Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Επαφές για τον πρωτογενή τομέα της παραγωγής | 26.05.2020

“Η πανδημία του κορονοϊού ανέδειξε την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ανάγκη συνεργασίας” | συνέντευξη Xinhua 21.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Δρομολογούμε μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των Μελών του Συνεδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών

Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας, κύριε Κάρολε Παπούλια, κυρίες και κύριοι, η συγκυρία στην οποία βρέθηκε η χώρα μας τους τελευταίους μήνες είναι πρωτοφανής. Όλοι συναισθανόμαστε ότι ζούμε μία ιστορική καμπή στην πορεία της χώρας μας.

Μία είναι η βασική προϋπόθεση για να εξέλθει η χώρα μας από την κρίση, που όλοι μας βιώνουμε: Να δουλέψουμε και να δουλέψουμε όλοι μαζί. Και αυτός είναι ο σκοπός της σημερινής μου ομιλίας, να τονίσω και πάλι αυτή την ανάγκη και, μάλιστα, απέναντι σε μια κοινωνική ομάδα, που έχει εκ των πραγμάτων αυξημένη ευθύνη για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Κράτος, επιχειρήσεις, εργαζόμενοι, συνδικαλιστικές οργανώσεις, κοινωνικοί φορείς, ας αντιληφθούμε ότι έχουμε σήμερα μια τεράστια ευκαιρία να αφήσουμε πίσω την Ελλάδα του χθες. Απαιτείται συνεργασία μεταξύ μας και αλληλοβοήθεια, ώστε να ξεπεράσουμε ακόμα και τους εαυτούς μας. Να αφήσουμε πίσω την Ελλάδα του παρασιτισμού, της υπανάπτυξης, των μειωμένων ικανοτήτων και της κοινωνικής αδικίας.

Μοναδικός δρόμος για να το πετύχουμε, είναι να δουλέψουμε μαζί, εντάσσοντας το προσωπικό συμφέρον στο συλλογικό, που τελικά θα συμβάλλει και στην προσωπική μας ευμάρεια, ασφάλεια, υγεία και ευτυχία. Γιατί αν θεωρούσαμε ότι, κυνηγώντας το αυστηρά προσωπικό, βρισκόμασταν σε καλύτερη μοίρα, αυτό αποδείχθηκε αυταπάτη.

Και σήμερα, πληρώνουμε την αντίληψη που επιβάλλει ο νόμος της ζούγκλας, η αντίληψη του πλιάτσικου και της λεηλασίας του Δημοσίου από τον νικητή της κάθε εκλογικής αναμέτρησης. Η αντίληψη, που θεωρούσε την ανάπτυξη συνυφασμένη με την κρατική επιδότηση ή επιχορήγηση. Η αντίληψη, ότι η περιφερειακή ανάπτυξη ήταν να φτιάξουμε ένα ακόμα πανεπιστήμιο ή νοσοκομείο στη γειτονιά μας, να μεταφερθεί κάποια δημόσια υπηρεσία στην περιοχή μας.

Η αντίληψη, που θεωρούσε το Δημόσιο, καταφύγιο για κάθε άνεργο που είχε μέσο. Η αντίληψη, που θεωρούσε ότι η παιδεία μας ήταν για να βγάλει απόφοιτους που, κατά κύριο λόγο, θα έβρισκαν δουλειά ως δημόσιοι υπάλληλοι.

Η αντίληψη, που θεωρούσε ότι τα χρήματα του Δημοσίου είναι τσάμπα, είναι κάποιου άλλου και ότι η σπατάλη και η διαφθορά «δεν αφορά εμένα». Η αντίληψη, που θεωρούσε ότι είσαι «μάγκας» μόνο όταν φοροδιαφεύγεις, όταν κοροϊδεύεις την πολιτεία – αλλιώς, είσαι απλώς βλάκας.

Αυτές οι αντιλήψεις, αυτές οι πρακτικές, φόρτωσαν το Δημόσιο και, βέβαια, το Δημόσιο λύγισε. Αλλά τελικά, αυτά πληρώνουμε όλοι μας, πολλαπλά, μέσα από κακές υπηρεσίες, μέσα από την ταλαιπωρία της γραφειοκρατίας, αλλά και μιας φεουδαρχικής νοοτροπίας που η Πολιτεία επιδεικνύει προς τον πολίτη.

Την πληρώνουμε τελικά όλοι, από την ανάγκη να απευθυνθούμε, για καλύτερη παιδεία ή υγεία, σε ιδιώτες, φροντιστές, ιδιαίτερα, διαγνωστικά κέντρα, ή ακόμα και με τα παιδιά μας να φεύγουν στο εξωτερικό. Όλα αυτά επιβαρύνουν τη μέση ελληνική οικογένεια, την ελληνική οικογένεια που εντέλει γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης πολλές φορές, λόγω της έλλειψης ποιότητας σε αυτά τα δημόσια αγαθά.

Αλλά την πληρώνουμε, γιατί και οι δανειστές μας, οι πιστωτές μας, αρνούνται πια να μας χρηματοδοτήσουν γι’ αυτές τις συμπεριφορές, επειδή βλέπουν ότι αυτές οδηγούν σε αδιέξοδο, όχι σε μια οικονομία βιώσιμη και παραγωγική.
Γι’ αυτό το λόγο, όλη αυτή η ενέργεια, η ελληνική εφευρετικότητα, η καπατσοσύνη, η φαντασία, η ευστροφία και καινοτομία, αντί να απευθύνονται ενάντια στην Πολιτεία, ή για το άρμεγμα της Πολιτείας, αυτή την ευστροφία και ενέργεια χρειάζεται να την κάνουμε συλλογική δύναμη, παραγωγική και αναπτυξιακή για τη χώρα.

Το συλλογικό μας συμφέρον βέβαια μπορεί να υπηρετηθεί, μόνο εάν όλοι συναισθανθούμε τις κοινές μας ευθύνες. Πρώτοι εμείς, πρώτη η Κυβέρνηση, δημιουργώντας ένα σταθερό πλαίσιο ευνομίας και δικαιοσύνης για όλους. Και αυτό κάνουμε, όχι μόνο συμβολικά, αλλά και ουσιαστικά, με αλλαγές, τις πιο βαθιές των τελευταίων δεκαετιών.

Οι μεγάλες αλλαγές είναι προϋπόθεση, αν θέλουμε να μη βρεθούν τα παιδιά μας αντιμέτωπα με ακόμα χειρότερες καταστάσεις, από αυτές που σήμερα βιώνουμε εμείς. Οι μεγάλες αλλαγές παντού, είναι αυτό που ζητούν οι πολίτες, οι οποίοι έχουν κουραστεί από ένα σύστημα που τους αδικεί και τους ταλαιπωρεί.

Είναι εθνική ανάγκη και δημοκρατική απαίτηση αυτή η ανατροπή. Και είναι ώρα, τα παντός είδους κατεστημένα, που βολεύονται με αυτή την κατάσταση, να ξέρουν ότι αυτή η Κυβέρνηση δεν κάνει πίσω στη δέσμευσή της για αλλαγές παντού.
Κυρίες και κύριοι, δεν θέλω να σας κουράσω, επαναλαμβάνοντας όσα μέχρι σήμερα έχουν ειπωθεί πολλές φορές για τα προβλήματα, με τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη από την πρώτη μέρα, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Τα γνωρίζετε πλέον όλοι καλά, τα γνωρίζει πλέον όλη η υφήλιος πολύ καλά, καθώς γίναμε επί μήνες πρώτη είδηση στα διεθνή Μέσα Ενημέρωσης.

Τα στοιχεία δεν σηκώνουν καμία αμφισβήτηση. Έστω και αν πολλά διεθνή Μέσα μάς αδικούν, υπερβάλουν και προσβάλουν. Η κρισιμότητα των στιγμών για όλους μας, καθώς και η αυξημένη ευθύνη που έχουμε απέναντι στη χώρα, στους πολίτες, στους εργαζόμενους, στις μελλοντικές γενιές, είναι δεδομένες.

Γνωρίζετε τον αγώνα που δώσαμε όλους αυτούς τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής μας, ώστε καταρχάς να σώσουμε την οικονομία μας. Να σώσουμε δηλαδή κυριολεκτικά τη χώρα μας από τη χρεοκοπία. Με ό,τι σκληρό και οδυνηρό αυτό συνεπαγόταν. Ήμασταν αναγκασμένοι να σώσουμε την Ελλάδα, για να έχουμε το χρόνο να αλλάξουμε την Ελλάδα.

Θα ήθελα γι’ αυτό να μείνω σε δύο σημεία: πρώτον, στο γεγονός ότι, σήμερα, μιλάμε σε διαφορετική βάση, από εκείνη που ξεκινήσαμε. Έκλεισε ο κύκλος μιας μεγάλης μάχης, αυτής που δώσαμε, προκειμένου η Ελλάδα να μην βρεθεί μόνη απέναντι στο πρόβλημά της, στα πελώρια χρέη της, αλλά και απέναντι σε κερδοσκόπους.

Και άνοιξε ο νέος κύκλος μιας μεγάλης μάχης που έχουμε μπροστά μας, για να κάνουμε την οικονομία μας, τη χώρα μας, βιώσιμη και ανταγωνιστική.

Σήμερα, η ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας είναι πλέον γεγονός. Αυτό δεν ήταν αυτονόητο. Το πετύχαμε, το πετύχαμε όλοι μαζί ως κοινωνία. Με τις προσπάθειες της Κυβέρνησης, αλλά και με όπλο τις θυσίες και την αποφασιστικότητα των ίδιων των Ελλήνων πολιτών.

Έτσι κερδίσαμε τη χαμένη αξιοπιστία της χώρας μας. Δεν θα υπήρχε σήμερα μηχανισμός στήριξης, δεν θα είχε ενεργοποιηθεί, αν ο Ελληνικός λαός δεν ήταν αποφασισμένος να κάνει δύσκολες θυσίες.

Δώσαμε μάχες και πείσαμε ότι η Ελλάδα δεν φυγοπονεί, δεν είναι μια χώρα καταδικασμένη να ζει αντιπαραγωγικά, στη διαφθορά, στη σπατάλη, στην αναποτελεσματικότητα. Ότι ο μηχανισμός στήριξης ήταν ένα αναγκαίο μέσο για να σταθούμε στα πόδια μας και πάλι. Και πείσαμε ότι, παρότι η Ελλάδα έχει τα θεμελιώδη, δικά της προβλήματα, παρότι εμείς αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, να τα αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα, οι αγορές από μόνες τους δεν λειτουργούν με λογική, αλλά με φόβο, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2008 – ακόμα και με κερδοσκοπικές διαθέσεις.

Και πείσαμε με κόπο, και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και τη Διεθνή Κοινότητα, ότι χρειάζονται κανόνες, χρειάζονται ρυθμίσεις, για να μην ξαναμπούμε σύντομα σε έναν κύκλο κρίσης διεθνώς.

Ο μηχανισμός στήριξης που ενεργοποιήθηκε ήταν και είναι μια μορφή άμεσης παρέμβασης στην αγορά. Ως αποτέλεσμα, μετά τη συμφωνία της χώρας μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έχουμε εξασφαλίσει πια το χρόνο που χρειαζόμαστε, ώστε να κάνουμε πράξη όλες εκείνες τις ανατροπές που χρειάζεται η χώρα μας για να ανασάνει και να ατενίσει επιτέλους το μέλλον με ελπίδα και αισιοδοξία.

Δεύτερον, τα μέτρα που περιλαμβάνονται στη συμφωνία με τους δανειστές μας, δεν είναι μόνο εκείνα που αφορούν στη μείωση των αποδοχών στο δημόσιο τομέα και των συντάξεων.

Δυστυχώς, ως προς αυτή τη σκληρή, τη δύσκολη απόφαση που πήραμε, δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Ήμασταν υποχρεωμένοι να περιορίσουμε με άμεσο τρόπο τις δαπάνες του κράτους, ώστε να μη χρεοκοπήσουμε και να είμαστε σε θέση να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις. Αποτρέψαμε το χειρότερο. Ακριβώς για να προστατεύσουμε τελικά τους πολίτες, την οικογένεια, τους εργαζόμενους.

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, όμως, τα μέτρα που δεσμευτήκαμε να λάβουμε τα επόμενα χρόνια, αποτελούν διαρθρωτικές αλλαγές, που εδώ και δεκαετίες είχε ανάγκη η χώρα.

Αλλαγές, που θα βοηθήσουν την Ελλάδα να αφήσει οριστικά πίσω αυτά που την οδήγησαν στην κρίση και να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της.

Γι’ αυτό, ακόμα και πριν εξασφαλίσουμε το μηχανισμό, πριν ακόμα αντιληφθούμε όλοι το δραματικό μέγεθος της κρίσης, λέγαμε ότι αυτή η κρίση μπορεί να αποτελέσει για τη χώρα μας μια τεράστια ευκαιρία. Ας μη την χάσουμε.

Σήμερα, οι διαρθρωτικές αλλαγές περιλαμβάνονται στη συμφωνία για την ενεργοποίηση του μηχανισμού, όπως υπήρχαν ρητά και στο Πρόγραμμα Σταθερότητας, Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης, που διαμορφώσαμε με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όμως, ακόμα και αν δεν υπήρχε ο μηχανισμός, αυτές οι αλλαγές έπρεπε να γίνουν, εφόσον όλοι διαπιστώναμε ότι το κράτος μας είναι δυσλειτουργικό και δύσκαμπτο, ότι μας έπνιγε η διαφθορά, ότι η οικονομία μας βάδιζε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Ζούσαμε σε μια κοινωνία αυθαιρεσίας, αδικίας και ατιμωρησίας, Το πολιτικό σύστημα έπασχε, ενώ οι πρώτοι που πλήρωναν αυτή την κατάσταση ήταν οι Έλληνες πολίτες.

Με το πρόγραμμα των επόμενων ετών, αφήνουμε οριστικά πίσω μας αυτή την Ελλάδα. Βάζουμε βάσεις για την Ελλάδα της βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης, της προοπτικής για όλους.

Και δεν είναι, βέβαια, γενικότητες όσα δρομολογούμε. Είναι πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις, οι οποίες αφορούν σε πολύ μεγάλο βαθμό και εσάς, τον κόσμο των επιχειρήσεων, από τον οποίο περιμένουμε πολλά. Όπως πολλά γνωρίζω ότι περιμένετε και εσείς από την Πολιτεία. Και θέλουμε, χρειαζόμαστε, απαιτείται αυτή η συνεργασία των κοινωνικών εταίρων, αν θέλουμε να επιτευχθούν οι στόχοι.

Κυρίες και κύριοι, μέχρι σήμερα, η χώρα μας κινήθηκε οικονομικά με επίκεντρο την κατανάλωση και όχι την παραγωγή, το τσιμέντο και σπάνια την ποιότητα, με λαμπρές βέβαια εξαιρέσεις, αλλά δυστυχώς δεν ήταν ο κανόνας.

Ανερμάτιστα προχωρήσαμε, χωρίς κανέναν συγκεκριμένο σχεδιασμό, και σπαταλήσαμε ιδιωτικό και δημόσιο χρήμα για επενδύσεις χωρίς αύριο. Θεωρήσαμε ότι μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα θα μπορούσε να εξασφαλίζει για πάντα θέσεις εργασίας. Αυτός ήταν ίσως και ένας ιδιότυπος προστατευτισμός απέναντι στις διεθνείς αγορές, που όμως δεν προετοίμαζε, δεν βοηθούσε τελικά τις ελληνικές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν στην παγκόσμια οικονομία.

Πολλές επιχειρήσεις βολεύτηκαν, με το μοντέλο «δημόσια έργα – δημόσιες προμήθειες – κρατικές και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις», με αποτέλεσμα ελάχιστα να ασχοληθούν με την καινοτομία, με την εξωστρέφεια, με την απαραίτητη ανταγωνιστικότητά τους.

Το κράτος δεν ήταν μόνο οιωνεί προστάτης βέβαια, αλλά δυστυχώς, πολλές φορές, και εμπόδιο. Αποτελούσε εμπόδιο για την υγιή επιχειρηματικότητα, είτε λόγω της γραφειοκρατίας, είτε λόγω της διαφθοράς, είτε λόγω της αβουλίας του. Και κάθε φορά που κάποιος ξένος προσπαθούσε να επενδύσει στη χώρα μας, κάναμε κάθε τι που περνούσε από το χέρι μας, για να τον απογοητεύσουμε και να τον διώξουμε.

Είμαι βέβαιος ότι έχετε πολλά παρόμοια παραδείγματα. Σήμερα, αυτό το μοντέλο ανάπτυξης, αν μπορεί κανείς να το ονομάσει «μοντέλο», ξόφλησε οριστικά και, η χώρα μας καλείται να στραφεί σε μια βιώσιμη οικονομία, που θα παράγει και νέο πλούτο, και νέες θέσεις εργασίας, αλλά και κέρδος, για όσους συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργική διαδικασία της ανάπτυξης.

Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από εσάς, όταν ακούτε αυτά τα λόγια, λέτε «τα έχουμε ξανακούσει». Είναι λογικό. Αυτά άκουγα και εγώ στην αρχή της θητείας μου, στις διεθνείς συναντήσεις που είχα. Δεν σας πιστεύουμε, μου έλεγαν. Χρόνια τώρα, ακούμε ότι θα βάλετε τάξη στο Δημόσιο, ότι θα χτυπήσετε τη γραφειοκρατία, αλλά δεν το βλέπουμε.

Αυτό το τείχος της δυσπιστίας έπρεπε να σπάσουμε και το σπάμε. Με πόνο και με κόστος, αλλά το σπάμε. Πολλές φορές στο παρελθόν, έχουν ειπωθεί πολλά, από πολλούς, χωρίς όμως να γίνει τελικά τίποτα. Έφτασε η ώρα λοιπόν να αναθεωρήσουμε τα πάντα και, καταρχήν, τη στάση μας και τις συμπεριφορές μας.

Αυτό πίστευα και τα χρόνια που ήμουν Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αυτό έλεγα πάντα. Έφτασε η στιγμή, όπου η ιστορία μάς επέβαλε, αυτό να συμβεί, δυστυχώς, με βίαιο τρόπο. Γιατί δεν προνοήσαμε και δεν δράσαμε εγκαίρως.

Εξακολουθώ να λέω και να επαναλαμβάνω αυτό που έλεγα πάντα και πιστεύω ακράδαντα: η Ελλάδα έχει τεράστιες, απεριόριστες δυνατότητες, αρκεί να τις αντιληφθεί και να τις μετατρέψει σε ικανότητες. Και δεδομένης της δημοσιονομικής κατάστασης στη χώρα μας σήμερα, μεγάλο βάρος θα δοθεί στις ιδιωτικές επενδύσεις.

Γιατί ναι μεν συνεχίζουμε και με το ΕΣΠΑ και με τα Προγράμματα Δημοσίων Επενδύσεων, όμως τα περιθώρια είναι στενότερα σε σχέση με το παρελθόν.

Κατά συνέπεια, δουλειά μας, αναπτυξιακή προτεραιότητα είναι να εξασφαλίσουμε την υγιή επιχειρηματικότητα, ένα βιώσιμο και ελκυστικό περιβάλλον, υποδομές, φορολογική ασφάλεια, σταθερότητα, ευνομία, ώστε να δώσουμε κίνητρα για ουσιαστικές επενδύσεις ιδιωτικών κεφαλαίων στη χώρα, τόσο από εσάς, τις ελληνικές επιχειρήσεις, όσο και από κεφάλαια που επιδιώκουμε να προσελκύσουμε από το εξωτερικό.

Και δουλειά σας, δουλειά των επιχειρήσεων, είναι αφενός να αδράξουν την ευκαιρία που εμείς θα τους εξασφαλίσουμε, αλλά και να ξεκινήσουν να επενδύουν, όχι μόνο με το κέρδος ως αυτοσκοπό, αλλά και με αίσθημα κοινωνικής ευθύνης. Ευθύνης, απέναντι στην κοινωνία, στους πολίτες, τους καταναλωτές, τους εργαζόμενους.

Αυτή είναι, άλλωστε, και η ουσία της έννοιας της συλλογικής προσπάθειας, που πρέπει όλοι μας σήμερα να καταβάλουμε, ώστε να δημιουργήσουμε την Ελλάδα που αξίζει σε όλους τους Έλληνες.

Και αν στο παρελθόν η Πολιτεία έκανε λάθη – γιατί έκανε και, μάλιστα, πολλά – ο επιχειρηματικός κόσμος της χώρας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Η κρατικοδίαιτη π.χ. λογική κάποιων είναι, από τη μια να ζητούν ελευθερία και, από την άλλη, να βάζουν πιο βαθειά το κράτος στη λειτουργία τους, μέσα από τις αδιαφανείς σχέσεις με τις φορολογικές αρχές, τις επιδοτήσεις ή τις χωροταξικές παραβάσεις.

Όλα αυτά δημιούργησαν σε πολλούς κλάδους αθέμιτο ανταγωνισμό, τεράστια εμπόδια και συνέβαλαν στη διατήρηση ενός περιβάλλοντος αδιαφάνειας, που ζημιώνει στο τέλος, τόσο τους καταναλωτές, όσο και το κράτος, αλλά και τις ίδιες τις επιχειρήσεις, οι οποίες έπρεπε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές.

Αν θέλουμε να προχωρήσουμε ως κοινωνία, δεν μπορούν να διευρύνονται οι ανισότητες – οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι, με τους φτωχούς να γίνονται φτωχότεροι.

Τη διαδρομή αυτή, είμαι σίγουρος ότι κανένας σοβαρός Έλληνας επιχειρηματίας δεν θέλει να τη διανύσει. Κανένας επιχειρηματίας, που θέλει να προοδεύσει ο ίδιος και η επιχείρησή του, δεν θέλει να ασκεί τη δραστηριότητά του σε μια εξαθλιωμένη Ελλάδα, με εξαθλιωμένη κοινωνία, με αδύναμο κράτος, σε μια χώρα χωρίς κανόνες και χωρίς στοιχειώδεις αξίες και πρόνοιες για όλους τους πολίτες. Αυτό μας έφερε στο χείλος του γκρεμού και τώρα είναι ώρα να το αλλάξουμε.

Ένας από τους στόχους που βάλαμε ως Κυβέρνηση είναι ότι, ως κοινωνία, θα μοιράζουμε τον πλούτο, με βάση την αξία του καθενός μας και όχι τη σχέση του με την εξουσία, ή το θράσος του να παραβιάζει το νόμο. Αυτός ο απλός κώδικας συμπεριφοράς, ένας από τους πολλούς που θα αλλάξουμε, θα αλλάξει και τη ζωή αρκετών συμπολιτών μας.

Ζητάμε λοιπόν σήμερα από πολλούς συμπολίτες μας να αλλάξουν τη ζωή τους. Και για να το κάνει αυτό μια Κυβέρνηση χρειάζεται αξιοπιστία, διότι όταν ζητάς από κάποιον να κάνει θυσίες, έστω και πρόσκαιρες, έστω κι αν είναι με το μάτι προσηλωμένο σε ένα καλύτερο αύριο, πρέπει να είσαι αξιόπιστος συνομιλητής, να λες αυτά που εννοείς και να εννοείς αυτά που λες. Σε αυτό βασίζομαι όταν μιλώ στους Έλληνες πολίτες, είτε είναι επιχειρηματίες, είτε εργαζόμενοι, είτε μιλώ σε μαθητές, είτε σε συνταξιούχους.

Δεν λέμε ότι θα κάνουμε θαύματα, λέμε όμως ότι μπορούμε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Και λέμε ότι είμαστε ειλικρινείς σε κάθε προσπάθειά μας. Ειλικρινείς για τις αλλαγές που κάνουμε, αλλά ειλικρινείς και για τα λάθη που θα γίνουν, γιατί βεβαίως η αδράνεια θα ήταν το πιο εύκολο, αλλά θα ήταν το μεγαλύτερο λάθος. Δεν έχουμε κανένα φόβο να διορθώνουμε την πορεία μας και κάθε μέρα. Είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που βλέπετε, αυτό είμαστε. Και είμαστε αποφασισμένοι να αλλάξει ο τόπος.

Γι’ αυτό, στο βαθμό που αφορά την Πολιτεία, επιστρέφω σε αυτό, που επιγραμματικά ανέφερα πριν από λίγο, στις μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές, αυτές που δρομολογούμε με βάση τη συμφωνία μας, αλλά και τις προτεραιότητες που κι εμείς οι ίδιοι, ως Έλληνες, έχουμε θέσει. Αλλαγές, για να σπάσουν τα δεσμά της γραφειοκρατίας, των ατέρμονων διοικητικών διαδικασιών, της αδιαφάνειας, των καθυστερήσεων στη λήψη αποφάσεων, της αδράνειας της Πολιτείας, φαινόμενα που καθήλωσαν τη χώρα μας για χρόνια. Ενδεικτικά και μόνον, αναφέρω:

• Μέσα στο 2010, θα εκτελούνται σταδιακά ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί για δημόσιους διαγωνισμούς, δημιουργώντας την πρώτη και αναγκαία συνθήκη για τη δραματική μείωση της δαπάνης δημόσιων προμηθειών, αλλά και για ταχύτητα στη διαδικασία. Βάζουμε τέλος δηλαδή στην παθογένεια, ένας μικρός αριθμός επιχειρήσεων να παίρνει αθέμιτα όλες τις κρατικές δουλειές.
• Την υποχρέωση δημοσίευσης κάθε απόφασης, κάθε βαθμίδας της Διοίκησης στο διαδίκτυο, ώστε όλοι να γνωρίζουν πού πάει και το τελευταίο ευρώ – και αυτό βέβαια αφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό και τις επενδύσεις – πού πάνε τα χρήματα από κάθε είδους επιχορηγήσεις, με ποια λογική, ποιο σκεπτικό, αν τηρήθηκε η νομιμότητα κ.λπ. Ήδη, το Υπουργείο Εσωτερικών επεξεργάζεται το νομοσχέδιο και την εφαρμογή του.
• Αξιοκρατία στις προσλήψεις και στις προαγωγές, που θα έχει ευεργετικές επιπτώσεις στη λειτουργία του Δημοσίου.
• Με την εξέταση του Πόθεν Έσχες – και πέραν των άλλων επιπτώσεων – τη δήμευση περιουσιών υπαλλήλων και πολιτικών, που βρέθηκαν με χρήματα του Δημοσίου ή με προϊόντα διαφθοράς.
• Την απλοποίηση της νομοθεσίας και της διαδικασίας για την ίδρυση και αδειοδότηση των επιχειρήσεων. Για το πρώτο, ήδη έχουμε έτοιμο το νομοσχέδιο προς κατάθεση στη Βουλή, ενώ για την αδειοδότηση θα είμαστε έτοιμοι μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Και αυτά, θα συμβάλουν σε ένα περιβάλλον που αποτρέπει τη διαφθορά και εμπεδώνει την ευνομία.
• Τη ριζική απλοποίηση των διαδικασιών για τις επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
• Τον «Καλλικράτη», μια τεράστια αλλαγή στη Δημόσια Διοίκηση, στη διοικητική δομή της χώρας, που και θα εξοικονομήσει τεράστια ποσά, αλλά και θα χτυπήσει τη διαφθορά και τη γραφειοκρατία, που γνωρίζουμε ότι υπάρχει σε ένα μεγάλο μέρος και της Αυτοδιοίκησης. Επιπλέον, θα συμβάλλει ώστε να είναι και η Αυτοδιοίκηση πιο φιλική προς τις επενδυτικές και επιχειρηματικές προσπάθειες.
• Τη διαμόρφωση ενός νέου θεσμικού περιβάλλοντος για τις εργασιακές σχέσεις, που προστατεύει τον εργαζόμενο, δίνει τη δυνατότητα για νέες, ξεκάθαρες σχέσεις με τον εργοδότη και, παράλληλα, προάγει την ανταγωνιστικότητα και τον υγιή ανταγωνισμό.

Και αυτό, γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουμε μπροστά μας – και αυτή που θα διογκωθεί δυστυχώς, πριν λυθεί – είναι η ανάγκη να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας. Ειδικά για τους νέους. Το κράτος στέρεψε από προσλήψεις, δεν μπορούμε, ούτε πρέπει να υποσχόμαστε ότι το κράτος θα είναι ο βασικός εργοδότης στη χώρα μας.

Το Ελληνικό Δημόσιο έχει ήδη ανακοινώσει ότι, για φέτος, οι προσλήψεις αναστέλλονται και, από του χρόνου, θα προσλαμβάνει μόνο έναν εργαζόμενο, για κάθε πέντε που συνταξιοδοτούνται, ώστε να μειωθεί το κόστος τού μέχρι σήμερα υπερτροφικού δημόσιου τομέα.

Αυτό σημαίνει ότι όλο και λιγότεροι συμπολίτες μας θα μπορούν να βρουν δουλειά στο κράτος και αυτό – σε μια κοινωνία, η οποία είχε μάθει αλλιώς – είναι μια πολύ δύσκολη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα, που μπορεί σε αυτές τις συνθήκες να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις.

Κάθε μέρα που περνάει, νέοι μπαίνουν στο χώρο εργασίας. Όπως και απολυμένοι. Και κάθε μέρα που περνάει, μειώνονται οι δουλειές στο Δημόσιο.

Αν δεν υπάρξει ένας υγιής ιδιωτικός τομέας, και υπογραμμίζω βέβαια την λέξη «υγιής», όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας απλά δεν θα βρίσκουν δουλειά.

Ως πολιτικός, ως σοσιαλιστής πολιτικός, αλλά και ως πατέρας, όπως και ως πολίτης μιας κοινωνίας, της Ελλάδας, που πιστεύω βαθιά στις δυνατότητές της, σας διαβεβαιώνω ότι τίποτα δεν με προσβάλει περισσότερο από έναν νέο με ιδέες και όρεξη, που να μην μπορεί να βρει δουλειά. Ή να μην μπορεί να ασκήσει την επιχειρηματικότητά του, με δική του πρωτοβουλία.

Μόνο μαζί μπορούμε να ξαναδώσουμε αυτή την ελπίδα στους νέους. Μόνο μαζί μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες θέσεις εργασίας. Είτε κάνοντας επενδύσεις, ο καθένας με την εταιρεία του, είτε και από κοινού, είτε ανοίγοντας το δρόμο στη νέα επιχειρηματικότητα, είτε με επενδύσεις από το εξωτερικό, πρέπει σήμερα να βάλουμε τα δυνατά μας, ώστε με κάθε τρόπο να φέρουμε δουλειές στην πατρίδα μας.

Και είναι δουλειά δική σας, και δική μας. Όπως είναι και δουλειά της Κυβέρνησης, να επιδιώξει και τις ξένες επενδύσεις, από πολλές χώρες και επιχειρήσεις του εξωτερικού.

Προσωπικά, και ως Κυβέρνηση συνολικά, ήδη κάνουμε μια εργώδη προσπάθεια για συνεργασίες και επενδύσεις στην Ελλάδα. Θα είναι βασικός μας στόχος τα επόμενα χρόνια, αλλά και τους επόμενους μήνες, διαμορφώνοντας βέβαια το περιβάλλον, ώστε όταν έρθουν να επενδύσουν, να θέλουν και να μείνουν.

Ήδη, έχουμε κινητοποιήσει ένα σημαντικό αριθμό Ελλήνων της Διασποράς, και στις Ηνωμένες Πολιτείες, και αλλού, και την επόμενη εβδομάδα θα βρίσκονται εδώ, σε μια πρώτη επαφή για παρόμοιες επενδύσεις.

Ήδη, έχουμε έρθει σε επαφή με αρκετές αραβικές κυβερνήσεις, όπως του Άμπου Ντάμπι, του Κατάρ, της Λιβύης, αλλά και άλλων χωρών, όπως οι λεγόμενες «BRICs» – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα. Και μεθαύριο, θα έρθει στην Αθήνα ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο κ. Ερντογάν, με ένα σημαντικό αριθμό επιχειρηματιών – και ευχαριστώ και τον ΣΕΒ, που θα φιλοξενήσει μια συνάντηση μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων επιχειρηματιών – θα είναι περίπου 100 επιχειρηματίες, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κοινοπραξίες και συνεργασίες.

Αυτό βεβαίως δεν είναι μόνο ένα ζήτημα που αφορά στις οικονομίες μας, αλλά σίγουρα είναι και μια πράξη που εμπεδώνει τη σταθερότητα και – ελπίζει κανείς – και την ειρήνη στην περιοχή.

Και βέβαια, ακριβώς για να προστατεύσουμε τους νέους από την ανεργία, ακριβώς για να δώσουμε κίνητρα στις επιχειρήσεις για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, θεσπίσαμε, όπως είχαμε πει και προεκλογικά, τα προγράμματα επιδότησης ασφαλιστικών εισφορών εργοδοτών – εργαζομένων.

Μία ρύθμιση που, μαζί με την πρόβλεψη του νέου φορολογικού νόμου, για χαμηλότερη φορολόγηση των κερδών των επιχειρήσεων που επανεπενδύονται, θα δημιουργήσει σοβαρά κίνητρα για όλους σας, για όλες τις υγιείς επιχειρήσεις, ώστε να κάνουν άνοιγμα στην καινοτομία, σε ξένες αγορές, στην αναβάθμιση των προϊόντων και των υπηρεσιών τους και, κυρίως, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Βέβαια, δεν αρκεί μόνο αυτή η επιδότηση για να συμβάλουμε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και στην αντιμετώπιση της ανεργίας. Έχουμε να κάνουμε μεγάλες τομές ακόμα στο χώρο της παιδείας και της κατάρτισης, ώστε να ανταποκρίνεται πραγματικά η παιδεία στις ανάγκες της κοινωνίας και του πολιτισμού μας ευρύτερα, αλλά και στις οικονομικές ανάγκες για την ανάπτυξη της χώρας, ειδικότερα.

Επίσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λύσαμε όλα τα χρόνια προβλήματα, ήδη έχουμε προχωρήσει σε μία σειρά από ενέργειες, που είναι ενδεικτικές της αποφασιστικότητάς μας. Αυτά που είπαμε δηλαδή, τα κάνουμε. Και έτσι θα συνεχίσουμε.
Ήδη, λοιπόν, μέχρι σήμερα:

• Ξεμπλοκάραμε μεγάλες επενδύσεις άνω των 2 δισ. Ευρώ, που είχαν κολλήσει για πάνω από δύο χρόνια.
• Ανακοινώθηκαν ήδη μεγάλες συμφωνίες με ξένους επενδυτές για το Ναυπηγείο Σκαραμαγκά και για τον Αστακό και βρίσκονται στα σκαριά πολλές ακόμα.
• Ξεμπλοκάραμε ήδη το ήμισυ των οφειλών προς ιδιώτες από τον προηγούμενο επενδυτικό νόμο, πληρώνοντας οφειλές άνω των 450 εκ. ευρώ μέσα σε πέντε μήνες.
• Παραλάβαμε το λιμάνι του Πειραιά σε γενική απεργία, με όλα τα θέματα ανοικτά. Σήμερα, επικρατεί εργασιακή ειρήνη, με δύο παρόχους, τον ΟΛΠ και την COSCO – ΣΕΠ να αναπτύσσουν τις υπηρεσίες τους, και τον ΟΛΠ να προωθεί ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα, της τάξης του 1 δισ. ευρώ μέχρι το 2014.
• Ολοκληρώνουμε τις μεγάλες θεσμικές αλλαγές για τον θαλάσσιο τουρισμό, ώστε η Ελλάδα να γίνει τόπος έλξης υπηρεσιών και, με την οριστική άρση του καμποτάζ, τα λιμάνια της χώρας μας να γίνουν διεθνείς κόμβοι θαλάσσιας κρουαζιέρας.
Και εδώ, χρειάζεται η συνεργασία με τις επιχειρήσεις. Πολλές φορές, δείχνουμε το δάχτυλο στους συνδικαλιστές για το πρόβλημα του καμποτάζ, όμως υπάρχουν και επιχειρηματίες που δεν θα ήθελαν να ανοίξουν οι αγορές και που κρύβονται πίσω από συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις. Γι’ αυτό, πιστεύω ότι χρειάζεται η συνεργασία όλων σε αυτή την προσπάθεια να αλλάξουμε τη χώρα μας.
Διπλασιάσαμε μέσα σε έξι μήνες την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων και, με το νέο νόμο που ψηφίσαμε, απλοποιήσαμε δραστικά όλες τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, που είχαν καθηλώσει το ΕΣΠΑ.
Είναι μόνο η αρχή. Γνωρίζω ότι, μπροστά μας, έχουμε έναν αγώνα να δώσουμε, όλοι μας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, προωθούμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τις αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη της χώρας, τόσο με γενικής εφαρμογής νέες ρυθμίσεις, όσο και με στοχευμένες ενέργειες, ώστε να στρέψουμε την οικονομία της χώρας μας εκεί όπου πραγματικά έχει μέλλον, π.χ. στον τουρισμό, στις ΑΠΕ, στα ποιοτικά και υψηλής αξίας τρόφιμα.
• Προχωρούν άμεσα οι αλλαγές, τόσο στο νόμο «Γρήγορης Αδειοδότησης», το λεγόμενο «Fast Track», ελαχιστοποιώντας τον απαιτούμενο χρόνο για την αδειοδότηση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων, όσο και στην αναβάθμιση των βιομηχανικών υπηρεσιών.
• Επίσης, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ψηφίζεται ο νέος Αναπτυξιακός Νόμος. Δεν είναι ποτέ αυτός ο νόμος πανάκεια, αλλά θα υπηρετεί την απαραίτητη αναμόρφωση στο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας, δίνοντας κίνητρα σε επενδυτικά σχέδια υψηλού αναπτυξιακού αποτελέσματος και προστιθέμενης αξίας, και ενισχύοντας επενδύσεις σε όλους τους τομείς που προάγουν την καινοτομία, την εξωστρέφεια, τις οριζόντιες και κάθετες συνεργασίες μεταξύ των επιχειρήσεων, την πράσινη επιχειρηματικότητα, τις παραγωγικές αναδιαρθρώσεις, τον τεχνολογικό μετασχηματισμό.

Επενδύσεις, που συμβάλλουν στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και δημιουργούν συνέργειες μεταξύ τομέων της οικονομίας.

Ειδικότερα, τώρα, όσον αφορά το σκέλος των δημοσίων επενδύσεων και το ΕΣΠΑ, μόνο για το 2010, 9,2 δισ. ευρώ θα διοχετευθούν στην οικονομία.

Ολοκληρώνουμε επίσης, πριν το καλοκαίρι, τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τη χρηματοδότηση 2 δισ. ευρώ, με ευνοϊκούς όρους, του εθνικού σκέλους του ΕΣΠΑ.

Βασικός στόχος είναι η ανάπτυξη και η προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελούν την πλειοψηφία, τη ραχοκοκαλιά – αν και ακούω ότι δεν είναι πάντα αυτός ο όρος δόκιμος για τον ΣΕΒ – της ελληνικής οικονομίας και θα τις στηρίξουμε με κάθε δυνατό τρόπο. Είτε αξιοποιώντας το ΕΣΠΑ, είτε ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως αυτά που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Υλοποιούνται δύο προγράμματα στήριξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και έξι προγράμματα ειδικά για τη νεανική και γυναικεία επιχειρηματικότητα, για την πράσινη επιχειρηματικότητα στη μεταποίηση, για αναδιαρθρώσεις στον κλάδο ενδύματος και υποδήματος και για την στήριξη των ελεύθερων επαγγελματιών.

Το ΤΕΜΠΜΕ προσφέρει ήδη δύο νέα, πολύ σημαντικά προγράμματα, προϋπολογισμού 2 δις ευρώ, σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, για την αποπληρωμή οφειλών προς Ασφαλιστικά Ταμεία, εφορία και προμηθευτές. Σχεδιάζονται νέα επενδυτικά προγράμματα για βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε τομείς της νέας οικονομίας.

Για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, προχωρούμε στη σύσταση Ελληνικού Αναπτυξιακού Ταμείου, το οποίο, ως χρηματοδοτικό εργαλείο, θα λειτουργήσει καταλυτικά για μεγάλες επενδύσεις, εστιάζοντας σε σημαντικούς τομείς, όπως: πράσινη ενέργεια, βιοτεχνολογία, ψηφιακή τεχνολογία και μεγάλα έργα υποδομής.

Εντάσσουμε, επίσης, τις ΣΔΙΤ – Συνεργασίες Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα – στο συνολικό στρατηγικό αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας μας, ενεργοποιώντας έργα σε τομείς προτεραιότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ήδη, σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια έχουν δηλώσει σημαντικό ενδιαφέρον συμμετοχής σε ελληνικά έργα ΣΔΙΤ.

Κυρίες και κύριοι, θα ήθελα, τέλος, να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στο κομμάτι της πράσινης ανάπτυξης και στο περιβάλλον. Κατ’ αρχάς, μια σημαντική αναπτυξιακή πρόκληση για τη χώρα είναι η σύγχρονη και ολοκληρωμένη διαχείριση των απορριμμάτων. Γι’ αυτό και προχωράμε σε σημαντικές επενδύσεις διαχείρισης και αξιοποίησης των αποβλήτων.

Παρά τις δυσκολίες της κρίσης, είμαστε αποφασισμένοι να διαθέσουμε τουλάχιστον 500 εκ. ευρώ από το ΕΣΠΑ, για να αλλάξει η τριτοκοσμική εικόνα της χώρας μας σε ό,τι αφορά τα σκουπίδια και να επιδιώξουμε να μην υπάρξει νέα οικονομική αιμορραγία για την κοινωνία μας, με τη μορφή προστίμων, για την παραβίαση της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Πρόκειται για ένα πεδίο, στο οποίο απαιτείται η ευρύτατη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Όχι μόνο για οικονομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους. Αλλά γιατί είναι ένα οικονομικό πεδίο, που μπορεί να προωθήσει τη δημιουργικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και την τεχνογνωσία υψηλής ποιότητας, καθώς απαιτεί και ευελιξία στη διαχείριση κινδύνων, που μπορεί να εγγυηθεί η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Στην ίδια λογική κινούμαστε και στον τομέα της παραγωγής ενέργειας. Ο εθνικός δεσμευτικός στόχος για το 2020 είναι 20% για τη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, στην κάλυψη της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από τη χώρα μας.

Ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής εμφανίζεται σήμερα ως ο πλέον έτοιμος να δοκιμάσει μια μεγάλη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Η ωρίμανση αρκετών τεχνολογιών ΑΠΕ – αιολικά, φωτοβολταϊκά, υδροηλεκτρικά, ηλεκτροπαραγωγή από γεωθερμία, εφαρμογές βιομάζας για ηλεκτροπαραγωγή – με διαφορετικά χαρακτηριστικά και ποικιλία εφαρμογών, δίνουν αυτή τη νέα δυνατότητα για επενδύσεις και κερδοφορία. Επίσης, το θέμα της ανάπτυξης των δικτύων είναι προτεραιότητα για μας και σε αυτό δουλεύουμε συστηματικά.

Προχωράμε στη διασύνδεση του Πολυποτάμου – Νέας Μάκρης και των Κυκλάδων. Η διασύνδεση των νησιών αποτελεί εθνική προτεραιότητα και με πολλαπλά οφέλη.

Το μεγάλο στοίχημα βέβαια είναι πώς θα χρηματοδοτήσουμε αυτά τα έργα. Γι’ αυτό και δίνουμε τη δυνατότητα και τα κίνητρα σε ιδιώτες επενδυτές να τα υλοποιήσουν.

Γνωρίζω, επίσης, ότι υπάρχουν σημαντικά παράπονα από τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, για τις σημαντικές καθυστερήσεις στη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

Το περιβάλλον είναι ένας ζωτικός πόρος για την ανάπτυξη της χώρας μας, όχι μόνο για την ποιότητα της ζωής μας, αλλά και ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για την οικονομία μας. Αυτό, όμως, δεν δικαιολογεί τις καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης.

Γι’ αυτό και θα αξιολογήσουμε, μαζί με το ΣτΕ, τα θέματα που μπορεί να συμβάλουν στην επιτάχυνση των διαδικασιών, όπως ο περιορισμός των αναγκαίων υπογραφών, ή η αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων στη διαδικασία γνωμοδότησης, χωρίς πρόσθετη αναμονή από την αρμόδια Αρχή.

Παράλληλα, θα φροντίσουμε για τη διαφάνεια της διαδικασίας, δημιουργώντας σύστημα στο διαδίκτυο, όπου θα φαίνεται με ημερομηνίες η πορεία περιβαλλοντικής αδειοδότησης κάθε επένδυσης, καθώς επίσης και οι περιβαλλοντικοί όροι που εκδίδονται.

Κυρίες και κύριοι, σε μία περίοδο για τη χώρα μας, όπως η σημερινή, όλοι μας οφείλουμε, από τη θέση που υπηρετούμε, να δουλέψουμε όσο γίνεται πιο σκληρά και πιο δημιουργικά, για να βγούμε από την κρίση και να χτίσουμε μια Ελλάδα πολύ καλύτερη.

Η Κυβέρνηση θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι της. Γι’ αυτό, να είσαστε βέβαιοι. Θα προχωρήσουμε μέσα σε λίγους μήνες σε ανατροπές, που δεν έγιναν στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Προσωπικά, σας εγγυώμαι ότι θα δουλέψω με όλες μου τις δυνάμεις, για να δημιουργήσουμε μια δυνατή και βιώσιμη οικονομία.

Ζητώ και από εσάς να κάνετε το ίδιο, αυτή την κρίσιμη και ιστορική στιγμή. Οι ελληνικές επιχειρήσεις αποτελούν ένα από τα πιο δημιουργικά κομμάτια της οικονομίας μας. Γι’ αυτό και σας ζητώ να συνταχθείτε μαζί μας σ’ αυτή την εθνική προσπάθεια.

Να αφήσουμε μια και καλή πίσω μας την Ελλάδα της υπανάπτυξης και της οικονομικής αστάθειας. Να δημιουργήσουμε την Ελλάδα της ανάπτυξης, της δικαιοσύνης, της προοπτικής, μια Ελλάδα για την οποία θα είμαστε όλοι περήφανοι. Και τελικά, το ελληνικό πρόβλημα να το μεταμορφώσουμε – και θα το μεταμορφώσουμε μαζί – ώστε να γίνει το ελληνικό θαύμα.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε επίσης