Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Να δώσουμε λόγο και ρόλο στη νέα γενιά

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση, σε επίπεδο Αρχηγών Κομμάτων με θέμα «τις αλλαγές που πλήττουν τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των νέων, το δικαίωμα στη μόρφωση, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό και στον ελεύθερο χρόνο τους»

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Εδώ και δέκα μήνες καταβάλλουμε μια τεράστια προσπάθεια για την αναδόμηση της χώρας. Όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν πολύ καλά την κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Ελλάδα, τους κινδύνους που αυτή η Κυβέρνηση κλήθηκε να διαχειριστεί.

Δεν διστάσαμε ούτε στιγμή να κάνουμε αυτό που χρειάζεται, για να σώσουμε την Ελλάδα από τη χρεοκοπία. Να μπορέσουμε να πείσουμε και τους εταίρους, ότι η Ελλάδα είναι ικανή να βάλει τάξη στο χάος και την ανομία, αλλά και να εξασφαλίσουμε και την αναγκαία χρηματοδότηση της χώρας μας.

Να προστατεύσουμε εντέλει τους πολίτες, τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους, αλλά και τους ανέργους, από το ενδεχόμενο η Ελλάδα να μπει σε μια βαθιά, παρατεταμένη ύφεση για δεκαετίες.

Και να καταφέρουμε, ως κοινωνία και ως οικονομία, να πατήσουμε γερά στα πόδια μας, να δημιουργήσουμε μια καλύτερη χώρα, μια πιο δίκαιη κοινωνία, ένα αξιόπιστο κράτος και ένα πραγματικό κράτος πρόνοιας.

Κάνουμε τα πάντα, για να αλλάξουμε για πάντα την Ελλάδα. Και ένας από τους κυριότερους λόγους, για τον οποίο καταβάλλουμε αυτή την υπεράνθρωπη και γρήγορη προσπάθεια αλλαγής, φεύγει από τα στενά όρια του σήμερα.

Είναι υποχρέωσή μας, της δικής μας γενιάς, να παραδώσουμε στη νέα γενιά και στις γενιές των Ελλήνων που έρχονται, μια Ελλάδα απαλλαγμένη από βάρη, με τα οποία εμείς την φορτώσαμε.

Βάρη, που δεν έχουμε δικαίωμα να κληροδοτήσουμε στις νέες γενιές. Γι’ αυτό και καλωσορίζω την πρόταση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για τη σημερινή συζήτηση, για το θέμα της νέας γενιάς, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και την προοπτική της.

Είναι πράγματι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της κοινωνίας. Για να μείνει η κοινωνία μας ζωντανή, δημιουργική και εύρωστη, χρειάζεται μια δημιουργική νέα γενιά, που δεν εξαρτάται από κανέναν και που οδηγεί η ίδια την κοινωνία στο μέλλον.

Γι’ αυτό, αντίθετα με τη λογική, που είτε υπονοείται, είτε επιτάσσει μια πατερναλιστική προστασία προς τους νέους, θα ήθελα να μιλήσω για τους νέους και τις νέες, επισημαίνοντας αυτό που εμείς χρειάζεται να εξασφαλίσουμε, που δεν είναι ούτε η προστασία, ούτε το χάιδεμα των αυτιών, αλλά το αντίθετο, αυτό το οποίο κι εμείς πρεσβεύουμε.

Αυτό που απαιτούν και αυτό που χρειαζόμαστε, είναι μια νέα γενιά χειραφετημένη, ελεύθερη, κριτικά σκεπτόμενη, δημιουργική, να παίρνει πρωτοβουλίες, να είναι αυτή η οποία αντιμετωπίζει, ανατρέπει και αλλάζει τη χώρα μας.

Έχει τα προσόντα, τις σπουδές, το κέφι, για να χτυπήσει την αδιαφάνεια, την αναξιοκρατία, την ανομία, τις σπατάλες, τις πελατειακές πρακτικές. Είναι αυτή, που θα είναι και πρέπει να είναι φορέας αλλαγών.

Επιμένω ότι τελειώνει το πελατειακό κράτος. Και έχει μεγάλη σημασία για τη νέα γενιά. Γιατί δεν υπονομεύει μόνο το πολιτικό μας σύστημα. Παράγει ακόμα και έναν πολιτισμό, που ευνουχίζει τις δημιουργικές δυνάμεις και της νέας γενιάς, αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού.

Σημαίνει πολλά αυτό το πελατειακό σύστημα. Σημαίνει καταρχήν υποτέλεια, σημαίνει εξάρτηση, σημαίνει χειραγώγηση, σημαίνει λατρεία της εξουσίας αντί της αξίας, σημαίνει ο πολίτης να μαθαίνει να ψάχνει για το μέσο για κάθε πρόβλημά του, αντί για τη λύση του προβλήματος.

Σημαίνει ένας Δήμαρχος, να ψάχνει τον πάτρονά του στο Υπουργείο Εσωτερικών και στην Κυβέρνηση. Ένας νέος, να μαθαίνει να προοδεύει μόνο μέσω του λεγόμενου «κονέ», όπως οι ίδιοι οι νέοι λένε, κάποιων στην εξουσία, δηλαδή, δημόσια ή ιδιωτική.

Ο φοιτητής, να χρειάζεται ως προστάτη μια φοιτητική παράταξη, ο εργαζόμενος, έναν προστάτη συνδικαλιστή. Να μαθαίνει ο νέος ότι όλη την ενέργειά του πρέπει να τη σπαταλάει στο να πιάσει «την καλή» με την εξουσία, την όποια εξουσία. Να υποτάσσεται σε αυτήν, να συναλλάσσεται με αυτήν, να εξαρτάται από αυτήν, να γίνεται αυτή αυτοσκοπός, και ο ίδιος ο νέος να χάνει την αξία του.

Αυτή η αντίληψη διαπερνά την πολιτική, αλλά και το σύνολο του δημόσιου βίου της χώρας, όπου ο Υπουργός παραδοσιακά ασχολούταν με το βόλεμα των ψηφοφόρων. Πρόσφατο παράδειγμα, που έγινε κανόνας τα τελευταία χρόνια βεβαίως, η «ΑΓΡΟΓΗ».

Δυστυχώς, όμως, αυτή είναι μια παράδοση, που ξεκινάει από την εποχή μετά την Ελληνική Επανάσταση, όταν το ελληνικό κράτος ήταν για πολλούς ένα εύκολο πλιάτσικο, για κάθε έναν που μπορούσε να έχει πρόσβαση στην εξουσία.

Και αυτή η λογική είχε και άλλες συνέπειες. Για τον πολίτη, σήμαινε «η ζωή μου – ο θάνατός σου». Ποιος έχει την καλύτερη πρόσβαση στην πίτα της εξουσίας. Και αυτό το «στοίχημα» κατακερμάτιζε την κοινωνία, κατακερμάτιζε τη συλλογική έκφραση και την έκφραση των συλλογικών συμφερόντων.

Αντί να δημιουργούμε για να μεγαλώσει, να αναπτυχθεί η χώρα, τρωγόμαστε στο μοίρασμα της εξουσίας για την καρέκλα. Η «βαλκανοποίηση» της κοινωνίας μας, δεν ήταν διαφορετική και από τη «βαλκανοποίηση» της περιοχής μας, όπου η κάθε χώρα έψαχνε τον ισχυρότερο προστάτη για να προωθήσει τα συμφέροντά της.

Αυτή η αντίληψη είχε συνέπειες ακόμα και στην αντίληψή μας για την εξωτερική πολιτική, που χαρακτηριζόταν από τον ποιον προστάτη θα έχουμε, τους Γάλλους, τους Άγγλους, τους Γερμανούς, τους Ρώσους, τους δυτικούς, τους Σοβιετικούς και, με ευκολία, όλα τα καλά και κάθε κακό ήταν απόρροια των πατρώνων μας. Ήταν η ευκολία να μην αναλαμβάνουμε ποτέ ευθύνες για το δικό μας μέλλον, για το μέλλον της χώρας μας.

Κάποιοι άλλοι είναι «οι βάρβαροι», που φταίνε – οι κακοί Βουλευτές, οι Υπουργοί, οι Μεγάλες Δυνάμεις. Ο καθένας μας, όμως, ποτέ να μην αναλαμβάνει τις πραγματικές του ευθύνες.

Εντέλει, η πελατειακή λογική σημαίνει απλά κάθε προσπάθεια να βολευτούμε προσωρινά, ή να μην ξεβολευτούμε. Και αυτό βοηθούσε εκείνους που πάντα είχαν ισχύ, πάντα είχαν μέσο για το μοίρασμα κάποιων προνομίων και όχι για την εξασφάλιση δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Ακόμα χειρότερα, όμως, δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να επιβιώσουμε εσαεί με δάνειες δυνάμεις, αυτές του εκάστοτε πάτρονά μας, του προστάτη μας, του μέσου μας.

Και με δάνειες δυνάμεις, νομοτελειακά, η πορεία μας θα είναι πορεία εξάρτησης, πορεία επιτηρήσεων, πορεία κηδεμονίας. Από τον ψηφοφόρο, που γίνεται πελάτης ενός συστήματος που τον ευνουχίζει, μέχρι και την ίδια τη χώρα, που βρίσκεται σήμερα υπό μία άτυπη κηδεμονία και επιτήρηση.

Κυρίες και κύριοι, αυτό το σύστημα πολιτικής απέτυχε. Και το Μνημόνιο είναι η ταφόπλακα, η βαριά ταφόπλακα αυτής της αντίληψης και πρακτικής.

Αν θέλουμε μια χώρα με το κεφάλι ψηλά, με δική της ισχυρή φωνή και παρουσία, με οικονομία ανταγωνιστική, βιώσιμη, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς δουλείες στους δανειστές μας, ή σε οποιοδήποτε εταίρο, απαιτείται επιτέλους να αναπτύξουμε τις δικές μας δυνάμεις.

Απαιτείται να δημιουργήσουμε το πολιτικό σύστημα, αλλά και τον πολιτικό πολιτισμό, που αναδεικνύει ό,τι καλύτερο έχουμε ο καθένας μέσα μας, αλλά και συλλογικά, ως κοινωνία.

«Η Ελλάδα στους Έλληνες», το σύνθημα που συγκλόνιζε, έχει και αυτό τη βαθύτερη διάστασή του. Να αναπτύξουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, να επενδύσουμε στο δικό μας ανθρώπινο δυναμικό.

Να σεβαστούμε την αξία μας μέσα από την αξιοκρατία, να στηρίξουμε την πρωτοβουλία και την επιτυχία κάθε Έλληνα και Ελληνίδας. Να χειροκροτήσουμε την καινοτομία, τη δημιουργία, την επιχειρηματικότητα, να δουλέψουμε ως σύνολο και όχι απλώς ως ανταγωνιστικές μονάδες.

Και όταν μιλώ για επιχειρηματικότητα, μην παρεξηγούμαι, δεν την ταυτίζω μόνο με το άνοιγμα, ή με το ρίσκο του ανοίγματος μιας επιχείρησης. Την ταυτίζω με τη δημιουργικότητα και συλλογικότητα του Ελληνισμού που, σε δύσκολες στιγμές, ξέρει να πλάθει, ξέρει να δημιουργεί. Και το θέμα δεν είναι ότι του λείπουν τα χρήματα – κι αυτό το βλέπουμε είτε στο μύθο του πολυμήχανου Οδυσσέα, από την εποχή του Ομήρου, είτε στην υπέροχη, συλλογική δημιουργία των Αμπελακίων, είτε στην παράδοση της Ικαρίας, που ακόμα και οι μαρξιστές θεωρούσαν ουτοπία, είτε στο Σύνταγμα του Βουνού, μέχρι και στην καινοτομία των νέων σήμερα.

Τον γιατρό που σέβεται τον ασθενή, τον εκπαιδευτικό που σέβεται τον μαθητή, τον δημόσιο υπάλληλο που αγαπά τη δουλειά του, τον πολίτη. Και αυτό, δεν κοστίζει ούτε ένα ευρώ. Προχθές, είδα δύο νέους που βραβεύτηκαν για ένα λογισμικό, το οποίο επιτρέπει στον επισκέπτη να ξεναγείται μέσα στα δικά μας πολιτιστικά μνημεία, μέσα από το κινητό τηλέφωνο.

Τα πελατειακά φαινόμενα κατ’ εξοχήν στερούσαν από τους νέους να αναπνεύσουν, να ονειρευτούν, να πιστέψουν στις δικές τους δυνάμεις, ότι μπορεί να δημιουργήσουν και να τα καταφέρουν.

Αυτά είναι τα φαινόμενα που σπάμε τώρα με ριζικές τομές, από τις προσλήψεις και προαγωγές στο Δημόσιο, έως το πώς λειτουργεί το φορολογικό σύστημα και κατά πόσον ανέχεται την κομπίνα, την παραοικονομία και τη φοροδιαφυγή. Από τη ριζική αλλαγή του πολιτικού συστήματος, έως το σπάσιμο της γραφειοκρατικής δομής του κράτους και την πλήρη διαφάνεια στις αποφάσεις που λαμβάνουν τα Υπουργεία.

Αυτή η αλλαγή, βεβαίως, απαιτεί μια μικρή επανάσταση. Δεν είναι απλώς δομική, είναι και πολιτιστική, είναι αλλαγή και σε αντιλήψεις. Και για μένα, για μας, πρωτοπόρα σε αυτή την επανάσταση θα είναι η σημερινή νέα γενιά. Δεν μπορεί να μην είναι. Δεν μπορεί να μην είναι, εάν βεβαίως αναλάβει τις ευθύνες της, εάν δεν μείνει απαθής, εάν δεν αποφασίσει τη φυγή, εάν δεν αποφασίσει την εγκατάλειψη, εάν δεν απογοητευθεί, εάν δεν θεωρεί ότι με τη βία μπορεί να αλλάξει τα πράγματα – γιατί η βία, απλώς φέρνει βία και είναι η άλλη πλευρά της απάθειας και της εγκατάλειψης.

Γι’ αυτό, καλώ σήμερα τη νεολαία: ελάτε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Πάρτε τη δική σας τύχη στα χέρια σας, πάρτε την τύχη της Ελλάδας στα χέρια σας και ελάτε να ανατρέψουμε μαζί τα κακώς κείμενα, για να δημιουργήσουμε μια πιο δίκαιη, πιο ισχυρή, πιο ανταγωνιστική Ελλάδα.

Εμείς έχουμε ήδη δρομολογήσει ιστορικές τομές, που καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε στο παρελθόν. Τομές, που αλλάζουν τις βάσεις και βάζουν νέες, για να χτίσουμε μια νέα Ελλάδα, πραγματικής ευνομίας, ίσων ευκαιριών και δημιουργίας. Είναι η πιο πολύτιμη υπηρεσία που μπορούμε να προσφέρουμε στους νέους, και σήμερα, και στις μελλοντικές γενιές.

Να πιστέψουν στη χώρα τους, να είναι περήφανοι γι’ αυτήν και για τις δυνατότητές τους. Να γνωρίζουν οι νέοι, ότι θα μεγαλώσουν, θα δουλέψουν και θα δημιουργήσουν, σε ένα περιβάλλον που τους σέβεται, που τους δίνει ευκαιρίες, ώστε να μπορούν και να βρουν το δίκιο τους, και την ανάπτυξη, και την επιτυχία, που εξαρτάται από τη δική τους προσπάθεια, το δικό τους ταλέντο και που κανείς δεν μπορεί να καταχραστεί αυτό το δικαίωμά τους, παρακάμπτοντάς τους με ρουσφέτια, υπόγειες διαδρομές, αφανείς συναλλαγές, αυθαιρεσίες και αδιαφανείς πράξεις.

Αυτή είναι η επανάσταση που έχουμε ξεκινήσει και είναι πραγματική. Θα την πετύχουμε, κυρίως με τη ζωντανή συμμετοχή των νέων, ώστε να πάψουν να ζουν με το παράδοξο. Γιατί είναι παράδοξο, η σημερινή γενιά να είναι η πιο μορφωμένη γενιά στην ιστορία της χώρας μας, η γενιά με τις περισσότερες παραστάσεις και γνώσεις, η γενιά που έχει ταξιδέψει περισσότερο από κάθε προηγούμενη και έχει μια πολύ πιο πλήρη εικόνα για τον κόσμο, τα πράγματα και τις προκλήσεις, με τα περισσότερα προσόντα και δεξιότητες, με τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια από προηγούμενες γενιές και, όμως, να είναι η γενιά που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να ζήσει χειρότερα από κάθε προηγούμενη.

Οι σημερινοί 20άρηδες και 30άρηδες ζουν και το φόβο και την ανασφάλεια, για το αν θα μπορέσουν να κάνουν πραγματικότητα τα όνειρά τους, αν θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή.

Τα ξέρουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τι αντιμετωπίζει σήμερα η νέα γενιά, ποια είναι τα προβλήματά της. Ανεργία. Θερίζει εδώ και χρόνια. Κυρίως, όμως, η ανεργία ανάμεσα στους πτυχιούχους που, πολλές φορές, είναι και αδικαιολόγητη. Είναι αδικαιολόγητο να λέμε ότι παράγουμε ως χώρα περισσότερους πτυχιούχους, από όσους χρειάζεται η οικονομία μας. Διότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ένας μύθος, που μας βολεύει.

Η Ελλάδα παράγει περίπου όσους πτυχιούχους παράγει κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Μάλιστα, σε σχέση με χώρες όπως είναι η Γαλλία και η Φιλανδία, τα ποσοστά των πτυχιούχων στην Ελλάδα είναι μικρότερα. Η ανεργία όμως είναι πολύ μεγαλύτερη στη χώρα μας και είναι χιλιάδες οι νέοι και οι νέες που φεύγουν στο εξωτερικό αναζητώντας δουλειά, την οποία μάλιστα συνήθως βρίσκουν, στερώντας την ίδια ώρα από την Ελλάδα το πιο ικανό, το πιο δημιουργικό, το πιο ανοιχτόμυαλο ανθρώπινο δυναμικό.

Δεν έχουμε λοιπόν στη χώρα μας πρόβλημα υπερβολικής προσφοράς μορφωμένων, καταρτισμένων, πτυχιούχων νέων. Έχουμε πρόβλημα ζήτησης, έχουμε πρόβλημα εκπαιδευτικού συστήματος, που δεν συμβαδίζει με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, του πολιτισμού μας, των συγκριτικών μας οικονομικών και παραγωγικών πλεονεκτημάτων, αλλά ακόμα και της περιφερειακής ανάπτυξης.

Αφήσαμε εδώ και χρόνια την οικονομία μας να παρακμάζει, με ένα συγκεκριμένο μοντέλο κατανάλωσης, αγοράζοντας ξένα προϊόντα, χωρίς να παράγουμε ελληνικά και ανταγωνιστικά δικά μας προϊόντα.

Επιτρέψαμε να μην επεκτείνεται η οικονομία μας και σε νέους τομείς, που θα δημιουργούσαν ζήτηση και καινοτόμες πρωτοβουλίες για νέους εργαζόμενους, με εξειδίκευση και προσόντα.

Δεν μας κάνει πια, αυτό το αντιπαραγωγικό, παρασιτικό αναπτυξιακό μοντέλο, που οδήγησε την Ελλάδα στο σημερινό αδιέξοδο. Γι’ αυτό και επίκεντρο της επόμενης, μεγάλης μας αλλαγής, δεν μπορεί παρά να είναι το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Και προεκλογικά, η αλλαγή του εκπαιδευτικού μας συστήματος ήταν μία από τις βασικές μας δεσμεύσεις. Εδώ και δεκαετίες, μείναμε στάσιμοι ως χώρα, προσφέροντας στους μαθητές, όχι σύγχρονες μεθόδους μάθησης, αλλά μεθόδους και περιεχόμενο διδασκαλίας με βάση την αποστήθιση, που αντιστοιχούσαν σε μια άλλη εποχή.

Γι΄ αυτό, χρειάζονται αλλαγές με νέες αντιλήψεις, ώστε οι νέοι να είναι στην αιχμή της παγκόσμιας γνώσης και να εκμεταλλευτούν τις νέες, τεράστιες δυνατότητες που προσφέρονται, είτε στο διαδίκτυο, είτε αλλού.

Είναι η ώρα, λοιπόν, να σπάσουμε αυτές τις αντιλήψεις, γιατί εμείς θεωρούμε ότι το Πανεπιστήμιο, τα ΤΕΙ μας, μπορούν και πρέπει να συνδεθούν με την περιφερειακή ανάπτυξη. Γιατί να μην βγάζουμε τα καλύτερα στον κόσμο μεσογειακά αγροτικά προϊόντα; Γιατί να μην παρέχουμε τις καλύτερες ξενοδοχειακές υπηρεσίες, να είμαστε πρωτοπόροι – όπως π.χ. η Ελβετία – με την ελληνική μας φιλοξενία, από το «management», μέχρι την ψυχαγωγία και την ελληνική διατροφή;

Να είμαστε πρωτοπόροι στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, ώστε τις πόλεις που χτίζουμε, να τις χτίζουμε ανθρώπινα, πράσινα, ενεργειακά, με χαμηλή κατανάλωση, με ταυτότητα και ιδιαίτερα με ταυτότητα ελληνική. Γιατί να μην είμαστε πρωτοπόροι στις ναυτιλιακές σπουδές, ώστε η Ελλάδα να γίνει διεθνές κέντρο ναυτιλιακής εκπαίδευσης;

Είναι δύσκολο να το φανταστούμε αυτό; Όταν εμείς, οι Έλληνες, είμαστε η πρώτη δύναμη ναυτιλίας στον κόσμο; Γιατί να μην είμαστε πρωτοπόροι στις κοινωνικές σπουδές, όταν εμείς συμβολίζουμε τη χώρα όπου γεννήθηκε η Δημοκρατία;

Δεν αρκεί να ξιφουλκούμε κατά του Μνημονίου, ή να δημαγωγούμε εναντίον των «βαρβάρων», διότι ξέρουμε, και ο ίδιος ξέρω κυρία Παπαρήγα, τι σημαίνουν οι άγριες διαθέσεις των διεθνών αγορών. Τις έζησα. Τις έζησα αυτούς τους μήνες και ξέρω τις αναγκαίες ανατροπές σ’ αυτό το διεθνές σύστημα. Και εμείς, ως σοσιαλιστές, αυτά έχουμε προτείνει – πολύ συγκεκριμένες ανατροπές.

Αλλά τώρα, είμαστε εδώ, στην Ελλάδα. Γιατί η Ελλάδα να είναι ο αδύναμος κρίκος της κρίσης; Γιατί η Ελλάδα να είναι ευάλωτη; Γιατί να εξάγουμε πολίτες, αντί να εξάγουμε προϊόντα; Γιατί να εξάγουμε φοιτητές, αντί να εξάγουμε γνώση; Γιατί να μου λέει ο Γκόρντον Μπράουν, ο πρώην Πρωθυπουργός της Αγγλίας, ότι σε δύο χρόνια, η μεγαλύτερη εξαγωγική βιομηχανία της Αγγλίας δεν θα είναι τα ορυχεία, δεν θα είναι τα αυτοκίνητα, αλλά τα Πανεπιστήμιά της; Σωστά διαμαρτύρονται οι νέοι για το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο τους οδηγεί σε αδιέξοδα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αντί να επιδιώξουμε την ενεργή συμμετοχή των νέων, αντί να ζητήσουμε την ειλικρινή τους άποψη, να τους βάλουμε πραγματικά στο παιχνίδι διαμόρφωσης της πολιτικής, για να εμπλουτίσουν πολιτικές, δυστυχώς, τους βάλαμε απέναντι σε ένα φαύλο πελατειακό σύστημα. Και ή έπρεπε να παραιτηθούν, να ιδιωτεύσουν, να φύγουν, ή να διαμαρτύρονται, δυστυχώς, ακόμα και με βία. Αλλά δεν είναι επιλογές αυτές. Είναι απλώς επιβεβαίωση των αδιεξόδων.

Δεν θέλω, ως Πρωθυπουργός στη χώρα αυτή, να έχουμε μια νεολαία ανενεργή, μια νεολαία απαισιόδοξη, μια νεολαία που δεν μπορεί να βρει διέξοδο στις αγωνίες της, που δεν μπορεί να πατήσει γερά στα πόδια της. Διότι ξέρω και ξέρουμε πολύ καλά ότι, χωρίς την ενεργή παρουσία της νέας γενιάς, η Ελλάδα δεν θα αλλάξει.

Δεν υποσχόμαστε λαγούς με πετραχήλια. Δεν πετάμε στους νέους ένα ξεροκόμματο πολιτικής και λίγες βαρύγδουπες υποσχέσεις για το μέλλον. Δεν υποσχόμαστε stage μέσα από τα πολιτικά γραφεία, για μια κακοπληρωμένη δουλειά, χωρίς καμία προοπτική.

Δεν υποσχόμαστε τη δήθεν αριστερή, αλλά τελικά πολύ δεξιά επιλογή του ανοίγματος των θυρών του Δημοσίου, ώστε να προσληφθούν εκεί όλοι οι νέοι, που βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανεργία. Αυτό θα λύσει το αναπτυξιακό πρόβλημα στη χώρα μας; Να αποθηκεύσουμε το πιο πολύτιμο δυναμικό μας, ουσιαστικά, μέσα σε θέσεις απραξίας;

Αν αυτές είναι οι λύσεις που προτείνονται, να πω ξεκάθαρα ότι, για μας, ούτε λύσεις είναι, ούτε θα συμφωνήσουμε να καταφύγουμε στα ίδια λάθη. Αντίθετα, και προεκλογικά και σήμερα, υποσχόμαστε μια πραγματικά προοδευτική πολιτική για τους νέους, μια πολιτική δικαιοσύνης ανάμεσα στις γενιές, που επιβάλλει να αλλάξουμε ολόκληρη την πολιτική αντίληψη για το σύστημα, όπως λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Ναι, θα στηρίξουμε και τον αδύναμο νέο, μέσα από ένα νέο προνοιακό σύστημα που δημιουργούμε, αλλά θα βοηθήσουμε ώστε να απελευθερώσουμε και κάθε νέο που θέλει να δημιουργήσει. Οι νέοι χρειάζονται απελευθέρωση των δυνάμεων και των δυνατοτήτων τους, όχι ακόμα περισσότερους περιορισμούς στις επιλογές και τη ζωή τους. Και αυτό είναι που κάνει η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Θα αναφερθώ σε μερικές μόνο από τις πολιτικές που αφορούν στην πολιτική μας για τους νέους. Πριν όμως από αυτό, θέλω να σας πω ότι έχω υποσχεθεί εδώ, στη Βουλή, πως θα αξιοποιήσουμε και τις καλύτερες πρακτικές διεθνώς. Θα αξιοποιήσουμε όποιους μπορούμε να βρούμε, που μπορούν να συμβάλουν στις αλλαγές στη χώρα μας, μεταφέροντας εμπειρία και γνώση, δουλεύοντας βεβαίως με τους Έλληνες εμπειρογνώμονες, αλλά αξιοποιώντας το καλύτερο που έχει να προσφέρει η ανθρωπότητα.

Έχω ζητήσει, λοιπόν, από μια κορυφαία προσωπικότητα, να ηγηθεί μιας διεθνούς ομάδας, η οποία θα αξιολογήσει όλο το προνοιακό μας σύστημα και, παράλληλα, θα κοιτάξει και τα θέματα της νέας γενιάς, καθώς είναι και υπεύθυνος για δύο Ινστιτούτα. Το ένα για τις μελλοντικές σπουδές, δηλαδή για μια στρατηγική για τη χώρα του, αλλά επίσης είναι κι ένας άνθρωπος, ο οποίος αναδείχθηκε ως ένας κεντρικός για την υφήλιο γνώστης του κράτους πρόνοιας και της αντιμετώπισης της φτώχειας.

Είναι Σουηδός. Είναι ο Γιοακίμ Πάλμε, ο γιος του αείμνηστου Ούλοφ Πάλμε. Και μόλις πρόσφατα, ανακηρύχθηκε Πρόεδρος του Παγκόσμιου Κοινωνιολογικού Ερευνητικού Ινστιτούτου και της Επιτροπής για το Κράτος Πρόνοιας, που μάχεται ενάντια στη φτώχεια.

Θέλω να τον ευχαριστήσω και από το βήμα της Βουλής, για την προσφορά του στην Ελλάδα και, βεβαίως, θα έχει στενή συνεργασία με διεθνείς προσωπικότητες και Έλληνες εμπειρογνώμονες προς αυτή την κατεύθυνση.

Όμως, αν δούμε λίγο την εμπειρία των άλλων χωρών, που έχουν σοβαρά συστήματα πρόνοιας και τα οποία δεν είναι πελατειακά, ένα είναι το βασικό τους στοιχείο, ότι είναι αποκεντρωμένα. Δεν είναι πελατειακά, συγκεντρωτικά, σε ένα κεντρικό κράτος – γιατί αυτό λειτουργούσε στο δικό μας σύστημα – για να μπορεί να παίζει ο εκάστοτε Βουλευτής και πολιτικός με τις ανάγκες του πολίτη, αντί να εξασφαλίζει δικαιώματα. Γιατί έτσι, γίνονταν πολύ πιο σύνθετα τα προβλήματα και πολύ πιο αναποτελεσματικές οι πολιτικές.

Θα σας πω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, που δείχνει πόσο θα βοηθήσει και η μεγάλη αλλαγή του «Καλλικράτη» στο σύστημα της πρόνοιας. Προχθές, κάναμε μία συνάντηση, την πρώτη Διυπουργική για το θέμα των ναρκωτικών, για να θέσουμε σε λειτουργία το Εθνικό Σχέδιο κατά των Εξαρτήσεων. Ξέρετε πόσα Υπουργεία εμπλέκονται σε αυτή την προσπάθεια; Δέκα Υπουργεία. Άλλα για την πρόληψη, άλλα για τη θεραπεία, άλλα για τις εξαρτήσεις, άλλα για την καταπολέμηση της εμπορίας, άλλα για την κοινωνική επανένταξη και το σωφρονισμό.

Φανταστείτε λοιπόν τη δουλειά και το συντονισμό που χρειαζόμαστε, για να αντιμετωπίσουμε ακόμα πιο σύνθετα προβλήματα, όπως η ανεργία και το έλλειμμα αναπτυξιακής προοπτικής των νέων στη χώρα μας. Άρα, λοιπόν, εμείς πάμε σε ένα επιτελικό κράτος, με γενικές πολιτικές, όπου όμως οι συνέργειες και οι πολιτικές θα εφαρμόζονται – και θα εφαρμόζονται αποτελεσματικά, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, συμμετοχικά και αποκεντρωμένα.

Μέσα από αυτές τις πολιτικές, βεβαίως, έχουμε συγκεκριμένες αρχές. Πρώτη και βασική, είναι η συνοχή της κοινωνίας μας και η απόφασή μας να αλλάξουμε τα πράγματα στο ασφαλιστικό, με τον τρόπο που το κάνουμε. Είναι μία επιλογή, που έχει στο επίκεντρό της την αρχή της αλληλεγγύης, πρώτα και κύρια μεταξύ των γενεών, όπως ακριβώς είπαμε και προεκλογικά. Μια μεταρρύθμιση, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στο μεγαλύτερο επίτευγμα του κοινωνικού κράτους, δηλαδή τη διασφάλιση της κοινωνικής ασφάλισης στα σημερινά παιδιά και στους νέους ανθρώπους.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ότι έχουμε την επιλογή, ιδιαίτερα στην οικονομική κρίση, που δημιουργεί δυσκολίες σε κάθε οικογένεια, να προωθήσουμε και σημαντικές ρυθμίσεις στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, που ευνοούν ιδιαίτερες, ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Γι’ αυτά, θα σας μιλήσει αργότερα η κυρία Διαμαντοπούλου.

Προχωρούμε όμως και σε άλλες πολιτικές, ιδιαίτερα για την εξασφάλιση της εργασιακής και οικονομικής προοπτικής, χτυπώντας στη ρίζα το πρόβλημα της ανεργίας και αλλάζοντας τη φιλοσοφία τού σημερινού κράτους πρόνοιας, περνώντας από παθητικές πολιτικές επιδότησης, σε επιθετικές πολιτικές δημιουργίας θέσεων εργασίας και νέων ευκαιριών. Να δώσουμε νέα εργαλεία, όπως είναι το πρόγραμμα του ΟΑΕΔ για την προώθηση προγραμμάτων παροχής κινήτρων, μέσω επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών. Έχουμε τρία μεγάλα προγράμματα 115.000 νέων θέσεων εργασίας, με γενναίες επιδοτήσεις, για μακροχρόνια άνεργες γυναίκες, πολύτεκνες, τρίτεκνες, ή τρίτεκνους, και για αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών.

Ενίσχυση της δημιουργικότητας, με νέες πρωτοβουλίες, που θα χρηματοδοτηθούν σε καινοτόμες επιχειρηματικές δραστηριότητες, αλλά επίσης και σε επιταγές, που θα εξαργυρώνονται για κατάρτιση και για θέσεις εργασίας, τόσο με επιχορηγήσεις για καινοτόμες δράσεις, όσο βεβαίως και για στήριξη συνολικά 2.500 επιχειρήσεων νεανικής επιχειρηματικότητας.

Πρόκειται για προγράμματα, και ευρωπαϊκά και εθνικά, ώστε να αξιοποιήσουμε όλο το ανθρώπινο δυναμικό, σε αυτή την προσπάθεια ανάπτυξης της χώρας μας.

Έχουμε όμως και την παιδεία. Η μεγάλη αλλαγή, εδώ θα έρθει. Μια εκπαίδευση, που χρειάζεται συνεχώς να αλλάζει, να εξελίσσεται και να στηρίζει την οικογένεια, από το ολοήμερο σχολείο και το βρεφονηπιακό σταθμό, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, μέχρι το ηλεκτρονικό σχολείο, ώστε να έχει πρόσβαση ο κάθε πολίτης, ο κάθε νέος, στον πλούτο, την κοινοκτημοσύνη της γνώσης, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σημαντικές αλλαγές χρειάζονται, επίσης, στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Και πρόσφατα, η κυρία Διαμαντοπούλου περιέγραψε τις γενικές γραμμές στη Σύνοδο των Πρυτάνεων, για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν.

Πρέπει να δημιουργήσουμε αυτοτελή Πανεπιστήμια, ώστε να παίρνουν πρωτοβουλία, να αποφασίζουν για τα Τμήματά τους, να αποφασίζουν ποιες Σχολές θα έχουν, να αποφασίζουν ποια πτυχία θα δώσουν. Αυτό δεν γίνεται σήμερα. Σήμερα, αυτό γίνεται στα γραφεία του Υπουργείου Παιδείας.

Θα πρέπει να υπάρχει αυτοτέλεια, ώστε να μπορούν να πάρουν πρωτοβουλίες και οι ίδιοι, αλλά και σε συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες και την Περιφέρεια. Και επίσης, να προσελκύουν φοιτητές και ερευνητές διεθνώς και άρα, από εκεί όπου λέγαμε, «κάθε χωριό και ΤΕΙ», να πούμε «κάθε ΤΕΙ και διεθνής παρουσία».

Και είναι σημαντικό, σε αυτό το σχέδιο, να έχουμε την Ακαδημαϊκή Κοινότητα δίπλα μας, όπως πιστεύω ότι έχουμε δίπλα μας και την συντριπτική πλειοψηφία των νέων.

Παράλληλα, θέλουμε να εξασφαλίσουμε σε ολόκληρη την κοινωνία, τη δυνατότητα συνεχούς πρόσβασης στην εκπαίδευση, τη δια βίου εκπαίδευση, δίνοντας νέο νόημα στην παιδεία και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Να είναι ο χώρος, όχι μόνον για τα παιδιά μας, που θα σπουδάζουν σε αυτά, αλλά να είναι ανοιχτά Πανεπιστήμια για όλους, για συνεχή μάθηση, για δεύτερες ευκαιρίες, για συνεχή εξέλιξη, για συνεχή έρευνα. Ένα θερμοκήπιο καινοτομιών, σκέψης και επίλυσης προβλημάτων, είτε είναι τεχνολογικά προβλήματα, είτε κοινωνικά, είτε για την ανάπτυξη της κάθε περιοχής και Περιφέρειας.

Για να γίνουν όμως αυτά, χρειάζεται η συμμετοχή του νέου, το δικαίωμα της συμμετοχής. Γι’ αυτό και δίνουμε οξυγόνο, η Κυβέρνησή μας δίνει οξυγόνο στη Δημοκρατία, με πολιτικές εναντίον κάθε είδους αποκλεισμού, ηλικιακού, οικονομικού ή και γεωγραφικού. Με όλες μας τις πρωτοβουλίες, που ξεκινήσαμε από την πρώτη ημέρα που αναλάβαμε τη διακυβέρνηση της χώρας, όπως είναι η ανοιχτή διαβούλευση όλων των νομοσχεδίων, στο διαδίκτυο.

Για να μπορεί να συμμετέχει ο νέος, όχι μόνο μέσα από οργανωμένα κόμματα, αλλά να συμμετέχει, είτε συλλογικά είτε ατομικά, με τη γνώμη του, με το λόγο του.

Με την ανάρτηση όλων των αποφάσεών μας στο διαδίκτυο. Να μας κρίνουν, να συμμετέχουν με δημιουργική κριτική. Με την απόφασή μας να κατεβάσουμε το ηλικιακό όριο εκλογής στην Τοπική Αυτοδιοίκηση στα 18 έτη. Γιατί πιστεύουμε και εμπιστευόμαστε τους νέους και τις νέες μας.

Και τελειώνω με μια προτροπή: στις εκλογές της Αυτοδιοίκησης, που έρχονται, βάλτε νέους ανθρώπους, βάλτε νέες και νέους. Είναι μια έκκληση προς όλα τα κόμματα.

Δώστε λόγο και ρόλο στη νέα γενιά. Η νέα γενιά και ξέρει, η νέα γενιά και μπορεί, η νέα γενιά και θέλει.

Κάντε τον «Καλλικράτη» μοχλό αλλαγών και ανατροπών, με τους νέους πρωτοπόρους.

Σας ευχαριστώ.»

Δευτερολογία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση, σε επίπεδο Αρχηγών Κομμάτων με θέμα «τις αλλαγές που πλήττουν τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των νέων, το δικαίωμα στη μόρφωση, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό και στον ελεύθερο χρόνο τους»

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, άκουσα με προσοχή τις τοποθετήσεις των Αρχηγών. Διαπίστωσα, κ. Σαμαρά, κάποια ψήγματα αυτοκριτικής. Είπατε ότι τα προβλήματα της νέας γενιάς υπήρχαν και πριν την κρίση. Θα συμπλήρωνα, τα προβλήματα αυτά, όπως του εκπαιδευτικού συστήματος, του ατομικισμού, του πελατειακού συστήματος, έφεραν την κρίση

Και λέω «πελατειακό σύστημα», διότι όταν μιλήσατε για πρότυπα, καλή είναι η κουβέντα για τα πρότυπα, αλλά θα περίμενα να αποκηρύξετε το πρότυπο της «ΑΓΡΟΓΗΣ», και γενικότερα της πελατειακής εξαγοράς συνειδήσεων, του πλιάτσικου του δημόσιου χρήματος, της ευνοιοκρατίας για τους κολλητούς, ούτως ώστε να μην μείνει ως βασική επιτυχία της προηγούμενης περιόδου σας, ότι απλώς ανασυστήσατε την Αγροφυλακή, για να βολέψετε κάποιους αγροφύλακες, κομματικούς σας φίλους.

Γιατί δεν λέμε, κ. Σαμαρά, ότι για όλα φταίει η Νέα Δημοκρατία, δεν το λέμε αυτό. Λέμε ότι έχουμε όλοι ευθύνη, άλλοι μεγαλύτερη ευθύνη, άλλοι μικρότερη ευθύνη. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: ποιος έχει τη βούληση να αλλάξει τα πράγματα; Ποιος είναι έτοιμος να συγκρουστεί; Ποιος κάνει πράξη τις ανατροπές; Όχι στα λόγια. Κι αυτό κάνουμε εμείς, κάνουμε τις μεγάλες ανατροπές. Σήμερα, είναι το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, που κάνει ανατροπές σε συμπεριφορές, αντιλήψεις και πρακτικές που, πολλές φορές, και εμείς – κακώς – υπηρετήσαμε.

Θα περίμενα, λοιπόν, και από εσάς, να ψηφίσετε νομοσχέδια, όπως π.χ. αυτό για την αξιοκρατία μέσω ΑΣΕΠ, για να τελειώσει αυτή η λογική, «θα έρθουμε εμείς στα πράγματα, για να βολέψουμε τα δικά μας παιδιά». Εμείς δεν το κάναμε. Δεν το κάναμε.

Και εμείς, έχουμε την κριτική των δικών μας ψηφοφόρων, γιατί δεν δίνουμε αυτό το δικαίωμα – προνόμιο, δεν είναι δικαίωμα, ένα προνόμιο επαίσχυντο, το οποίο πρέπει να αλλάξουμε και το αλλάζουμε.

Παράλληλα, άκουσα κριτική, ότι δεν προχωράμε σε όλα αυτά τα οποία πράγματι συμφωνήσαμε, κ. Σαμαρά, στο Συμβούλιο Αρχηγών, υπό την ηγεσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, για τη διαφθορά. Αλλά νομίζω ότι είμαστε η Κυβέρνηση που έχει περάσει, όχι στα λόγια, αλλά έχει περάσει νομοσχέδια, περισσότερο από κάθε άλλη κυβέρνηση του παρελθόντος, μέσα σε 8-9 μήνες, για τη διαφάνεια, για την πάταξη της διαφθοράς και για την αξιοκρατία.

Όταν εμείς φωνάζαμε επί 5 χρόνια, να πάρει μέτρα ο κ. Καραμανλής, ο Πρωθυπουργός σας, ο Πρωθυπουργός μας, που μας μίλαγε για την διαφθορά και για την διαπλοκή, αλλά τίποτα, μα τίποτα δεν έκανε και, τελικά, παραδόθηκε σε αυτήν.

Όσο για την κριτική εξ αριστερών, τονίζω πάλι, ότι η Κυβέρνησή μας, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σήμερα, έχει καθήκον να βγάλει την Ελλάδα από πρωτοφανή κρίση, την οποία κληρονομήσαμε, και να στηρίξει βεβαίως και τους νέους ανθρώπους, όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη, όχι με ευχολόγια και φτηνή κριτική.

Και για το ασφαλιστικό, δεν θα μιλήσω εγώ, αλλά θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα ενός κειμένου, από έναν νέο του Blog των G-700, που αξιολογεί αυτό το ασφαλιστικό σύστημα που εμείς ψηφίσαμε χθες, για να αξιολογήσουμε κι εμείς κατά πόσον αυτά που λέτε ευσταθούν.

«Αναγνωρίζουμε – λέει – ότι στο σύνολό του, πρόκειται για το πιο βιώσιμο, το πιο κοινωνικά και γενεακά δίκαιο ασφαλιστικό σύστημα που είχαμε ποτέ στη χώρα. Επιτέλους, πραγματοποιείται με καθυστέρηση 80 ετών το όραμα των ιδρυτών του μεγαλύτερου και πιο ιστορικού ασφαλιστικού οργανισμού της Ν.Α. Ευρώπης, του ΙΚΑ, για ένα ενιαίο και δίκαιο Εθνικό Σύστημα Ασφάλισης.

Επιτέλους, σταματάει η βιομηχανία των εξαιρέσεων και των ασφαλισμένων πολλαπλών ταχυτήτων, όπου κάποιοι εργαζόμενοι μπορούσαν να επιβάλουν να πληρώνονται παχυλές συντάξεις, με μόλις 20 χρόνια πραγματικής εργασίας, ενώ άλλοι με 30-35 χρόνια δουλειάς έπαιρναν ψίχουλα.

Αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να τολμήσει καν να σκεφτεί, πριν από μερικούς μήνες, ότι θα εντάσσονταν ποτέ οι δημόσιοι υπάλληλοι, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, στο ΙΚΑ; Ή μήπως δεν συνιστά κορυφαία αλλαγή ότι οι ένστολοι των Σωμάτων Ασφαλείας και Ενόπλων Δυνάμεων καλούνται να δουλέψουν 35 χρόνια πραγματική υπηρεσία, αντί 24, όπως άλλωστε και οι συνάδελφοί τους στο εξωτερικό;

Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του συστήματος ασφάλισης γίνονται αλλαγές, η υγεία διαχωρίζεται από τη σύνταξη, τα Ταμεία μειώνονται σε τρία, θεσμοθετείται βασική σύνταξη και ανταποδοτική, μπαίνει φρένο στο πάρτι με τα επικουρικά.

Βεβαίως, οι αλλαγές έχουν θύματα. Τη γενιά των βαμπίρ, που πίστεψε ότι θα σκαπουλάρει πρόωρα, με το χρυσό αλεξίπτωτο που έβαλε τα παιδιά της να αγοράσουν».

Αυτά δεν είναι δικά μου λόγια, είναι λόγια κάποιου νέου ανθρώπου.

Και σε ό,τι αφορά το δημοψήφισμα, το οποίο συνεχώς ο ΣΥΡΙΖΑ μας αναφέρει και ζητά, πρώτα απ’ όλα, θέλω να τονίσω ότι, επί της αρχής, η παράταξή μας παραμένει έτοιμη να φέρει νομοσχέδιο στη Βουλή – διότι υπάρχει βεβαίως πρόνοια του Συντάγματος, αλλά δεν έχουμε ψηφίσει στη Βουλή τις διαδικασίες, κάτω από τις οποίες μπορούμε να πάμε σε ένα δημοψήφισμα – ώστε να θεσμοθετήσουμε πράγματι αυτή τη διαδικασία.

Σε ό,τι αφορά όμως την ουσία του δημοψηφίσματος κ. Τσίπρα, το ερώτημα ποιο θα ήταν, ποιο θα ήταν το πραγματικό δίλημμα; Το πραγματικό δίλημμα θα ήταν: χρεοκοπία ή σωτηρία.

Το πραγματικό δίλημμα για το ασφαλιστικό θα ήταν, να διασφαλίσουμε τη σύνταξη για τις επόμενες γενιές, για τη νέα γενιά της χώρας μας, ή να κρατήσουμε ένα σύστημα που, σίγουρα, θα στερήσει το δικαίωμα της σύνταξης στη νέα γενιά που έρχεται; Αυτά θα ήταν τα διλήμματα. Και αυτά είναι τα διλήμματα, στα οποία εσείς πρέπει να απαντήσετε. Όχι άλλα ψευτοδιλήμματα.

Μίλησαν διάφοροι για τη νέα γενιά «των 500 ευρώ». Διορθώνω και πάλι: βεβαίως υπάρχει ονομαστική μείωση του βασικού μισθού, όμως οι νέοι εργαζόμενοι δεν θα χάσουν ούτε ένα ευρώ από το σημερινό μισθό τους, του νεοεισερχόμενου – μακάρι να μπορούσε να ήταν μεγαλύτερος, γιατί αυτό σημαίνει οικονομική ανάπτυξη στη χώρα – αφού ο ΟΑΕΔ καλύπτει τη διαφορά.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο μείωση του κόστους εργασίας για τον εργοδότη, που είναι και κίνητρο για την πρόσληψη των νέων ανέργων. Κατά συνέπεια, οι νέοι όχι μόνο δεν θίγονται, αλλά δεν αλλάζει σε τίποτα αυτό που εισπράττουν κάθε μήνα στην τσέπη τους και αυξάνεται η δυνατότητά τους να βρουν δουλειά σε ώρα κρίσης.

Γι’ αυτό το θέμα, κάποιοι είχαν το θράσος να παρουσιάσουν αυτό το μέτρο ως καταστροφή, ενώ είναι ένα γνήσια προοδευτικό μέτρο κοινωνικής συνοχής. Μην διασπείρετε τον πανικό. Και δεν είμαστε εμείς η Κυβέρνηση αυτή, που θα παίξει παιχνίδια για μικροκομματικό όφελος.

Και η Κοινοβουλευτική μας Ομάδα, με θάρρος ψήφισε ένα δύσκολο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό. Και είμαστε υπερήφανοι ότι εμείς δεν κοιτάμε το πρόσκαιρο πολιτικό όφελος, αλλά το συλλογικό συμφέρον της χώρας, της νέας γενιάς και των γενεών που έρχονται.

Είμαστε εδώ, για να παλέψουμε με κάθε δύναμη για τη χώρα, με όποιο κόστος, και να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια Ελλάδα καλύτερη, ένα κράτος αξιόπιστο, κοντά στους πολίτες.

Κυρία Παπαρήγα, εσείς μιλήσατε για την παιδεία και την αγορά. Βέβαια, ζούμε σε μια αγορά, η αγορά είναι γύρω μας, δεν είναι μόνο ο χώρος της παιδείας, που έχει να αντιμετωπίσει την αγορά. Το ερώτημα είναι, τι κάνουμε; Βέβαια, μπορούμε να ρυθμίσουμε την αγορά. Εμείς είμαστε υπέρ των ρυθμίσεων και σε διεθνές επίπεδο, και πρέπει να γίνει.

Όμως, δεν είναι εργαλείο η γνώση; Δεν είναι δύναμη η γνώση για έναν νέο, όταν βγαίνει στην αγορά; Δεν είναι δύναμη, να μπορέσει να έχει τα προσόντα, για να μπορεί να ανταγωνιστεί σε μια αγορά; Υπάρχει η αγορά. Αυτή είναι η ζωή, αυτή είναι η πραγματικότητα. Μπορεί να θέλετε, σε έναν άλλο κόσμο, να πούμε ότι δεν υπάρχει, αλλά δεν είμαστε σε αυτόν τον κόσμο.

Είναι λάθος δηλαδή, και αυτό το ζήτημα να αντιμετωπίζεται από την παιδεία, από το εκπαιδευτικό σύστημα; Ή μήπως, όπως πολύ σωστά είπε ο κ. Καρατζαφέρης, και το έχω πει κι εγώ, να έχουμε παιδιά που μπαίνουν στο Πανεπιστήμιο και είναι αναγκασμένα να συνδικαλιστούν, ή να βρουν τον προστάτη τους, όπως είπα στην ομιλία μου, για να εξασφαλίσουν βαθμούς, σε μια συναλλαγή;

Εγώ σας λέω για ένα σύστημα, το οποίο πρέπει να αλλάξει κυρία Παπαρήγα. Και θέλω να διορθώσετε τον χαρακτηρισμό σας για τον κ. Πάλμε – δεν τον ξέρετε προσωπικά, γιατί τον αναφέρατε ως «έμπορο γνώσης»;

Αν κάθε έναν άνθρωπο – αυτό θεωρείτε – που δεν είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, τον θεωρείτε έμπορο, ας έχετε εσείς αυτή τη λογική, αλλά δεν μπορείτε εσείς, έναν άνθρωπο ο οποίος παλεύει όλη του τη ζωή για το κοινωνικό σύστημα, για την πρόνοια και χτυπάει τη φτώχεια, εσείς να τον ονομάζετε «έμπορο» – σας παρακαλώ.

Σε ό,τι αφορά τη δια βίου μάθηση, μιλήσατε εναντίον της αξιολόγησης. Μα, δυστυχώς, εμείς αξιολογούμαστε κάθε μέρα, όχι μόνο από την αγορά, όχι μόνο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο από τις διεθνείς συνθήκες. Αξιολογούνται τα προϊόντα μας, αξιολογούνται τα Πανεπιστήμιά μας, αξιολογούνται οι πτυχιούχοι μας, είτε το θέλουμε, είτε όχι. Το ερώτημα είναι, αν εμείς θα αξιολογήσουμε τα Πανεπιστήμιά μας.

Αν εμείς θα πάρουμε τα μέτρα που χρειάζονται, για να τα κάνουμε πιο αξιόπιστα, για να μην είναι το ένα μας Πανεπιστήμιο στην κατάταξη, 500 βαθμίδες χαμηλότερα από το πρώτο στον κόσμο. Γιατί η Ελλάδα να έχει αυτή την τύχη;

Θέλουμε να καλυτερεύσουμε την παιδεία. Χρειάζεται να γνωρίζουμε. Να γνωρίζουμε π.χ. γιατί σε μια περιοχή πιο φτωχή, σε μια γειτονιά πιο δύσκολη, μπορεί να έχουμε είτε επιτυχίες, είτε αποτυχίες στο σχολείο.

Ας το αξιολογήσουμε, για να δούμε με ποια μέτρα θα παρέμβει η Πολιτεία, προκειμένου να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους. Χωρίς αξιολόγηση, μπορούμε αυτό να το διαπιστώσουμε, να το γνωρίζουμε, να το ξέρουμε; Γιατί το φοβόμαστε; Για να μην κάνουμε σοβαρή πολιτική;

Σε ό,τι αφορά τη δια βίου μάθηση, επίσης, δεν καταλαβαίνω την άποψή σας, γιατί την έχετε δαιμονοποιήσει. Βέβαια, αυτό συμβαίνει αν είναι κανείς δογματικός. Εγώ δεν είμαι εναντίον των ιδεολογιών, είμαι εναντίον του δογματισμού κυρία Παπαρήγα, του δογματισμού που, πολλοί, έχουν απαντήσεις στα πάντα. Έχουμε όλη την αλήθεια, την έχουμε διαπιστώσει, αυτή είναι η αλήθεια. Και το μόνο που πρέπει να μπορούμε να διαμορφώνουμε είναι, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε μια πραγματικότητα που αλλάζει, με τις ίδιες, δογματικές μας θεωρίες; Εκεί είναι όλη η ενέργεια, που τελικά σπαταλάτε;

Βεβαίως, αν έχει κανείς αυτή τη θεώρηση, μπορεί να μην χρειάζεται τη δια βίου μάθηση – καλύτερα η «δια βίου αμάθεια», εφόσον υπάρχει η απόλυτη αλήθεια!

Αλλά σας ρωτώ: δεν πρέπει να αλλάξει το οτιδήποτε, κυρία Παπαρήγα, σε αυτή τη χώρα; Διότι εγώ δεν άκουσα προτάσεις σας, για να αλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα. Είναι το τέλειο εκπαιδευτικό σύστημα;

Και να σας πω και για την ταξική παιδεία. Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου έκανε τη δωρεάν παιδεία, πράγματι, συνέβαλε ουσιαστικά στο να έρθει μια τάξη εργαζομένων και αγροτών και να μπει στο εκπαιδευτικό σύστημα. Και βρήκαν ένα δρόμο και υπήρξε μια μεγάλη, σοβαρή αλλαγή.

Ανέβηκαν σε πλούτο, σε ευκαιρίες, σε δυνατότητες, μέσω της παιδείας, ανέβηκε το επίπεδο ζωής, αλλά ιδιαίτερα το επίπεδο ζωής των ανθρώπων που είχαν στερηθεί δικαιώματα.

Σήμερα, το σύστημά μας πρέπει να αλλάξει. Δεν είναι πια δωρεάν η παιδεία. Όταν το 40% του κόστους της παιδείας, το πληρώνουν από την τσέπη τους. Ναι, θα τις κάνουμε τις αλλαγές, σε 8 μήνες θα κάνουμε πολλά, αλλά θα κάνουμε τις αλλαγές, κυρία Παπαρήγα. Και σε αυτές, περιμένουμε και τη συμβολή σας.

Χαίρομαι επίσης που, δύο πολιτικοί αρχηγοί αναφέρθηκαν στο θέμα της γλώσσας, που είναι για μας εθνική πολιτική. Το Υπουργείο Παιδείας παρουσίασε και στη Βουλή την πρωτοβουλία, για την υποστήριξη και διάδοση της ελληνικής γλώσσας από το Δημοτικό, που ξεκινάει φέτος με τη φιλαναγνωσία, μέχρι και την πιστοποίηση της ελληνομάθειας, σε 400 σημεία σε όλο τον πλανήτη.

Η ελληνική γλώσσα, κεντρικό στοιχείο πολιτισμού και ταυτότητας, γίνεται κυρίαρχη προτεραιότητα – και χρησιμοποιείται βεβαίως με δημιουργικό τρόπο και το διαδίκτυο, προς αυτή την κατεύθυνση – και αποτελεί εθνική πολιτική.

Και επειδή μας μίλησε ο κ. Καρατζαφέρης για την εθνική παιδεία, εδώ θα συμφωνήσω σε κάτι που είπατε, κ. Καρατζαφέρη. Επειδή είπατε ότι παπαγαλίζουμε αντί να μαθαίνουμε, θα σας πω τη δική μου, προσωπική εμπειρία.

Φεύγοντας από την Ελλάδα εξορία και πηγαίνοντας στο εξωτερικό, στα εκεί Γυμνάσια, Λύκεια και Πανεπιστήμια, είχα την εντύπωση ότι ήξερα για την πατρίδα μου και την Αρχαία Ελλάδα, για την παράδοσή μας, για τη φιλοσοφία τόσο μεγάλων πνευματικών ανθρώπων.

Και είδα μπροστά μου πάρα πολλά παιδιά, που ήξεραν πολύ περισσότερα, γιατί εμείς είχαμε μάθει να παπαγαλίζουμε. Είχαμε μάθει να γνωρίζουμε ποιος είναι συγγενής ποιου ημίθεου, αλλά όχι να βλέπουμε την ουσία. Γιατί η ουσία ήταν η κριτική σκέψη.

Η ουσία, όταν μιλούσαμε για την παράδοσή μας, για την ιστορία μας, ιδιαίτερα για την Αρχαία Ελλάδα, ήταν ιδέες ανατρεπτικές, επαναστατικές, ήταν ιδέες σύνθετες, αλλά εμείς μείναμε στην παπαγαλία.

Στην παπαγαλία, ώστε τα σύμβολά μας να μην τα θεωρούμε σεβαστά και να μπορούμε πολύ εύκολα να βάζουμε αφίσες, π.χ. στην Ακρόπολη, χωρίς να κατανοούμε τη βαθύτατη σημασία αυτών των συμβόλων για τον Ελληνισμό. Εγώ είμαι υπέρ της Δημοκρατίας, αλλά να κατανοούμε τι σημαίνει αυτό το σύμβολο για τη Δημοκρατία μας και για τον πολιτισμό μας.

Θα τελειώσω, επειδή αμφισβητήθηκε το τι λέγαμε χθες κ. Τσίπρα, με το τι λέμε σήμερα – η διαφορά της πολιτικής μας μεταξύ τότε και σήμερα.

Πέρυσι, το Μάιο του 2009, είχαμε μια παρόμοια συζήτηση στη Βουλή για τη νέα γενιά. Θα σας διαβάσω μερικά αποσπάσματα:

Τι κληροδοτεί στη νέα γενιά της χώρας μας η Νέα Δημοκρατία. Κληροδοτεί πρώτα απ’ όλα τεράστια οικονομικά βάρη. Θα κληροδοτήσει μια οικονομία ύφεσης, που θα τρέχει με αρνητικούς ρυθμούς, έχοντας σπαταλήσει όλο το αναπτυξιακό απόθεμα που είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς να έχει επενδύσει στο μέλλον αυτής της νέας γενιάς.

Θα κληροδοτήσει ελλείμματα που φτάνουν το 5% – δεν ξέραμε τότε ότι ήταν πολύ παραπάνω – παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, ότι θα βάλουν δήθεν τάξη στις σπατάλες.

Θα κληροδοτήσει και κρυφά ελλείμματα – ελλείμματα, είπα κ. Καραμανλή, πολύ πριν από τη διεθνή κρίση, όταν ο τότε Υπουργός, κ. Αλογοσκούφης, είχε πει «πιάσαμε πάτο». Λόγια της Νέας Δημοκρατίας.

Θα κληρονομήσει η νέα και ο νέος μια χώρα υπό κηδεμονία – τα είπα πολύ πιο πριν, κ. Τσίπρα – έχοντας χάσει κύρος και αξιοπιστία. Μια οικονομία που δανείζεται – ακούστε – με ακριβούς όρους, σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Χωρίς να έχει αξιοποιήσει σωστά τους πόρους του Γ’ ΚΠΣ – 0% η απορρόφηση του ΕΣΠΑ τα δύο πρώτα χρόνια.

Με τους νέους Έλληνες, πιο απαισιόδοξους σε όλη την Ευρώπη. Θα κληρονομήσει ο κάθε νέος αυτής της χώρας χρέος 8.000 ευρώ επιπλέον, 80 δις ευρώ συνολικά. Με 16 δις το χρόνο παραπάνω, χρέωσε η Νέα Δημοκρατία την Ελλάδα αυτή την πενταετία. Βέβαια, αποδείχθηκαν πολύ μεγαλύτερα τα χρέη.

Πού πήγαν τα λεφτά; Στα φορολογικά δώρα, στις χαριστικές συμβάσεις, σε γαλάζιους «ημέτερους», σε στρατιές συμβούλων, στο σπάταλο κομματικό κράτος. Σε ανωφελείς, όχι κοινωφελείς νέους δημόσιους Οργανισμούς. Στη διάλυση των εισπρακτικών μηχανισμών. Και βεβαίως, στην πελατειακή διόγκωση του δημόσιου τομέα.

Και είπα επίσης, ότι προχωράμε σε ένα νέο σχέδιο ανάπτυξης, στην πράσινη ανάπτυξη. Και προχωράμε. Πρώτο βήμα, η επένδυση στα, αποδοτικά ενεργειακά, υφιστάμενα αλλά και νέα κτίρια, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας στον τομέα των κατασκευών – το έχουμε νομοθετήσει.

Προχωράμε, σε ένα νέο χωροταξικό και σε μία αλλαγή στην Αττική, για την ποιότητα ζωής. Ναι, να μπορούν οι πολίτες να πηγαίνουν στις παραλίες, που ήταν κλειστές από τα αυθαίρετα.

Τεράστια βάρη στην υγεία, δημόσια χρηματοδότηση, εγκατάλειψη των δημόσιων νοσοκομείων, έλλειψη προσωπικού, διαφθορά, σπατάλη, κερδοσκοπία στα φάρμακα. Αυτά χτυπάμε με νομοσχέδια και με προσλήψεις εκεί όπου χρειάζονται.

Στην πρόνοια, κληροδοτείται στους νέους μια χαώδης και απάνθρωπη κατάσταση, ως προς την αντιμετώπιση των ναρκωτικών. Αυτό ακριβώς αντιμετωπίζουμε, τη λίστα της ντροπής, όπως λέγεται, με την έλλειψη προγραμμάτων υποκατάστασης ή και αποθεραπείας και αποτοξίνωσης.

Δέσμευσή μας, να προσανατολίσουμε τα Stage αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Εδώ είχα πει, με εξαίρεση μόνο ενός περιορισμένου αριθμού δημοσίων φορέων. Και αυτό κάναμε. Να επεκτείνουμε τις θεμελιώδεις εγγυήσεις της εργατικής νομοθεσίας σε κάθε μορφή απασχόλησης – και αυτό αφορά ιδιαίτερα στην οικονομικά εξαρτημένη απασχόληση, την αυτό-απασχόληση με τα μπλοκάκια. Αυτά προχωράμε. Αυτά κάνουμε.

Το βάρος της διαφθοράς, που αφήνει στους νέους μας το συμπέρασμα ότι «ο νόμος είναι το δίκαιο του ισχυρού». Θα πάμε και σε Εξεταστικές, και σε διαλεύκανση υποθέσεων. Φως σε όλα, με διαφάνεια παντού, με αξιοκρατία παντού.

Αυτά έλεγα και, μέσα σε 8-9 μήνες, αυτά και πολλά άλλα έχουμε κάνει. Ξέραμε το βάθος του προβλήματος, δεν ξέραμε την έκταση του προβλήματος και δεν ξέραμε βεβαίως και τις αντιδράσεις της διεθνούς αγοράς, που βρήκε την Ελλάδα ως τον αδύναμο κρίκο.

Και αυτά που κάνουμε τώρα, δεν είναι μόνο για να αλλάξουμε την Ελλάδα, αλλά είναι σίγουρα και για να την προστατεύσουμε άμεσα από αυτές τις επιθέσεις και, βεβαίως, για να βάλουμε τις δομές, ώστε να μην βρεθούμε ποτέ ξανά σε αυτή την κατάσταση και για να φέρουμε την πραγματική – όχι την ψευδεπίγραφη – ελπίδα και το χαμόγελο στο νέο άνθρωπο.

Ευχαριστώ πολύ.»

Τριτολογία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση, σε επίπεδο Αρχηγών Κομμάτων με θέμα «τις αλλαγές που πλήττουν τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των νέων, το δικαίωμα στη μόρφωση, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό και στον ελεύθερο χρόνο τους»

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, προφανώς, έχουμε φύγει από τη συγκεκριμένη συζήτηση, αλλά θα απαντήσω στα θέματα τα οποία θέσατε, ξεκινώντας όμως από αυτό το οποίο είπε η κυρία Παπαρήγα, για τον ανταγωνισμό μισθών – μίλησε για την ιδία.

Πράγματι, είναι ένα μεγάλο θέμα διεθνώς, και οι προοδευτικές δυνάμεις, και εμείς, ως σοσιαλιστικό κίνημα, η Σοσιαλιστική Διεθνής, έχουμε θέσει επανειλημμένως το ζήτημα ότι, για την ανταγωνιστικότητα των χωρών, το πρόβλημα δεν είναι η κοινωνική πρόνοια, αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό η ανισότητα που υπάρχει στις διεθνείς αγορές, όπου βεβαίως παρατηρείται υπερεκμετάλλευση, είτε ανηλίκων, είτε και άλλων, με μικρούς μισθούς, με έλλειψη συλλογικών διαπραγματεύσεων και συστημάτων πρόνοιας. Και αυτό βεβαίως μειώνει πολύ το κόστος και χτυπάει την ανταγωνιστικότητα των χωρών, που έχουν κατακτήσει συστήματα πρόνοιας, καλύτερες αμοιβές και επίπεδο ζωής.

Άρα, λοιπόν, εμείς πιστεύουμε ότι ένα μέρος της λύσης είναι πράγματι να καλυτερεύσουν οι συνθήκες εργασίας, οι μισθοί και το επίπεδο ζωής των αναπτυσσομένων χωρών. Να χτυπήσουμε τη φτώχεια στην Αφρική, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική. Είναι κάτι που θα βοηθήσει και εμάς, τον Έλληνα εργαζόμενο, τον Ευρωπαίο εργαζόμενο.

Στο μέτρο όμως που, αυτό δεν είναι άμεσο, μπροστά μας, αν και υπάρχουν κινήματα ακόμα και σε ασιατικές χώρες, όπως βλέπετε, όπου οργανώνονται οι εργαζόμενοι, εμείς πρέπει να προστατεύσουμε το επίπεδο ζωής μας, με άλλους τρόπους.

Και ο τρόπος δεν είναι να έχουμε απλώς μια γενικόλογη προστασία. Η προστασία σημαίνει, το ελληνικό κράτος, η ελληνική Κυβέρνηση, οι παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, να επενδύσουν στην αξία, να επενδύσουν σε μια άλλη ανάπτυξη, που είναι ανταγωνιστική, που έχει υπεραξία, επειδή επενδύεται στην παιδεία, στην καινοτομία, στον άνθρωπο, σε προϊόντα, τα οποία μπορούν να βρουν αγορές διεθνώς.

Αυτό δεν έγινε τα τελευταία χρόνια. Δεν είμαστε ανταγωνιστική χώρα. Και όσο δεν είμαστε ανταγωνιστική χώρα, θα υπάρχει πίεση για μείωση μισθών και άλλων κοινωνικών κεκτημένων. Γι‘ αυτό, είναι πολύ σημαντική η αλλαγή του προτύπου ανάπτυξης που προωθούμε, που προωθεί το ΠΑΣΟΚ, προς την πράσινη ανάπτυξη, που δεν είναι τίποτε άλλο, από το να πούμε, ότι η λέξη «Ελλάδα», η λέξη «ελληνικό», θα σημαίνει αξία. Αξία παντού. Είτε είναι τουρισμός, είτε είναι αγροτική παραγωγή, είτε είναι υπηρεσίες, είτε είναι ο ναυτιλιακός μας κλάδος.

Δεύτερον, η πληροφορία – πολύ σωστά, συμφωνώ μαζί σας – δεν είναι γνώση. Το πρόβλημα δεν είναι το κομπιούτερ. Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ως έχει, έτσι όπως διδάσκονται τα μαθήματα, ουσιαστικά, εναποθηκεύει απλώς πληροφορίες. Δεν προωθεί την κριτική σκέψη. Δεν θέλουμε σήμερα το νέο, απλώς, αποθήκη πληροφοριών. Γιατί την αποθήκη των πληροφοριών, την έχει δίπλα του. Στο κομπιούτερ, στο σκληρό δίσκο, στο διαδίκτυο, έχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

Αυτό που χρειάζεται είναι να μπορεί να επεξεργαστεί την πληροφορία, κυρία Παπαρήγα. Και αυτό σημαίνει να μπορεί να έχει κριτική σκέψη, να μπορεί να έχει αναλυτική, συνθετική σκέψη και να λειτουργήσει συλλογικά. Αυτό σημαίνει ένα άλλο, διαφορετικό σχολείο.

Η πληροφορική, το κομπιούτερ, φέρνει επανάσταση, επειδή δίνει άλλες δυνατότητες, ενώ παλιά, πράγματι, έπρεπε μόνο το σχολείο να του δώσει πέντε πληροφορίες. Αυτές δεν χρειάζεται να τις δίνει το σχολείο. Τις ξέρει, τις βρίσκει. Αυτό που χρειάζεται είναι να χτίζουμε χαρακτήρες. Γιατί σήμερα ο νέος έχει μια πληθώρα πληροφοριών, τις οποίες μπορεί να αξιοποιήσει, αλλά θα πρέπει να ξέρει και να τις αξιολογεί.

Θέλει το χαρακτήρα, θέλει τη γνώση εκείνη, ώστε να μπορεί να επεξεργαστεί και να αξιοποιήσει αυτές τις πληροφορίες. Στη ζωή του, στην παραγωγή του, στην πρωτοβουλία του, στη γειτονιά του, να μπορεί να αντιμετωπίζει τις νέες και σημαντικές συνθήκες και προκλήσεις: αλλαγές στο περιβάλλον, πολυπολιτισμικό πεδίο στη γειτονιά του, στο σχολείο, στη ζωή του, στην εργασία. Να μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άλλο περιβάλλον πληροφορικής. Χρειάζεται λοιπόν αυτά τα εργαλεία.

Αυτό σημαίνει ένα διαφορετικό σχολείο. Και θα περίμενα, ακριβώς για να μπορούμε να κάνουμε αυτό το σχολείο, να συμφωνήσετε στην έννοια της αξιολόγησης, ως βασικό στοιχείο της αναγκαίας εξέλιξης, αλλά και της δυνατότητας, το κράτος, το Δημόσιο, κυρία Παπαρήγα – όχι ο ιδιώτης, το Δημόσιο – να μπορεί να παρέμβει θετικά για το δημόσιο σχολείο, για το δημόσιο Πανεπιστήμιο, για το δημόσιο ΤΕΙ.

Γιατί στερείτε εργαλεία από το κράτος και το Δημόσιο; Εσείς, το Κομμουνιστικό Κόμμα, θέλετε να στερήσετε τα βασικά εργαλεία, για να στηρίξουμε το δημόσιο Πανεπιστήμιο και τη δημόσια παιδεία.

Εσείς, αφήνετε την αγορά ανεξέλεγκτη. Διότι όταν εσείς λέτε «όχι στην αξιολόγηση από το κράτος και το Δημόσιο», ποιος αξιολογεί; Ο μόνος που αξιολογεί είναι η αγορά, κυρία Παπαρήγα. Αυτό θέλετε; Γιατί εκεί πάμε.

Κύριε Σαμαρά, δεν είμαστε εμείς εναντίον της ψήφου του αποδήμου. Και μην το ξαναπείτε. Εμείς το φέραμε πρώτοι στη δημοσιότητα, στην επικαιρότητα, ως πολιτική απόφασή μας. Διαφωνούμε για το πώς πρέπει να είναι το σύστημα. Πολύ απλά. Συμφωνείστε, για να συμφωνήσουμε για το ποιο είναι το σύστημα και, βεβαίως, θα το προχωρήσουμε. Αλλά έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις.

Εσείς θέλατε να κομματικοποιήσετε, με τη δική σας πρόταση, και το τελευταίο χωριό και γειτονιά, όπου βρισκόταν ένας Έλληνας του απόδημου Ελληνισμού. Να ασχολείται με τη μικροκομματική πολιτική και, ο κάθε υποψήφιος Βουλευτής να τρέχει από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη ανά τον κόσμο, για να κομματικοποιεί έναν χώρο, που δεν πρέπει να κομματικοποιηθεί.

Εμείς έχουμε μια άλλη πρόταση: να υπάρχουν Βουλευτές που θα εκλέγονται από τον απόδημο, ως εκπρόσωποι του απόδημου και, με αυτό τον τρόπο, να συμμετέχει ο απόδημος Ελληνισμός, και ουσιαστικά, στη Βουλή. Να καθίσουμε λοιπόν, και να βρούμε τη λύση, όπως και για το καινούργιο εκλογικό σύστημα, επίσης, προκειμένου να βρούμε κοινές προτάσεις.

Άρα, λοιπόν, μην μας ξαναπείτε ότι εμείς δεν θέλουμε την ψήφο του αποδήμου. Εμείς θέλουμε την ψήφο του αποδήμου.

Δεύτερον, εμείς είμαστε υπερήφανοι γιατί δώσαμε δικαιώματα στο μετανάστη. Πρώτα απ’ όλα, το δικαίωμα σ’ εκείνον το μετανάστη, και ιδιαίτερα στη δεύτερη γενιά, να μπορεί να πει ότι είναι Έλληνας πολίτης. Είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό. Να μπορεί να ενσωματωθεί, να ενταχθεί ομαλά στην ελληνική κοινωνία.

Χαιρόμαστε επίσης, γιατί περάσαμε – και υπήρξαν και άλλα κόμματα που συμφώνησαν – να μπορεί να ψηφίζει ο νόμιμος εργαζόμενος μετανάστης στις δημοτικές εκλογές. Να έχει φωνή. Είναι μέρος της κοινωνίας, είναι μέρος της παραγωγής. Είναι βασικός ιστός της προσπάθειας και της ανάκαμψης της οικονομίας.

Εμείς λοιπόν τον θέλουμε στο περιθώριο; ‘Η τον θέλουμε να έχει φωνή; Και νομίζετε ότι, στο περιθώριο, θα βελτιωθούν οι συνθήκες στις γειτονιές; Θα βελτιωθεί η αντίληψη απέναντι στο μετανάστη ή του μετανάστη απέναντι στον Έλληνα; Ότι θα υπάρξει κοινωνική συνοχή, ότι δεν θα υπάρξουν περισσότερα φαινόμενα ρατσισμού ή μεγαλύτερη εγκληματικότητα;

Όταν υπάρχει η αίσθηση ότι είναι μέρος της κοινωνίας, γίνεται νοικοκύρης. Και αυτό αφορά στη μεγάλη πλειοψηφία όλων των μεταναστών. Και το λέμε, το ξέρουμε εμείς, οι Έλληνες, που έχουμε κάνει μετανάστες. Και ξέρουμε τι σημαίνει να είσαι παράνομος, πρόσφυγας, ή μετανάστης, και τι σημαίνει να σε σέβεται η Πολιτεία, να σου δίνει δυνατότητες και να σου λέει «βοήθα, έλα να συμβάλεις κι εσύ».

Και το είδαμε, όταν πράγματι νομιμοποιήσαμε μετανάστες – το πρώτο μεγάλο κύμα – πόσο έπεσε η εγκληματικότητα, διότι δεν είχε κανένα λόγο να βρίσκεται στην παρανομία ο μετανάστης. Δεν το θέλει, θέλει να φτιάξει την οικογένειά του. Θέλει να είναι νοικοκύρης. Άρα, λοιπόν, αυτό που κάνουμε είναι σημαντικό για την κοινωνική συνοχή, για την ευημερία του τόπου.

Βέβαια, δεν μου απαντήσατε για την «ΑΓΡΟΓΗ». Μιλήσατε γενικόλογα για πρότυπα, για αξίες, για τη διαφορά με το ΠΑΣΟΚ. Ευτυχώς υπάρχει αυτή η διαφορά, διότι εμείς αλλάξαμε, αυτό το οποίο εσείς δεν τολμήσατε και επαναφέρατε σε όλη του τη δόξα – αυτή την πελατειακή λογική της ψηφοθηρίας, της εξαγοράς συνειδήσεων, της διαφθοράς συνειδήσεων ουσιαστικά, με χρήματα του Ελληνικού λαού, που δεν σας ανήκουν.

Εκεί πήγαν τα χρήματα, κ. Σαμαρά. Εκεί πήγαν. Στο πελατειακό κράτος, στη διαφθορά, στο βόλεμα των ισχυρών και των ειδικών συμφερόντων. Αυτά είναι που πληρώνει σήμερα ο Ελληνικός λαός. Και αν βέβαια δεν θέλατε να το καταδικάσετε αυτό και απλώς σιωπήσατε για να καλύψετε την ενοχή σας, το ερμηνεύω ως μικροκομματική ατολμία.

Αν το κάνετε, επειδή πιστεύετε ότι αυτό το σύστημα του πλιάτσικου, του ρουσφετιού, της δήθεν εξυπηρέτησης των πολιτών, που οδήγησε στην εύνοια ορισμένων, είναι ένα σύστημα βιώσιμο, αν ακόμα το πιστεύετε αυτό, τότε απλά βρίσκεστε σε μια άλλη εποχή.

Κύριε Σαμαρά, σας ξεπερνούν τα γεγονότα. Δεν πήρατε καν το λόγο στη Βουλή, για να μιλήσετε για το ασφαλιστικό, ένα κορυφαίο θέμα που απασχολεί την ελληνική κοινωνία, το κάθε σπίτι. Δεν συμμετείχατε καν στο διάλογο. Ίσως και εδώ, η αποχή σας να απορρέει από ένα αίσθημα ενοχής, για το γεγονός ότι καταψηφίσατε τη μεγάλη αλλαγή για ένα βιώσιμο και δίκαιο ασφαλιστικό. Και ίσως αυτό, να είναι και παρήγορο.

Γιατί τι να πείτε, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας, στους νέους της χώρας που, τα τελευταία χρόνια, ένιωσαν όσο ποτέ άλλοτε απογοητευμένοι από την ίδια τους τη χώρα; Μην ξεχνάτε το σημείο εκκίνησης της δικής σας θητείας, το 2004.

Η Ελλάδα του 2004 ποια ήταν; Ποια ήταν η αίσθηση των νέων της προσφοράς, της περηφάνιας, της σιγουριάς, της προοπτικής, για την οποία μιλάτε σήμερα; Τότε είχαν προοπτική, τότε είχαν ελπίδα, τότε είχαν περηφάνια για την Ελλάδα. Πού πήγε 5,5 χρόνια, κ. Σαμαρά, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας; Πώς την καταντήσατε έτσι;

Και μετά, μας λέτε για τους χειρισμούς, τους αναγκαίους χειρισμούς της Κυβέρνησης, αυτής της Κυβέρνησης που έβγαλε τη χώρα από την κρίση, στην πιο δύσκολη στιγμή των τελευταίων δεκαετιών της μεταπολίτευσης.

Εμείς θα ξανακάνουμε τη χώρα και τους νέους υπερήφανους. Να πιστέψουν ξανά ότι ο αγώνας τους, η ζωή τους, η χώρα τους, αξίζουν. Ότι μπορούν δημιουργικά να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, χωρίς κηδεμονίες και επιτηρήσεις – που πρώτοι εμείς καταγγείλαμε, εδώ, σ’ αυτή την αίθουσα, και μας λέγατε, «μη λέτε τη λέξη κηδεμονία». Εμείς το καταγγείλαμε.

Και φυσικά, αν και δεν θα μπορούσατε εσείς, τουλάχιστον, θα περιμέναμε να συμβάλετε, να βοηθήσετε, για να φύγουμε από αυτή την επιτήρηση το γρηγορότερο. Ναι, με αναπτυξιακούς στόχους και κάνουμε μεγάλη προσπάθεια για την ανάπτυξη.

Γυρίζω, όπως είπε και ο κ. Καρατζαφέρης, ανά τον κόσμο για να φέρουμε επενδύσεις, κάτι που δεν έγινε με την προηγούμενη κυβέρνηση. Θα τα καταφέρουμε; Πιστεύω ναι, αλλά δεν είναι εύκολο. Θα το προσπαθήσουμε και θα το παλέψουμε, διότι βεβαίως πρέπει να δείξουμε και την αξιοπιστία μας και αυτό κάνουμε.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό και το ότι παίρνουμε αποφάσεις και δείχνουμε ότι ο Ελληνικός λαός, παρά τις δυσκολίες, ναι, κάνει θυσίες, πονάει, αλλά δείχνουμε σε όλο τον κόσμο, ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να αλλάξει, να γυρίσει σελίδα, να εξαφανίσουμε και ελλείμματα και χρέη.

Τώρα, βεβαίως, σε ό,τι αφορά τις προτάσεις σας, επειδή με ρωτήσατε, εντάξει, καλές είναι, καλά είναι τα σχεδιαγράμματα, καλές είναι οι πολύχρωμες παρουσιάσεις, αλλά πώς θα εξαφανιστούν τα χρέη; Όχι με τις παρουσιάσεις αυτές. Σίγουρα όχι με τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσατε τα τελευταία χρόνια. Σίγουρα όχι με ψευδεπίγραφες ελπίδες. Χρειάζεται πραγματική ελπίδα και δύσκολες αποφάσεις.

Βέβαια, προτείνατε – και δεν έχω αντίρρηση – δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, καθιέρωση και αυστηρή τήρηση δημοσιονομικών κανόνων – δικά σας είναι αυτά, τα είπατε στην συνέντευξή σας – αναδιάρθρωση του ΟΣΕ, ηλεκτρονική συνταγογράφηση, απελευθέρωση κλειστών επαγγελμάτων, εξόφληση οφειλών του Δημοσίου με διάθεση κρατικών ομολόγων, προώθηση επενδυτικού νόμου. Μας βρίσκουν σύμφωνους και περιμένουμε τη στήριξή σας και στην πράξη, γιατί δυστυχώς είναι αυτά ακριβώς που δεν κάνατε εσείς τα τελευταία χρόνια.

Αυτά αποτελούν άλλωστε και δεσμεύσεις μας, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης. Και χαίρομαι που, παρά τις διαφορετικές σας κουβέντες, θεωρείτε ότι είναι σημαντικές αυτές οι αλλαγές, παρότι μιλάτε συνέχεια για «απαλλαγή από το Μνημόνιο».

Όπως καταλαβαίνετε, λοιπόν, η απαλλαγή από το Μνημόνιο σημαίνει να κάνουμε μεγάλες αλλαγές και να πάμε το γρηγορότερο σε μια άλλη αναπτυξιακή αντίληψη.

Μιλήσατε για το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Αυτό που πέρασε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και όντως το ισχυριστήκαμε και το ανακοινώσαμε, είναι η δανειακή σύμβαση. Σας την καταθέτω. Οπότε μην μπερδεύετε διαφορετικά πράγματα, για λόγους εντυπωσιασμού.

Σε ό,τι αφορά αυτά που είπε ο κ. Τσίπρας, δεν κατάλαβα ακριβώς τι εννοείτε, αλλά προφανώς και εσείς θέλετε να τα μπερδεύετε, για να δημιουργείτε εντυπώσεις στον Ελληνικό λαό. Αυτό το 0,5 του κόστους του δανεισμού είναι μέρος της υποχρέωσης που έχουμε απέναντι στους εταίρους μας – αυτοί θα πάρουν τα χρήματα, κανένα δικηγορικό γραφείο, αυτά είναι μέρος της δανειακής μας υποχρέωσης.

Μπορείτε να πείτε ότι, θα ήταν καλύτερα να ήταν ακόμα μικρότερο, θα συμφωνούσα μαζί σας. Είναι όμως μέρος αυτής της σύμβασης, μέσα από τη διαπραγμάτευση που κάναμε. Είναι μέρος αυτού του τόκου που δίνουμε, γυρίζοντας πίσω τα δάνεια, ουσιαστικά.

Εσείς, άλλα είπατε όμως. Άλλα είπατε στην ερώτηση που μου είχατε κάνει, ότι δώσαμε 400 εκατομμύρια – νομίζω αυτά ήταν τα λόγια σας – σε δικηγόρους. Όχι κ. Τσίπρα και μην το ξαναλέτε αυτό. Δώσαμε σε δικηγόρους 80.000 ευρώ. Λοιπόν, να μην δημιουργείτε εντυπώσεις στον Ελληνικό λαό.

Κύριε Καρατζαφέρη, μπορεί σε διάφορα πράγματα να συμφωνώ με αυτά που λέτε, αλλά διαφωνώ πλήρως σ’ αυτή την αντίληψη που έχετε για μία πολύ σημαντική και πολύτιμη συνεργάτιδα. Δεν είναι θέμα της κυρίας Δραγώνα, είναι θέμα διαφορετικών αντιλήψεων και πολιτικών σ’ αυτό το θέμα.

Το ερώτημα είναι πολύ απλό: ποια είναι η πολιτική μας απέναντι στη μειονότητα; Θέλουμε την μειονότητα απέναντί μας; Θέλουμε να αισθάνεται ξένο σώμα στη χώρα μας; Θέλουμε να αισθάνεται φοβισμένη και ανασφαλής η μειονότητα στη χώρα, ενώ είναι και υπήκοοι, είναι Έλληνες πολίτες; Θέλουμε να βλέπει κάθε κίνησή μας με καχυποψία;

Τότε είναι που, αγαπητοί συνάδελφοι του ΛΑΟΣ, θα ψάξουν για προστασία αλλού. Τότε είναι που θα ψάξουν εκτός συνόρων, τότε είναι που θα μπορέσει ο κάθε εθνικιστής, η κάθε εθνικιστική φωνή της άλλης πλευράς, της απέναντι πλευράς, να εκμεταλλευτεί το φόβο και τον πόνο τους.

Εμείς έχουμε μια άλλη αντίληψη. Εμείς λέμε, είμαστε εδώ, η ελληνική Πολιτεία είναι εδώ. Προστατεύουμε κάθε πολίτη, όποιας καταγωγής, εθνοτικής ή θρησκευτικής, βρίσκεται στη χώρα μας, και εγγυόμαστε ως κράτος Δικαίου ισονομία και ισοπολιτεία, διασφαλίζοντας τα δημοκρατικά δικαιώματα κάθε πολίτη και, βεβαίως, και της μειονότητας.

Και γι’ αυτό, δεν χρειάζεται κανένας άλλος, κανένας άλλος προστάτης, από οπουδήποτε αλλού. Αυτή η πολιτική διασφαλίζει και την κοινωνική συνοχή, διασφαλίζει και την αποφυγή κάθε περιπέτειας – και αυτή την πολιτική, υπηρέτησε και υπηρετεί, πολύ αποτελεσματικά, η κυρία Δραγώνα.

Τέλος, κ. Τσίπρα, δεν διαχωρίζω σε πατριώτες ή μη πατριώτες. Διαχωρίζω, όμως, σε εκείνους που αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους απέναντι στην ιστορία και, σε εκείνους που, με περίσσιο λαϊκισμό, αδυνατούν να αρθρώσουν εναλλακτικό λόγο.

Σας ευχαριστώ.

Διαβάστε επίσης