Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

“Η πανδημία του κορονοϊού ανέδειξε την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ανάγκη συνεργασίας” | συνέντευξη Xinhua 21.05.2020

Σχετικά με τη Γαλλογερμανική πρόταση για κοινή ευρωπαϊκή ανάληψη χρέους | 18.05.2020

Για την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ομοφοβίας, Αμφιφοβίας και Τρανσφοβίας | 17.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Απάντηση του Πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου σε επίκαιρη ερώτηση του ΛΑΟΣ για τα ελληνοτουρκικά

Ομιλία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου, στην Επίκαιρη Ερώτηση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, Γεωργίου Καρατζαφέρη – (Ελληνοτουρκικά)

«Κυρίες και κύριοι,

Ευχαριστώ τον κ. Καρατζαφέρη για την επίκαιρη ερώτηση, γιατί μου δίνει πράγματι την ευκαιρία να απαντήσω στις διάφορες φημολογίες, ακόμη και σε προτάσεις που κατά καιρούς ακούγονται. Μάλιστα, αυτές οι προτάσεις γύρω από το Αιγαίο ακούγονται εδώ και 20 – διορθώστε με, αν κάνω λάθος – ίσως και 30 χρόνια. Παλαιότερα, μάλιστα, με ιδιαίτερη ένταση. Συνήθως, κ. Καρατζαφέρη, αυτές οι προτάσεις προέρχονται από την ίδια την Τουρκία. Η τουρκική πλευρά, άλλοτε καλόπιστα, άλλοτε όχι, έχει ως προφανή στόχο να δημιουργήσει επικοινωνιακά την αίσθηση μιας θετικής βούλησης για συνεργασία. Και εμείς, πολλές φορές – λαϊκώς – «τσιμπάμε».

Γι’ αυτό, θα ήθελα να είμαι πολύ ξεκάθαρος. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει, κ. Καρατζαφέρη, τέτοια συνεργασία και για τους εξής λόγους: πρώτα απ’ όλα, υπάρχει, παραμένει, υποβόσκουσα έστω, η απειλή περί «casus belli».

Δεύτερον, άλλοτε με μεγαλύτερη, άλλοτε με μικρότερη ένταση, υπάρχει η αμφισβήτηση κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, κάτι που ζουν βεβαίως οι πιλότοι μας και τα νησιά μας, με τις παραβιάσεις που κάνει η Τουρκία με τις υπερπτήσεις.

Τρίτον, η Τουρκία δεν έχει ακόμη αναγνωρίσει το Οικουμενικό Δίκαιο της Θάλασσας.

Τέταρτον, τα παραπάνω σχετίζονται, βέβαια, με το ζήτημα που είναι προς επίλυση, δηλαδή το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Ζητούμενο είναι αυτό να λυθεί και να λυθεί στη βάση του αυτονόητου. Δηλαδή, χωρίς απειλές, χωρίς αμφισβητήσεις, σεβόμενοι το Διεθνές Δίκαιο, ιδιαίτερα το Δίκαιο της Θάλασσας και, βεβαίως, και όσα κυριαρχικά δικαιώματα απορρέουν από αυτό το Δίκαιο της Θάλασσας.

Οι δικές μας θέσεις βασίζονται στο Οικουμενικό Δίκαιο της Θάλασσας. Είναι θέσεις ισχυρές, τις οποίες βεβαίως και υπερασπιζόμαστε, με αυτοπεποίθηση. Σήμερα, η προσπάθεια είναι ακριβώς η διερεύνηση των δυνατοτήτων επίλυσης του ζητήματος της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, με καμία μυστικότητα, με απόλυτη διαφάνεια, μέσω των διερευνητικών επαφών, που βεβαίως συνεχίζονται με εντατικό ρυθμό. Και βέβαια, σε αυτές τις διερευνητικές συζητήσεις δεν τίθεται, ούτε έχει τεθεί το θέμα της συνεκμετάλλευσης.

Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή και σαφής. Πρώτα απ’ όλα, κάνουμε σοβαρές προσπάθειες για την επανενεργοποίηση της διαδικασίας βελτίωσης και εξομάλυνσης των σχέσεών μας με την Τουρκία, κάτι που ουσιαστικά είχε εγκαταλειφθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτό γίνεται με την εμβάθυνση της διμερούς συνεργασίας, την εξομάλυνση των σημείων τριβής και την οικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης, καθώς και με τη μείωση της έντασης που οφείλεται στη συμπεριφορά της Τουρκίας.

Δεύτερον, μόνιμος στόχος, όπως είπα, είναι η διευθέτηση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το Δικαστήριο της Χάγης. Και τρίτον, η προώθηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, πάντα όμως με παράλληλη εκπλήρωση των ενταξιακών της υποχρεώσεων, με έμφαση σε εκείνες που αφορούν άμεσα στη χώρα μας και, βεβαίως, στη λεγόμενη καλή γειτονία με τα κράτη – μέλη, το οποίο αφορά μεταξύ άλλων και στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Επαναλαμβάνω, η θέση μας, η θέση της Ελλάδας είναι σταθερή, αταλάντευτη: ειρηνική επίλυση, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και δη του Δικαίου της Θάλασσας, σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα. Με αυτό το γνώμονα κινούμαστε παντού.

Από εκεί και πέρα, επειδή αυτά είναι προφανή και αυτονόητα, είναι πολύ εύκολο να γίνεται μια προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης, στην οποία δεν χρειάζεται να πέφτουμε και εμείς, διότι βεβαίως αυτή η επικοινωνιακή εκμετάλλευση γίνεται ιδιαίτερα από την άλλη πλευρά, από την Τουρκία.»

Δευτερολογία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου, στην Επίκαιρη Ερώτηση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, Γεωργίου Καρατζαφέρη – (Ελληνοτουρκικά)

«Κύριε Καρατζαφέρη, θέσατε αρκετά θέματα. Πρώτα απ’ όλα, θα μπορούσα κι εγώ να σας απαριθμήσω πολύ περισσότερα αρνητικά, σε ό,τι αφορά τη γείτονα χώρα. Και θα είχα μάλιστα το δίκιο με το μέρος μου, με το μέρος μας, αν θέλετε, στο να αναφέρει η Ελλάδα όλα αυτά τα θέματα.

Το ερώτημα σε αυτό που θέσατε, όμως, είναι «ωραία, τι σημαίνει αυτό για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας». Ακριβώς λόγω αυτών των θεμάτων, εμείς πήραμε μια σημαντική απόφαση το 1999, λέγοντας κάτι πολύ απλό: ναι, στην ενταξιακή πορεία, αλλά αυτός ο οδικός χάρτης, που είναι η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει και πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Πιστεύω, όμως, επειδή το θέσατε, ότι πράγματι ήρθε η στιγμή να κάνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια ειλικρινή συζήτηση γύρω από αυτό το ζήτημα, βεβαίως, και μαζί με την Τουρκία. Αν ανατρέξω στην εμπειρία της περιόδου 1999 – 2004, που θυμάμαι καλά ως Υπουργός Εξωτερικών, γιατί πριν από εκείνη την περίοδο είχαμε πολλές δυσκολίες, αλλά καμία πρόοδο, ήμασταν εμείς συνεχώς οι δακτυλοδεικτούμενοι, όχι μόνο στις ελληνοτουρκικές, αλλά και στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Αποφασίσαμε να αξιοποιήσουμε τότε την πολιτική βούληση ένθεν και ένθεν, Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και να μιλήσουμε ανοιχτά μαζί της.

Με ειλικρινή πρωτοβουλία, αποτυπώθηκε και στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι το 1999, μια διαδικασία εταιρικής σχέσης, που συνέβαλε στην κινητικότητα των δικών μας θέσεων, αλλά ακόμη περισσότερο στην αποτύπωση των υποχρεώσεων της Τουρκίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης – όσων και εσείς αναφέρατε, ή σχεδόν όσων αναφέρατε – για πρώτη φορά.

Δεν ήταν πια απλώς θέματα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ή Κύπρου και Τουρκίας, αλλά είχαν πλέον ισχυρή ευρωπαϊκή διάσταση. Πιστεύω ότι ακριβώς αυτή η προσπάθεια που κάναμε συνέβαλε, όχι μόνο σε συνέργιες στην οικονομία, στον χώρο του περιβάλλοντος ή σε άλλους τομείς, της ενέργειας κ.λπ., αλλά ακόμη και μεταξύ των δύο λαών και των πολιτών μας, κάτι που είναι μια παρακαταθήκη, η οποία υπάρχει και σήμερα. Και σήμερα, παίρνουμε ακόμη και πρωτοβουλίες από κοινού, όπως είναι η πρόσφατη Πρωτοβουλία για την Κλιματική Αλλαγή στη Μεσόγειο.

Θεωρώ όμως ότι η σημερινή κατάσταση, όπου υπάρχει ένας προβληματισμός στην Τουρκία, ένας παράλληλος προβληματισμός στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε κράτη – μέλη, για το μέλλον της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή η κατάσταση δεν βοηθά ούτε την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε την Τουρκία, αλλά βεβαίως ούτε την Ελλάδα και την Κύπρο.

Γι’ αυτό, θέλω να προτείνω να γίνει μια ανοιχτή κουβέντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το θέμα της Τουρκίας. Η δική μας θέση παραμένει, ότι θα πρέπει να πούμε στην Τουρκία, «μπορείς βεβαίως να έχεις προοπτική να γίνεις μέλος, αρκεί επιτέλους, όμως, πέντε πράγματα πολύ συγκεκριμένα, γνωστά, που είναι αποτυπωμένα πια στον οδικό χάρτη για την Τουρκία, να γίνουν πράξη». Αυτή η συζήτηση, βεβαίως, γίνεται και σε άλλες χώρες – ξέρω ότι γίνεται στη Γερμανία, αλλά και αλλού – όμως, εμείς, νομίζω ότι πρέπει να φέρουμε αυτή τη συζήτηση σε ένα επίσημο πια επίπεδο, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θέλω να τονίσω το εξής: πίστη μου είναι ότι, μια τέτοια ουσιαστική διαδικασία, θα μιλάει για μια Τουρκία στο μέλλον, βεβαίως, πολύ διαφορετική. Μια Τουρκία, που θα είναι ευρωπαϊκή, θα σέβεται και θα υιοθετεί το Διεθνές Δίκαιο, θα θέλει και θα τηρεί τις αρχές της καλής γειτονίας, θα θέλει και θα προστατεύει την θρησκευτική ελευθερία όλων των πολιτών της – αναφερθήκατε και στην ελληνική μειονότητα – θα θέλει και θα σέβεται τα δικαιώματα όλων των μειονοτήτων, που διαβιούν στην επικράτειά της.

Αυτή είναι η ξεκάθαρη θέση της Ελληνικής Κυβέρνησης, με ιδιαίτερη ισχύ. Θα πρέπει, όπως είπα, να πάρουμε εμείς αυτή την πρωτοβουλία και να φέρουμε το θέμα για επίσημη πια διαβούλευση και συζήτηση στα ευρωπαϊκά όργανα.

Επίσης, πιστεύω ότι η Τουρκική Κυβέρνηση, που θα προκύψει από τις εκλογές του Ιουνίου, θα έχει να πάρει σημαντικές αποφάσεις, ξεκαθαρίζοντας και τη δική της πορεία σε όλα αυτά τα θέματα, κ. Καρατζαφέρη.

Κλείνω με το θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Να ξεκαθαρίσω κι εδώ μερικά πράγματα. Είπαμε ότι, πολιτική και συστηματική μας επιδίωξη είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με όλες τις γειτονικές χώρες. Γι’ αυτό, προχωρήσαμε στη σύναψη σχετικής συμφωνίας με την Αλβανία, η κύρωση της οποίας δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, με ευθύνη της χώρας αυτής, λόγω παρεμβολής της εσωτερικής δικαστικής διαδικασίας. Υπογραμμίζω ότι η συμφωνία αυτή είναι εξαιρετικά επωφελής και για τις δύο χώρες και ελπίζω ότι η Αλβανία θα διευθετήσει το ανακύψαν ζήτημα στο σύντομο μέλλον.

Για τους ίδιους λόγους, κάναμε διαπραγματεύσεις με την Λιβύη και με την Αίγυπτο, διαπραγματεύσεις βέβαια δύσκολες, τεχνικές, που όμως συνεχίζονται.

Επαναλαμβάνω: θέλουμε οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με όλους τους γείτονές μας και αυτό φυσικά περιλαμβάνει και την Τουρκία, όπως και την Κυπριακή Δημοκρατία. Το Δίκαιο της Θάλασσας εξελίσσεται και, προφανώς, και εμείς, από την πλευρά μας, λαμβάνουμε υπόψη αυτές τις εξελίξεις.

Επειδή όμως γράφονται πολλά ανακριβή ως προς την ΑΟΖ, ας είναι και κάτι άλλο ξεκάθαρο. Η ΑΟΖ δεν είναι κάποιο μαγικό χαρτί, με υπερφυσικές ιδιότητες, που λύνει όλα τα προβλήματα. Θέλω να συμπληρώσω εδώ ότι, πράγματι, το θέμα της εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων, πιθανών πόρων που έχουμε στην περιοχή μας, στο Αιγαίο, το Ιόνιο, αλλά και νότια της Κρήτης, είναι ένα αντικείμενο που εξετάζει το αρμόδιο Υπουργείο. Και μάλιστα, έχουμε αποφασίσει να επικαιροποιήσουμε το νόμο που υπήρχε παλαιότερα, διότι υπάρχουν βεβαίως και πρόσφατες εξελίξεις, όχι μόνο στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά και στις έρευνες που γίνονται, προκειμένου να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στις απαραίτητες ενέργειες για την αξιοποίηση αυτών των πόρων.

Με αυτά, κ. Καρατζαφέρη, και πάλι σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να διευκρινίσω τις θέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης, μέσα σε αυτή την προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης. Και να τονίσω ότι, όλα τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, μπορούμε να τα ασκήσουμε σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, όπως και αυτά που αφορούν στην επέκταση των χωρικών υδάτων.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Διαβάστε επίσης