Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Καθοριστική για ένα Έθνος είναι η παιδεία που δίνει στους πολίτες του

Συζήτηση προ Ημερησίας Διατάξεως, σε επίπεδο Αρχηγών Κομμάτων, με θέμα: «Η πορεία της Παιδείας και οι επιβαλλόμενες προσαρμογές στα Ευρωπαϊκά δεδομένα, ώστε να επιτύχει η αναβάθμισή της σε όλα τα επίπεδα»

«Αγαπητοί συνάδελφοι, φίλες και φίλοι, μετά από οκτώ μήνες διακυβέρνησης της ΝΔ, νομίζω ότι όλοι καταλαβαίνουμε γιατί ζητά σήμερα η ΝΔ την προ ημερησίας διάταξης συζήτηση για την παιδεία. Παρά τα επτά χρόνια εκπαίδευσης στην αντιπολίτευση, νομίζω πως πρέπει να κατανοήσετε ότι χρειάζεται να ξανακαθίσετε στα θρανία τα σχολικά, για να μπορέσετε να κυβερνήσετε.

Μιλάτε για τη δια βίου εκπαίδευση. Μιλάτε για τον εθνικό διάλογο. Έχω να σας ρωτήσω, επειδή χειροκροτήσατε θερμά τον αρχηγό σας, ποια ήταν η συγκεκριμένη πρόταση; Ποιες ήταν οι καινοτομίες; Ποιο ήταν το πρόγραμμα;

Ήταν σκέτα ευχολόγια. Ήταν και πάλι ένας προεκλογικός λόγος, οκτώ μήνες αφού έχετε αναλάβει κυβέρνηση.

Διαφωνούμε για την ποιότητα στην παιδεία; Διαφωνούμε για την ευρωπαϊκή μας παρουσία; Κυβέρνηση είσαστε. Περίμενα πολύ κατι πιο συγκεκριμένο, διότι εμείς είμαστε έτοιμοι να κάνουμε διάλογο, αλλά επί ποιων προτάσεων; Αλλά, ίσως, καταλαβαίνω και τον λόγο που ζητάτε το διάλογο, γιατί, ίσως, μέσα απ’ το διάλογο να μπορέσουμε εμείς να σας φωτίσουμε για το τι πρέπει να κάνετε στην παιδεία.

Oκτώ μήνες αγαπητοί συνάδελφοι, και μόνο ρητορικά ερωτήματα ακούμε για την παιδεία, και, βεβαίως, κάποιες πράξεις τις οποίες θα σχολιάσω. Δεν θα μπω εγώ σε λεπτομερή αξιολόγηση των παλαιότερων ετών, ούτε των τελευταίων μηνών, διότι πρέπει να πάμε μπροστά. Διότι είναι μια νέα εποχή.

Αλλά σπαταλήσατε και αυτούς τους οκτώ μήνες χωρίς διάλογο στην παιδεία για την οποία απ’ την πρώτη στιγμή εμείς είπαμε να γίνει διάλογος, στις προγραμματικές δηλώσεις με ενέργειες δικές σας, που σαφώς δεν είχαν καμία σχέση με το πνεύμα του διαλόγου. Εν μια νυκτί καταργήσατε όλα τα στελέχη στο χώρο της παιδείας, με κομματικά στελέχη της ΔΑΚΕ. Και, βεβαίως, πήρατε και άλλα μέτρα χωρίς ουσιαστικό διάλογο. Από τις αλλαγές στις εξετάσεις, ένα πολύ ευαίσθητο σύστημα και ζήτημα, μέχρι και άλλα ζητήματα.

Αλλά δεν έχετε σπαταλήσει την αξιοπιστία σας μόνο στο θέμα της παιδείας, έχετε σπαταλήσει την αξιοπιστία σας σε πολύ μεγαλύτερα θέματα. Ένα τεράστιο διπλωματικό κεφάλαιο, οικονομικό κεφάλαιο, κεφάλαιο κύρους σε διεθνές επίπεδο. Και αυτό έχει σχέση με την παιδεία και άμεση, διότι αν μιλάμε για το 5% του ΑΕΠ, χρειάζεται να διαμορφώσουμε ένα κλίμα και ένα περιβάλλον ασφαλείας γύρω απ’ τη χώρα μας, ώστε να μπορούμε το μέρισμα ειρήνης να το επενδύσουμε στο νέο άνθρωπο, στο σχολείο, στην υγεία, στην παιδεία.

Και, βεβαίως, η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών είναι όχι μόνο καταδικαστέα, είναι μονομερής απόφαση, είναι λανθασμένη και απαράδεκτη, και πρέπει από κοινού να αντιμετωπίσουμε αυτή την εξέλιξη.

Η εικόνα της κυβέρνησης: χωρίς πυξίδα, χωρίς στρατηγική, χωρίς στόχους. Είχα προειδοποιήσει ότι, η κυβέρνηση Καραμανλή θα ταλαντεύεται μεταξύ της όξυνσης και της παραίτησης πριν από αρκετό χρόνο. Ήδη από τη συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις, ήμασταν έτοιμοι να συνεννοηθούμε και στα εξωτερικά θέματα. Αλλά μέσα σε ποιο πλαίσιο;

Είχαμε ήδη ένα μεγάλο κεφάλαιο πρωτοβουλιών στα Βαλκάνια. Μας ρωτούσαν πριν κάνουν οτιδήποτε, όχι μόνο Αμερικανοί, Ευρωπαίοι, οι πάντες, για οποιαδήποτε ενέργεια στα Βαλκάνια. Αυτό ήταν το κύρος μας. Είχαμε πάρει πρωτοβουλίες για την ευρωπαϊκή προοπτική των Βαλκανίων. Είχαμε βάλει την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση με το κύρος που οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ανέδειξαν, κατέστησαν την Ελλάδα παράγοντα ασφαλείας και επίλυσης των προβλημάτων, σταθερότητας και ανάπτυξης της περιοχής των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η εγκατάλειψη μεγάλων θεμάτων όπως το Ελσίνκι, η απουσία μιας καθαρής στρατηγικής που φαίνεται και απ’ τους ίδιους τους διπλωμάτες που ζητούν εναγωνίως οδηγίες για το ποια πρέπει να είναι η θέση της χώρας μας στα ελληνοτουρκικά, στα ευρωτουρκικά, ενόψει του Δεκεμβρίου. Όλα αυτά δείχνουν ακριβώς, αυτή την απουσία.

Και θέλω να ξεκαθαρίσω, ότι στο θέμα της συναίνεσης έχουμε την ευθύνη ως πολιτικές δυνάμεις της χώρας, και εγώ την αναλαμβάνω την ευθύνη αυτή, να υπερασπιστούμε τα εθνικά συμφέροντα, χωρίς να υπολογίσουμε το πολιτικό ή το κομματικό κόστος.

Αυτός ήταν ο στόχος μας και στους οκτώ μήνες ως αντιπολίτευση, δικός μου και του Κινήματός μας. Αντιπολίτευση αξιόπιστη, προγραμματική, με προτάσεις και ιδέες, όχι στείρα και τυφλή αντιπολίτευση. Αυτό αν το συγκρίνουμε με τη δική σας αντιπολιτευτική τακτική κ. Καραμανλή όταν ήμασταν Κυβέρνηση, είναι άσπρο με μαύρο.

Δεν έχετε παρά να ξαναδιαβάσετε τις δηλώσεις που κάνατε και εσείς, και σημαντικά σας στελέχη, όταν εμείς πετύχαμε το Ελσίνκι του 1999. Όταν προσπαθήσατε να αποδομήσετε τη στρατηγική που ακολουθήσαμε, τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που είχαμε πετύχει.

Ευτυχώς για τα συμφέροντα της χώρας μας, της Ελλάδας, δυστυχώς για σας, δεν επαληθευθήκατε σε αυτά τα οποία εσείς προβλέπατε. Αυτή είναι η διαφορετική ποιότητα της αντιπολίτευσής μας. Για μας, όμως, η συναίνεση δεν σημαίνει λευκή επιταγή. Εμείς θέλουμε να ξέρουμε ποια είναι η στρατηγική σας, ποιοι είναι οι στόχοι σας, είτε στην παιδεία, είτε στην οικονομία, είτε στην εξωτερική πολιτική.

Και δεν τα γνωρίζουμε. Αντιθέτως εισπράττουμε καθημερινά απλώς την αντιπολίτευση προς την αντιπολίτευση, χωρίς ο κόσμος, ο λαός, ο πολίτης, να καταλαβαίνει γιατί δεν ασχολείστε με τα πραγματικά προβλήματα που έχει.

Γι’ αυτό σας ζητώ να προχωρήσουμε άμεσα σε προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση, για να διαμορφώσουμε στην εξωτερική πολιτική από κοινού, τους άξονες στρατηγικής που πρέπει να ακολουθήσουμε, ιδιαίτερα στο θέμα των Σκοπίων.

Να μας πείτε τις θέσεις σας, να σας πούμε τις δικές μας προτάσεις και να συνθέσουμε την τακτική και τη στρατηγική από κοινού. Και, βέβαια, πιστεύω ότι πρέπει και σύντομα, να ακολουθήσει Συμβούλιο Αρχηγών υπό την Προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας, του κ. Στεφανόπουλου, διότι αυτό το θέμα ειδικότερα, είχε γίνει αντικείμενο παρόμοιας συζήτησης πριν από πολλά χρόνια από τους τότε αρχηγούς των Κομμάτων.

Θέλω να σας τονίσω ότι, οι εξελίξεις στα Βαλκάνια το 2005 θα είναι ιδιαίτερα σημαντικές και κρίσιμες για τη χώρα μας, για τη σταθερότητα και την ασφάλεια της περιοχής. Δε χωρούν ούτε επικοινωνιακά τρυκ, ούτε μικροκομματικές σκοπιμότητες. Θα πρέπει όλοι μας να ασχοληθούμε σοβαρά με τα θέματα αυτά.

Θέλω όμως να μπω στο θέμα της Παιδείας. Γυρίζοντας τον κόσμο, έχω πεισθεί ότι μακροπρόθεσμα θέλουμε μια Ελλάδα όχι απλώς ισχυρή, αλλά θέλουμε τον Έλληνα πολίτη ισότιμο στον κόσμο, και για να το κάνουμε αυτό χρειαζόμαστε να επενδύσουμε στην Παιδεία, στον άνθρωπο, στη γνώση. Διότι αυτή αποτελεί την καλύτερη ασπίδα, αν θέλετε την καλύτερη προετοιμασία, τον καλύτερο εξοπλισμό, για να αντιμετωπίσουμε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.

Τεχνολογία που φέρνει συνεχώς επαναστάσεις, επικοινωνία που μας φέρνει συνεχώς νέες ιδέες και κοντύτερα τον έναν στον άλλον, και που προκαλεί να αναλύσουμε, να κρίνουμε, να αξιολογήσουμε, να συνθέσουμε και να δημιουργήσουμε.

Καθοριστική για ένα έθνος, για να μπορεί να πετύχει, να επιβιώσει σήμερα, είναι η παιδεία που δίνει στους πολίτες του. Γίνεται ο σημαντικότερος παράγοντας για την πρόοδο της χώρας. Για τον κάθε πολίτη, για κάθε οικογένεια, η παιδεία αποτελεί σε μια εποχή ανασφάλειας, την καλύτερη ασφάλεια, την καλύτερη εγγύηση για συμμετοχή ισότιμη, για δουλειά, για δημιουργική και ευτυχισμένη ζωή.

Στη σύγχρονη οικονομία, πρώτη ύλη γίνεται η πληροφορία και η γνώση, και η παραγωγή αγαθών και προϊόντων γίνεται από το εργαλείο το οποίο λέγεται ανθρώπινο μυαλό. Σε μια κοινωνία των πληροφοριών, των διαδικτύων, των εικόνων των τηλεοπτικών και ηλεκτρονικών μέσων, των μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων που θα αντιμετωπίζει ο κάθε νέος, ο κάθε πολίτης μπροστά του σε αυτό το διάβα της ζωής του, πρέπει η παιδεία να δώσει τα εφόδια, ώστε να μπορεί να κρίνει ο ίδιος, πέραν των νόμων, πέραν των αρχών, πέραν των τειχών που θα ήθελε κανείς να βάλει για να προστατεύσει μια κοινωνία. Δεν υπάρχουν πια αυτά.

Δεν υπάρχουν τα τείχη που θα προστατεύσουν τον πολίτη ή την κοινωνία. Θα πρέπει ο ίδιος να έχει τη γνώση, τα εφόδια, ώστε να μπορεί να κάνει σωστές επιλογές στη ζωή του, και να είναι η γνώση θεματοφύλακας των δημοκρατικών μας αξιών και ελευθεριών. Πράγματι, η παιδεία δημιουργεί αξίες, καλλιεργεί τον άνθρωπο, του δίνει δυνατότητα να διαχειριστεί τις ελευθερίες του σωστά, αλλά και να διαμορφώσει μια κοινωνία πραγματικής αλληλεγγύης και συνοχής. Αυτή πρέπει να είναι η παιδεία μας.

Αλλά στο ερώτημα αν είναι ικανοποιημένη η οικογένεια η ελληνική για τα θέματα της παιδείας, πρέπει να πούμε ότι μάλλον όχι. Όχι ότι δεν έχουν γίνει πολλά, δεν έχουμε επενδύσει πολλά, αλλά δε θα μπω σ’ αυτούς τους απολογισμούς. Πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά. Η πείρα η δική μου με έχει διδάξει ότι αν θέλουμε να κάνουμε αλλαγές, πρέπει να δούμε πώς την ίδια την κοινωνία θα τη βάλουμε να συμμετέχει στην διαχείριση, στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Θα σας αναδείξω μερικά θέματα, τα οποία ως παραδείγματα δείχνουν τη λαθεμένη πορεία σας, αλλά και το πού πρέπει να πάμε. Πρώτα απ’ όλα, το πρόβλημα των μετεγγραφών. Δε θα μπω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ουσιαστικά, χωρίς συστηματική μελέτη υπήρξε ένας νέος νόμος, ο οποίος είμαι σίγουρος ότι δεν θα λύσει το πρόβλημα. Βιασύνη κι εδώ.

Πρέπει να δούμε το θέμα των μετεγγραφών μέσα από μια τελείως άλλη λογική. Η κινητικότητα στην παιδεία, είναι κάτι που πρέπει να επιδιώκεται. Η κινητικότητα σημαίνει να μπορώ εγώ να επιλέγω, να ξεκινήσω από ένα Πανεπιστήμιο να πάω σε ένα άλλο, να ξεκινήσω σε ένα Τμήμα να πάω σε ένα διαφορετικό, να ξεκινήσω σε μια χώρα και να πάω σε μια άλλη χώρα, για να έχω τον πλούτο τον ακαδημαϊκό, τη δυνατότητα να εξελιχθώ, τη δυνατότητα να έχω ελεύθερες επιλογές.

Αυτή θα πρέπει να είναι η πολιτική μας. Και, βέβαια, υπάρχουν τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα κάποιων οικογενειών. Τότε θα πρέπει να έρθει η πολιτεία όπως ξεκινήσαμε εμείς σε προηγούμενη φάση, να χρηματοδοτήσει αυτόν που δεν έχει τα μέσα για να σπουδάσει σε κάποιο Πανεπιστήμιο στο οποίο έχει μπει, είτε της περιοχής όπου ζει, είτε σε μια άλλη περιοχή.

Η λογική αυτή δεν είναι κάτι καινούργιο. Μπορεί να χρησιμοποιήσουμε συστήματα, όπως τα σκανδιναβικά συστήματα, που υπάρχουν βοήθειες, δάνεια που μετά πληρώνονται μέσω του φορολογικού συστήματος, τα οποία βεβαίως διασφαλίζουν την ισότητα ευκαιριών όλων των παιδιών, και δεν επιβαρύνουν τον εργαζόμενο εάν δεν βρει δουλειά, διότι απαλλάσσεται των ευθυνών του.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι η πρόσφατη ανακοίνωση για την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών. Πάλι χωρίς ιδιαίτερη μελέτη. Προσωπικά είμαι υπέρ του να βοηθήσουμε τη γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Φοβάμαι όμως, ότι έχουμε και πάλι εδώ ένα λάθος. Δεν αρκεί, ή θα έλεγα μπορεί να έχει και αντίθετα αποτελέσματα, απλώς το να αυξήσουμε τις ώρες. Εσείς ο ίδιος κ. Πρωθυπουργέ μιλήσατε για τον υπερβολικό φόρτο ωρών στα παιδιά. Η αλλαγή πρέπει να είναι στον τρόπο που διδάσκονται τα αρχαία, και στον τρόπο που προσεγγίζουμε τα μαθήματα γενικότερα και την παράδοσή μας.

Η στάση μιας αρχαιολατρίας που είναι σχεδόν ειδωλολατρική, απέναντι στην παράδοσή μας, δεν μας βοηθά. Δηλαδή απλώς το να μαθαίνουμε απ’ έξω κάποιες λέξεις, κάποιους όρους, κάποιους στίχους. Δε θέλουμε τον νέο μας να γίνει ένα λεξικό ελληνικής γλώσσας. Θέλουμε να γίνει συγγραφέας της ιστορίας του, του μύθου του, της ίδιας της ζωής του.

Πρέπει να μαθαίνουνε τι λέει ο Πλάτωνας, τι λέει ο Αριστοτέλης, τι λέει ο Σωκράτης. Τότε, και οι λέξεις θα αποκτήσουνε πραγματικό νόημα. Εμείς φοβάμαι, έχουμε εξορίσει τους αρχαίους Έλληνες, έχουν μεταναστεύσει στην Ευρώπη, στην Αμερική και αλλού. Το μόνο παρήγορο είναι ότι εκεί τους έχουν δώσει να σηκώνουνε τις σημαίες τους, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

Το τρίτο παράδειγμα, ένα από τα πρώτα μελήματά σας ήτανε, όπως είδα, να αλλάξετε τον τρόπο αξιολόγησης ή μάλλον της εξέλιξης των μελών ΔΕΠ. Νομίζω ότι, είναι πια παράλογο εμείς στην Βουλή να νομοθετούμε για τον τρόπο εξέλιξης μελών ΔΕΠ στα πανεπιστήμια. Είμαστε εμείς ειδικοί σε αυτό το θέμα;

Αυτό, απλώς, αναδεικνύει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα της αυτονομίας των πανεπιστημίων. Πιστεύω, ότι πρέπει να αυτονομήσουμε πλήρως τα πανεπιστήμια, πλήρη αυτονόμηση. Να κάνουν τις δικές τους επιλογές, τα δικά τους τμήματα που θέλουνε, να διαμορφώσουνε τα δικά τους στοιχεία, και εμείς πια, δύο εργαλεία να κρατήσουμε στο χέρι μας, ως κράτος, ως επιτελικό πια κράτος. Πρώτον τον τρόπο χρηματοδότησης, και δεύτερον την αξιολόγηση και πιστοποίηση.

Με αυτό τον τρόπο θα εξαλειφθεί πλήρως η γραφειοκρατία. Δεν θα ασχολείται το Υπουργείο Παιδείας για το ποιος είναι ο οδηγός του Πρυτάνεως, πότε θα πάρει εκπαιδευτική άδεια ο Χ, Ψ ή Ω καθηγητής, ποια τμήματα θα πρέπει να διαμορφωθούν. Αυτό το οποίο το ελληνικό κράτος θα κάνει είναι να αξιολογεί αν το αποτέλεσμα των πανεπιστημίων είναι θετικό, και να γνωρίζει ο ελληνικός λαός, να γνωρίζει ο φοιτητής, να γνωρίζει ο νέος, τι ακριβώς απόδοση έχει το κάθε τμήμα, και το κάθε πανεπιστήμιο. Πόση σημασία έχει στην αγορά, πόση σημασία έχει στο να δώσει αξία, πόση σημασία έχει στον ακαδημαϊκό χώρο.

Και μπορούμε να το κάνουμε αυτό με έναν εύκολο τρόπο, δίνοντας ουσιαστικά την χρηματοδότηση στον ίδιο τον φοιτητή. Να αποφασίζει ο φοιτητής που θέλει να πάει. Να αποφασίζουνε αυτόνομα τα πανεπιστήμια, να αποδεσμεύσουμε τις εξετάσεις από τα σχολεία, και αυτόνομα τα πανεπιστήμια να μπορούν να αποφασίζουνε με το δικό τους τρόπο το πώς θα επιλέγουνε τους φοιτητές τους.

Πιστεύω επίσης, ότι δεν πρέπει η επιλογή αυτή να γίνεται σε τμήμα, εκεί είναι το «σοβιετικό» του συστήματος. Βγάζουμε τους ίδιους επαγγελματίες, τα ίδια επαγγέλματα κάθε χρόνο λόγω της κεντρικής μορφής του σχεδιασμού που έχουμε για τα πανεπιστήμιά μας, ενώ θα έπρεπε να είναι πολύ πιο ελεύθερη επιλογή για τα παιδιά, να μπορούν να αλλάζουνε.

Να λέει ο υποψήφιος φοιτητής εγώ θα διεκδικήσω να μπω στο Πολυτεχνείο ή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ή στο Πανεπιστήμιο Πατρών, και εκεί πια μπαίνοντας μέσα στο Πανεπιστήμιο να επιλέγει την κατεύθυνσή του, το ενδιαφέρον του, το επάγγελμά του εν τέλει. Μόνο έτσι θα ξεπεράσουμε τη μεγάλη πίεση των φροντιστηρίων, μόνο έτσι θα μπορέσουμε στον νέο να δώσουμε πολλαπλές επιλογές.

Μόνο έτσι θα μπορέσουμε μέσα από την απελευθέρωση των πανεπιστημίων να προσελκύσουμε ξένους επιστήμονες, και Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού στην Ελλάδα, μόνο έτσι θα μπορέσουμε να απελευθερώσουμε τα πανεπιστήμιά μας, ώστε να γίνουνε πανεπιστήμια που θα προσελκύουνε φοιτητές απ’ όλα τα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο, τον Καύκασο, και όλη την Ευρώπη. Διότι έτσι πια, απελευθερωμένα τα πανεπιστήμιά μας μπορούν να πάρουν πρωτοβουλίες, αλλά θέλουν και τα κίνητρα για να προχωρήσουν μπροστά.

Θέλω απλώς ένα παράδειγμα να σας φέρω: στην Αγγλία, -όταν ήμουν Υπουργός Παιδείας- κάναμε μία μελέτη, τα χρήματα που εισέπραττε το τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα από τους ξένους φοιτητές, ήταν όσο ήταν το συνολικό ύψος του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας στην Ελλάδα. Δείχνει, δηλαδή, αυτό ότι εμείς ως χώρα, μία χώρα που έχει δυνατότητες, έχει πανεπιστημιακούς, έχει ένα δυναμικό σημαντικό, θα μπορούσε να προσελκύσει συνεχώς φοιτητές από όλες τις περιοχές της ευρύτερης των Βαλκανίων και Μεσογείου, αντί να μεταναστεύουν φοιτητές, να φεύγουν προς τα έξω.

Η αλλαγή του εξεταστικού συστήματος, έτσι λοιπόν, θα ήτανε πολύ σημαντική, διότι θα ξεφεύγαμε από τη λογική της αποστήθισης και της υπερβολικής ύλης που αυτή τη στιγμή δημιουργεί ένα σχολείο, που το αισθάνεται ο νέος ως ένα σχολείο αποξένωσης και καταναγκαστικών έργων. Και αντί της αποστήθισης θα δίναμε βάρος στην κριτική σκέψη, στην αναλυτική σκέψη, στη σύνθεση, στη δημιουργία και στην καινοτομία.

Και αυτό, βεβαίως, θα είχε μία μεγάλη επίπτωση και στην αντιμετώπιση μιας μεγάλης ταξικής ανισότητας που υπάρχει σήμερα. Δεν υπάρχει δωρεάν παιδεία σήμερα. Η παιδεία σήμερα πληρώνεται, δυστυχώς λόγω των φροντιστηρίων, και είναι άδικη σε ό,τι αφορά τα φτωχότερα και μεσαία στρώματα της χώρας μας.

Είναι, λοιπόν, δυσβάσταχτο το βάρος για τα μεσαία στρώματα και τα φτωχότερα στρώματα, αλλά είναι και εθνική σπατάλη πνευματική, όταν βάζουμε τα παιδιά μας να μαθαίνουνε και να αποστηθίζουν. Χωρίς να διαμορφώνουνε εργαλεία κριτικής σκέψης που θα τους επιτρέψουν σε μία εποχή που υπάρχουν οι πληροφορίες, που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες οι νέοι να τις αναλύουν, να τις αξιολογούν, να τις συνθέτουν, να δημιουργούν καινοτομίες, να γίνονται οι ίδιοι δημιουργοί και ερευνητές.

Αλλά και ο τρόπος των εξετάσεων σήμερα, ισοπεδώνει το νέο. Κάθε νέος δεν είναι ίδιος. Ο κάθε νέος δεν έχει τα ίδια ταλέντα. Αντί να προσπαθούμε να τον βάλουμε σε ένα καλούπι ομοιόμορφο, πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα που θα του αναδεικνύει το ταλέντο. Αν εγώ έχω ταλέντο να γίνω μηχανικός ας γίνω μηχανικός. Αν έχω ταλέντο για μουσική ας πάω για μουσικός.

Αυτό, λοιπόν, δεν μπορεί να γίνει με ένα σύστημα γραφειοκρατικό, συγκεντρωτικό, αυταρχικό. Έτσι λοιπόν η κατεύθυνση στην Τριτοβάθμια Παιδεία πρέπει να είναι μία κατεύθυνση απελευθέρωσης των πανεπιστημίων, από τη γραφειοκρατία.

Το ελληνικό κράτος θα πρέπει να παίξει ρόλο στην πιστοποίηση και στη χρηματοδότηση, για να διασφαλίσει ότι ο κάθε νέος έχει το ίδιο δικαίωμα, έχει ισότητα ευκαιριών και δυνατοτήτων, και ότι η ποιότητα είναι πραγματική. Πρέπει να τελειώσουμε με αυτόν το φόβο για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Θα υπάρχει πια διάκριση εξουσιών, δεν θα παράγει το κράτος γνώσεις, παιδεία, θα είναι τα πανεπιστήμια που θα παράγουνε γνώση και παιδεία, και θα αγοράζει το κράτος εν ονόματι των παιδιών, των νέων την παιδεία και τη γνώση.

Αλλά αυτό θα μας λύσει και το πρόβλημα της λεγόμενης ιδιωτικής ή μη κρατικής παιδείας. Κοιτάξτε, θεωρώ ότι αυτό το δίλημμα είναι ένα δίλημμα που μας έχει ταλανίσει πάρα πολλά χρόνια, αλλά είναι ένα αστείο δίλημμα. Είμαστε πια μία χώρα σε μία παγκόσμια κοινωνία. Είμαστε μία παγκόσμια κοινωνία. Οι μισοί φοιτητές μας, αν όχι οι μισοί, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, είναι εκτός των συνόρων μας. Άλλοι σε ιδιωτικά, άλλοι σε δημόσια πανεπιστήμια.

Το πρόβλημα δεν είναι που σπουδάζουνε, το πρόβλημα δεν είναι ποιος είναι ο φορέας, αλλά αν το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται. Και το δημόσιο συμφέρον θα εξυπηρετείται όταν εμείς ελέγχουμε την ποιότητα των σπουδών. Άρα λοιπόν η αρχή αξιολόγησης και πιστοποίησης θα πρέπει να πιστοποιεί και να αξιολογεί και τα δημόσια πανεπιστήμια, και οποιαδήποτε άλλα ιδρύματα διαμορφωθούν ή υπάρχουνε στη χώρα μας.

Εδώ η Κίνα ανοίγει τις πόρτες της για να έρθουνε ξένα ιδρύματα να εγκατασταθούν στο Πεκίνο και αλλού. Άρα, λοιπόν, αυτό το οποίο εμείς απεμπολούμε όταν δεν βλέπουμε την πραγματικότητα, είναι ότι απεμπολούμε τη δυνατότητα να αξιολογούμε και να ελέγχουμε την παιδεία που υπάρχει στη χώρα μας.

Υπάρχουν Ιδρύματα, άλλα καλύτερα, άλλα χειρότερα, τα οποία λειτουργούν εκτός συνταγματικού πλαισίου. Αλλά ποιος τα αξιολογεί; Έχουμε με τον τρόπο μας δώσει την αξιολόγηση στο «LAC», σε κάποιο άλλο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης. Γι’ αυτό χρειάζεται εμείς ως κράτος να φτιάξουμε αρχεία αξιολόγησης και πιστοποίησης, για να ελέγξουμε τη λειτουργία τους. Και αν κάνουν καλά τη δουλειά τους, θα έχουν πιστοποίηση. Αν δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, δεν θα πάρουν πιστοποίηση. Το κάνουν όλες οι χώρες. Η Κύπρος το κάνει. Άλλες χώρες το κάνουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επενδύσουμε εμείς στη δημόσια παιδεία. Όχι την κρατική, τη δημόσια παιδεία. Τα Πανεπιστήμια τα αυτόνομα, διότι εκεί πράγματι θα είναι όπου θα πάει το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων νέων για να εκπαιδευτούν.

Η Παιδεία, βεβαίως, ως κύριο στόχο πιστεύω ότι πρέπει να έχει τη διαμόρφωση αξιών, τη διαμόρφωση ανθρώπων, πολιτών. Αλλά πρέπει επίσης να έχει και ως στόχο την εργασία και την απασχόληση. Δυστυχώς το συγκεντρωτικό και κλειστό ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι ένα σύστημα, όχι απλώς συγκεντρωτικό, αλλά έτσι όπως λειτουργεί είναι αυτιστικό, δεν αντιδρά απέναντι στις εξελίξεις που υπάρχουν γύρω, είτε της αγοράς, είτε γενικότερες στις κοινωνικές αλλαγές.

Με την αυτονομία των Πανεπιστημίων, την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία στενή με τους παραγωγικούς φορείς, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με άλλους κοινωνικούς φορείς σε κάθε περιφέρεια, για την ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της ανεργίας, που είναι σε μεγάλο βαθμό μία ανεργία θεσμικής φύσης, διαρθρωτικής φύσης.

Που σημαίνει τι; Ότι παράγουμε εμείς παιδιά με επαγγέλματα, τα οποία δεν ζητάει η αγορά, ενώ υπάρχουν ανάγκες της αγοράς για συγκεκριμένα επαγγέλματα, τα οποία δεν παράγει το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Άρα, χρειάζεται συντονισμός.

Αλλά ποιος θα κάνει το συντονισμό; Ένας δημόσιος υπάλληλος «στα κέντρα» της Αθήνας, στην οδό Μητροπόλεως; Όχι φίλες και φίλοι. Το συντονισμό θα τον κάνουν αποκεντρωμένα οι φορείς της περιφέρειας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι παραγωγικοί φορείς, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς φορείς της περιοχής.

Π.χ., γιατί στην Κρήτη να μην οργανωθεί είτε εντός του δημοσίου Πανεπιστημίου, είτε εκτός, δεν έχει σημασία, μια Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων, μια Τουριστική Σχολή, η οποία μαζί με τους παραγωγικούς φορείς, μαζί με την Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, να μπορεί να εξειδικεύσει προγράμματα, που θα έχουν σχέση με την ανάπτυξη του τουρισμού σ’ αυτή την περιοχή, τις ανάγκες του τουρισμού σ’ αυτή την περιοχή.

Αυτή θα ήταν μια πολύ πιο ευέλικτη και ουσιαστική παιδεία για την περιοχή και την περιφέρεια. Την περιοχή όπου υπάρχουν τουριστικές ανάγκες. Αλλά κάτι παρόμοιο μπορεί να είναι και για άλλου είδους ανάγκες παραγωγικές.

Σ’ αυτό το πλαίσιο έχω προτείνει τη θέσπιση κάρτας κατάρτισης, ώστε τελειώνοντας το Λύκειο ο κάθε νέος θα έπαιρνε μια κάρτα κατάρτισης και θα χρησιμοποιούσε αυτή την κάρτα εκεί που θα ήθελε. Θα πληρωνόταν απ’ το δημόσιο, για να μπορέσει να έχει ελεύθερες επιλογές και ουσιαστικότερο ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων Ιδρυμάτων που δίνουν επαγγελματική κατάρτιση. Ιδιαίτερα όπως είναι τα ΙΕΚ, τα ΚΕΚ, ο ΟΑΕΔ κ.ο.κ.

Στη δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια παιδεία, χρειάζεται επίσης μια ριζική αποκέντρωση. Να μεταφέρουμε σε τοπικό επίπεδο τη λήψη αποφάσεων. Να κάνουμε αυτό που έχουν κάνει οι περισσότερες χώρες, Φιλανδία, Σουηδία, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Το κράτος θα ορίζει τις γενικές αρχές, τους γενικούς στόχους και τα βασικά εφόδια που πρέπει να πάρουν όλοι οι μαθητές, αλλά σε τοπικό επίπεδο θα πρέπει να υπάρξει η δυνατότητα να αποφασίζουν οι τοπικοί φορείς. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, να διαμορφώνουν το υπόλοιπο πρόγραμμα όπως αυτοί θεωρούν πιο χρήσιμο. Πιο χρήσιμο για την κοινωνία, πιο χρήσιμο για τον ίδιο τον μαθητή.

Να αξιολογούνται. Επιτέλους πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση των σχολείων για να μπορούν να βελτιώνονται όπου υπάρχουν προβλήματα. Να δούμε τα θετικά παραδείγματα, τα οποία θα πρέπει να πολλαπλασιαστούν.

Η επιμόρφωση των καθηγητών, επίσης, πρέπει να αποκεντρωθεί, να είναι αντικείμενο των ίδιων των σχολικών μονάδων, και οι επιλογές να γίνουν σε επίπεδο σχολικών μονάδων. Πρέπει να ξεφύγουμε απ’ τη λογική του ενός βιβλίου. Επιτέλους, σε μια εποχή όπου υπάρχουν τεράστιες πηγές, πολλαπλές πηγές γνώσης, από το διαδίκτυο μέχρι τις βιβλιοθήκες, δεν μπορεί να συνεχίζουμε απ’ το Πανεπιστήμιο μέχρι το νηπιαγωγείο ή το δημοτικό, το ένα και μόνο βιβλίο.

Ο νέος και ο πολίτης πρέπει να έχει δυνατότητες επιλογών και δυνατότητες αξιολόγησης. Αποτελεί αναχρονισμό και δημιουργεί μια αντίληψη στο νέο άνθρωπο, ότι υπάρχει μόνο μία πηγή γνώσης και δεν του δίνει τα εφόδια να μπορεί να ερευνά, να αξιολογεί, να κάνει σωστή κριτική ανάλυση και να συνθέτει. Διότι αυτές είναι οι δεξιότητες που θα χρειαστεί ο νέος όταν βγει απ’ το σχολείο.

Άρα, πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο στις βιβλιοθήκες. Έχουμε επενδύσει στα δίκτυα πληροφορικής, για να ενημερώσω την κυβέρνηση που δεν το γνωρίζει. Αλλά οπωσδήποτε χρειάζεται να δώσουμε μια άλλη αντίληψη στην παιδεία τοπικά.

Πρέπει πια οι γονείς να έχουν δικαίωμα αξιολόγησης του σχολείου, ακόμα και των καθηγητών και δασκάλων στην κάθε περιοχή. Το δε ολοήμερο σχολείο, δημοτικό, γυμνάσιο, θα πρέπει να είναι αντικείμενο ανάπτυξης απ’ την ίδια την τοπική κοινωνία.

Και το ανοιχτό σχολείο, πρέπει να είναι το σχολείο της γειτονιάς, που θα δώσει πάλι ζωή στη γειτονιά. Ο χώρος συνάντησης, ο χώρος που θα πάνε οι γονείς, ο χώρος που θα γίνεται δια βίου εκπαίδευση, ο χώρος που θα υπάρχει το Internet Cafe, χώρος αθλητισμού και πολιτισμού. Να γίνει το κύτταρο της γειτονιάς.

Φίλες και φίλοι εγώ, στον λίγο αυτό χρόνο, θέλησα να δώσω μερικά παραδείγματα των κατευθύνσεων που θεωρώ απαραίτητες για να μπορέσουμε να πάμε σε μια νέα εποχή. Είναι λίγος ο χρόνος για να μπει κανείς σε λεπτομέρειες. Αλλά εμείς τουλάχιστον έχουμε μια πρόταση. Μια πρόταση ριζικών αλλαγών, απελευθέρωσης του εκπαιδευτικού μας συστήματος, δημιουργώντας ελευθερία επιλογών στο νέο, αναβάθμιση της ποιότητας, αποκέντρωση που θα βοηθήσει την περιφερειακή ανάπτυξη, δημιουργική δυνατότητα του νέου, βασιζόμενοι στο τεράστιο έργο των τελευταίων ετών.

Ένα έργο που διαμόρφωσε μαζικά νέες δυνατότητες για όλα τα παιδιά. Πρόσβαση στην παιδεία, σε νέες υποδομές, αλλά που χρειάζεται και μια τομή για να πάμε μπροστά σε αυτή τη νέα εποχή της πληροφορίας. Θα χρειαστούν χρήματα. Προτείναμε το 40% του Δ’ ΚΠΣ να επενδυθεί στον χώρο της παιδείας και να αξιοποιηθεί για τη μεγάλη μεταρρύθμιση, τη «μεγάλη ιδέα» αν θέλετε που χρειάζεται ο τόπος, που είναι η αλλαγή στο χώρο της παιδείας.

Προτείνουμε επίσης να διεκδικήσουμε ένα πρόγραμμα, και να φθάσουμε ακόμα και στο 50% των φοιτητών κάθε ευρωπαϊκής χώρας, να επιλέγουν το Πανεπιστήμιο της αρεσκείας, τους εφ’ όσον βεβαίως έχουν τα προσόντα, και αυτό σε έναν ευρωπαϊκό χώρο παιδείας. Δηλαδή να μπορεί ο νέος Έλληνας να επιλέξει ένα γερμανικό Πανεπιστήμιο, ένας Γερμανός ένα ελληνικό Πανεπιστήμιο και αυτό να χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όχι για 6 μήνες, για κανονικές σπουδές.

Προτείνουμε να φθάσουμε όπως λέει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην δια βίου εκπαίδευση του 10% των ενηλίκων, με σημαντικά ποσά τα οποία πρέπει να δοθούν προς την εκπαίδευση. Να ενισχύσουμε την διαπολιτισμική εκπαίδευση, πρώτα απ’ όλα για να ενταχθούν ομαλά οι μετανάστες στην κοινωνία μας και δεύτερον, όπως θα έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες, για να γίνουμε πολίτες του κόσμου.

Είμαστε πια σε αυτή την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία πολίτες του κόσμου. Είμαστε αντιμέτωποι με όλη τη υφήλιο. Θα ανταγωνιστούμε μέσα σε αυτή τη υφήλιο. Θα πρέπει να διαμορφώσουμε μια νέα συλλογικότητα, νέους θεσμούς, άρα λοιπόν, το υπόβαθρο το γλωσσικό, τις προϋποθέσεις για να μπορέσουμε να γνωρίζουμε άλλες κουλτούρες και πολιτισμούς.

Πρέπει αυτά να μας τα δίνει ως εφόδια το σχολείο. Πρέπει να συμβάλλουμε στη σύνδεσή μας ακόμα περισσότερο με τον Ελληνισμό της διασποράς, και να διασφαλίσουμε ότι όλοι μπορούμε να συμμετέχουν στην παιδεία με την ειδική αγωγή. Έχουμε κάνει πολλά για τις υποδομές στην παιδεία. Τώρα πρέπει να αλλάξουμε την αντίληψη της παιδείας. Η παιδεία δεν μπορεί να περιοριστεί στα σχολικά κτίρια, πρέπει να γίνει μέρος της ζωής μας, δεύτερη φύση, καθημερινή μας πράξη.

Δε μπορεί να είναι μόνο το παραδοσιακό σχολειό, πρέπει να γίνει από κέντρο μεταφοράς πληροφορίας, κέντρο δημιουργίας, ένας βιότοπος ιδεών, χώρος για τη γειτονιά μας. Η παιδεία μας θα είναι αυτή που θα ανοίξει δυνατότητες στην παραγωγή, στη νέα αγροτική οικονομία, θα κάνει το ελληνικό προϊόν, προϊόν ποιότητας και όχι μόνο ποσότητας. Θα φτιάξει σύγχρονους συνεταιρισμούς.

Η παιδεία θα είναι αυτή που θα δώσει ώθηση στην περιφερειακή ανάπτυξη. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα στηρίξει τη νέα Αυτοδιοίκηση, τη ριζική αποκέντρωση, που θα αναβαθμίσει την ικανότητα των νομοθετών και των Βουλευτών στη Βουλή. Ναι, η παιδεία και για μας. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα αναβαθμίσει τις κοινωνικές μας υπηρεσίες.

Η παιδεία πρέπει να συνοδεύει την κάθε νομοθετική αλλαγή και την εξέλιξή της. Η παιδεία πρέπει να συμβάλλει και μπορεί να συμβάλλει στην αναβάθμιση των δημοσίων Υπηρεσιών, να δημιουργήσει ένα νέο ήθος στη δημόσια ζωή και μια νέα σχέση πολίτη-κράτους. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα εντάξει ομαλά τον μετανάστη στην κοινωνία, όπως είπα, και θα βοηθήσει να είμαστε εμείς ανταγωνιστικοί στον κόσμο.

Η παιδεία θα είναι αυτή που θα φέρει τον ξένο επενδυτή, να επενδύσει στον Έλληνα εργαζόμενο. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα αλλάξει την ποιότητα των τουριστικών μας υπηρεσιών. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα εξασφαλίσει εργασία για τον νέο, αλλά και δια βίου εκπαίδευση. Η παιδεία θα είναι αυτή που θα κάνει τον σωστό γονιό, θα δώσει τα εφόδια ζωής στον κάθε πολίτη, θα απελευθερώσει δημιουργικές δυνάμεις, θα αναδείξει τον πολιτισμό μας, θα επιτρέψει στον πολιτισμό μας να συμμετέχει σε αυτό το παγκόσμιο χωριό πολιτισμού και Μέσων Επικοινωνίας. Θα αναβαθμίσει το περιβάλλον μας.

Γι αυτό πρέπει να επενδύσουμε στην παιδεία. Να επενδύσουμε το μέρισμα ειρήνης, να επενδύσουμε ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους και να εξασφαλίσουμε ότι κανένας δεν θα αποκλεισθεί από αυτό το δικαίωμα, ότι ισότιμα μπορούν να συμμετέχουν όλοι.

Όλα αυτά φίλες και φίλοι -και κλείνω εδώ- απαιτούν τολμηρές αποφάσεις. Αλλά απαιτούν, επίσης, και μια κυβέρνηση η οποία ξέρει πού θέλει να πάει. Εμείς είχαμε ζητήσει τη συναίνεση σε πολλές στιγμές παλαιότερα. Το ’88 ως Υπουργός Παιδείας το ζήτησα, το αρνήθηκε η Νέα Δημοκρατία. Το ’95 επίσης πρότεινα διακομματική Επιτροπή, το αρνήθηκε η Νέα Δημοκρατία.

Εμείς πιο υπεύθυνοι, δεν το αρνούμαστε. Περιμένουμε όμως την υπευθυνότητα από τη Νέα Δημοκρατία, να καταθέσει πραγματικές προτάσεις και να έχει πραγματική στρατηγική. Σας ευχαριστώ. »

Δευτερολογία Γιώργου Α. Παπανδρέου στην συζήτηση στη Βουλή για την Παιδεία

«Άκουσα τον Πρωθυπουργό και την Υπουργό Παιδείας, αλλά δεν άκουσα την πρότασή τους. Άκουσα ότι συμφώνησαν μαζί μου σε μερικά από τα θέματα, που έθεσα, άκουσα ότι συμφώνησαν με την ατζέντα την οποία έβαλε η Αξιωματική Αντιπολίτευση, άκουσα ότι συμφωνούν μαζί μας. Αλλά πρόγραμμα και πρόταση δεν έχω ακούσει.

Περιμέναμε και είμαστε έτοιμοι να κάνουμε διάλογο, όχι να έρχεται η Αξιωματική Αντιπολίτευση να βάζει τα θέματα, αλλά να έρχεται η Κυβέρνηση, – όχι να βάζει τα θέματα γενικά και αόριστα όπως έκανε ο Πρωθυπουργός, τα θέματα είναι γνωστά – να ακούσουμε τις συγκεκριμένες προτάσεις που έχει για την αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων.

Δεν είναι δικός μας ρόλος, αν θέλετε στο κάτω κάτω, και όμως εμείς τον αναλαμβάνουμε. Όχι μόνο να θέτουμε τα θέματα, αλλά να προτείνουμε και λύσεις. Όπως έχουμε πει, εδώ και πολλούς μήνες με συνέπεια, αυτή είναι η υπεύθυνη Αξιωματική Αντιπολίτευση – που είναι βεβαίως και εν δυνάμει Κυβέρνηση – και όπως έχω πει κα παλαιότερα, θα ήταν εύκολο να κάνουμε μια συζήτηση για το παρελθόν, το πρόσφατο ή το παλαιότερο παρελθόν.

Εγώ είμαι υπερήφανος για το έργο του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ έκανε τεράστιο έργο στο χώρο της παιδείας, και είμαι έτοιμος να κάνω και την αυτοκριτική μου στο μέτρο που ήμουν κι εγώ Υπουργός Παιδείας κατά καιρούς. Αλλά η ιστορική ευθύνη -και εδώ υπάρχει έλλειψη ιστορικής συνείδησης από πλευράς της Κυβέρνησης, η οποία έχει το ένα πόδι της στο παρόν και το άλλο πόδι της στο παρελθόν- είναι να δούμε μπροστά τις νέες προκλήσεις. Και είναι μεγάλες, και πρέπει να κάνουμε τολμηρά βήματα.

Εμείς είμαστε έτοιμοι και το είπαμε. Το έργο μας είναι μεγάλο και στις υποδομές. Τα δημόσια σχολεία έχουν τα τελευταία χρόνια μεγαλύτερη αξιοπιστία, και έχουμε επιστροφή πάρα πολλών νέων προς τα δημόσια σχολεία. Έχουμε κάνει το μεγαλύτερο πρόγραμμα υποδομών που υπήρξε ποτέ. Μόνο ίσως από την εποχή του Γεωργίου Παπανδρέου, την εποχή του 1932-1934 συνέβη κάτι ανάλογο. Αλλά δεν θέλω να πάω πίσω στα παλιά, όχι ότι δε μπορούμε, μπορούμε να το συζητήσουμε κι αυτό αν θέλετε, και θα πρέπει να το συζητήσουμε διακομματικά, για να αξιολογήσουμε πού είμαστε και πού πρέπει να πάμε, αλλά ο χρόνος και η στιγμή είναι να δούμε ποια είναι η προτεραιότητα του σήμερα και του αύριο.

Σε ό,τι αφορά τη συνταγματική αναθεώρηση, εγώ είχα ψηφίσει και τότε προσωπικά, και είχα ως προεκλογικό σύνθημα το θέμα της νέας προσέγγισης των Πανεπιστημίων, κρατικών και μη κρατικών. Άρα λοιπόν θα έλεγα ότι δεν υπάρχει καμία αλλαγή πλεύσης. Θέλω όμως για την ιστορία να πω, ότι όταν ψηφίστηκε το ελληνικό σύνταγμα, ήταν τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου ο οποίος ζήτησε να υπάρξουν μη κρατικά Πανεπιστήμια, και ήταν τότε η Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή που ήθελε το κρατικό μονοπώλιο να υπάρχει.

Άρα τις ευθύνες μας αν θέλετε πρέπει να τις δούμε ιστορικά. Έργο τεράστιο, αλλά και στόχοι. Πρέπει να δούμε προς τα εμπρός. Εμείς προτείναμε ριζική αποκέντρωση και στην Πρωτοβάθμια – Δευτεροβάθμια Παιδεία αλλά και αυτονομία των Πανεπιστημίων. Δεν είναι ουσιαστικά αυτοδιοίκητα, είναι μπλεγμένα σε έναν κυκεώνα κρατικής γραφειοκρατίας, από τα συγγράμματα μέχρι το ποια Τμήματα θα αναπτύξουν, μέχρι ποια πτυχία θα δώσουν, μέχρι το πώς θα εξελίσσεται το διδακτικό προσωπικό.

Τοπική κοινωνία: Γιατί να μη συμμετέχουν οι γονείς στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου; Γιατί να μη συμμετέχουν; Αυτοί δεν έχουν λόγο για την εκπαίδευση των παιδιών τους; Είναι ψιλικατζήδες οι γονείς;

Το πρόγραμμα θα το αποφασίζει από μόνη της η τοπική κοινωνία. Η Φιλανδία θεωρείται από τα πρότυπα των χωρών ανά τον κόσμο. Εκεί υπάρχει ένα κεντρικό αναλυτικό πρόγραμμα, ένα κεντρικό πρόγραμμα, αλλά υπάρχει και η δυνατότητα επιλογής και διαμόρφωσης ενός τοπικού προγράμματος. Πρώτα απ’ όλα από την ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα. Δεν μπορούν οι δάσκαλοι στην περιοχή να δουν ποιες είναι οι ανάγκες του παιδιού σε ένα βουνό, σε ένα νησί, σε μια πόλη; Μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές, και να προσαρμόσουν το πρόγραμμα στις ανάγκες αυτού του παιδιού.

Αυτό το θεωρείτε ότι είναι ενάντια στο δημόσιο σχολείο; Είναι υπέρ του παιδιού, είναι υπέρ της δημόσιας εκπαίδευσης, είναι αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Χρειάζεται, λοιπόν, το κράτος να λειτουργήσει επιτελικά. Να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας τοπικά, περιφερειακά, και σε κάθε μαθητή.

Η επιτελική λειτουργία του κράτους σημαίνει πιστοποίηση, αξιολόγηση, συμμετοχή στην διαμόρφωση υποδομών για όλα τα σχολεία, για όλα τα παιδιά απαραίτητες υποδομές, και επαγγελματικός προσανατολισμός. Δεν θα ασχολείται το κράτος με θέματα όπως αυτό της εξέλιξης των μελών ΔΕΠ.

Επίσης, χρειάζεται ένα νέο σύστημα χρηματοδότησης που θα διασφαλίζει την ελευθερία επιλογής του μαθητή, την πραγματικά δωρεάν παιδεία, διότι σήμερα η μεγάλη μεταρρύθμιση του Γεωργίου Παπανδρέου που τότε πράγματι άνοιξε τις πόρτες στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχει διαστρεβλωθεί μετά από πολλά χρόνια, και χρειάζεται να την αλλάξουμε αυτή τη λογική, με ένα νέο σύστημα χρηματοδότησης το οποίο θα προκαλέσει και έναν εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των δημοσίων Πανεπιστημίων. Θα εξασφαλίσει ίσες δυνατότητες για όλα τα παιδιά, θα υποστηρίξει τα φτωχότερα στρώματα, δεν θα επιτρέπει αποκλεισμούς.

Τα λεγόμενα δάνεια για τα οποία μίλησα, είναι μια σκανδιναβική πρακτική. Ο νέος όταν πάει σε μια άλλη πόλη, ή και στην ίδια πόλη όπου ζει, του δίνουν δάνειο. Το δάνειο αποπληρώνεται όταν μπει στη δουλειά μέσω του φορολογικού συστήματος, και ανάλογα με το εισόδημα του νέου. Αν δεν έχει εισόδημα αρκετά υψηλό ή δεν έχει κανένα εισόδημα, τότε έρχεται και εξοφλά το χρέος η ίδια η πολιτεία.

Λοιπόν, πώς αυτό δημιουργεί ανισότητες; Αντιθέτως, δίνει σε όλα τα παιδιά την ίση ευκαιρία να σπουδάσουν όπου θέλουν, και όπως θέλουν, ανάλογα, βεβαίως, με τις ακαδημαϊκές τους δυνατότητες.

Ποιοι παράγουν γνώση: Η γνώση πρέπει να παραχθεί από την ίδια την κοινωνία, τους ίδιους τους ακαδημαϊκούς, τους ίδιους τους καθηγητές, τους ίδιους τους μαθητές, να γίνουν και αυτοί ερευνητές. Όχι από ένα κεντρικό γραφειοκρατικό σύστημα.

Η πρόταση η δική μας για την παιδεία θα είναι αντικείμενο διαλόγου. Θα ανακουφίσει τον Έλληνα και τα ελληνικά νοικοκυριά οικονομικά, διότι σήμερα, δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού του Έλληνα που έχει παιδιά, ξοδεύεται στα φροντιστήρια. Επιδιώκουμε να διαμορφώσουμε τις κοινωνικές προϋποθέσεις, ώστε η απρόσκοπτη μόρφωση του νέου να μην είναι πρόβλημα και μόνον επαγγελματικής αποκατάστασης.

Από την άλλη μεριά, όμως, γιατί είναι κακό αν τα περιφερειακά Πανεπιστήμια ή σε τοπικό επίπεδο τα Πανεπιστήμια, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στις μεγάλες πόλεις ή τα ΤΕΙ, συνδέονται και βοηθούν τον νέο να βρει δουλειά; Δεν το καταλαβαίνω. Να του δώσουν τις γενικές γνώσεις, να του δώσουν τη δυνατότητα δια βίου να μαθαίνει, να αλλάζει.

Αλλά εάν κάποιο συγκεκριμένο επάγγελμα δεν έχει πέραση στην αγορά, γιατί είναι αρνητικό να μπορεί να το αλλάζει; Θεωρώ, λοιπόν, ότι είναι απολύτως απαραίτητο να έχει την ευελιξία το εκπαιδευτικό σύστημα, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του νέου ανθρώπου, αλλά και στις ανάγκες του μεγαλύτερου στην ηλικία ο οποίος θέλει να αλλάξει επάγγελμα, να αλλάξει ζωή ή αν δεν έχει δουλειά να βρει δουλειά μέσω της εκπαίδευσης.

Επιμόρφωση πρέπει να γίνεται για να έχουμε πράγματι φωτισμένους δασκάλους και καθηγητές. Αυτό μπορεί να γίνει σε τοπικό επίπεδο επίσης, από την τοπική κοινότητα, την ίδια την εκπαιδευτική, αλλά και ευρύτερα από φορείς της περιοχής. Από το ανοιχτό Πανεπιστήμιο ή τα Πανεπιστήμια της περιοχής.

Η περιφέρεια μπορεί να βοηθηθεί με ειδικά κίνητρα. Ποιος λέει ότι θα πάνε όλοι στην Αθήνα, εάν υπάρχουν ειδικά κίνητρα, και ειδικές χρηματοδοτήσεις για τα Πανεπιστήμια των περιφερειών. Μπορούμε να τραβήξουμε παιδιά προς την περιφέρεια. Π.χ. το εισαγωγικό σύστημα: σε πολλές χώρες εάν είσαι από την περιφέρεια τη συγκεκριμένη, έχεις πιο εύκολη πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο της περιοχής σου.

Γιατί ένας που ζει στη Θράκη ή που ζει στην Κρήτη ή που ζει στην Πελοπόννησο θα πρέπει αναγκαστικά να πάει σε μια άλλη περιοχή; Αυτό δεν αποδυναμώνει την περιοχή από ένα δυναμικό παιδιών, νέων που θα θέλανε να συνδεθούν με την τοπική ανάπτυξη, με τον πολιτισμό της περιοχής, με το να συνδέσουν τη ζωή τους, τελικά, με την περιοχή όπου μεγάλωσαν, και να είναι εξασφαλισμένη η πορεία τους η οικονομική στην περιοχή που ζουν για να μην έχουμε αυτή την αστυφιλία;

Θέλω να κλείσω λέγοντας ότι ο διάλογος είναι απαραίτητος, είναι προφανές. Αν ήρθε ο Πρωθυπουργός εδώ για να μας πει ότι το μεγάλο κατόρθωμα αυτών των οκτώ μηνών είναι ότι όλοι συμφωνήσαμε στον διάλογο, νομίζω πως δεν έχει καταλάβει ότι εδώ και οχτώ μήνες εμείς έχουμε προτείνει και έχουμε επιμείνει στον διάλογο.

Αλλά θέλω να πω και κάτι ακόμη: σ’ αυτή τη χώρα που έχουμε μεγάλα προβλήματα μπροστά μας ως προκλήσεις, Κυπριακό, Σκοπιανό, Ευρωτουρκικά, το μεγάλο φιάσκο της απογραφής, την τεράστια οικονομική επιβάρυνση που θα υπάρξει, το θέμα της Παιδείας, το θέμα της Δημόσιας Διοίκησης, το θέμα της διαφάνειας -περιμένουμε να δούμε πού είναι τα μέτρα τα οποία ακούμε συνέχει για τη διαφάνεια- αν αυτά πράγματι είναι να τα αντιμετωπίσουμε, θα πρέπει να επιλέξει επιτέλους η Κυβέρνηση τι θέλει να κάνει.

Θέλει να ασχολείται συνεχώς με την Αντιπολίτευση; Ή θέλει να πάει τη χώρα μπροστά; Εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα, αλλά ο ελληνικός λαός προβληματίζεται. Να μας ασκήσετε κριτική. Εμείς, βεβαίως, είμαστε περήφανοι για το έργο μας. Ο ελληνικός λαός, όμως, δεν θα συγχωρήσει μια Κυβέρνηση που αντί να κυβερνά και να ασχολείται με τα προβλήματα του Έλληνα πολίτη, ασχολείται μόνο και μόνο με τη σπίλωση της προηγούμενης Κυβέρνησης. Και αυτό έχετε κάνει αυτούς τους οκτώ μήνες ουσιαστικά.

Εγώ είμαι έτοιμος για διάλογο, παρ’ ότι εσείς έχετε τους τελευταίους μήνες με κάθε σας ενέργεια απλώς και μόνο ασχοληθεί με το παρελθόν. Ελπίζω ότι θα πάμε σε έναν ουσιαστικό διάλογο, και θέλω εδώ να πω κάτι: Εάν στο χώρο της παιδείας υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, εμείς θα είμαστε συμμέτοχοι με τις προτάσεις μας και με τις προσπάθειές μας.

Θέλω επίσης να πω, ότι αν είναι να γίνει ένας εθνικός διάλογος, χρειάζεται όχι μόνο να εμπλακεί το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, που είναι πράγματι όπως είπε ο κ. Κωνσταντόπουλος ένα πολύ μεγάλο όργανο, αλλά θα πρέπει να δημιουργηθεί και μια ομάδα ή αν θέλετε μια Αρχή Μεταρρύθμισης όπου τα κόμματα θα επιλέξουν με αξιοκρατικά κριτήρια, εμπειρογνώμονες οι οποίοι θα ασχοληθούν με το να μας φέρουν προτάσεις συγκεκριμένες για τη μεταρρύθμιση αυτή.

Θεωρώ, ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία θα είμαστε πιο αποτελεσματικοί. Βεβαίως, όλη η κοινωνία πρέπει να συμμετάσχει, να υπάρξει συμμετοχή στον διάλογο, αλλά με αυτό τον τρόπο να υπάρξουν και ουσιαστικές προτάσεις από εμπειρογνώμονες, οι οποίες θα αξιολογηθούν από την Βουλή, από την Επιτροπή, από τα κόμματα τα ίδια.

Φίλες και φίλοι, θέλω να τονίσω ότι το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα που θέλει να συμβάλλει στο μεγάλο ζήτημα της Παιδείας. Αναμένουμε τις προτάσεις της Κυβέρνησης, τις ουσιαστικές προτάσεις της Κυβέρνησης, και όχι μόνο τα ευχολόγια και τις προεκλογικές κορώνες, για να μπορέσουμε να μπούμε σε έναν ουσιαστικό διάλογο, και να κάνουμε επιτέλους αυτές τις τομές, το άλμα προς τα εμπρός, για το οποίο εμείς πασχίζουμε.

Σας ευχαριστώ.»

Διαβάστε επίσης