Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

«Η χώρα χρειάζεται σχέδιο και σεβασμό στο περιβάλλον, όχι χαριστικές πράξεις» | 07.09.2019

«Όρος επιβίωσης, η οικοδόμηση μιας νέας, σύγχρονης δημοκρατίας» | Ομιλία 21.07.2019

Για τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Πάτρας | Δήλωση 15.07.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

Ο αποχαιρετισμός του Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Ροβέρτο Σπυρόπουλο | 25.06.2019

 

Οι επερχόμενες Ευρωεκλογές αποτελούν πρόκληση για την Ευρώπη

Ομιλία στο 13ₒ Συνέδριο του Economist με θέμα «Driving the New Agenda for Global Recovery-Sharing, political, economic and business leadership in times of turmoil»

«Κύριε Πρόεδρε της Βουλής, κύριε Σημίτη, αγαπητοί υπουργοί, βουλευτές, πρέσβεις, κυρίες και κύριοι, η βαθειά παγκόσμια κρίση, δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι ταυτόχρονα και κρίση κλιματική, πολιτική, θεσμική και αξιών.

Θέτει επί τάπητος το μεγάλο ερώτημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Είναι η δημοκρατική πρόκληση της εποχής. Και χρησιμοποιώ την λέξη «δημοκρατία», διότι τα δύο ψυχροπολεμικά δόγματα που κυριάρχησαν, μιλούσαν υπέρ του πολίτη, το ένα μέσα από έναν φονταμενταλισμό του κράτους, το άλλο μέσα από τον φονταμενταλισμό της αγοράς.

Και τα δύο απέτυχαν. Αντί να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον, τον πολίτη, έκρυψαν τις τεράστιες ανισότητες εξουσίας και πλούτου, με τις ιστορικές συνέπειες των δύο τειχών που έπεσαν, απ’ τη μεριά του Βερολίνου, από την άλλη της Wall Street.

Χωρίς να εξισώνω δύο διαφορετικά πολιτικά και οικονομικά συστήματα, θέτω το σημερινό ερώτημά μας: Πώς θα υπηρετήσουμε, και μάλιστα, πώς θα υπηρετήσουμε δημοκρατικά το δημόσιο συμφέρον. Η πρόκλησή μας είναι ακόμα μεγαλύτερη, όταν θέσουμε το ερώτημα στις πραγματικές του διαστάσεις: θα υπηρετήσουμε το συλλογικό δημόσιο συμφέρον σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, διατηρώντας και ενισχύοντας τις αρχές, τους θεσμούς της Δημοκρατίας.

Πολύ απλά, το ερώτημα που τίθεται είναι πώς, συλλογικά, η ανθρωπότητα θα διαχειριστεί τους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους, τον παραγόμενο πλούτο μας, την έκρηξη της γνώσης και τεχνολογίας, καθώς και πώς θα λύσει μεγάλα προβλήματα της εποχής, που έχουν προέλθει από την ανθρώπινη δραστηριότητα, μέσα από το οικονομικό σύστημα που κυριάρχησε.

Απέναντι στα μεγάλα προβλήματα, όπως της φτώχειας και ανισότητας, ή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ή της κλιματικής αλλαγής, το ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει, για ποιον, και με βάση ποιες αξίες και ποιους στόχους. Αυτά αποτελούν βασανιστικά ερωτήματα για τον πλανήτη μας και το μέλλον του πολιτισμού μας, ή ακόμα και της επιβίωσής μας.

Για τα ερωτήματα αυτά, η Οργάνωση την οποία έχω την τιμή να εκπροσωπώ, ως Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, με 170 κόμματα, 50 εκ των οποίων βρίσκονται σε κυβέρνηση ανά τον κόσμο, ήδη εξετάζουμε λύσεις, μέσα από δύο Επιτροπές που έχουμε και με πρωτοβουλία μου διαμορφώσει. Η μία είναι η Επιτροπή Στίγκλιτζ, που προσπαθεί να απαντήσει στις νέες ανάγκες ενός διαφορετικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, με νέους κανόνες, νέες διαδικασίες, νέες αλλαγές που χρειάζονται, μια προοδευτική απάντηση στην οικονομική κρίση και, η άλλη Επιτροπή, είναι για την Βιώσιμη Ανάπτυξη και διακυβέρνηση του πλανήτη, που συμπροεδρεύεται από τον πρώην Πρόεδρο της Χιλής και νυν σύμβουλο του Μπαν Κι Μουν στον ΟΗΕ, Ρικάρντο Λάγος, και τον πρώην πρωθυπουργό της Σουηδίας, Γιούραν Πέρσον.

Μάλιστα, πριν από λίγες μέρες, βρέθηκα στην Κίνα, όπου είχα υψηλού επιπέδου συζητήσεις με την ηγεσία της, ακριβώς για το θέμα της κλιματικής αλλαγής και τις πολιτικές που θα ακολουθήσει η Κίνα, σ’ έναν διάλογο που θέλησε και η ίδια να κάνει με την Σοσιαλιστική Διεθνή.

Αν έρθουμε στη δική μας περιοχή, η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ως εγχείρημα να θεσπίσει κοινούς κανόνες, αξίες, οικονομικές συνέργειες, αντιπροσωπευτικές και δημοκρατικές διαδικασίες, ως εγγύηση για την διασφάλιση της ειρήνης, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ευημερία των πολιτών. Τότε, έλεγε «ποτέ πια πόλεμος».

Σήμερα, θα μπορούσε να πει «ποτέ πια βαρβαρότητα», αυτήν που φέρνει η ανισότητα, η φτώχεια, η κλιματική αλλαγή, το εμπόριο ανθρώπων, η προσφυγιά και αμάθεια, ή ακόμα και η εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής.

Σήμερα, η Ευρώπη θα μπορούσε να αποτελέσει μια απάντηση στην αντιμετώπιση της παγκοσμιοποίησης. Είναι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω της ιστορίας της, λόγω της ειρηνικής μεταβίβασης κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών – μελών σε υπερεθνικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς, για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, λόγω της εμπειρίας της να ενσωματώνει και να εκδημοκρατίζει χώρες, νέα μέλη – από χώρες που βγήκαν από δικτατορίες, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και Πορτογαλία, άλλες από το πρώην Σοβιετικό μπλοκ, άλλες από περιοχές με εντάσεις μεταξύ εθνοτήτων, όπως τα Βαλκάνια, η Ιρλανδία, άλλες χτυπημένες από εισβολές και κατοχές, όπως η Κύπρος, άλλες με διαφορετική θρησκευτική ταυτότητα, όπως η Τουρκία – είναι γι΄ αυτούς του λόγους και πολλούς ακόμα, που η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να είναι ένα πρότυπο για την τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης στις ανάγκες των πολιτών και της ανθρωπότητας, για τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης.

Όμως, σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αδικεί τον εαυτό της, αγνοεί τις πραγματικές της δυνατότητες. Έχει χάσει τεράστιες ιστορικές ευκαιρίες για να συμβάλει ουσιαστικά στις παγκόσμιες εξελίξεις, αλλά και για να προστατεύσει το μέλλον των πολιτών της.

Σήμερα, η Ευρώπη είναι αμήχανη. Κυριαρχείται από νεοσυντηρητικές δυνάμεις. Η ηγεμονία τους, η πολιτική και οικονομική τους ηγεμονία, έχει ανακόψει την δυναμική της Ένωσης, έχει εγκλωβίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε θεσμικές αγκυλώσεις.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται εγκλωβισμένη μεταξύ μιας τεχνοκρατικής ελίτ μακριά από τον πολίτη, των παζαριών των μεγάλων δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πελατειακών παζαριών, μεταξύ ενός φοβικού προστατευτισμού απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις, τον φόβο του ξένου, τον φόβο της διεύρυνσης στα Βαλκάνια, μέχρι και τον φοβικό τρόπο αντίδρασης απέναντι στην ανάδειξη νέων μεγάλων παικτών διεθνώς, όπως της Ρωσίας, της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας, αλλά και του μουσουλμανικού κόσμου.

Δείχνει την αμηχανία της απέναντι σε μια Αμερική που, με τον Πρόεδρο Ομπάμα, παίρνει πρωτοβουλίες αρκετά πιο προοδευτικές, αναιρώντας πολλές πολιτικές του Προέδρου Μπους – πολιτικές που είχαν την υποστήριξη, και πολλές φορές με φανατισμό, από τις ευρωπαϊκές συντηρητικές ηγεσίες.

Κυριαρχεί ακόμα μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τις αγορές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ένας φόβος για πιο σοβαρές αναθεωρήσεις των δογμάτων που επιβλήθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια, όπως του Μάαστριχτ ή το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που ενδιαφέρεται για τον πληθωρισμό, αλλά αγνοεί την απασχόληση και την ανάπτυξη.

Γι’ αυτό, κυρίες και κύριοι, οι επερχόμενες Ευρωεκλογές αποτελούν πρόκληση για την Ευρώπη:

Την πρόκληση να δημιουργήσει μια ισχυρή προοδευτική πλειοψηφία, να αλλάξει σελίδα, να αφυπνιστεί από τη θεσμική της ανεπάρκεια, την πολιτική της αδράνεια, τις συντηρητικές της επιλογές και τη γραφειοκρατική της φοβία, αλλά και γενικότερα τις φοβίες της, που σήμερα εκμεταλλεύονται οι συντηρητικοί, για να δημιουργήσουν πολλές φορές πολώσεις, αντί να προχωρήσουν σε σοβαρές τομές.

Αυτές οι εκλογές θα προσδιορίσουν το αν και κατά πόσον, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση θα αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης, εμπορίου και επενδύσεων προς όφελος των λαών, εργαλείο για την καταπολέμηση των ανισοτήτων και της φτώχειας, ή θα εξακολουθεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την υπερσυγκέντρωση εξουσίας, δύναμης και πλούτου σε χέρια λίγων και ισχυρών.

To αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συμβάλει καθοριστικά για να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη νέων χρηματοπιστωτικών κρίσεων, με αποτελεσματική εποπτεία και ρύθμιση σε όλες τις αγορές, για την κατάργηση των φορολογικών παραδείσων προς όφελος της πραγματικής οικονομίας, της απασχόλησης και της ανάπτυξης.

Το αν και κατά πόσο θα αντιμετωπίσουμε συλλογικά τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας, όπως την κλιματική αλλαγή, τις πανδημίες, τις πιέσεις από την άναρχη μετανάστευση, ή θα εξακολουθήσουμε να κρύβουμε το κεφάλι στην άμμο, αναβάλλοντας τη λήψη των αναγκαίων μέτρων.

Το αν και κατά πόσο θα προχωρήσουμε στην εδραίωση μιας παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης, κατοχυρώνοντας την εκπροσώπηση όλων, ή θα εξακολουθήσουμε να ανεχόμαστε το δίκαιο του ισχυρού, παρακολουθώντας με αμηχανία την έξαρση φαινομένων τρομοκρατίας, κοινωνικών εκρήξεων και πολεμικών συγκρούσεων.

Το αν και πόσο γρήγορα θα βγει η Ευρώπη από την κρίση, αν θα υπάρξει επαρκής επένδυση, δημόσια επένδυση, ευρωπαϊκή επένδυση, για την αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας σε μια υγιή βάση, δηλαδή αν θα δημιουργηθούν και οι προϋποθέσεις για την αύξηση των θέσεων εργασίας και τη μείωση της εργασιακής ανασφάλειας.

Το αν θα υιοθετήσει η Ευρώπη ένα Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Κοινωνικής Προόδου, με προδιαγραφές για την κοινωνική πολιτική, για την παιδεία, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική ασφάλιση.

Το αν θα κατοχυρωθεί το δικαίωμα του Ευρωπαίου πολίτη σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, αλλά και ουσιαστικής δημοκρατικής συμμετοχής, όπως μερικά κόμματα έχουν προτείνει, με την άμεση εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής.

Το αν θα προάγει, όχι μόνο νομισματική σταθερότητα, αλλά σταθερή απασχόληση, κοινωνική προστασία και αλληλεγγύη.

Και τέλος, το αν η Ευρώπη θα γίνει πρωτοπόρα, για μια πράσινη, βιώσιμη Ευρώπη, προωθώντας τις απαραίτητες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε παιδεία, κατάρτιση, πράσινες κατασκευές, σύγχρονα δίκτυα και υποδομές.
Απαντήσεις θετικές στα διλήμματα μπορούν να υπάρξουν , για μας, μόνο με μια προοδευτική Ευρώπη. Οι επερχόμενες Ευρωεκλογές για την ανάδειξη του νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δίνουν τη δυνατότητα να στείλουμε ένα ηχηρό μήνυμα για την αλλαγή πορείας, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα.

Ένα είναι σίγουρο. Το μέλλον δεν μπορεί να βασιστεί στα ίδια εργαλεία, στις ίδιες αντιλήψεις, στην ίδια λογική του πρόσφατου παρελθόντος. Η σχετική ανάκαμψη, με τα ισχυρά μέτρα που παίρνουν χώρες, όπως είναι οι ΗΠΑ , η Κίνα, και λιγότερο η Ευρωπαϊκή Ένωση, πιστεύω θα κάμψει την οξύτητα της οικονομικής κρίσης.

Όσοι ονειρεύονται, όμως, ότι θα ξαναγυρίσουμε στην ευκολία της αλόγιστης κερδοσκοπίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι γελασμένοι. Και αν το προσπαθήσουμε, σύντομα θα ζήσουμε και νέες κρίσεις. Ακόμα και αν καλυτερεύσουμε την οικονομία μας, γρήγορα θα δούμε ανταγωνισμό για τις πηγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, νέα έκρηξη τιμών, ενώ θα σηκώσει το τείχος της κλιματικής αλλαγής ο πλανήτης μας. Τείχος, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ανθρωπότητα.

Γι’ αυτό, πιστεύω ότι είναι ώρα να πάμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που μας αφορά όλους. Ως σοσιαλιστής, θεωρώ ότι σε αυτόν τον πλανήτη σήμερα, για πρώτη φορά στην ιστορία, η παγκόσμια ατζέντα, αλλά και η ατζέντα στην Ευρώπη, σε κάθε έθνος και τοπική κοινωνία, είναι ουσιαστικά η ίδια.

Η τόνωση της οικονομίας πρέπει να συνδεθεί με την δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, με βιώσιμη πράσινη ανάπτυξη, με κοινωνική συνοχή και καταπολέμηση της ανεργίας, της φτώχειας, της περιθωριοποίησης κοινωνικών ομάδων, με τον διάλογο των πολιτισμών, τη δημόσια υγεία, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και παιδείας, τον δημοκρατικό τελικά έλεγχο και την εποπτεία των αγορών, για να δημιουργήσουμε ένα κράτος Δικαίου. Ουσιαστικά, να ενδυναμώσουμε τον πολίτη.

Κάνοντας την Ελλάδα πρωτοπόρα σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, είναι για μας και όραμα και προσφορά στην ευρωπαϊκή κοινότητα, αλλά και στον πολίτη της Ελλάδας.

Πιστεύω στην Ελλάδα ενός νέου προτύπου ανάπτυξης, της πράσινης ανάπτυξης, ώστε να γίνει πρωτοπόρα -γιατί όχι- και σε παγκόσμιο επίπεδο, αξιοποιώντας τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.

Η Ελλάδα της πράσινης ανάπτυξης μπορεί να αξιοποιήσει: Την αιολική, ηλιακή και γεωθερμική ενέργεια, έναν τουρισμό ποιότητας, που συνδυάζει υπηρεσίες υγείας, παιδείας και πολιτισμού, αθλητισμού και διατροφής, μια οικονομία που επενδύει στην ποιότητα και άρα στον άνθρωπο, στην παιδεία, στην κοινωνική πρόνοια, ως βασικά στοιχεία της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, που σήμερα έχει δυστυχώς καταρρακωθεί.

Η πράσινη διπλωματία, επίσης, θα αποτελέσει και μια νέα βάση για την συνεργασία και επίλυση χρόνιων προβλημάτων της περιοχής. Ναι, η κοινή πρόκληση για την Μεσόγειο, μας δίνει την δυνατότητα νέων πρωτοβουλιών για την ειρήνη – από την Μέση Ανατολή, μέχρι την Κύπρο και τα Βαλκάνια.

Η Ελλάδα που οραματίζομαι, η Ελλάδα που οραματιζόμαστε, είναι η Ελλάδα που παίζει ενεργό ρόλο στις εξελίξεις, στην περιοχή των Βαλκανίων, της Μεσογείου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, γιατί όχι, και σε παγκόσμιο επίπεδο. Έναν ρόλο, που θα της διασφαλίζει και ασφάλεια και συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και προστασία των προοπτικών των πολιτών της. Την αναπτυξιακή προοπτική της.

Όμως, προϋπόθεση, χωρίς άλλο, είναι να αντιμετωπίσουμε την βαθύτατη κρίση πολιτικής και εμπιστοσύνης για την διακυβέρνηση που έχει η χώρα μας. Την κρίση των δημοκρατικών μας θεσμών. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, κάθε άλλη προσπάθεια θα σκοντάψει.

Η απαξίωση και το διευρυνόμενο έλλειμμα αξιοπιστίας των θεσμών, αποτελούν τροχοπέδη στην άσκηση παραγωγικής δραστηριότητας. Το γενικευμένο κλίμα διαφθοράς, αδιαφάνειας και ατιμωρησίας, έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και των παραγωγικών φορέων απέναντι στο πολιτικό σύστημα, στην ίδια την Πολιτεία.

Απέναντι στις προτάσεις που διατυπώνουμε και τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουμε ως πολιτικοί, αλλά και ως πολιτικές παρατάξεις, υπάρχει, ακριβώς λόγω της κρίσης εμπιστοσύνης, μεγάλη καχυποψία. Αυτό μπορεί και πρέπει να αντιστραφεί.

Αλλά σήμερα, αυτό το οποίο θα ακούσετε από σχεδόν όλους του Έλληνες πολίτες, ακόμα και από τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, είναι απουσία μιας αξιόπιστης και ισχυρής κυβέρνησης. Μιας κυβέρνησης με εντολή ισχυρή, αλλά και με βούληση, ικανή να εμπνεύσει ένα όραμα στην κοινωνία. Μιας κυβέρνησης, με την βούληση να βάλει τάξη εκεί όπου υπάρχει ανομία και διαφθορά. Να εμπεδώσει και πάλι το αίσθημα ενός κράτους Δικαίου. Μίας κυβέρνησης, που να θέσει στρατηγικούς στόχους και να πείσει ότι μπορεί να τους υλοποιήσει.

Σήμερα, η απουσία μιας σοβαρής αναπτυξιακής στόχευσης και πολιτικής, η ουσιαστικά πελατειακή λογική των όποιων αποφάσεων, υποσκάπτει, υπονομεύει τις όποιες δημιουργικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, είμαστε αποφασισμένοι να πάμε μπροστά, με πρόγραμμα που περιλαμβάνει άμεσα μέτρα στήριξης της οικονομίας, αλλά και με μεγάλες τομές για την υπέρβαση της κρίσης.

Η επερχόμενη ύφεση, η δημοσιονομική εκτροπή και η κρίση ανταγωνιστικότητας απαιτούν άμεση αποκατάσταση της ρευστότητας στην αγορά και στις επιχειρήσεις που την έχουν ανάγκη. Απαιτούν, επίσης, ενίσχυση των δημοσίων επενδύσεων, ενίσχυση των κλάδων που πλήττονται και άμεση ενεργοποίηση του ΕΣΠΑ 2007-13, από το οποίο, δυστυχώς, ουσιαστικά, ούτε ένα ευρώ δεν έχει απορροφηθεί εδώ και 2,5 χρόνια, δηλαδή από την ημέρα που ξεκίνησε αυτό το πρόγραμμα, το Δ’ ΚΠΣ.

Απαιτούν στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις της αγοραστικής δύναμης, ιδιαίτερα των μεσαίων και χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων. Απαιτούν ταυτόχρονα και ουσιαστικά μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης. Με περιστολή των καταναλωτικών δαπανών, με περιστολή των αλόγιστων προμηθειών και ιδιαίτερα των ρουσφετολογικών πολιτικών, από τις προσλήψεις στο Δημόσιο, μέχρι τις προμήθειες, και βεβαίως, μία ανακατανομή τους, ώστε να ενισχυθούν οι δημόσιες επενδύσεις και οι κοινωνικές δαπάνες.

Με ανακατανομή του φορολογικού βάρους, μέσω της εφαρμογής μιας σταθερής, δίκαιης φορολογικής πολιτικής, όπως έχουμε προτείνει. Με απλοποίηση και αναβάθμιση των φοροεισπρακτικών και ελεγκτικών μηχανισμών, που θα δημιουργήσουν μία νέα σχέση εμπιστοσύνης με τον πολίτη και τον επιχειρηματία.

Τα μέτρα αυτά οριοθετούν το πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής που θα εφαρμοστεί από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, για την αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης. Η υπέρβασή της, όμως, επιβάλλει να συνδεθούν τα άμεσα μέτρα με την προώθηση και μεγάλων τομών, που αποτελούν και τις μεγάλες μας προτεραιότητες.

Πρώτη στόχευσή μας, όπως είπα, είναι η πράσινη ανάπτυξη, που αποτελεί βασική κατεύθυνσή μας. Δημόσιες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε νέες τεχνολογίες, φιλικές προς το περιβάλλον. Πρακτικές που αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εκπέμπουν λιγότερα απόβλητα και ρύπους. Πράσινες υποδομές και κατασκευές.

Ολοκληρωμένες πολιτικές για την διαχείριση του νερού, την προστασία και την βιώσιμη αξιοποίηση των φυσικών μας πόρων. Ενίσχυση της πράσινης επιχειρηματικότητας με κίνητρα. Στροφή στα πιστοποιημένα, επώνυμα, ποιοτικά και ασφαλή προϊόντα, ιδιαίτερα στον αγροτοδιατροφικό τομέα, δηλαδή στην βιώσιμη αλιεία, γεωργία και κτηνοτροφία.

Προώθηση τουριστικών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας, με σεβασμό στο περιβάλλον και αξιοποίηση της παράδοσης και του πολιτισμού μας. Ανάδειξη της Ελλάδας σε διεθνές κέντρο με εφαρμογή συνδυασμένων μεταφορών, προτεραιότητα στα μέσα σταθερής τροχιάς, ενίσχυση των Μέσων Μαζικών Μεταφοράς, μείωση του κόστους μεταφοράς και επικοινωνίας με απομακρυσμένες περιοχές και ιδιαίτερα με τα νησιά μας.

Αυτές οι προτεραιότητες συνθέτουν μία νέα εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη της οικονομίας μας, ένα πρότυπο, που βέβαια απαιτεί την απαραίτητη βούληση.

Έχουμε ένα διευρυνόμενο έλλειμμα στο υδάτινο ισοζύγιο της χώρας μας, 80% των υδάτινων πόρων πηγαίνουν στη γεωργία, αντιμετωπίζουμε καταστροφή περιουσιών και το φάσμα της ερημοποίησης δυστυχώς, ενώ στην περιοχή μας, οι διακρατικές σχέσεις είναι πιθανόν να ενταθούν από το ζήτημα των υδάτινων πόρων.

Οι κλιματικές αλλαγές θα επηρεάσουν τον τουρισμό, που είναι από τους βασικότερους, αν όχι ο βασικότερος τομέας ανάπτυξης της χώρας μας. Θα επηρεάσουν προσφυγικά ρεύματα, μεταναστευτικά ρεύματα, ιδιαίτερα τις χώρες της Ευρώπης, της Μεσογείου, αλλά βέβαια και την Ελλάδα.

Γι’ αυτό, ταυτόχρονα, η πρόταση αυτού του νέου αναπτυξιακού προτύπου είναι και πρέπει να είναι συμβατή και με τη μεγάλη παγκόσμια πρόκληση της κλιματικής αλλαγής. Σας μιλάω και ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, και ως Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, είναι κοινοί οι στόχοι.

Σε αυτό το μεγάλο ζήτημα, η Ελλάδα πιστεύω έχει μία ευκαιρία. Να μετατραπεί από παθητικός θεατής, που είναι σήμερα, και θύμα των οικολογικών εξελίξεων, σε μια χώρα πρωτοπόρα στα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης και, σίγουρα, να προωθήσει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης για την ευρύτερη περιοχή Βαλκανίων και Μεσογείου.

Ο δεύτερος στόχος, που συνάδει με τον πρώτο, είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα εκπαίδευσης, δια βίου εκπαίδευσης, δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Η πράσινη ανάπτυξη θα γεννήσει νέες επιχειρηματικές δυνατότητες, πολλές νέες ευκαιρίες, θα δημιουργήσει έναν νέο ισχυρό παραγωγικό ιστό, θα παράξει πλούτο για τη χώρα, θα παράξει νέες θέσεις εργασίας, ποιοτικές θέσεις για τους επιστήμονες της χώρας μας, σε νέους παραγωγικούς τομείς.

Θα χρειαστεί, λοιπόν, για να αντιμετωπίσουμε αυτή τη νέα αναπτυξιακή μας προοπτική, να επενδύσουμε στο ανθρώπινο δυναμικό.Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε ανταγωνιστικά, επενδύοντας στη φτήνια, αλλά στην ποιότητα του εργατικού μας δυναμικού, κάνοντας ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές στην παιδεία και στην έρευνα, στην ανάπτυξη της καινοτομίας, σε σχέση με τις δικές μας παραγωγικές δυνατότητες και ταυτότητα, στην εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού.

Γι’ αυτό και προτάσσουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα δημόσιο, δωρεάν, που είναι εργαλείο ανάπτυξης, ευέλικτο και συνδεδεμένο επιτέλους με τις περιφερειακές ανάγκες ανάπτυξης, διότι σήμερα, το πανεπιστήμιο και τα ΤΕΙ είναι αποκομμένα από την ανάπτυξη, δεν είναι συνδεδεμένα με τις αναπτυξιακές ανάγκες, όχι μόνο τις οικονομικές, αλλά και τις κοινωνικές και πολιτιστικές.

Γι’ αυτό έχουμε καταθέσει με συγκεκριμένες προτάσεις για την ευελιξία των ΑΕΙ και των ΤΕΙ και την αυτονομία τους, με σοβαρή αξιολόγηση και σύνδεση με την περιφερειακή ανάπτυξη. Και βέβαια, έχουμε δεσμευτεί για την σταδιακή χρηματοδότηση παιδείας και έρευνας μαζί, που θα φτάσει σταδιακά στο 7% του ΑΕΠ.

Τρίτος στόχος μας είναι ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος, επιτέλους, που παρέχει δωρεάν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας σε όλους τους Έλληνες, με αναβαθμισμένο δίκτυο υγειονομικών, κοινωνικών υπηρεσιών, δίπλα στον πολίτη, με ουσιαστικό ρόλο της Αυτοδιοίκησης και, βέβαια, ένα βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Και αυτό, όχι μόνο ως μια ηθική υποχρέωση, αλλά και ως ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα, για τον πολίτη που θα αισθάνεται σιγουριά, θα γίνεται δημιουργικός και παραγωγικός, και δεν θα έχει το άγχος της έλλειψης απαραίτητων και αναγκαίων υποδομών.

Τέταρτος στόχος, μια Ελλάδα που επιτέλους συμμετέχει, που το είχαμε κατακτήσει αυτό. Και επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, και επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, είχαμε πετύχει την ουσιαστική και καθοριστική μας συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στα Βαλκάνια, στη Μεσόγειο και αλλού.

Γι΄αυτό θέλουμε την Ελλάδα που διεκδικεί, που διαπραγματεύεται, που ξέρει να διαμορφώνει ευνοϊκές συμμαχίες, με σαφή, σταθερή εθνική στρατηγική, που θα στηρίζεται σε μια ενότητα του λαού μας και σε έναν νέο πατριωτισμό, που δεν θα βασίζεται στο φόβο του εχθρού, αλλά στην περηφάνια για το τι είμαστε, τι στόχους έχουμε βάλει, ποια είναι η παραγωγή μας, ποια είναι η ποιότητα της κοινωνίας μας και των αξιών μας. Μία Ελλάδα των αξιών, που στο σταυροδρόμι των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών, μπορεί να πρωταγωνιστήσει.

Στο ΠΑΣΟΚ, δουλεύουμε ώστε να εδραιωθεί στη χώρα μας, αλλά και παντού, ένα σύστημα αξιών και σεβασμού του διεθνούς Δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας. Βασικός μας μοχλός, βεβαίως, είναι η πορεία της ευρωπαϊκής οικογένειας, αυτή η πορεία που διασφαλίζει τον σεβασμό των γειτόνων μας στις αρχές καλής γειτονίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειρηνικής επίλυσης των συγκρούσεων.

Αυτό το κοινό όραμα για την ευρύτερη περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου και για τα Βαλκάνια, ήταν πάντα οδηγός μας, στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ για την περιοχή, μία ενεργή πολιτική.

Ως κυβέρνηση, λαού θέλοντος, το ΠΑΣΟΚ θα ξαναβάλει την Ελλάδα στη θέση του οδηγού των εξελίξεων στη Ν.Α. Ευρώπη και τα Βαλκάνια, ως ατμομηχανή των χωρών της περιοχής προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Απτό αποτέλεσμα αυτών των εντατικών προσπαθειών μας ήταν η στρατηγική της Θεσσαλονίκης. Υπενθυμίζω, ήταν επί Ελληνικής Προεδρίας, το 2003, όταν πήρε η Ευρωπαϊκή Ένωση τη μεγάλη απόφαση ν’ ανοίξει την προοπτική ένταξης των βαλκανικών χωρών.

Αυτή η στρατηγική έδωσε σαφή προοπτική στις γειτονικές μας χώρες, ιδιαίτερα στα Δυτικά Βαλκάνια. Αυτή η στρατηγική χρειάζεται επειγόντως νέα επιβεβαίωση, νέα ώθηση, νέα δυναμική. Να σπάσουμε τη φοβία που έχει καταλάβει την Ευρωπαϊκή Ένωση και που θα μπορούσε να συμβάλει, έστω και τώρα, στην λύση του μεγάλου προβλήματος, που λέγεται Κοσσυφοπέδιο, που δεν έχει λυθεί.

Αυτόν τον ρόλο θα διεκδικήσει και πάλι η Ελλάδα, με μια νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ναι, ξέρουμε τις δυνάμεις μας. Είμαστε μια μικρή χώρα, αλλά ξέρουμε επίσης ότι, με τις διεκδικήσεις μας, με τον σχεδιασμό μας, με την παρουσία μας, με τη συμμετοχή μας, μπορούμε και συμβάλουμε, και το έχουμε αποδείξει, σε παγκόσμιες εξελίξεις, πόσο μάλλον σε ευρωπαϊκές.

Αυτοί είναι οι τέσσερις μεγάλοι στόχοι που θέτουμε ενώπιον των πολιτών. Οι μεγάλες τομές, για να μπούμε πια σε μια τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και χρηστής διακυβέρνησης.

Προϋπόθεση όμως, όλων αυτών, είναι ένα ευνομούμενο κράτος. Το ζήτημα του κράτους ήταν και είναι πάντα κομβικό, ακόμα περισσότερο στην σημερινή παγκόσμια οικονομία.
Τι είδους κράτος διαμορφώνει η κάθε εξουσία, ποιους εκφράζει, ποιους υπηρετεί αυτό το κράτος, πώς και σε όφελος ποιων οργανώνει την παραγωγή, την οικονομία, πώς και για ποιους λειτουργούν οι θεσμοί και οι μηχανισμοί του, ποιες αξίες υπερασπίζει, ποιες προωθεί;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα αποκαλύπτει και την ταυτότητα της κάθε πολιτικής εξουσίας. Το βασικό δίλημμα που τίθεται σήμερα, δεν είναι μεταξύ κρατισμού ή φονταμενταλισμού της αγοράς. Το δίλημμα είναι: ποιο κράτος και ποια αγορά; Το κράτος και η αγορά στην υπηρεσία του πολίτη, ή στην αιχμαλωσία των πελατειακών και των μεγάλων συμφερόντων;

Εμείς οι σοσιαλιστές, σήμερα, θέτουμε ως πρώτο στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας της Δημοκρατίας, στις σημερινές συνθήκες της παγκόσμιας οικονομίας, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της τεχνολογικής έκρηξης, αλλά και της συσσώρευσης κεφαλαίου και εξουσίας στα χέρια των λίγων.

Γι’ αυτό, με την πρόταση που καταθέσαμε προχθές για το πολιτικό σύστημα και το κράτος στη χώρα μας, δίνουμε οξυγόνο και δύναμη στους δημοκρατικούς μας θεσμούς, για να εγγυηθούμε για ένα ευνομούμενο κράτος, ένα κράτος Δικαίου.

Γιατί θέλουμε να προστατεύσουμε τα δικαιώματα των πολιτών και από την αυθαιρεσία ενός αυταρχικού ή γραφειοκρατικού ή πελατειακού συγκεντρωτικού κράτους, αλλά και από τους άγριους ανέμους μιας ανεξέλεγκτης παγκόσμιας αγοράς. Θέλουμε να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις της κοινωνίας, υπάρχουν ζωντανές δυνάμεις που ασφυκτιούν και, πιστεύουμε στην κοινωνία των ενεργών πολιτών, στην πρωτοβουλία τους, στη δύναμή τους, στη δημιουργικότητά τους, και ως μονάδες, αλλά και ως συλλογική δύναμη.

Θέλουμε να εξασφαλίσουμε, ως κυβέρνηση, θεσμούς που σέβονται τον πολίτη, τον προστατεύουν, τον στηρίζουν και λειτουργούν με διαφάνεια και με κοινωνική λογοδοσία. Δικαιοσύνη, Κοινοβούλιο, Κόμματα, Αυτοδιοίκηση, Συνδικαλισμός, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, Μέσα Ενημέρωσης, Συνεταιρισμοί, μη κρατικοί Οργανισμοί, να είναι αυτόνομοι, ανεξάρτητοι, αλληλοελεγχόμενοι ακριβώς επειδή ανεξάρτητοι, ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των πολιτών.

Θεσμοί, που δεν διαχωρίζουν τους πολίτες, λόγω πολιτικών θέσεων, με πελατειακές λογικές, ή λόγω φύλου, φυλής, καταγωγής, θρησκείας, σεξουαλικής προτίμησης, οικονομικής ή άλλης δύναμης. Ο κάθε πολίτης για μας είναι ισότιμος απέναντι στο νόμο και στην Πολιτεία, και ο νόμος εφαρμόζεται ισότιμα για όλους, όσο ψηλά και αν βρίσκονται.

Γι’ αυτό και, στο ΠΑΣΟΚ, θέλουμε ένα κράτος που λειτουργεί με διαφάνεια, υπεύθυνα, αποτελεσματικά, προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Ένα κράτος που κατοχυρώνει την αξιοκρατία, που αναδεικνύει τους άξιους και όχι τους αρεστούς.

Ένα κράτος, όχι διογκωμένο, χαλαρό, σπάταλο, αλλά κράτος επιτελικό και ισχυρό, που βάζει κανόνες στην αγορά, ελέγχει, σχεδιάζει την αναπτυξιακή πορεία, συμβάλει αποφασιστικά μέσα από τις δημόσιες επενδύσεις, σχεδιασμένες όχι πελατειακά, αλλά σύμφωνα με τις ανάγκες της οικονομίας, της περιφερειακής ανάπτυξης, αλλά και του νέου προτύπου της πράσινης ανάπτυξης.

Κι αυτά δεν χρειάζονται, φίλες και φίλοι, χρήματα. Αυτές οι τομές δεν χρειάζονται ευρώ. Αυτές οι τομές χρειάζονται πολιτική βούληση. Και σας διαβεβαιώ, εμείς, εγώ, έχουμε τη βούληση, αυτά να τα κάνουμε πράξη. Και θα τα κάνουμε πράξη, λαού θέλοντος, ως κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Κυρίες και κύριοι, τελειώνοντας, θα ήθελα απλώς να ξαναθέσω τα διλήμματα, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Εάν εμείς όλοι, η Ευρώπη, αλλά και η παγκόσμια κοινότητα, δεν αντιληφθούμε την αμεσότητα και το μέγεθος των προκλήσεων, θέτοντας τους κανόνες, διαθέτοντας το κεφάλαιο και καταθέτοντας την πολιτική βούληση για μία βιώσιμη, μία ανθρώπινη ανάπτυξη, τότε θα αντιμετωπίσουμε πολύ σύντομα την κυριαρχία φονταμενταλιστών, αυταρχικών ηγεσιών, την διάρρηξη της συνοχής των κοινωνιών μας, συγκρούσεις γύρω από τους φυσικούς μας πόρους, θα δούμε πολύ σύντομα την αύξηση της βίας και της βαρβαρότητας στον πλανήτη μας.

Γι’ αυτό, κυρίες και κύριοι, σήμερα, είναι ώρα ευθύνης. Εμείς, στο ΠΑΣΟΚ, θέλουμε και μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τολμηρά, δημιουργικά, τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής.

Θέλω να σας καλέσω σ’ αυτή την προσπάθεια, γνωρίζοντας ότι αυτή δεν είναι μία συνάντηση του ΠΑΣΟΚ, είναι εδώ πολλές παρατάξεις και αντιλήψεις, αλλά θέλω να ξέρετε ότι, αύριο, χρειαζόμαστε τη συνεργασία όλων.

Χωρίς διακρίσεις, χωρίς προσπάθειες να διαχωρίσουμε τους Έλληνες μεταξύ μπλε, πρασίνων και κόκκινων, που δυστυχώς αυτό έχει επανέλθει, αλλά με βάση αξίες, κοινούς στόχους, για τους οποίους μπορούμε να δουλέψουμε όλοι μαζί. Μπορούμε να δουλέψουμε όλοι μαζί και να τους πραγματοποιήσουμε.

Έχουμε το θάρρος, λοιπόν, έχουμε τη βούληση, έχουμε την εμπειρία, έχουμε την ικανότητα, πιστεύουμε και έχουμε τις αξίες, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις μεγάλες προκλήσεις.

Σας ευχαριστώ.»

Διαβάστε επίσης