Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Γκουτέρες, Σάντσεθ και Παπανδρέου στη ΣΔ, στην έδρα του ΟΗΕ | Γραφείο Τύπου 14.07.2017

Επανεκλογή Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς | 03.03.2017

Για το θάνατο του Γιάννη Κουνέλλη | 18.02.2017

Επιστολή της Διεθνούς Επιτροπής για τα Ναρκωτικά προς τον πρόεδρο Ομπάμα | 19.01.2019

Σχετικά με την αίτηση της Ένωσης Κεντρώων στη ΣΔ | Γραφείο Γιώργου Α. Παπανδρέου 18.01.2017

«Μία επιτυχία στην υπόθεση της Κύπρου, θα βοηθούσε την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή» | 19.04.2016

Βραβείο Ειρήνης Παπανδρέου – Τζεμ 2016 | Γραφείο Τύπου 15.04.2016

 

Η απεξάρτηση και η επανένταξη χρειάζονται τη στήριξη όλων μας

Δύσκολο να μιλήσεις για τις Θεραπευτικές κοινότητες όταν δεν έχεις βιώσει το πρόβλημα της εξάρτησης και τον αγώνα που κάνουν οι νέοι και οι πιο ενήλικοι να βγουν από αυτήν. Σίγουρα όμως μπορείς να μιλήσεις και να γράψεις για αυτές, αγγίζοντας τις ανθρώπινες πτυχές, με όλο το σεβασμό που νιώθουμε απέναντι στους συνανθρώπους μας χρήστες και τις οικογένειες τους. Δύσκολο να ξεφύγεις από το να είσαι επιγραμματικός, όμως χαιρετίζεις τις προσπάθειες και το έργο που γίνεται σε αυτές τις κοινότητες και πάνω από όλα τις προσπάθειες όσων μετέχουν με την μία ή άλλη ιδιότητα. Αλληλέγγυα υποκλίνεσαι και ζητάς από τη Πολιτεία να συνεχίσει και να ενισχύσει τις δράσεις και να μην περιορίζεται σε αυτόκλητα πρόχειρα μέτρα.

«… Η θεραπευτική προσέγγιση του εξαρτημένου ατόμου πρέπει να είναι πολυεστιακή (άτομο, οικογένεια, ομάδα), παρεμβαίνοντας στη βάση ενός συνολικού πλάνου σε όλες τις παραμέτρους του προβλήματος. (Ένα εξαρτημένο άτομο)… μπορεί να θεραπευτεί μόνο εφόσον το αποφασίσει ο ίδιος και ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα απεξάρτησης που ο ίδιος έχει επιλέξει. Η θεραπεία απεξάρτησης δεν μπορεί να είναι αναγκαστική… γίνεται σε ειδική Μονάδα, με το δικό της πρόγραμμα και τις δικές της υπηρεσίες. Η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα λειτουργίας πολλών τύπων προγραμμάτων για κάθε τύπο εξάρτησης…» – διαβάζουμε στον Ιστοτόπο της μονάδας απεξάρτησης ‘18 και άνω’.

Με κάθε βεβαιότητα οι θεραπευτικές κοινότητες αποτελούν ένα μοντέλο θεραπείας που αποσκοπεί πρώτα από όλα στην απεξάρτηση από ουσίες μέσα από την προσωπική ανάπτυξη του ατόμου και απαιτεί την αποχή από ουσίες που μεταβάλλουν τη διάθεση.

Θεσμοθετημένος φορέας στη χώρα μας είναι το ΚΕΘΕΑ (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ανθρώπων), το ερώτημα όμως παραμένει κατά πόσο η λειτουργία του ενσωματώνεται σε μια ευρύτερη πολιτική για τα ναρκωτικά και ποια είναι η συνάρτηση αυτής της πολιτικής σε ότι αφορά τη λειτουργία του ΟΚΑΝΑ (Οργανισμός Καταπολέμησης Ναρκωτικών).

Τι είναι το ΚΕΘΕΑ;

Ας δώσουμε το λόγο στο ίδιο το ΚΕΘΕΑ μέσα από τον Ιστοχώρο του:

«Η θεραπευτική παρέμβαση του ΚΕΘΕΑ στηρίζεται στο μοντέλο των Θεραπευτικών Kοινοτήτων, μία από τις περισσότερο αποτελεσματικές προσεγγίσεις διεθνώς για την επίτευξη της ψυχικής απεξάρτησης, την εγκατάλειψη της συνδεόμενης με τη χρήση παραβατικής συμπεριφοράς και την κοινωνική επανένταξη. Βασίζεται στην εθελούσια συμμετοχή στο πρόγραμμα, αναγνωρίζοντας τη σημασία ύπαρξης κινήτρου για την επιτυχή έκβαση της θεραπείας, και σε ψυχοκοινωνικές μεθόδους, χωρίς τη χρήση υποκατάστατων ή άλλων ουσιών.

Η μακρόχρονη διαδικασία της απεξάρτησης ολοκληρώνεται με τη λειτουργική και ισότιμη κοινωνική και εργασιακή ένταξη του ατόμου.

Στο ξεκίνημα της νέας τους ζωής τα απεξαρτημένα άτομα εξακολουθούν να χρειάζονται συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο. Τα προβλήματα και οι δυσκολίες που χρειάζεται να αντιμετωπίσουν σε αυτό το στάδιο μπορεί να σχετίζονται τόσο με το εξωτερικό περιβάλλον (ανεργία, στερεότυπα και προκαταλήψεις για τα απεξαρτημένα άτομα κ.ά.) όσο και με την ατομική τους ιστορία (ελλείψεις σε επίπεδο εκπαίδευσης και επαγγελματικής πείρας, νομικές εκκρεμότητες κ.ά.).

Η οικογένεια μπορεί να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην κινητοποίηση των ατόμων, ώστε να προσέλθουν στις υπηρεσίες αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, αλλά και στην υποστήριξή τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας και της κοινωνικής επανένταξης (διαβάστε εδώ τη προσέγγιση μας στο θέμα: Ένας αγώνας που δίνει αξία στη ζωή).

Η σημασία της είναι αυξημένη σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν ισχυροί και, σύμφωνα με τα στοιχεία των φορέων θεραπείας, επτά στους δέκα χρήστες ουσιών διαμένουν με την οικογένειά τους.

Η κύρια, πιο εντατική και μακροχρόνια φάση θεραπείας των προγραμμάτων του ΚΕΘΕΑ συντελείται στις Θεραπευτικές Kοινότητες, όπου ο ενδιαφερόμενος παραπέμπεται μετά τη σύντομη προετοιμασία του στο Συμβουλευτικό Κέντρο. Στις Θεραπευτικές Kοινότητες μπορούν να εισαχθούν και φυλακισμένοι χρήστες ουσιών που έχουν παρακολουθήσει επιτυχώς πρόγραμμα συμβουλευτικής του ΚΕΘΕΑ στη φυλακή.

Οι μονάδες απεξάρτησης στοχεύουν στην πλήρη σωματική και ψυχική απεξάρτηση, την αποχή από παραβατικές μορφές συμπεριφοράς και την κάλυψη των ελλείψεων του ατόμου σε εκπαιδευτικό, επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο. Οι συνολικά 16 μονάδες απεξάρτησης που λειτουργούν στο πλαίσιο του ΚΕΘΕΑ διακρίνονται σε διαμονής και ημερήσιας φροντίδας και καλύπτουν ευρύ φάσμα γεωγραφικών περιοχών και ομάδων-στόχων.

* Θεραπευτικές Kοινότητες Hμερήσιας Φροντίδας και άλλες Mονάδες Aπεξάρτησης Eνηλίκων (διαμονής)

Στα προγράμματα ημερήσιας φροντίδας η κυρίως φάση θεραπείας είναι εξωτερικής παρακολούθησης και ενδείκνυται για χρήστες ουσιών που παραμένουν κοινωνικά ενταγμένοι και διατηρούν τις οικογενειακές και τις κοινωνικές τους σχέσεις. Για την ένταξή τους σε θεραπεία, προϋπόθεση αποτελεί η συμμετοχή της οικογένειάς τους (γονείς, σύζυγοι-σύντροφοι) στις αντίστοιχες υπηρεσίες οικογενειακής στήριξης και συμβουλευτικής του προγράμματος.

Στα προγράμματα ημερήσιας φροντίδας ενηλίκων του ΚΕΘΕΑ περιλαμβάνονται η ΔΙΑΒΑΣΗ στην Aθήνα με δύο μονάδες απεξάρτησης – η μία λειτουργεί τις απογευματινές ώρες για εργαζόμενους χρήστες. Το πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ στο Ηράκλειο της Κρήτης, το Ειδικό θεραπευτικό Πρόγραμμα για Εξαρτημένες Μητέρες του ΚΕΘΕΑ ANAΔYΣH στη Θεσσαλονίκη και το πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΑΛΦΑ στην Aθήνα για ανθρώπους που κάνουν κατάχρηση ή είναι εξαρτημένοι από το αλκοόλ ή τα τυχερά παιχνίδια.

Βασικές θεραπευτικές κοινότητες ενηλίκων διαµονής στη Ραφήνα Αττικής (ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ), τη Σίνδο Θεσσαλονίκης (ΙΘΑΚΗ), τη Λάρισα (ΕΞΟ∆ΟΣ), τη Σαλαµίνα (ΝΟΣΤΟΣ) και το Ηράκλειο Κρήτης (ΑΡΙΑ∆ΝΗ).

* Mονάδες για Εφήβους και Nεαρούς Eνήλικες

Όλα τα προγράμματα εφήβων που διαθέτει σήμερα το ΚΕΘΕΑ είναι ημερήσιας φροντίδας και απευθύνονται στους εφήβους και στις οικογένειές τους. Παρεμβαίνουν τόσο στα αρχικά στάδια του πειραματισμού με τις ουσίες όσο και στη φάση που η χρήση γίνεται πλέον συστηματικά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύνδεση του εφήβου με την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ προϋπόθεση εισαγωγής του στα προγράμματα είναι η συμμετοχή της οικογένειάς του σε παράλληλη θεραπευτική διαδικασία.

Από το 1989 λειτουργεί στην Αθήνα το πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΣΤΡΟΦΗ για εφήβους με πρόβλημα κατάχρησης ή εξάρτησης από ουσίες και, ενδεχομένως, πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου και εμπλοκή σε παραβατικές μορφές συμπεριφοράς. Το πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΠΛΕΥΣΗ (από το 1996) απευθύνεται, μέσα από βραχύχρονες ή πιο μακρόχρονες παρεμβάσεις, σε εφήβους-νεαρούς ενήλικες που κάνουν περιστασιακή-πειραματική ή και συστηματικότερη χρήση ουσιών.

Προγράμματα για εφήβους αλλά και νεαρούς ενήλικες λειτουργούν τα τελευταία χρόνια και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας που μέχρι τότε στερούνταν υπηρεσίες αντιμετώπισης της εξάρτησης για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Οι παρεμβάσεις των προγραμμάτων αφορούν τόσο την έγκαιρη παρέμβαση όσο και εντατικότερες μορφές θεραπείας, ανάλογα με τις ανάγκες. Στη Θεσσαλονίκη από το 2001 λειτουργεί το ΚΕΘΕΑ ΑΝΑΔΥΣΗ, στο Βόλο από το 2003 το ΚΕΘΕΑ ΠΙΛΟΤΟΣ και στην Πάτρα από το 2002 το ΚΕΘΕΑ ΟΞΥΓΟΝΟ. Επίσης, στην Αττική, στην περιοχή του Πειραιά λειτουργεί το ΚΕΘΕΑ ΕΞΑΝΤΑΣ από το 2003…»

Προσεγγίσεις

Η λειτουργία των Θεραπευτικών Κοινοτήτων αναντίρρητα είναι ένας πολύ σημαντικός μοχλός υποστήριξης και βοήθειας για τα εξαρτημένα άτομα και τις οικογένειες τους. Κανείς δεν αμφιβάλλει για αυτό, κάθε ενίσχυση της προσπάθειας απεξάρτησης των χρηστών και των οικογενειών τους οφείλει να μας βρίσκει συμπαραστάτες και αλληλέγγυους. Ο διάλογος όμως για πρόοδο και βελτίωση παραμένει ανοικτός και είναι έκδηλος μπροστά στη πλήρη απουσία μιας συνολικής, και όχι αποσπασματικής και πρόχειρης, πολιτικής για τα ναρκωτικά. Μεταξύ πολλών σημείων επισημαίνονται τα ακόλουθα:

– Τα σχέδια δράσης, οι αποφάσεις και τα ψηφίσματα των αρμόδιων για τα ναρκωτικά οργάνων του ΟΗΕ και της Ε.Ε., που υπογραμμίζουν την ανάγκη συμμετοχής των φορέων και της κοινωνίας στη λήψη πολιτικών αποφάσεων για τα ναρκωτικά, αποτελούν απλές βιβλιογραφικές αναφορές. Ο διάλογος διεξάγεται εκτός των θεσμοθετημένων οργάνων, ενώ πολύ συχνά οι στρατηγικές σχεδιάζονται πρόχειρα και αποσπασματικά. Έτσι, εξαγγέλλονται νέες πολιτικές, σχεδιασμοί και μέτρα που απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση μεταξύ εκείνων που σχεδιάζουν και εκείνων που υλοποιούν τα προγράμματα.

– Σημαντικό στοιχείο είναι επίσης η μη αξιοποίηση του πορίσματος της Διακομματικής Επιτροπής των Ναρκωτικών της Βουλής. Ουσιαστικά το προσχέδιο του πολυδιαφημισμένου νέου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την καταπολέμηση των Ναρκωτικών που παρουσιάστηκε με καθυστέρηση ετών, δεν αποτελεί παρά ένα γενικόλογο «κείμενο εργασίας», δίχως καμία επιστημονική ανάλυση και τεκμηρίωση χωρίς προτεραιότητες, χρονοδιάγραμμα και προβλεπόμενους πόρους, με πολλές αόριστες αναφορές και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά επιχειρησιακό Σχέδιο Δράσης. Επικρατεί ένα καθεστώς ελαφρώς ομιχλώδους, ως προς τη λειτουργία της, διαβούλευσης χωρίς ορίζοντα για ένα επίσημο σχέδιο δράσης.

– Σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο, ο ΟΚΑΝΑ χαράσσει την εθνική πολιτική για τα ναρκωτικά, συντονίζει τις επιμέρους δράσεις και έχει, μεταξύ άλλων, κύριο σκοπό, τον σχεδιασμό, την προώθηση, τον διυπουργικό συντονισμό και την εφαρμογή της εθνικής πολιτικής. Σε αυτή τη λογική και με δεδομένη τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ναρκωτικά (έτη 2005-2012), ο σχεδιασμός της εθνικής στρατηγικής μας στην αντιμετώπιση του προβλήματος των εξαρτήσεων θα έπρεπε να είναι εφικτός και όμως δεν είναι…

– Ο εθνικός σχεδιασμός δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός παρά μόνο αν εξασφαλίζει τη δικτύωση, τη συνέχεια και τη συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών θεραπευτικών προγραμμάτων. Π.χ. τα προγράμματα υποκατάστατων θα μπορούσαν να συνδεθούν με τις θεραπευτικές κοινότητες και τις άλλες δομές ψυχοκοινωνικής στήριξης, ώστε να υπάρχει η προοπτική τής απεξάρτησης και της κοινωνικής ένταξης των χρηστών και να μην περιορίζονται στη μείωση της βλάβη.

– Οι δραστηριότητες εκπαίδευσης, επαγγελματικού προσανατολισμού και κατάρτισης είναι αναπόσπαστο κομμάτι των υπηρεσιών που παρέχουν τα θεραπευτικά προγράμματα και συνδέονται άρρηκτα με το στόχο της κοινωνικής επανένταξης. Αντιμετωπίζουν τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές ελλείψεις που συνοδεύουν συνήθως τη μακροχρόνια χρήση ουσιών και ενισχύουν τη θεραπευτική διαδικασία ως πορεία αυτογνωσίας, επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας και οργάνωσης μιας νέας ζωής με ποιότητα και νόημα. Είναι όμως αυτό αρκετό, αν δεν δοθεί και δεν δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ευαισθητοποίηση του κοινού και στην ενεργοποίηση υποστηρικτικών δικτύων που θα λειτουργήσουν βοηθητικά στην κοινωνική και επαγγελματική ένταξη των απεξαρτημένων πρώην χρηστών; Ουσιαστικά η επαγγελματική αποκατάσταση και η κοινωνική ενσωμάτωση των απεξαρτημένων χρηστών «ξεχάστηκε»: ότι όταν ο άνθρωπος-χρήστης «βγει» από το πρόγραμμα και θελήσει να ορθοποδήσει, βρίσκοντας μια δουλειά, ξανασμίγοντας με την οικογένεια και τους φίλους του, μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για κάθε απεξαρτημένο χρήστη που ξαφνικά απομακρύνεται από την «θαλπωρή» της Θεραπευτικής Κοινότητας και βρίσκεται αντιμέτωπος με «πειρασμούς», τότε που έρχεται αντιμέτωπος με το σκληρό πρόσωπο της κοινωνίας που ψάχνει αφορμή για να τον στιγματίσει, τότε θα πρέπει να έχει την αναγκαία ψυχολογική στήριξη από ειδικούς που συμμετέχουν στα προγράμματα, ώστε να μην ενδώσει. Δεν αρκεί οι συμμετέχοντες στα προγράμματα να οργανώνουν ξανά τη ζωή τους σε επαγγελματικό, κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο, να θέτουν νέους στόχους και τους πραγματοποιούν, να αυτονομούνται και να δημιουργούν τις προϋποθέσεις που θα τους επιτρέψουν να μείνουν μακριά από τα ναρκωτικά στην υπόλοιπη ζωή τους, κάτω από τη «στέγη» της Θεραπευτικής Κοινότητας. Η παρεχόμενη υποστήριξη πρέπει να συνεχίζει και μετά την «έξοδο» από το Πρόγραμμα συνειδητοποιώντας ότι οι απεξαρτημένοι, μέσα από τον γενναίο αγώνα που έχουν κάνει, παραμένουν ευάλωτοι απέναντι σε μια σκληρή και ανταγωνιστική κοινωνία η οποία εύκολα προσφεύγει στο στιγματισμό, γενικεύοντας και ισοπεδώνοντας…

– Στην Ελλάδα παρατηρείται το φαινόμενο ενός ιδιάζοντος θεραπευτικού σοβινισμού, όπου ο καθένας θεωρεί τη δική του θεραπευτική πρόταση πανάκεια. Με αυτό τον τρόπο, η διαφορετικότητα των αντιλήψεων αντί να λειτουργήσει συμπληρωματικά με στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος, οδηγεί σε πόλωση, με τους εκφραστές των διάφορων προτάσεων, που τις προωθούν ως μοναδικές λύσεις, να αγνοούν όλες τις υπόλοιπες.

– Oι χρήστες ουσιών που προέρχονται από πληθυσμιακές ομάδες με ιδιαίτερα γλωσσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά (μετανάστες, πρόσφυγες κ.ά.), δεν απευθύνονται συχνά στις υπηρεσίες αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης. Η περιορισμένη γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής, η άγνοια των οδών πρόσβασης σε πληροφορίες, οι διαφορές κουλτούρας και νοοτροπίας αποτελούν μερικούς από τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες στην προσέγγιση.

Κλείνοντας αυτή τη σκιαγράφηση δίνουμε το λόγο στον Φοίβο Ζαφειρίδη, ιδρυτή της Θεραπευτικής Κοινότητας «Ιθάκη», αντλώντας ορισμένα αποσπάσματα από μια παλιά συνέντευξη του, η οποία δεν έχει χάσει την επικαιρότητα της, ‘η Οδύσσεια και η Ιθάκη’, στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα του Στέλιου Κούλογλου:

«… Για μένα η θεραπευτική κοινότητα δεν έπρεπε να ασχολείται με το σύμπτωμα. Δεν οφείλει να ασχολείται με το σύμπτωμα που είναι η κατάχρηση ναρκωτικών. Πρέπει να ασχοληθεί, πρέπει να δει το πρόβλημα σαν μια προσωπική ή οικογενειακή δυσλειτουργία, η οποία όμως συμβαίνει μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο μιας δυσλειτουργούσας κοινωνίας. Αυτή ήταν πάντα η άποψή μου.

Εάν κανείς περιορίζεται μόνο στη σχέση της ναρκωτικής ουσίας με κάποιον άνθρωπο, ο οποίος σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή κάνει κατάχρηση, νομίζω ότι κάνει συμπτωματική αγωγή. Είναι δηλαδή κάτι παρόμοιο με την ασπιρίνη όταν έχουμε πυρετό. Έχουμε πυρετό, παίρνουμε ασπιρίνη, κατεβαίνει ο πυρετός, αλλά οι αιτίες της αρρώστιας μας δεν θεραπεύονται. Γιατί αυτό που προκαλεί τον πυρετό, έχει μείνει ανεπηρέαστο από τη φαρμακευτική αγωγή. Το σύμπτωμα βασικά έχει θεραπευθεί.

Πιστεύοντας πάντα ότι η χρήση των ναρκωτικών είναι ένα σύμπτωμα, θεωρούσα ότι η θεραπευτική πρόταση, πρέπει να απευθύνεται σε όλη την κοινωνία. Και όταν λέμε θεραπευτική πρόταση ή θεραπευτική κοινότητα, οι όροι που θα όφειλε να λειτουργεί ο χώρος θα έπρεπε να είναι εντελώς διαφορετικοί από αυτούς που ισχύουν έξω, στην κοινωνία. Δηλαδή, αν θεωρούμε ότι ένα από τα προβλήματα της κοινωνίας που οδηγούν στη χρήση ναρκωτικών είναι το έλλειμμα σε ηθικές αξίες, η κοινότητα η θεραπευτική, για να είναι θεραπευτική, πρέπει να υπηρετεί τις ηθικές αξίες. Εάν υποτεθεί, ότι μέσα στην κοινωνία δεν υπάρχουν καθαρές και βαθιές ανθρώπινες σχέσεις, μέσα στην κοινότητα θα έπρεπε να υπάρχουν.

Θα έπρεπε δηλαδή, για να είναι θεραπευτικός ο χώρος, να αποτελεί μια μικροκοινωνία, η οποία λειτουργεί με άλλους όρους και καλύπτει στους ανθρώπους ελλείμματα, γιατί η κοινωνία δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις ανάγκες. Η ευρύτερη κοινωνία. Και γι’αυτό αρρώστησαν. Δυσλειτουργούσα λοιπόν αυτή η κοινωνία, οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους στην αρρώστια.

Μέσα στην θεραπευτική κοινότητα δημιουργείς -κάποιοι την ονομάζουν ιδανική κοινωνία, αλλά προσπαθείς, δεν μπορεί να απόλυτα ιδανική- προσπαθείς να είναι μια θεραπευτική μικροκοινωνία, η οποία τον βοηθά να ξεπεράσει το πρόβλημά του. Το ερώτημα είναι: όταν τελειώσει, δε θα βρεθεί πάλι μέσα στην κοινωνία; Αυτήν, η οποία του προκάλεσε την αρρώστια; Ναι, στην ίδια θα βρεθεί, αλλά θα είναι πλέον εφοδιασμένος με κάποια πράγματα, τα οποία θα τον στηρίξουν για να αντέξει. Χωρίς να χρειάζεται τη χρήση των ουσιών. Αυτή τη φιλοσοφία είχα, αυτή τη φιλοσοφία προσπάθησα να υπηρετήσω από την αρχή, δουλεύοντας μέσα στις θεραπευτικές κοινότητες…

Εμείς βλέπουμε τα ναρκωτικά ή θέλουμε να εστιαζόμαστε στα ναρκωτικά. Αλλά τα ναρκωτικά είναι απλά η ορατή κορυφή του παγόβουνου πιστεύω. Δεν είναι τίποτα περισσότερο. Υπάρχει ένας όγκος προβλημάτων. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε γρήγορα ότι ζούμε σε μια κοινωνία επικινδυνότητας. Δεν είναι μόνο τα ναρκωτικά…

Μια περιρρέουσα πολιτισμική ατμόσφαιρα, η οποία έχει δημιουργήσει ένα μοντέλο επίλυσης προβλημάτων. Και το μοντέλο αυτό είναι ότι αν είμαι σε αδιέξοδο, αν είμαι σ’ ένα πρόβλημα δεν χρειάζεται ούτε να βρω τον φίλο μου να μιλήσω, δεν χρειάζεται να δυσκολευτώ βασικά σε τίποτα, θα πάρω από το ράφι μια ουσία και θα την πάρω. Κατά την ίδια έννοια που άλλοι, αντί να πάρουν την ουσία, προτιμούν να συγκαλύψουν τις πραγματικές τους ανάγκες, παίρνουν άλλα υποκατάστατα. Για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Παίρνουν εξουσία, παίρνουν χρήμα, παίρνουν υπερκατανάλωση υλικών αγαθών. Νομίζω δηλαδή ότι σήμερα, η τεράστια εξάπλωση του προβλήματος δεν έχει σχέση τόσο πολύ με συγκεκριμένα προβλήματα κοινωνικά, όσο με έναν πολιτισμό πολύ συγκεκριμένο. Αυτόν τον πολιτισμό που παράγει το σύγχρονο αναπτυξιακό μοντέλο…»

Διαβάστε επίσης