρ-σπάταλο και άρα, λοιπόν, πολύ απλά, η λιτότητα αποτελεί τη θεραπεία.

Θεωρώ ότι αυτό είναι λάθος, διότι δεν βλέπει ότι το δημοσιονομικό μας πρόβλημα ήταν η κορυφή ενός παγόβουνου, ένα σύμπτωμα της ευρύτερης κρίσης που υπέβοσκε, όχι η πραγματική αιτία. Το πραγματικό πρόβλημα σχετιζόταν κατ’ εξοχήν με την ίδια τη διακυβέρνηση της χώρας, με την έλλειψη κανόνων διαφάνειας και λογοδοσίας, με μια πελατειακή σπατάλη, με τη συναλλαγή που αντικατέστησε την έννομη τάξη, με αθέμιτα προνόμια, για τα οποία μίλησε και ο Mario Monti, που αντικατέστησαν το αίσθημα δικαιοσύνης προς όλους.

Και αυτή η κατάσταση εξέθρεψε και τη φοροδιαφυγή και την παραοικονομία, ενώ οδήγησε σε έλλειψη στρατηγικής για μια βιώσιμη ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα της χώρας μας, αλλά και στην απαξίωση των πολλών συγκριτικών πλεονεκτημάτων που έχει η Ελλάδα.

Περιέργως, η ελληνική κρίση επισημαίνει με ένα διαφορετικό τρόπο και τη φύση της κρίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η έλλειψη διαφάνειας εκεί, σε ό,τι αφορά την επιτήρηση της λειτουργίας των αγορών, καθώς και η εσφαλμένη αξιολόγηση ετοιμόρροπων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ή και των τοξικών ομολόγων, με 3Α – «triple A» – όπως έγινε τότε με χρηματοοικονομικά προϊόντα που δεν είχαν ελεγχθεί, δημιούργησαν αυτή τη φούσκα και, τελικά, παρ’ ολίγο και την κατάρρευση της αμερικανικής, αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας.

Αυτή η κρίση ανέδειξε και την ανεπάρκεια απαραίτητων δομών διακυβέρνησης ή, ακόμα περισσότερο, το γεγονός ότι οι δημοκρατικοί μας θεσμοί σήμερα, πολλές φορές, αιχμαλωτίζονται μέσα σε ένα πλαίσιο ισχυρών συμφερόντων και μάλιστα, πολλές φορές, αδιαφανών.

Αυτή είναι μια πρόκληση για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς, μια πρόκληση σημαντική. Πολλοί νομπελίστες οικονομολόγοι, σήμερα, εντοπίζουν ως βασική αιτία αυτής της κρίσης, την τεράστια ανισότητα και μέσα, αλλά και μεταξύ των κοινωνιών μας, που έχει και πολιτικές προεκτάσεις και δημιουργεί μια ανισότητα ισχύος, αλλά και τη δυσλειτουργία των δημοκρατικών μας θεσμών, με αποτέλεσμα να φτάνουμε στην ιδιωτικοποίηση των κερδών και στην κοινωνικοποίηση των ζημιών – κάτι που θεωρώ μη βιώσιμο πολιτικά.

Το δεύτερο ερώτημα, που αφορά πάλι στη λειτουργία των δημοκρατικών μας θεσμών, είναι αν μπορούν από μόνες τους οι αγορές να λύσουν το πρόβλημα. Το λέω, γιατί το ζήσαμε κι εμείς τους πρώτους μήνες της κρίσης, τότε που έλεγαν ότι «όλα θα διορθωθούν από τις αγορές, αρκεί εμείς να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις τους». Δεν ήταν αυτή η λύση. Και η διάψευση ήλθε με τα όσα συνέβησαν και στην Ευρώπη, τον τελευταίο χρόνο. Η αγορά, νομίζω, δεν είναι ούτε διάβολος, ούτε Θεός.

Κάθε αγορά αποτελείται από ανθρώπους, στελέχη Τραπεζών, οίκους αξιολόγησης διαφόρων μορφών, funds, διαχειριστές ομολόγων και παραγώγων, έμπορους, επιχειρηματίες και καταναλωτές, με συγκεκριμένα συμφέροντα. Και η Πολιτεία οφείλει να βρει – και αυτό είναι επίσης μια πρόκληση – πώς θα συμβάλλει στο να διαμορφώσει αυτό το πλαίσιο, ώστε αυτή η δυναμική της αγοράς, να αξιοποιείται προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και, βεβαίως, και των παικτών της αγοράς.

Πρέπει να κατανοήσουμε επίσης ότι, πολύ απλά, και οι λεγόμενες «αγορές» έχουν ανάγκη να λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων και ρυθμίσεων. Διότι αυτό δημιουργεί ένα κλίμα ασφάλειας για τις ίδιες τις αγορές, είτε είναι γραπτοί, είτε άγραφοι κανόνες, αφού αποτελούν μια βάση εμπιστοσύνης. Και αυτό είναι που χάθηκε στην κρίση του 2008. Χάθηκε η αίσθηση εμπιστοσύνης. Και αυτό είναι εκείνο, το οποίο καλούμαστε να εμπεδώσουμε.

Εδώ, βέβαια, τα κράτη και οι Κυβερνήσεις κλήθηκαν να επαναφέρουν ένα κλίμα εμπιστοσύνης. Και ένας σημαντικός παράγοντας της σημερινής κρίσης στην Ευρωζώνη, είναι ο φόβος και η ανασφάλεια που έχουν οι αγορές, μπροστά στο ερώτημα, αν εμείς έχουμε τη βούληση, αν έχουμε και τα εργαλεία, αλλά και το πλαίσιο των κανόνων, που εγγυώνται μια σταθερή οικονομική πορεία.

Και έτσι, φτάνουμε στο τρίτο ερώτημα: αν οι αγορές, από μόνες τους, δεν λύσουν το πρόβλημα, πώς θα λυθεί η κρίση; Μήπως τότε, αρκεί η κάθε χώρα, μόνη της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, με τα κατάλληλα μέτρα λιτότητας και με μεταρρυθμίσεις; Δηλαδή, αν επιδείξουμε όλες οι χώρες, κάθε μία ξεχωριστά, σιδερένια δημοσιονομική πειθαρχία, το πρόβλημα θα εξαφανιστεί;

Δυστυχώς, νομίζω ότι ούτε αυτό είναι επαρκές, παρότι είναι ακριβώς αυτό το οποίο καλούμαστε να κάνουμε – και κάνουμε εμείς εδώ, στην Ελλάδα. Η κρίση ανέδειξε κενά στην αρχιτεκτονική του κοινού μας νομίσματος, ένα κοινό νόμισμα χωρίς αφεντικό, αν θέλετε, χωρίς κοινό Υπουργείο Οικονομικών. Επιχειρήσαμε να καλύψουμε το κενό αυτό, με τον συντονισμό των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών. Ωστόσο, τα όρια της προσέγγισης αυτής αποκαλύφθηκαν στην πρώτη μεγάλη κρίση.

Έχουμε βέβαια τις επιμέρους μεγάλες διαφορές μας, σε εθνικό επίπεδο, αλλά τα σημερινά προβλήματα είναι πολύ ευρύτερα, πολύ πιο σύνθετα από την απλή δημοσιονομική ενοποίηση των εθνικών πολιτικών. Έχουμε μεγάλες προκλήσεις, που δεν μπορούν να λυθούν σε εθνικό και μόνο επίπεδο. Και αν θέλετε, εδώ είναι και η πρόκληση για μια δημοκρατική ευρωπαϊκή διακυβέρνηση στην οικονομία.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι, για να πετύχουμε σταθερότητα στην Ευρώπη, σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, χρειάζεται και ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος, καθιστώντας το πιο διαφανές και εξασφαλίζοντας επενδύσεις για την πραγματική οικονομία, θέσεις εργασίας και, βεβαίως, ανταγωνιστικότητα των οικονομιών μας. Εγώ πιστεύω ότι η ανταγωνιστικότητα θα έρθει και με τη στροφή σε ένα άλλο αναπτυξιακό πρότυπο και ιδιαίτερα σε αυτό της πράσινης και καθαρής ανάπτυξης.

Αυτές οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα, μπορούν να αποτελέσουν όμως και μεγάλη ευκαιρία, για να αντιμετωπίσουμε χρόνιες στρεβλώσεις. Διότι πολλοί ισχυρίστηκαν ότι η Ευρώπη οδηγείται σε καταστροφή και, μάλιστα, ποντάρουν μερικοί σε αυτό – το είδαμε και στη δική μας, μεμονωμένη περίπτωση, αλλά και από γενικότερες επιθέσεις, με στόχο το ίδιο το ευρώ.

Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε, όπως είπα, να κάνουμε την κρίση ευκαιρία. Και επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω το παράδειγμα της Ελλάδας. Όταν αναλάβαμε τα ηνία της χώρας τον Οκτώβριο του 2009, αισθανθήκαμε ότι βρεθήκαμε στο χείλος της καταστροφής, αντιμέτωποι με τη χρεοκοπία, εγκαταλελειμμένοι στα πελώρια χρέη απέναντι σε πιστωτές και ευάλωτοι ως χώρα στους κερδοσκόπους. Δυστυχώς, είχε καταλήξει η χώρα μας να είναι συνώνυμη με την ανομία, τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις, την αδιαφάνεια, χωρίς αξιοπιστία, πρώτα απ’ όλα, απέναντι στους ίδιους τους Έλληνες πολίτες, όχι μόνο στους εταίρους και στις διεθνείς αγορές.

Και χωρίς να γνωρίζουμε τότε το μέγεθος της δημοσιονομικής κρίσης, στις εκλογές, είχαμε ζητήσει από τότε από τον Ελληνικό λαό, την ισχυρή εντολή για μεγάλες αλλαγές στη χώρα μας. Είχαμε αποφασίσει να αλλάξουμε από τότε, χωρίς να γνωρίζουμε πόσο μεγάλα ήταν τα ελλείμματα και τα χρέη. Γι’ αυτό, η αποκάλυψη του πραγματικού μεγέθους έκανε απλώς την αλλαγή αυτή, ακόμα πιο επιτακτική, ακόμα πιο επείγουσα.

Ήταν εκείνο το σημείο, όπου αναγκαστήκαμε να λάβουμε πρωτοφανή έκτακτα μέτρα, για να διασώσουμε την οικονομία μας, τα οποία βεβαίως πόνεσαν πολλούς συμπολίτες μας, οι οποίοι δεν είχαν και ιδιαίτερες ευθύνες για την κρίση. Υπήρξαν λοιπόν θυσίες, για να αντιμετωπίσουμε τα συμπτώματα του χρέους και το έλλειμμα.

Όμως τα καταφέραμε, παρά τις Κασσάνδρες που προεξοφλούσαν το ακατόρθωτο, ότι δεν θα μπορέσουμε να βάλουμε τάξη στα δημοσιονομικά μας. Έχουμε βέβαια ακόμα δρόμο, αλλά ήδη κάναμε το εξαιρετικά δύσκολο, περιορίζοντας το έλλειμμα κατά 6 μονάδες του ΑΕΠ, το 2010. Και το πετύχαμε αυτό μέσα σε ένα χρόνο, με κόπους βεβαίως και με θυσίες, αποκαθιστώντας την αξιοπιστία μας και δείχνοντας ότι, βήμα – βήμα, μπορούμε να καταφέρουμε να αναμορφώσουμε τη χώρα.

Πιστεύω ότι αυτός είναι κι ένας λόγος, για τον οποίο αποφασίστηκε η επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου των 110 δις ευρώ, πρόσφατα, στο Eurogroup, που συνδέεται και με τη δημοσιονομική μας πρόοδο, αλλά και με τις άλλες αλλαγές που φέρνουμε σε πέρας.

Κάνουμε ριζικές αλλαγές, δεν θέλω να τα αναλύσω, διότι νομίζω ότι τα έχετε ακούσει από τους Υπουργούς που μίλησαν. Έχουμε μειώσει δραστικά τη σπατάλη στο Δημόσιο και έχουμε φέρει κανόνες διαφάνειας. Όλα πλέον είναι στο Διαδίκτυο, κάθε απόφασή μας που αφορά χρήματα του Ελληνικού λαού.

Έχουμε αλλάξει το φορολογικό σύστημα, για να είναι και πιο δίκαιο, αλλά και για να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή. Αλλάξαμε το ασφαλιστικό σύστημα, για να είναι βιώσιμο για τις νέες γενιές. Αλλάξαμε ριζικά τη διοικητική δομή της χώρας, αποκεντρώνοντας εξουσίες και συγχωνεύοντας Δήμους και Περιφέρειες. Καταργήσαμε αναχρονιστικούς κανόνες, που είναι εμπόδιο για την επιχειρηματικότητα και συνεχίζουμε να καταπολεμούμε τη γραφειοκρατία, ενώ καταργήσαμε νόμους, όπως του καμποτάζ, που δεν άφηναν ένα μεγάλο τομέα του τουρισμού μας – τα κρουαζιερόπλοια – να αναπτυχθούν. Έχουμε προχωρήσει στο άνοιγμα των επαγγελμάτων, όπως είπατε, και προχωράμε σε μεγάλες επενδύσεις στη χώρα μας στον τομέα της πράσινης ανάπτυξης.

Χθες, για παράδειγμα, στην Κοζάνη, παρουσιάσαμε σχέδιο για τη δημιουργία του μεγαλύτερου φωτοβολταϊκού πάρκου στον κόσμο, στην περιοχή της Κοζάνης. Και βεβαίως, προχωράμε σε αναδιαρθρώσεις και σε άλλους τομείς, όπως είναι ο αγροτικός τομέας και η παιδεία.

Πάνω απ’ όλα, όμως, μεγάλο βάρος ρίχνουμε στη λειτουργία του κράτους, που ήταν ένα από τα βασικά προβλήματα της αναπτυξιακής μας πορείας, καθώς και στη δημιουργία ενός κλίματος ευνομίας.

Στην Ελλάδα, λοιπόν, ναι, εμείς χτίζουμε κάτι διαφορετικό και καλύτερο για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, αλλά δεν θα πω και κάτι διαφορετικό για την Ευρώπη. Θα πω ακριβώς το ίδιο. Το ίδιο οφείλει αυτή τη στιγμή να πράξει και η Ευρώπη. Να αλλάξει τα πράγματα, ώστε να πάρει τη δική της μοίρα στα χέρια της.

Βεβαίως είναι σε άλλη κλίμακα, βεβαίως είναι άλλα τα προβλήματα, βεβαίως είναι πιο πολύπλοκα, ακριβώς διότι έχουμε φτιάξει μια Ευρώπη που είναι πρωτόγνωρη, μια Ένωση που είναι πρωτόγνωρη. Όμως, όπως είπα πρόσφατα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, «είτε θα γράψουμε ιστορία, είτε η ίδια η ιστορία θα μας ξεγράψει». Και αυτός είναι ο πήχης, πιστεύω, των σημερινών προκλήσεων στην Ευρώπη.

Όπως η Ελλάδα και κάθε χώρα σαν την Ελλάδα, καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες συνειδητά, για να λύσει τα ιδιαίτερα προβλήματά της, έτσι νομίζω χρειάζεται να κάνει και η Ευρώπη. Πρέπει να προχωρήσουμε σε ένα ισχυρότερο μοντέλο, δημοκρατικής οικονομικής διακυβέρνησης, να προστατέψουμε το νόμισμά μας και να αποτρέψουμε εξελίξεις που, αν τις αφήσουμε ανεξέλεγκτες, θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτες βλάβες, όχι μόνο για το ευρωπαϊκό εγχείρημα, αλλά και για τους ίδιους τους λαούς μας, για όλους μας.

Γι’ αυτό, η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά σήμερα σε αυτή την προσπάθεια για την αλλαγή πορείας και στην Ευρώπη. Δεν αρκούμαστε μόνο στη διόρθωση των κακώς κειμένων στο εσωτερικό της χώρας, γιατί ξέρουμε πως ό,τι γίνει στην Ευρώπη, θα έχει αντίκτυπο σε όλους μας.

Πιστεύω ότι χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις, γιατί μιλάμε για συνολικές λύσεις και νομίζω ότι είναι σε τρία επίπεδα. Το ένα είναι στις ρυθμίσεις που χρειάζονται, το άλλο είναι σε ό,τι αφορά το μεγάλο πρόβλημα του χρέους και το τρίτο αφορά στην ανάπτυξη.

Για τις ρυθμίσεις, μπορώ να αναφερθώ σε θέματα όπως της αξιολόγησης, της διαφάνειας, της σύγκρουσης συμφερόντων που υπάρχουν και που πρέπει να αντιμετωπιστούν, ή όπως των φορολογικών παραδείσων, που αδικούν χώρες και λαούς – και είναι ένα δημοκρατικό αίτημα, οι φορολογικοί παράδεισοι να ελεγχθούν, ώστε να μπορούν να αποδοθούν οι πόροι, που ανήκουν σε κάθε χώρα και σε κάθε λαό.

Για τις αγορές, το δεύτερο ζήτημα των ευρωπαϊκών χωρών, χωρίς να αγνοούμε τα πιθανά ζητήματα ηθικού κινδύνου, το λεγόμενο «moral hazard«, είναι ότι πρέπει να εξετάσουμε μέτρα, ώστε η εμβέλεια και οι όροι του δανεισμού των ευρωπαϊκών χωρών, να μετριάζουν τις ατέλειες των αγορών.

Χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, ή η Ιβηρική Χερσόνησος, αλλά όχι μόνο, αν έχουμε μεγάλες αποκλίσεις στο κόστος δανεισμού από άλλες χώρες, που είναι στην ίδια κοινή αγορά και με το ίδιο νόμισμα, δημιουργείται ένας αρνητικός φαύλος κύκλος, με αποτέλεσμα πολύ δύσκολα να μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί και, βεβαίως, ένας Έλληνας επιχειρηματίας να δανείζεται πολύ ακριβότερα από έναν άλλο επιχειρηματία, που παράγει παρόμοιο προϊόν στη Γερμανία, στη Γαλλία, ή σε μια χώρα που έχει καλύτερους όρους δανεισμού.

Άρα, θα έχουμε διαφορετικό σημείο αφετηρίας κάθε χώρας και αυτό θα γίνει μόνιμο διαρθρωτικό εμπόδιο στη σύγκλιση της ανταγωνιστικής και της δημοσιονομικής θέσης των χωρών μας. Επίσης, πρέπει να δώσουμε την απαιτούμενη έμφαση στην ανάπτυξη. Έτσι, οι αγορές θα ηρεμήσουν – και αυτό έχει ενδιαφέρον, διότι πίεζαν οι αγορές για δημοσιονομική πειθαρχία. Από τη στιγμή που εμείς μπήκαμε σε μια σωστή κατεύθυνση δημοσιονομικής πειθαρχίας, το επόμενο ερώτημα που έβαλαν οι αγορές απέναντί μας και οι αναλυτές των αγορών ήταν: πού θα υπάρξει ανάπτυξη; Πώς θα έχετε ανάπτυξη;

Άρα, λοιπόν, οι αγορές θα ηρεμήσουν, μόνο αν πειστούν ότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ικανή να ξαναβρεί το δρόμο της σταθερότητας, αλλά και της ανάπτυξης. Και εδώ, υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις, όπως τα ευρωομόλογα, για τα οποία υπάρχει μια ευρύτερη συναίνεση, στο να αξιοποιηθούν για τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων και υποδομών στην Ευρώπη, καθώς και στο ότι χρειάζονται για την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης, Κεντρικής, Ανατολικής και Νότιας.

Βεβαίως, υπάρχουν και άλλες προτάσεις, όπως ο φόρος επί των αερίων του θερμοκηπίου, που θα βοηθούσε στην πράσινη ανάπτυξη, ενώ υπάρχουν προτάσεις και για τον λεγόμενο «Tobin Tax», τον φόρο επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Και αυτό δεν σημαίνει να μην συνεχιστεί η νομιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρώπης, αλλά θα μπορούσαν να είναι εναλλακτικές προτάσεις, ειδικά για ίδιους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ένα μόνιμο ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, απ’ ό,τι θυμάμαι εγώ, που συζητιέται – οι οποίοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν και τους προϋπολογισμούς της Ευρώπης, αλλά και την επένδυση σε μια πιο ισχυρή οικονομία.

Χαίρομαι πάντως που έχει ανοίξει η συζήτηση, στην οποία εμείς είχαμε ενεργό συμμετοχή, σχετικά με την έκδοση ευρωομολόγων. Ξέρω ότι υπάρχει αυξανόμενη υποστήριξη, παρότι είναι και επίμαχο το θέμα, ως ένας αποτελεσματικός μηχανισμός που θα βοηθήσει την Ευρώπη στην υλοποίηση μεγάλων στόχων, αλλά και στην επίλυση προβλημάτων που έχουν προκύψει.

Σε αυτό τον προβληματισμό, μας είχε βοηθήσει και ο Καθηγητής Tomasso Padoa Shioppa, που δυστυχώς χάσαμε πρόσφατα. Εγώ είχα πρόσφατα γνωρίσει τον Tomasso και η στήριξή του στις προσπάθειές μας ήταν πράγματι ανεκτίμητη. Χαίρομαι που, στο σημερινό ακροατήριο, είναι και ο φίλος του, αλλά και φίλος μας, Mario Monti, ο οποίος, όπως είπε και ο ίδιος, είναι υποστηρικτής της ιδέας των ευρωομολόγων.

Πιστεύω ότι μπορούν να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση έργων υποδομής, όπως είπα, και άλλων επενδύσεων, καθώς και να δώσουν δυναμική στην ανάπτυξη, αλλά και να συμβάλουν στον περιορισμό των εντάσεων στις αγορές κρατικών ομολόγων, καθώς και των συνεχών πιέσεων στο τραπεζικό σύστημα, διευκολύνοντας ταυτόχρονα τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης, που με θυσίες κάνουν πολλές χώρες.

Εάν αυτό το εγχείρημα, το κάνουμε σοβαρά και σωστά, πιστεύω ότι μπορούμε να απαντήσουμε σε εύλογα ερωτήματα επικριτών, π.χ. να μη γίνουν τα ευρωομόλογα μία πηγή φθηνού χρήματος, που θα αφήσουν τις χώρες απλώς να συνεχίσουν να συσσωρεύουν χρέη και ελλείμματα.

Μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, αν γίνει σωστά αυτός ο μηχανισμός ή, στο φόβο ότι τα ευρωομόλογα θα αυξήσουν το κόστος δανεισμού των χωρών «triple-A», δηλαδή χώρες με υψηλή πιστοληπτική αξιοπιστία. Πιστεύω ότι και αυτά μπορούν να απαντηθούν από πολλούς αναλυτές. Ήδη δίνονται απαντήσεις, ότι αυτά είναι θέματα που μπορούν, εάν γίνει σωστά αυτή η προσπάθεια, όχι μόνο να αποφευχθούν, αλλά να αποτελέσουν και απαντήσεις πολύ θετικές σε αυτά τα ερωτήματα.

Τα ευρωομόλογα, δηλαδή, μπορούν να συμβάλουν στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στην οικονομική ευημερία του συνόλου της Ευρωζώνης, να ηρεμήσουν τις αγορές, να δώσουν εμπιστοσύνη για την πορεία της Ευρώπης στις αγορές, χωρίς να υποκαθιστούν τις αναγκαίες προσαρμογές που γίνονται σε κάθε χώρα, όπως και στην Ελλάδα.

Μπορούν να αποτελέσουν ένα αποτελεσματικό συμπληρωματικό μέσο για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, αλλά να ενισχύσουν και την πορεία μετατροπής της ανάπτυξης της Ευρώπης σε πράσινη ανάπτυξη, δηλαδή τη μετάβαση της ευρωπαϊκής οικονομίας σε μια νέα εποχή, καθαρής, καινοτόμου, ποιοτικής και πράσινης ανάπτυξης.

Θα έλεγα, επίσης, ότι τα ευρωομόλογα είναι ένα ισχυρό εργαλείο, που είναι κρίμα να μην διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα εργαλείο, για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά τις μεγάλες πολιτικές της Ένωσης.

Κυρίες και κύριοι, όλοι θα βγούμε κερδισμένοι, αν κατορθώσουμε να βγούμε πιο γρήγορα από την κρίση, να διαφυλάξουμε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρωζώνη συνολικά και να στηρίξουμε αποτελεσματικά το κοινό μας νόμισμα, το ευρώ.

Γι’ αυτό, στηρίζουμε τις προσπάθειες για την εμβάθυνση της ενωσιακής διαδικασίας, ώστε η Ευρωζώνη να μην ορίζεται μόνο ως μια ζώνη με κοινό νόμισμα, αλλά να μετατραπεί σε μία πραγματικά ενιαία οικονομία.

Όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, έτσι και η ενωμένη Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα μια σειρά από προκλήσεις, τις οποίες ανέδειξε και η παγκόσμια κρίση. Προκλήσεις, όπως μια – σχετικά – θεσμική ακαμψία, αλλά και δυσλειτουργίες, που εμποδίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιδράσει άμεσα σε πιθανούς κινδύνους, που απειλούν τα θεμέλιά της.

Και εδώ, θέλω να κάνω μια μικρή παρένθεση. Πολλές φορές, ακούω ότι η συζήτηση στρέφεται γύρω από το αν θα υπάρξει αλληλεγγύη κάποιων χωρών προς άλλες χώρες, αν θα πρέπει να παρασχεθεί αλληλεγγύη ιδιαίτερα προς τις χώρες της περιφέρειας.

Βεβαίως και έχει υπάρξει αλληλεγγύη, αυτό έδειξε η Ευρώπη, προς χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία. Όμως, δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Και εμείς, πρέπει να δούμε ποια είναι η πρόκληση.

Σήμερα, απειλείται η σταθερότητα της Ευρωζώνης από τυχαία γεγονότα, όπως θα μπορούσε να πει κανείς τη θεωρία του χάους. Ένα φτερούγισμα – κάπως έτσι αισθανόμασταν εμείς στην Ελλάδα κατά καιρούς, ιδιαίτερα πέρυσι – μιας πεταλούδας στην Κίνα, αυτή είναι η θεωρία του χάους, θα μπορούσε να δημιουργήσει μια θύελλα, αλυσιδωτά, σε μια άλλη περιοχή του πλανήτη.

Δεν μπορούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεχίσουμε σε μια κατάσταση, όπου ένα τυχαίο γεγονός, μια δήλωση, ο φόβος, ένα πρόβλημα κάπου, θα απειλήσει ολόκληρο το οικοδόμημα και, μάλιστα, τους κόπους και τις θυσίες που έχουμε ήδη επενδύσει. Ούτε δίκαιο είναι αυτό, ούτε δημοκρατικό, ούτε και λογικό.

Γι’ αυτό, εγώ θέλω να θυμίσω ότι, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, σε κάθε κρίση, δεν διαφαίνονται μόνο οι αδυναμίες, αλλά και οι δυνατότητες του κάθε οικοδομήματος. Η Ευρώπη κατάφερε, ξεπερνώντας καθυστερήσεις, διαφορές και αντιθέσεις, να στηρίξει αποφασιστικά και ουσιαστικά την Ελλάδα και να προασπίσει τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος.

Τώρα βέβαια, αντιμετωπίζει την πρόκληση να ανταποκριθεί και στο επόμενο, να μετεξελιχθεί σε μια Ένωση με πραγματικά κοινή οικονομική πολιτική, ευέλικτη, αλλά και αποτελεσματική στη λήψη των αποφάσεων, που θα προωθεί την ανάπτυξη με δυναμικές πρωτοβουλίες. Η απόφαση για τη δημιουργία ενός κοινού και σταθερού μηχανισμού ήταν ένα πρώτο βήμα, πρώτο, αλλά πολύ σημαντικό. Το πετύχαμε, γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι το όφελος είναι κοινό.

Βέβαια, γνωρίζω ότι η απόσταση από τη νομισματική μέχρι την οικονομική ένωση δεν απαιτεί απλώς ένα βήμα, αλλά είναι ένα άλμα. Αυτό το άλμα πίστης, όμως, έχουμε καθήκον να το τολμήσουμε, γιατί αλλιώς, διχασμένοι οι Ευρωπαίοι, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιβιώσουμε σε έναν κόσμο οικονομικών και γεωπολιτικών αλλαγών, που δεν έχουν προηγούμενο.

Ενωμένοι στην πολυμορφία μας, αποτελούμε τη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη του πλανήτη, έχουμε το δεύτερο ισχυρότερο αποθεματικό νόμισμα παγκοσμίως και οραματιζόμαστε να αποτελούμε πάντα φάρο Δημοκρατίας, δικαιωμάτων, ειρήνης, σταθερότητας και κοινωνικής ευημερίας, σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς.

Αν αυτή μας τη θέση αλλά, ακόμα περισσότερο, αν αυτές μας τις ευρωπαϊκές αξίες, θέλουμε να τις διασφαλίσουμε, και όχι μόνο να τις διασφαλίσουμε, αλλά αν θέλουμε και να υιοθετηθούν ανά τον κόσμο και να γίνουμε ένα πρότυπο, από τις αναδυόμενες οικονομίες μέχρι και τις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και στη γειτονιά μας – δείτε τι γίνεται π.χ. στην Τυνησία, όπου έχουμε ραγδαίες αλλαγές – αν θέλουμε σε αυτές τις χώρες που αλλάζουν, να εμπεδωθούν αξίες, οι οποίες θεωρούμε ότι δεν είναι ευρωπαϊκές, αλλά είναι πανανθρώπινες, όπως η Δημοκρατία, μόνο μια αποφασισμένη και ενωμένη Ευρώπη μπορεί αυτό να το πετύχει.

Θα έλεγα ότι το στοίχημα Δημοκρατίας για τις κοινωνίες μας, αλλά και για τον πλανήτη μας, θα καθοριστεί σημαντικά από την επιτυχία ή αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αντιμετωπίσει σθεναρά τη σημερινή κρίση. Πολλοί παραμένουν απαισιόδοξοι, ότι η Ευρώπη είναι καταδικασμένη στη χαλαρότητα, στην αδυναμία λήψης αποφάσεων, στην κυριαρχία των εθνικών εγωισμών και αυτό, βεβαίως, θα είχε τραγικές συνέπειες εσωστρέφειας, επανεθνικοποίησης ευρωπαϊκών πολιτικών, αλλά και έντασης ρατσισμού και ξενοφοβίας.

Απέναντι σε αυτούς και στα επιχειρήματά τους, η Ελλάδα αντιτάσσει τη δική της διαδρομή, μιας χώρας που, σε ελάχιστο χρόνο, με σθένος και περίσσια δύναμη, απέναντι σε αντιξοότητες, κατάφερε από παράδειγμα προς αποφυγή, να αποδείξει πως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, ούτε προδιαγεγραμμένο.

Σας διαβεβαιώνω ότι η Ευρώπη θα διαψεύσει τους επικριτές της, όπως ακριβώς και οι Έλληνες διέψευσαν εκείνους που μας είχαν, τέτοιο καιρό πέρυσι, ξεγραμμένους. Και όπως έχω πει για τη χώρα μας, ότι όλα μπορούμε να τα πετύχουμε, αν δουλέψουμε συντεταγμένα, με αφοσίωση, όραμα και ταχύτητα, το ίδιο εξακολουθώ να λέω και για την Ευρώπη. Λέω απλά, ναι, γίνεται.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Διαβάστε επίσης