Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Οι Ευρωεκλογές πρέπει να σηματοδοτήσουν την αλλαγή πορείας

Ομιλία στην ημερίδα του ΙΣΤΑΜΕ με θέμα: «Η Ευρώπη που θέλουμε»

«Φίλες και φίλοι, αγαπητές συντρόφισσες και σύντροφοι, να ευχαριστήσω πρώτα απ’ όλα τον Πρόεδρο του ΙΣΤΑΜΕ, τον Νίκο Κοτζιά, το Διοικητικό Συμβούλιο και, βέβαια, όλους τους συνεργάτες που συμμετείχαν και συνέβαλαν σε αυτή την καλή διοργάνωση για το μέλλον της Ευρώπης, αλλά και για την άμεση συζήτηση για το πού πάει η Ευρώπη σ’ αυτή την συγκυρία.

Διότι η σημερινή συνάντηση σηματοδοτεί, μ’ έναν εξαιρετικά επίκαιρο τρόπο, την πολιτική συγκυρία, δηλαδή, ένα μήνα πριν από τις ευρωεκλογές, συζητάμε για το ποια Ευρώπη θέλουμε. Συζητάμε, πώς θα κάνουμε μια νέα αρχή στις εκλογές του Ιουνίου. Διότι ένα είναι βέβαιο: Η Ευρώπη που έχουμε, δεν είναι η Ευρώπη που θέλουμε.

Σήμερα, στην καρδιά της μεγάλης κρίσης, ζούμε όλοι, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο, μια απογοητευτική αντίφαση.

Ενώ διαθέτουμε ως ανθρωπότητα τη γνώση, την τεχνολογία και τον πλούτο, τεράστιο πλούτο, για να φτιάξουμε έναν διαφορετικό κόσμο, ο κόσμος μας δεν είναι καλύτερος.

Ενώ έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε τη φτώχεια παρελθόν, η φτώχεια υπάρχει, η ανισότητα μεγαλώνει.

Ενώ έχουμε τη δυνατότητα να πολεμήσουμε αποτελεσματικά την κοινωνική ανισότητα και την αδικία, αυτές διευρύνονται.

Ενώ μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες θέσεις εργασίας, και ποιοτικής εργασίας, πυκνώνουν οι στρατιές των ανέργων.

Ενώ μπορούμε να μειώσουμε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, να αντιμετωπίσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη μας εξοικονομώντας ενέργεια, επενδύοντας σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε πρωτοποριακές ενεργειακές τεχνολογίες, αφήνουμε τον πλανήτη μας να υπερθερμαίνεται.

Ενώ ξοδεύοντας μόνο λίγα δισεκατομμύρια δολάρια ή ευρώ, μπορούμε να προσφέρουμε την στοιχειώδη εκπαίδευση, να καταπολεμήσουμε τον αναλφαβητισμό σε όλο τον πλανήτη, αφήνουμε ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας στην αμάθεια.

Τη στιγμή που μόνο με φθηνούς φορητούς υπολογιστές των 100 δολαρίων, μπορούμε να γεφυρώσουμε το ψηφιακό χάσμα, εμείς έχουμε διευρύνει το ψηφιακό χάσμα.

Σήμερα, ξέρουμε ότι πραγματικά μπορούμε. Ναι, μπορούμε να αλλάξουμε και την Ελλάδα, και την Ευρώπη, και να παίξει η Ευρώπη σημαντικό ιστορικό ρόλο στην δημοκρατική διαχείριση των πόρων, αλλά και της διακυβέρνησης του πλανήτη μας.

Ο στόχος για δικαιότερες, ασφαλέστερες, πιο δημοκρατικές κοινωνίες, για βιώσιμη και «πράσινη ανάπτυξη», είναι εφικτός. Τότε, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί φτάσαμε στη σημερινή κρίση, σε αυτές τις αντιφάσεις, και ποιος ευθύνεται για όσα ζούμε αυτούς τους τελευταίους μήνες;

Πιστεύω, και το βλέπω και ως Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, αλλά το βλέπουμε κι εμείς εδώ, στη χώρα μας, ότι η ανισότητα του πλούτου, αλλά και της πολιτικής δύναμης, βρίσκονται στον πυρήνα της σημερινής κρίσης.

Μια κρίση βαθύτατα πολιτική, που επηρεάζει όμως και την οικονομία και την κοινωνία. Μια κρίση που γιγαντώθηκε από τις πολιτικές που βασίστηκαν σ’ ένα ιδεολόγημα. Όχι σε μια αλήθεια, αλλά σε ένα ιδεολόγημα, ότι ο καπιταλισμός αυτορρυθμίζεται, ότι υπάρχει το λεγόμενο «αόρατο χέρι» της αγοράς, που λύνει τα πάντα και, μάλιστα, τα λύνει με δίκαιο τρόπο.

Αυτό δημιούργησε μια κρίση, από πολιτικές και πολιτικούς που μέτρο δεν είχαν τον άνθρωπο και το δημόσιο καλό, αλλά την απληστία και την κερδοσκοπία, τη συγκέντρωση τεράστιου οικονομικού πλούτου, τη διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας. Και έχουμε τα τελευταία χρόνια έξαρση της ανισότητας. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, θεωρούν ότι η ανισότητα είναι βασικό στοιχείο της κρίσης στην Wall Street, όπου οι πλούσιοι έγιναν πολύ πλουσιότεροι, η μεσαία τάξη φτωχότερη και οι φτωχοί οδηγήθηκαν στο περιθώριο.

Είναι πια προφανές και προκύπτει πλέον ακόμα και από σοβαρές ακαδημαϊκές προσωπικότητες όπως ο Κρούγκμαν, ο Σόκολοφ, ο Κόλιελ, ο Στίγκλιτς, ότι το αποτέλεσμα της ανισότητας αυτής, ήταν η αιχμαλωσία των δημοκρατικών μας θεσμών, η επικράτηση ενός συστήματος διαφθοράς και αδιαφάνειας.

Η τεράστια δύναμη των λίγων επέτρεψε την επιβολή και νέων νομοθετικών ρυθμίσεων, που έδιναν ακόμα περισσότερα προνόμια στους λίγους, τους ισχυρούς και «ημέτερους». Αυτό που βλέπουμε στη χώρα μας, με διάφορες παραλλαγές, το έχουμε δει στη Λατινική Αμερική, στην Ασία, αλλά και πρόσφατα στις ΗΠΑ.

Ο φαύλος κύκλος ενίσχυσε περαιτέρω την ανισότητα, ενώ η εκάστοτε ελίτ είχε την οικονομική, αλλά και πολιτική ισχύ να διαφθείρει θεσμούς και αρχές. Σκεφτείτε την τεράστια ισχύ ενός μονοπωλίου, μιας πολυεθνικής εταιρείας, που ο τζίρος της ξεπερνά τον τζίρο πολλών εθνών και κρατών στον πλανήτη μας.

Σκεφτείτε ότι μπορούν εύκολα να κρύβουν τεράστια ποσά σε φορολογικούς παραδείσους, ένα οπλοστάσιο με πακτωλό χρημάτων για κάθε ενδεχόμενο. Πόσο θα αντέξει ένας υπουργός, ένας βουλευτής, ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας δικαστής, ένας αστυνομικός, μπροστά σ’ αυτή την τεράστια πολιτική και οικονομική δύναμη;

Πόσο θα αντέξει, μπροστά στη δυνατότητα, ουσιαστικά αιχμαλωσίας και εξαγοράς συνειδήσεων; Κάτι που δυστυχώς είδαμε και στη χώρα μας, με την υπόθεση της SIEMENS.
Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε μια πρόκληση για τους θεσμούς, άλωσης της ίδιας της Δημοκρατίας. Στην καθυπόταξη της βούλησης των λαών, στην καθυπόταξη του ίδιου του κράτους σε ισχυρά και αδιαφανή συμφέροντα.

Συμπέρασμα: Οι νεοσυντηρητικοί χρησιμοποίησαν τη γνώση, την τεχνολογία, τον παγκόσμιο πλούτο, με μοναδικό γνώμονα το κέρδος και τα όποια συμφέροντα τους, τη συγκέντρωση ισχύος. Ακόμα και θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού, όπως ήταν και είναι ο Φουκουγιάμα, όπως ήταν ο Φρίντμαν, αναγνώρισαν ότι η αγορά, χωρίς ισχυρό κράτος, ευνοεί την ασυδοσία και την κατασπατάληση ή καταλήστευση του πλούτου μιας χώρας.

Με παράδειγμα τις εξελίξεις μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και τις εξελίξεις στην οικονομία της Ρωσίας πια, ο Φρίντμαν είχε πει – και αναφέρομαι στην περιγραφή που κάνει ο Φουκουγιάμα, στη συζήτηση που είχε με τον Φρίντμαν- «η προτροπή μου – λέει- προς τις πρώην κομμουνιστικές χώρες ήταν: ιδιωτικοποίηση, ιδιωτικοποίηση και ιδιωτικοποίηση. Τώρα – λέει – δέκα χρόνια, μετά, λέω ότι έκανα λάθος. Ένα ευνομούμενο κράτος είναι πιο βασικό από την ιδιωτικοποίηση».

Η τεράστια ζημιά είχε γίνει όμως, διότι ουσιαστικά ένας τεράστιος πλούτος πέρασε σε χέρια όχι μόνο ιδιωτών, αλλά και παρακρατικών ή και οργανωμένων συμφερόντων, σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές, με την επικράτηση αυτού του δόγματος, που διεύρυνε την παγκόσμια φτώχεια, κατασπατάλησε ανθρώπινους πόρους, αλλά και φυσικούς πόρους. Δεν επέτρεψε την πρόσβαση όλων σε ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά συστήματα, όπως είναι της δημόσιας Παιδείας και Υγείας. Υπήρξε συστηματική υποβάθμιση του περιβάλλοντος, υπήρξε απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών, όπως σας είπα, χειραγώγηση πολλών θεσμών, όπως της Δικαιοσύνης, με γενικευμένη ανασφάλεια, κοινωνική αδικία, καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διάβρωση των πολιτικών συστημάτων, όπου αισθάνθηκε ο πολίτης ότι κατέχει δεύτερη θέση μπροστά στην ισχύ του ισχυρού, στην ισχύ τελικά της ίδιας της διαφθοράς.

Όμως, θεωρώ ότι το ερώτημα δεν τίθεται μεταξύ αγοράς και κράτους. Το ερώτημα είναι άλλο: ποιο κράτος και ποια αγορά; Ένα κράτος σπάταλο, διεφθαρμένο, πελατειακό; Μια αγορά ασύδοτη, χωρίς έλεγχο και κανόνες;

Η δική μας απάντηση είναι σαφής. Οι σοσιαλιστές θέλουμε μια αγορά που υπηρετεί το γενικό καλό, το δημόσιο συμφέρον, την ανάπτυξη και την ευημερία.

Μια αγορά, που είναι «υπηρέτης» του πολίτη και των αναγκών του, και όχι το αντίθετο.
Θέλουμε ένα κράτος επιτελικό, δημοκρατικό, με διαφάνεια, που διασφαλίζει τα δικαιώματα του πολίτη, άρα και μια αγορά, που θα την ελέγχει και θα την ρυθμίζει το κράτος.

Φίλες και φίλοι,

Το 1989 έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Πριν από λίγους μήνες, έπεσε το τείχος της Wall Street. Αυτά τα δύο δόγματα του Ψυχρού Πολέμου, τα οποία υποτίθεται ότι σχεδιάστηκαν για να εξυπηρετήσουν τον άνθρωπο, κατέληξαν να στηρίζουν πολιτικά συστήματα, που μεταβίβασαν πλούτη και δύναμη σε μια ολιγαρχία των εκλεκτών.

Γι’ αυτό σήμερα, ο κόσμος βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του. Χρειάζεται ένα νέο, ριζοσπαστικό και δημοκρατικό μοντέλο και διεθνούς, αλλά και εθνικής διακυβέρνησης, που θα απαντήσει δίκαια, και δημοκρατικά και αποτελεσματικά στη γενικευμένη κρίση που ζούμε. Κρίση όχι μόνο χρηματοοικονομική, αλλά πολιτική, κοινωνική, περιβαλλοντική, κρίση θεσμών και αξιών.

Η Σοσιαλιστική Διεθνής ανέλαβε άμεση και ουσιαστική δράση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η Επιτροπή την οποία δημιουργήσαμε έχει ήδη ξεκινήσει την επεξεργασία ενός νέου μοντέλου παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης.

Εμείς δεν υποκύπτουμε στον πειρασμό μιας εύκολης και τυφλής εναντίωσης στην παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση υπάρχει και θα υπάρχει. Εμείς στρατευόμαστε στο δύσκολο έργο του εξανθρωπισμού της παγκοσμιοποίησης, όπου ο πολίτης δεν υπηρετεί την παγκοσμιοποίηση, αλλά η παγκοσμιοποίηση υπηρετεί τον πολίτη.

Πιστεύουμε ότι η σύγχρονη εποχή απαιτεί ένα παγκόσμιο σύστημα οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης, που θα ευθυγραμμιστεί με τρεις άξονες:

Πρώτον, με την δημοκρατική αναμόρφωση των παλαιών και την δημιουργία νέων παγκόσμιων θεσμών ελέγχου των αγορών σε περιφερειακό, εθνικό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Δεύτερον, με την αλλαγή της παγκόσμιας εκπροσώπησης, καθώς τα άτυπα σχήματα του G7, G8, ή G20, δεν καλύπτουν όλους τους λαούς της ανθρωπότητας.

Τρίτον, με την ανάγκη διεθνούς συνεργασίας και δέσμευσης όλων των κρατών για την από κοινού αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα σύστημα, που θα εγγυάται την δικαιότερη κατανομή του πλούτου και θα εξασφαλίζει ποιότητα ζωής για όλους.

Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε έναν κόσμο, με μια παγκόσμια οικονομία ζούγκλας, πελατειακού καπιταλισμού, όπου ιδιωτικοποιούνται τα κέρδη και κοινωνικοποιούνται οι ζημιές.

Σήμερα, χρειαζόμαστε ένα παγκόσμιο κοινωνικό συμβόλαιο, θεμελιωμένο στις αρχές του σοσιαλισμού.

Ναι, μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την διεθνή κρίση σε ευκαιρία, για να δημιουργήσουμε έναν κόσμο ισότητας, αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αυτή είναι η βούληση των 170 κομμάτων που συμμετέχουν στην Σοσιαλιστική Διεθνή, την μεγαλύτερη πολιτική Οργάνωση του πλανήτη μας.

Φίλες και φίλοι,

Έχουμε την βούληση, και νομίζω ότι αυτή η βούληση ήδη αρχίζει και σπάει πολλά κατεστημένα και πολλές κατεστημένες αντιλήψεις στη χώρα μας.

Γι’ αυτό όμως, πολύ σωστά, οι Ευρωεκλογές του Ιουνίου πρέπει να σηματοδοτήσουν αυτή την αλλαγή πορείας. Να σημάνουν ακριβώς αυτή την στροφή, την προοδευτική στροφή της Ευρώπης. Και είναι μια κρίσιμη μάχη, και ιδεολογική, και πολιτική. Μάχη του σοσιαλισμού, μάχη της σοσιαλδημοκρατίας, μάχη απέναντι στους μύθους και στα δόγματα του νεοσυντηρητισμού, που κυριάρχησαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια μάχη για τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης, που χωρίς αυτόν, θα αντιμετωπίσουμε, – είναι σίγουρο – νέους φονταμενταλισμούς, νέους απολυταρχισμούς, νέες πολώσεις σε όλο τον πλανήτη, νέες συγκρούσεις και περισσότερη βία.

Άρα λοιπόν, αυτό που έλεγαν παλιά «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», είναι σήμερα το πραγματικό στοίχημα. Θα έλεγα, «σοσιαλισμός, δημοκρατία ή βαρβαρότητα», είναι το πραγματικό στοίχημα.

Είναι μια μάχη που πρέπει να κερδηθεί, και σε επίπεδο Ευρώπης, για μια δημοκρατική αλλαγή.

Γι΄αυτό το λόγο, η νίκη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στις κάλπες του Ιουνίου, θα είναι νίκη πρώτα απ’ όλα για την κοινωνική Ευρώπη. Είναι μια νίκη, επίσης, για την Ευρώπη που σέβεται τον πολίτη και το δημοκρατικό του δικαίωμα να απαιτεί και να εγγυάται την συμμετοχή του.

Μια νίκη, που αναγορεύει την προστασία και αναβάθμιση του περιβάλλοντος σε βασική συνιστώσα της πολιτικής της, αλλά και που φέρνει ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης, αυτό το οποίο ονομάζουμε «πράσινη ανάπτυξη».

Όμως είναι και μια ιστορική πρόκληση, και είναι και δικός μας στόχος, να κάνουμε την Ευρώπη μοντέλο, πρότυπο δημοκρατικής ανάπτυξης αλλά και διακυβέρνησης, ένα πρότυπο που μπορεί να αξιοποιηθεί για την παγκόσμια αρχιτεκτονική, την παγκόσμια δημοκρατική διακυβέρνηση.

Διεκδικούμε, επίσης, να αναδείξουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ρυθμιστικό πόλο στην παγκόσμια σκακιέρα. Γι΄αυτό, χρειάζεται να διαμορφώσουμε ένα νέο προσανατολισμό στις διεθνείς υποθέσεις και μια πραγματικά κοινή εξωτερική πολιτική, που θα υποστηρίζεται από μια γνήσια ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας, μια κοινή αντίληψη για τις νέες απειλές και μια συνολική στρατηγική πρόληψης των συγκρούσεων.

Θα ήταν μια τραγωδία εάν, με τις πολιτικές αλλαγές που επέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν παίξει έναν πιο ουσιαστικό ρόλο και πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας διακυβέρνησης, στο νέο πολυπολικό κόσμο που αναδύεται, κάτι για το οποίο μιλούσαμε επανειλημμένως παλαιότερα εμείς οι προοδευτικοί, ιδιαίτερα απέναντι στη μονομέρεια και στο μονοπολικό κόσμο του Μπους.

Δυστυχώς, οι νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε πλήρη αμηχανία, απέναντι σε μια Αμερική που αρχίζει να διαμορφώνει μια πιο προοδευτική ατζέντα, σε έναν πολυπολικό κόσμο. Αποτελεί ευκαιρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση να προβάλει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου ως βάση για την επίλυση των διαφορών μας, να ενισχύσει τον ΟΗΕ, να επεξεργαστεί και να προωθήσει την αναμόρφωση των διεθνών Οργανισμών και να παίξει εποικοδομητικό ρόλο στην ανάπτυξη σχέσεων ισοτιμίας και ισότιμης συνεργασίας όλων των χωρών και κυρίως των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας και της Νότιας Αφρικής. Να αποτρέψει ένα νέο ψυχρό πόλεμο, που αναπτυσσόταν μεταξύ της Αμερικής του Μπους και της Ρωσίας.

Η συνεργασία αυτή θα πρέπει να προσβλέπει στην εμπέδωση της παγκόσμιας ειρήνης, της σταθερότητας και της ανάπτυξης, με έμφαση στην περιβαλλοντική διπλωματία και στον διαπολιτισμικό διάλογο.

Και η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να πρωτοστατήσει σε μια πολιτική πυρηνικού αφοπλισμού και μη διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής. Μια πολιτική, που υιοθετήθηκε με πρωτοβουλία της Ελλάδας και της Σουηδίας, και ψηφίστηκε επί Προεδρίας μας, με τη συνεργασία της τότε υπουργού Εξωτερικών της Σουηδίας Ann Lind, που δυστυχώς χάσαμε μετά από δολοφονική επίθεση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ανανεώσει τη δυναμική της ένταξης των Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όλα αυτά σήμερα βρίσκονται σε λήθαργο. Η άνοδος των νεοσυντηρητικών κυβερνήσεων στις 22 από τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το τονίζω αυτό, διότι πολλές φορές θεωρούμε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική είναι μια ουδέτερη πολιτική -καθόλου, είναι πάρα πολύ έντονα πολιτική, ιδεολογική, σηματοδοτεί διαφορές μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών κομμάτων -αυτή λοιπόν η συντηρητική επικυριαρχία, τα τελευταία χρόνια, ενίσχυσε τις νεοφιλελεύθερες προβλέψεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ, οδήγησε στις περιοριστικές πολιτικές του Συμφώνου Σταθερότητας και στα πενιχρά αποτελέσματα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας.

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι υπεύθυνες επίσης για τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και για την μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια συντηρητική ελίτ τεχνοκρατών, πολλές φορές μακριά από τους πολίτες και, δυστυχώς, ακόμα και πελατειακών παζαριών συνήθως μεταξύ των μεγάλων κρατών, των πιο ισχυρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φίλες και φίλοι,

Η σημερινή κρίση που βιώνουμε διεθνώς, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ελλάδα, έχει ιδεολογικό και πολιτικό πρόσημο. Αυτές οι επιλογές ταυτίζονται στη συνείδηση του κόσμου, του Ευρωπαίου πολίτη, με συγκεκριμένα πρόσωπα. Γι’ αυτό, εμείς στο ΠΑΣΟΚ, έχουμε πει ότι ο κ. Μπαρόζο είναι ένα από αυτά τα πρόσωπα, που σηματοδότησαν το νεοφιλελευθερισμό, τον νεοσυντηρητισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γι’ αυτό, εμείς έχουμε πει ένα «όχι» στην επανεκλογή του κ. Μπαρόζο. Γι’ αυτό, ζητάμε μια σοσιαλιστική πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις εκλογές της 7ης Ιουνίου. Διότι, όπως ξέρετε, μια σοσιαλιστική πλειοψηφία θα μας επιτρέψει να διεκδικήσουμε σοσιαλιστή Πρόεδρο της Επιτροπής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εμείς δεν είμαστε αρνητές της Ευρώπης, όπως κάποιοι «προοδευτικοί» θέλουν να είναι. Δεν είμαστε ευρωφοβικοί. Εμείς θέλουμε, αλλά και ξέρουμε να αλλάζουμε την Ευρώπη. Το έχουμε αποδείξει.

Το έχουμε αποδείξει, όταν το 1981 εντάχθηκε η χώρα μας στην τότε ΕΟΚ χωρίς καμία προετοιμασία. Και τότε, παλέψαμε με κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου για τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, για την κοινωνική συνοχή, για τα προγράμματα συνοχής. Το αποδείξαμε και αργότερα, επί κυβερνήσεων Σημίτη, όταν παλέψαμε για την διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, βεβαίως, την δική μας ένταξη στην ΟΝΕ.

Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη των πολιτών, με «πράσινη ανάπτυξη» και κοινωνική προστασία. Μια Ευρώπη ισότητας και αλληλεγγύης. Μια Ευρώπη, που θα προστατεύει τα δημόσια αγαθά, αυτά της παιδείας, της υγείας και της πρόνοιας. Ζητάμε την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε να εξαιρούνται οι δημόσιες παραγωγικές κοινωνικές δαπάνες από τον υπολογισμό του ελλείμματος.

Όταν μίλησα με τον Πρόεδρο της Επιτροπής πριν από κάποιους μήνες, τον κ. Μπαρόζο, και μου μιλούσε για ευελιξία στο Σύμφωνο Σταθερότητας, του είπα, εμείς δεν θέλουμε ευελιξία. Η ευελιξία μπορεί να σημάνει ότι μια κυβέρνηση, ένα κράτος, θα μπορεί να χρεώσει περισσότερο τον λαό της, για ρουσφετολογικές ή αντιαναπτυξιακές πολιτικές.

Εμείς θέλουμε να υπάρχει ρητή δυνατότητα να επενδύσουμε σε δημόσιες επενδύσεις στην Περιφέρεια, στην παιδεία, στην «πράσινη ανάπτυξη», στα συστήματα προστασίας των πολιτών μας, για να διασφαλίσουμε με σιγουριά μια πορεία σχεδιασμένη, αναπτυξιακή, που θα μας βγάλει από την ύφεση αλλά και θα διασφαλίσει τη δημοσιονομική μας ισορροπία μεσομακροπρόθεσμα.

Ζητάμε επίσης τη θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού Συμφώνου Κοινωνικής Προόδου, με κοινές προδιαγραφές στην κοινωνική πολιτική, την εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία και ασφάλιση. Με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για τις δημόσιες υπηρεσίες, που θα εξασφαλίζει καθολική και ίση πρόσβαση, ποιότητα, τοπική αυτονομία και διαφάνεια.

Ζητάμε μια ευρωπαϊκή στρατηγική για έξυπνη, «πράσινη ανάπτυξη» και απασχόληση. Εμείς μιλάμε για τη δημιουργία δέκα εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας στην Ευρώπη μέχρι το 2020.

Μιλάμε για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τον περιορισμό των επισφαλειών, με έναν τρόπο όμως που εγγυάται ότι μέσα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα υπάρξει, η στήριξη της πραγματικής οικονομίας, των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, και όχι απλώς το βόλεμα των τραπεζιτών.

Απαιτούμε μια πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα βάλει τέλος στους φορολογικούς παράδεισους. Ένα τεράστιο διαφυγόν εισόδημα των λαών, που πηγαίνει σε αδιαφανή κέντρα του πλανήτη μας και που επιτρέπει να χάνονται σημαντικά ποσά, τα οποία θα έπρεπε να πάνε στην ανάπτυξη και στην κοινωνική πρόνοια και δικαιοσύνη.

Ζητάμε την ενίσχυση της διαφάνειας στη διαχείριση των αποθεματικών των Ταμείων.
Την ενίσχυση της πρόσβασης των μικρομεσαίων εταιρειών στις κεφαλαιαγορές μέσω της ίδιας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, αλλά και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Την προώθηση ενός Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το μέλλον της απασχόλησης και τη στήριξη της κοινωνικής οικονομίας στην Ευρώπη, όπως είναι οι συνεταιρισμοί όλων των ειδών.

Την προώθηση αποτελεσματικών, προσιτών και «καθαρών» δικτύων μεταφορών, συγκοινωνιών.

Την προώθηση κάθε μέτρου για την εξασφάλιση ισότητας απέναντι στους πολίτες, χωρίς διάκριση φύλου, ηλικίας, χρώματος, θρησκείας και εθνότητας.

Την ενίσχυση των προσπαθειών για την υποστήριξη του διεθνούς αφοπλισμού, αλλά και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και της κάθε είδους παράνομης διακίνησης.

Την εντατικοποίηση δράσεων στην καταπολέμηση της φτώχειας.

Τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Χάρτας ένταξης των μεταναστών και προσφύγων, για τη διασφάλιση και των συνόρων μας. Μια σοβαρή μεταναστευτική ευρωπαϊκή πολιτική θα ήταν προσφορά, μια τεράστια προσφορά στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διότι η οικονομική ανάπτυξη, η επιβίωση των Ασφαλιστικών μας Ταμείων λόγω της αναστροφής της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού μας, ο δυναμισμός που φέρνει η συνάντηση των πολιτισμών, οφείλουν πολλά στους μετανάστες.

Απέναντι σε μια δεξιά που καλλιεργεί τον φόβο, που προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την ανασφάλεια, που καλλιεργεί τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, που θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική ειρήνη και την ασφάλεια στο εσωτερικό των κρατών μας, εμείς ξέρουμε και προτείνουμε λύσεις, που ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική ειρήνη της χώρας μας.

Η κοινωνική ένταξη των μεταναστών και η διασύνδεσή της με το σύνολο των κοινωνικών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι για μας το μεγάλο στοίχημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μείνουμε αδιάφοροι απέναντι στο φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης και στην ανάγκη έμπρακτης Κοινοτικής αλληλεγγύης στις χώρες που είναι χώρες – πύλες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρες που αντιμετωπίζουν έντονες μεταναστευτικές πιέσεις, όπως είναι η δική μας.

Για όλα τα παραπάνω, προτείνουμε συμπληρωματικό Σύμφωνο Απασχόλησης, Κοινωνικής Προστασίας και Βιώσιμης Ανάπτυξης. Ένα Σύμφωνο συμπληρωματικό, αν θέλετε παράλληλο με το Σύμφωνο του Μάαστριχτ, για να μπορέσουμε να μιλάμε για μια Ευρώπη αλληλεγγύης, μια Πράσινη Ευρώπη, μια Ευρώπη των πολιτών.

Φίλες και φίλοι,

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικότητα, για την οποία όλοι έχουμε ευθύνες. Οι Ευρωπαίοι πολίτες συμμετέχουν όλο και λιγότερο στις εκλογές για την ανάδειξη αυτού του πολύ σημαντικού δημοκρατικού οράματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Νιώθουν μακριά από τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων. Δεν δέχονται ότι υπάρχει συλλογική λειτουργία της Ευρώπης. Θεωρούν ότι άλλοι αποφασίζουν για το μέλλον των ίδιων και των παιδιών τους. Δείχνουν πολλές φορές την απογοήτευσή τους, την αδιαφορία τους, για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Το όραμα για μια Ευρώπη ενιαία, πολυσυλλεκτική και δημοκρατική, βρίσκεται σε υποχώρηση στην συνείδηση των πολιτών της Ένωσης. Η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη ενίσχυση του δημοκρατικού της χαρακτήρα, των δημοκρατικών της θεσμών.

Γι’ αυτό και η απάντηση των προοδευτικών δυνάμεων, σ’ αυτό το κλίμα γενικευμένης απαισιοδοξίας και απαξίωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη, από την εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών, από τον σεβασμό και την ενίσχυση της πολυμορφίας και της διαφορετικότητας.

Η συμμετοχική δημοκρατία πρέπει να αποτελέσει ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, ενός ωριμότερου πολιτικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η διαφάνεια, ο δημοκρατικός έλεγχος, η κοινωνική λογοδοσία, ο απόλυτος σεβασμός στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αποτελούν για μας αδιαπραγμάτευτες αρχές, αλλά και αφετηρία, στην προσπάθειά μας να δώσουμε στην Ένωση έναν πραγματικό δημοκρατικό χαρακτήρα.

Ήδη, και εγώ, και το ΠΑΣΟΚ, έχουμε καταθέσει προτάσεις εκδημοκρατισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφέρομαι μόνο σε τρεις:

1) Το Πανευρωπαϊκό Δημοψήφισμα, ως ένα μέσο δημοκρατικής έκφρασης όλων των πολιτών, πέραν των συνόρων του κάθε κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2) Την εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής άμεσα από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3) Τη συστηματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στις διαβουλεύσεις για σημαντικές αποφάσεις που παίρνει η Ένωση.

Φίλες και φίλοι,

Και στην δική μας γειτονιά, την Νοτιοανατολική Ευρώπη, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται καθυστέρηση. Καθυστέρηση στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων.

Η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, τα μεγάλα προβλήματα συνοχής που δημιούργησε στο εσωτερικό της Ένωσης, δυστυχώς, αποδυναμώνουν ακόμα περισσότερο τις προοπτικές ένταξης αυτών των χωρών στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Θα ήταν, όμως, μεγάλο λάθος να εγκαταλείψει η Ευρωπαϊκή Ένωση τις βαλκανικές χώρες στην τύχη τους. Και η Ελλάδα έχει στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή και οφείλει να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση.

Οφείλει η Ελλάδα -και αυτό βεβαίως θα κάνουμε ως κυβέρνηση- να επαναφέρει το πνεύμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης του 2003, που έδωσε το έναυσμα, για ένα προενταξιακό καθεστώς στα Δυτικά Βαλκάνια.

Η σημερινή εικόνα της παθητικής συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, χωρίς ισχυρή φωνή και αξιοπιστία, πρέπει να αλλάξει. Η Ελλάδα πρέπει να υποστηρίξει ενεργά την ευρωπαϊκή προοπτική της συγκεκριμένης περιοχής, πάντα βεβαίως στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που έχουν τα κράτη αυτά για καλή γειτονία.

Εμείς, με την Συμφωνία του Ελσίνκι είχαμε επενδύσει στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, συνδέοντας όμως την πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την καλή γειτονία και την επίλυση του προβλήματος της υφαλοκρηπίδας.

Η Συμφωνία αυτή, ωστόσο, εγκαταλείφθηκε πλήρως από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, και η Τουρκία συνέχισε ανενόχλητη την ενταξιακή της πορεία.

Εμείς υποστηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, στο πνεύμα όμως του Ελσίνκι και των υποχρεώσεων που έχει η Τουρκία. Ποτέ δεν αξιοποιήθηκε, όμως, η Συμφωνία του Ελσίνκι από την σημερινή ελληνική κυβέρνηση.

Εγκατέλειψε αυτή η κυβέρνηση, και μάλιστα δημοσίως, δια στόματος πρωθυπουργού στο CNN, πριν από κάποια χρόνια, αλλά και πρόσφατα στην Βουλή της Κύπρου, τα βασικά εργαλεία διαπραγμάτευσης που είχε διαμορφώσει η Ελλάδα του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος με κόπο, με σκληρή διαπραγμάτευση, πολλές φορές και με κόντρες με τους εταίρους.

Όμως εμείς καταφέραμε και διαμορφώσαμε ένα αξιόμαχο πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα μπορούσαμε να βρούμε σοβαρές λύσεις για το θέμα της υφαλοκρηπίδας, τελειώνοντας με όλη αυτή την φιλολογία και την ουσιαστικά επιθετική στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα.

Δυστυχώς, έχουμε μια φυγομαχία από πλευράς της Νέας Δημοκρατίας. Μια φυγομαχία, που έχει ως αποτέλεσμα την διολίσθηση των σχέσεών μας με την γείτονα χώρα, σε μια σχέση όξυνσης και πόλωσης.

Η δική μας θέση είναι μια θέση ενεργούς διπλωματίας, και όχι φυγομαχίας. Είναι μια θέση, όπου εμείς δεν χάνουμε ιστορικές ευκαιρίες για την επίλυση θεμάτων, όπως αυτό της υφαλοκρηπίδας.

Και είναι σίγουρο ότι, αξιοποιώντας αυτές τις ευκαιρίες, θα είναι τελικά ωφελημένες και οι δύο πλευρές. Διότι οι καλοί λογαριασμοί, αυτοί που εμπεδώνονται, στηρίζονται, εδραιώνονται στο Διεθνές Δίκαιο και στις ευρωπαϊκές προϋποθέσεις καλής γειτονίας, αυτοί οι λογαριασμοί κάνουν τελικά και τους καλούς φίλους.

Η Τουρκία μπορεί να έχει θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον όρο ότι θα προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά κριτήρια, θα επιδείξει συμπεριφορά βασισμένη στους διεθνείς κανόνες και αρχές της καλής γειτονίας, θα συμβάλει ουσιαστικά στην επίλυση του Κυπριακού. Και έχω τονίσει ότι μια πρώτη πράξη, τώρα που η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Τουρκία είναι σε διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν να αποσυρθούν όλα τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής από την Κύπρο.

Τέλος, μεγαλύτερη σημασία θα πρέπει να αποδοθεί στις ευαίσθητες νότιες και ανατολικές γειτονικές χώρες, που καλύπτει η Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το ειδικότερο ενδιαφέρον μας πρέπει να στραφεί στη διαμόρφωση της Ένωσης για τη Μεσόγειο και της στρατηγικής μας σχέσης με τη Ρωσία στους τομείς της ενεργειακής, οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας.

Ζητάμε τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων, εφόσον εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κριτήρια της Πολιτικής Γειτονίας. Θέλουμε μια Ευρώπη ισχυρή, ενωμένη και δημοκρατική.

Φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι,

Είναι δικό μας χρέος, είναι χρέος των σοσιαλιστών, να αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις για να κληροδοτήσουμε στους νέους μας έναν κόσμο διαφάνειας, αξιοκρατίας, δημοκρατίας, κοινωνικής Ευρώπης, που να ανταποκρίνεται στα δικά τους οράματα και στις ανάγκες της εποχής.

Ξέρουμε ότι οι νέοι σήμερα αισθάνονται απαισιόδοξοι. Στην Ελλάδα, η νέα γενιά είναι πιο απογοητευμένη από ποτέ, γιατί βλέπει τις δυνατότητες της χώρας μας να κατασπαταλώνται. Βλέπει τους κόπους των σπουδών της να μην έχουν αξιοπρεπές επαγγελματικό αντίκρισμα. Βλέπει τους κόπους των γονιών της να εξανεμίζονται. Βλέπει παντού να κυριαρχεί η διαφθορά και η πελατειακή λογική.

Σας μεταφέρω μόνο ένα μικρό συμβάν από το Αγαθονήσι, που είναι αποκαλυπτικό για το πόσο έχει εμπεδωθεί αυτή η αντίληψη, ότι όλα γίνονται μόνο εάν έχεις ισχυρό κομματικό ή κυβερνητικό παράγοντα. Ήθελα να παινέσω τη γυμνάστρια στο Αγαθονήσι -το όνομά της Δώρα- που αποφάσισε, νέα κοπέλα, να ζητήσει να διοριστεί στο Αγαθονήσι, υπηρετώντας όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και έναν εθνικό σκοπό. Τη ρώτησα λοιπόν «πώς και ήρθες στο Αγαθονήσι»; Και η απάντησή της ήταν αφοπλιστική. «Όχι, μου λέει, δεν έβαλα μέσο για να έρθω στο Αγαθονήσι».

Βλέπει ο νέος σήμερα ένα πολιτικό σύστημα, που στηρίζεται στις πελατειακές σχέσεις, στις διακρίσεις, στην ανισότητα των ευκαιριών. Οι νέοι μας σήμερα δεν μπορούν να ονειρευτούν, δεν μπορούν να χτίσουν οι ίδιοι το μέλλον που θέλουν. Και αυτό, πρέπει να αλλάξει.

Η Ελλάδα των λαμπρών Ολυμπιακών Αγώνων, η Ελλάδα που μπήκε στη ζώνη του ευρώ και κατάφερε να έχει ισχυρή φωνή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια, στη Μεσόγειο, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Μέση Ανατολή, η Ελλάδα της στρατηγικής του Ελσίνκι, της οικοδόμησης νέων, καλών σχέσεων με την Τουρκία, η Ελλάδα που συντέλεσε αποφασιστικά στην είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην ευρωπαϊκή οικογένεια, που στήριξε και πρωταγωνίστησε στην ευρωπαϊκή προοπτική των βαλκανικών χωρών, η δημοκρατική Ελλάδα του πολιτισμού, του τουρισμού, των τεράστιων δημοσίων έργων, των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, που αποτέλεσαν τον προπομπό των σημερινών ΕΣΠΑ, η Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ, αυτή η Ελλάδα, κατάντησε σήμερα ο «αδύναμος κρίκος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πέντε χρόνια κακοδιαχείρισης από τη Νέα Δημοκρατία ήταν αρκετά για να αλλάξει η εικόνα, για να αλλάξει η θέση μας στην Ευρώπη και στον κόσμο. Η χώρα μας σήμερα είναι αυτή με τα μεγαλύτερα δημόσια ελλείμματα, με τη χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα, τις οξύτερες κοινωνικές ανισότητες στην Ευρωζώνη. Η διαφθορά αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα του πολίτη, από την δημόσια υγεία, την παιδεία, τις συγκοινωνίες, την περιφερειακή ανάπτυξη, μέχρι την ποιότητα ζωής.

Η Ελλάδα, χωρίς φωνή σήμερα, χωρίς διαπραγματευτική ισχύ. Άπρακτή απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις. Αμήχανη απέναντι στις επιδιώξεις της Τουρκίας για ανάδειξή της σε περιφερειακή δύναμη.

Χωρίς στρατηγικό σχέδιο και συγκεκριμένο προσανατολισμό, ούτε στην οικονομία, ούτε στην εξωτερική της πολιτική, ούτε βέβαια και στην ευρωπαϊκή της πολιτική.
Στις κάλπες του Ιουνίου, θα κάνουμε την αρχή μιας νέας πορείας.

Μιας νέας πορείας για την Ελλάδα.

Μιας νέας πορείας για μια δημοκρατική, κοινωνική, Πράσινη Ευρώπη.

Σας ευχαριστώ.
Να είστε καλά.»

Διαβάστε επίσης