Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ομιλία στη συζήτηση του νομοσχέδιου του υπουργείου Παιδείας | 10.06.2020

Απότοκα Καραντίνας – Νέα πραγματικότητα: οπισθοδρόμηση ή αλλαγή | 04.06.2020

Mε αφορμή την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης | 30.05.2020

Το μέλλον της εργασίας – Πρωτομαγιά 2020 | 01.05.2020

Για την ορκωμοσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας | 13.03.2020

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

 

Απάντηση του Πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου, σε επίκαιρη ερώτηση του ΛΑΟΣ

Αγαπητοί συνάδελφοι, θα ήθελα πριν ξεκινήσω, με αφορμή τον ένα χρόνο που συμπληρώθηκε χθες από την τραγωδία στο υποκατάστημα της Τράπεζας MARFIN στην οδό Σταδίου, να πω δυο λόγια.

Πριν από ένα χρόνο, χάθηκαν εντελώς άδικα τρεις νέοι άνθρωποι: η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η Παρασκευή Ζούλια και ο Νώντας Τσακάλης. Δηλώνω και πάλι την αμέριστη συμπαράστασή μου στις οικογένειες και τους κοντινούς ανθρώπους των παιδιών αυτών, εκ μέρους της Κυβέρνησης και εμού προσωπικά.

Αυτή τη μέρα της αγριότητας δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Και είναι βέβαια θετικό το γεγονός ότι οι έρευνες για τον εντοπισμό των ενόχων φαίνεται να ολοκληρώνονται, αν και όλοι γνωρίζουμε καλά ότι, όσες έρευνες κι αν γίνουν, όσοι ένοχοι κι αν καταδικαστούν, ο πόνος αυτός δεν θα μειωθεί για τις οικογένειες.

Η 5η Μαΐου του 2010 θα μας υπενθυμίζει πάντα την ανάγκη για τον επαναπροσδιορισμό πολλών πραγμάτων στην κοινωνία μας. Πώς βάζουμε τέλος στη βία και στην πολιτική ανευθυνότητα. Πώς δίνουμε αξία στο διάλογο και μαθαίνουμε στα παιδιά μας ξανά τη δύναμη της πειθούς.

Κύριε Καρατζαφέρη, κρίση έχει η χώρα, όχι η Κυβέρνηση. Θέλω κατ’ αρχάς να επισημάνω ότι, σωστά εντάσσετε με την ερώτησή σας το θέμα της περαιτέρω αποκρατικοποίησης της ΔΕΗ σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο – έτσι το καταλαβαίνω.

Με ρωτάτε αν αυτή η επιλογή μας είναι η πιο πρόσφορη αντιμετώπιση του συγκεκριμένου στρατηγικού πυλώνα του κράτους και της οικονομίας. Και σας απαντώ: ναι, η ΔΕΗ δεν είναι μια απλή εταιρεία, όπου έτυχε εδώ και χρόνια το Δημόσιο να κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της. Είναι από μόνη της ένας αναπτυξιακός πυλώνας της οικονομίας.

Για τη δική μας Κυβέρνηση, η διαχείριση του θέματος εντάσσεται σ’ έναν ευρύτερο σχεδιασμό για την αλλαγή του αναπτυξιακού μας προτύπου. Συνδέεται ακόμα και με τη στροφή που κάνουμε σε μια διαφορετική, βιώσιμη ενεργειακή πολιτική. Όταν ως Αντιπολίτευση είχαμε θέσει, και έγκαιρα, το ζήτημα της ανανεώσιμης ενέργειας, της πράσινης ανάπτυξης, αντιμετωπίστηκε με χλευασμό.

Μετά τις εξελίξεις στην Ιαπωνία, επιβεβαιώνεται με δραματικό τρόπο η ανάγκη να μεταβούμε σε μια άλλη ενεργειακή πολιτική. Η πυρηνική ενέργεια αμφισβητείται πια σοβαρά και δικαίως. Και επιβεβαιώνουμε, αγαπητοί συνάδελφοι, την απόφασή μας όχι μόνο να μην προχωρήσουμε στην ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας στη χώρα μας, αλλά και να δώσουμε αγώνα για τον έλεγχο όσων σταθμών υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή.

Θέση μας είναι η μη εξάπλωση αυτής της μορφής ενέργειας στη γειτονιά μας, όπως π.χ. και στην Τουρκία, για το καλό όχι μόνο της γειτονιάς μας και των δικών μας πολιτών, αλλά και των ίδιων των πολιτών της Τουρκίας.

Από την άλλη, η ενέργεια που βασίζεται στους υδρογονάνθρακες θεωρείται όλο και περισσότερο, λόγω της κλιματικής αλλαγής, απειλή για την επιβίωση του πολιτισμού μας, όπως τον γνωρίζουμε. Η Ελλάδα, εμείς, στο χώρο της ενέργειας, διαθέτουμε μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα και, μάλιστα, στην κατεύθυνση όπου κινούνται πια όλες οι προνοητικές χώρες, δηλαδή στον τομέα της πράσινης ενέργειας.

Διαθέτουμε, το ξέρετε, σε αφθονία ανανεώσιμες πηγές, τον άνεμο, τη γεωθερμία, τον ήλιο. Για το λόγο αυτό κ. Καρατζαφέρη, υλοποιούμε βήμα-βήμα μια μεγάλη στροφή. Στόχος μας, όπως και σε άλλους τομείς, είναι να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις, για λόγους οικονομικούς, αλλά ακόμα και για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και μεγαλύτερης ανεξαρτησίας και αυτονομίας της χώρας μας. Αρκετά με τις εξαρτήσεις.

Στόχος μας, να αξιοποιήσουμε τα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα και, παράλληλα, να φέρουμε πραγματική, βιώσιμη ανάπτυξη και δουλειές για τη νέα γενιά στη χώρα μας. Γι’ αυτό και αλλάξαμε πλήρως τον ενεργειακό προσανατολισμό της χώρας μας, θέτοντας μεγάλους και φιλόδοξους στόχους για την αξιοποίηση αυτών των πλουτοπαραγωγικών πηγών μας, ως το τέλος αυτής της δεκαετίας, δηλαδή το 2020.

Συγκεκριμένα, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μας σύστημα να αυξηθεί στο 20%, με τον επιμέρους στόχο για την ηλεκτροπαραγωγή να ανέρχεται στο 40%, ενώ η συμμετοχή των βιοκαυσίμων στις μεταφορές στο 10%.

Αυτούς τους στόχους περιγράψαμε με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις ΑΠΕ, τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, και αυτό εγκρίθηκε αυτούσιο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί το Χάρτη της πορείας μας.

Το συνολικό ύψος για ιδιωτικές – κατά βάση – επενδύσεις σε αυτά τα έργα των ανανεώσιμων πηγών στη δεκαετία 2010-2020, θα αγγίξει τα 16,5 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται και οι αναγκαίες επενδύσεις σε δίκτυα και διασυνδέσεις, που εκτιμώνται σε επιπλέον 4-5 δισεκατομμύρια ευρώ. Και πολλά από αυτά θα χρηματοδοτηθούν από μεγάλα κονδύλια των ευρωομολόγων, που έχουν θεσπιστεί για τέτοια έργα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι επενδύσεις αυτές, αναμένεται να δημιουργήσουν στην πορεία τους 100.000 νέες θέσεις εργασίας. Το λέω αυτό, γιατί στη Γερμανία σήμερα, η βιομηχανία που έχει τις περισσότερες θέσεις εργασίας είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Δεν αρκεστήκαμε, όμως, σε αυτό. Πήραμε πλήθος πρωτοβουλιών, για να στηρίξουμε αυτή τη στροφή. Απλοποιήσαμε ριζικά το καθεστώς αδειοδότησης των ΑΠΕ, εφαρμόζουμε προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας, που επιτρέπουν σε κάθε νοικοκυριό να συμμετάσχει με μεγάλο όφελος στην ποιότητα ζωής του, αλλά και με σοβαρή εξοικονόμηση και σε ενέργεια και σε χρήμα για την ελληνική οικογένεια, ενώ δημιουργήσαμε και προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κλάδου ενεργειακών υπηρεσιών στη χώρα.

Ετοιμάζουμε σχέδιο νόμου για τη λειτουργία των ενεργειακών αγορών ηλεκτρισμού – φυσικού αερίου, που θα τεθεί και σε δημόσια διαβούλευση.

Προχωράμε σε κάθε βήμα που χρειάζεται για να απελευθερώσουμε σωστά την αγορά ενέργειας. Προχωράμε δηλαδή στην απελευθέρωση της αγοράς φυσικού αερίου, αλλά και στον εξορθολογισμό των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας, μαζί με το – για πρώτη φορά θεσπισμένο – κοινωνικό οικιακό τιμολόγιο, κάτι που δείχνει τη δική μας προτεραιότητα να προστατεύσουμε τον καταναλωτή. Γιατί τα τελευταία χρόνια, οι αυξήσεις είχαν επιβαρύνει τον καταναλωτή, πολλές φορές, από την κακοδιαχείριση, με επίκεντρο την πελατειακή πολιτική και όχι μια σωστή ενεργειακή πολιτική.

Εμείς θέλουμε να βάλουμε και εδώ τον πολίτη στο επίκεντρο, διότι επικρατούσαν πελατειακές, συντεχνιακές και αδιαφανείς λογικές. Σε κάθε περίπτωση, θέλουμε προϊόντα υψηλής ποιότητας, προσιτά σε όλους τους πολίτες.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, όχι μόνο δεν απεμπολούν τον κεντρικό ρόλο της Πολιτείας στον ενεργειακό σχεδιασμό και τον έλεγχο των ενεργειακών υποδομών, αλλά προχωρούν ανοίγοντας νέες δυνατότητες, όπως για παράδειγμα η αξιοποίηση του φυσικού και ορυκτού μας πλούτου.

Προωθούμε σήμερα νέες έρευνες για υδρογονάνθρακες στη χώρα μας. Η ΔΕΗ, σ’ αυτό το σχεδιασμό, παίζει και θα παίζει κεντρικό ρόλο. Πρέπει να συμβάλει στην αλλαγή πλεύσης της ενεργειακής και αναπτυξιακής μας πολιτικής.

Για το λόγο αυτό, το 17% του μετοχικού κεφαλαίου, δηλαδή από το 51% στο 34% της συμμετοχής του Δημοσίου, δεν μετριέται για μας απλά, σε στενά δημοσιονομικά μεγέθη. Δεν αμφισβητώ ότι έχει και τη δημοσιονομική του πτυχή. Πολύ σωστά είπατε, δεν είναι το πρώτο το οποίο πρέπει να κάνουμε, ούτε και πρέπει να γίνει σε μια λογική τιμής ευκαιρίας. Θα ήταν κρίμα, για να μην πω και έγκλημα, αν αυτή ήταν η μόνη μας προτεραιότητα. Αποτελεί, όμως, μια ευκαιρία, ώστε η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού να δημιουργήσει στρατηγικές συμμαχίες, να προσελκύσει μεταφορά τεχνογνωσίας, που την χρειαζόμαστε, να εξασφαλίσει νέες συμμαχίες και αγορές σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο και να αναπροσανατολίσει και να αναπτύξει τις δραστηριότητές της προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Τονίζω και πάλι: δεν πρόκειται μόνο για μια κίνηση, που απλά θα φέρει κάποια έσοδα σήμερα, χωρίς σχεδιασμό για το αύριο. Η ΔΕΗ, όπως και η ΕΥΔΑΠ, για τις οποίες με ρωτάει σήμερα και ο κ. Τσίπρας, είναι ζωτικής και στρατηγικής σημασίας.

Τι σημαίνει στρατηγικής σημασίας; Δεν απεμπολούμε τον έλεγχο. Στρατηγικής σημασίας, όμως, για ποιον; Για κάποια συντεχνία ή για τη χώρα και τους πολίτες; Το δεύτερο ισχύει, θέλω να πιστεύω για όλους μας. Και καλώ και το συνδικαλιστικό κίνημα της ΔΕΗ, να στηρίξει αυτό το πλαίσιο επιλογής, ένα πλαίσιο που αναβαθμίζει και ισχυροποιεί τη θέση της ΔΕΗ στην Ελλάδα, αλλά και στην περιφέρεια και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αν είναι έτσι, συμφωνούμε κ. Καρατζαφέρη. Αυτό πιστεύουμε εμείς. Και ακριβώς επειδή οι επιχειρήσεις αυτές είναι στρατηγικής σημασίας για τη χώρα μας, προχωράμε με προσεκτικά, διαφανή και σχεδιασμένα βήματα, ώστε να υπηρετήσουμε με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της χώρας και, βέβαια, του καταναλωτή, και για την ανάπτυξη, και για θέσεις εργασίας, και για προσέλκυση επενδύσεων, και για τη σταδιακή μας απεξάρτηση από τη ρυπογόνο ενέργεια και το πετρέλαιο.

Όπως είπα και στην πρώτη παρουσίαση του Οδικού μας Χάρτη για τη χώρα, αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το κράτος θα διατηρήσει σημαντικό και καθοριστικό μερίδιο σ’ αυτές τις επιχειρήσεις, έχοντας τον τελευταίο λόγο σε κάθε σημαντική απόφαση που λαμβάνεται.

Ωστόσο, η παρουσία επενδυτών θα διασφαλίσει ότι ούτε τα πολιτικά κόμματα, ούτε κανείς άλλος, θα διαχειρίζονται τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις πελατειακά, ως φέουδο για απονομή ρουσφετιών, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, με την πρόσληψη και διευκόλυνση «ημετέρων», «φεσώνοντας» τελικά τον Ελληνικό λαό, με κόστος καθημερινό για το νοικοκυριό του.

Αυτό θέλουμε να τελειώσει μια και καλή. Με εκσυγχρονισμό, αλλά βεβαίως και με σωστό έλεγχο και σωστό προγραμματισμό. Οι εταιρείες αυτές θα λειτουργούν και με κριτήρια, που θα τους επιτρέπουν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με τους ιδιώτες.

Από την άλλη, η ισχυρή παρουσία του Δημοσίου στη μετοχική σύνθεση της ΔΕΗ διασφαλίζει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει απεμπολή του δημόσιου ελέγχου, αλλά κι ότι θα παρέχονται δημόσιες υπηρεσίες για το καλό του πολίτη. Και αυτό θα κάνουμε.

Σας ευχαριστώ.»

Δευτερολογία του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην Επίκαιρη Ερώτηση του Προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ. Γιώργου Καρατζαφέρη

«Πρώτα απ’ όλα, κ. Καρατζαφέρη, μέσα στο Υπουργικό Συμβούλιο, όχι μόνο επιτρέπω, αλλά και απαιτώ από τους Υπουργούς, να εκφράσουν τη γνώμη τους και, βεβαίως, να διαμορφώσουν μια συνολική προσέγγιση, για να πάρουμε αποφάσεις.

Αυτή η Κυβέρνηση, όμως, μέσα από το διάλογο, έχει εγκαινιάσει ένα διαφορετικό – αν θέλετε – πολιτικό πολιτισμό, από ό,τι έχουμε συνηθίσει τουλάχιστον. Εμείς τουλάχιστον, ως Κυβέρνηση, κάνουμε και Υπουργικά Συμβούλια. Γιατί η προηγούμενη κυβέρνηση δεν έκανε καν Υπουργικά Συμβούλια. Τώρα, ποιος κυβερνούσε και πώς κυβερνούσε, το ξέρετε πολύ καλά.

Δεύτερον, μην διαβάζετε μόνο τους τίτλους στις εφημερίδες, διαβάστε και το τι λένε οι Υπουργοί. Και νομίζω ότι θα δείτε ότι, αυτά τα οποία είπατε, μάλλον δεν υπάρχουν.

Τώρα σε ό,τι αφορά το δημόσιο έλεγχο, θέλω να το τονίσω ξανά, γιατί είναι πολύ σημαντικό: δεν απεμπολείται ο δημόσιος έλεγχος. Το ξαναλέω: δεν απεμπολείται ο δημόσιος έλεγχος, σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο και τη σωστή επιχειρηματική πρακτική.

Πολύ σωστά είπατε για τον ΟΤΕ, και γι΄ αυτό υπάρχει παντού μεγάλη καχυποψία σε αυτή τη χώρα – και το καταγγείλαμε και εμείς, ως Αντιπολίτευση – ότι ο τρόπος με τον οποίο πουλήθηκε και το τίμημα για το οποίο πουλήθηκε ήταν τέτοιο που, μέσα σε λίγους μήνες, θα μπορούσε να το βγάλει ο ίδιος ο ΟΤΕ από τη λειτουργία του. Σήμερα, ουσιαστικά, ο ΟΤΕ έχει περάσει σε χέρια άλλων και, μάλιστα, ο τρόπος με τον οποίο έγινε, μας έχει πάει στα Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της αδιαφάνειας της προηγούμενης κυβέρνησης. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πού βρισκόμαστε.

Άρα, σαφώς και δεν πρόκειται να ακολουθήσουμε αυτή την τακτική. Θα γίνει με διαφάνεια και με τέτοιο τρόπο, ώστε πράγματι να υπάρξει μια σωστή τιμή, δηλαδή η καλύτερη δυνατή τιμή. Εμείς δεν βιαζόμαστε να προχωρήσουμε άρον – άρον αυτή τη στιγμή, διότι ακριβώς θέλουμε μια στρατηγική συμμαχία, μια στρατηγική επένδυση, που θα φέρει τεχνογνωσία και θα βοηθήσει τη ΔΕΗ να μπει στη νέα εποχή.

Και βεβαίως, θα πρέπει να είναι τέτοια αυτή η συνεργασία ώστε, όπως πολύ σωστά είπατε, να ελεγχθεί – ποιοι είναι, πόσοι είναι, πόσο αξιόπιστοι είναι και τι στοχεύσεις έχουν.

Άρα, λοιπόν, θέλω να τονίσω ότι εμείς μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα κινηθούμε. Και βέβαια, θα περιμένω να ακούσω και τη δική σας θέση, γιατί θέσατε μια ερώτηση, αλλά δεν είπατε ποια είναι η θέση του δικού σας κόμματος.

Τέλος, για το μνημόνιο: επειδή μιλήσατε για το κόστος του μνημονίου, θέλω να σας πω ότι και εμείς, στις διαπραγματεύσεις που κάναμε πρόσφατα, στις 11 Μαρτίου, μειώσαμε το κόστος του μνημονίου από την αποπληρωμή που θα κάνουμε, κατά 6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Και αυτό, γιατί προχωράμε με αξιοπιστία σε ένα πρόγραμμα. Και όσο υπάρχει αυτή η αξιοπιστία και συνεχίζουμε με βούληση την εφαρμογή ενός προγράμματος εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας, για μια βιώσιμη οικονομία, τόσο θα μπορούμε να διαπραγματευόμαστε και καλύτερες διαδικασίες, και καλύτερους όρους, σε σχέση με το χρέος της χώρας μας.

Όσο για τον Dominique Strauss-Kahn, νομίζω ότι δεν μπορεί παρά να με ρωτήσει ο κ. Τσίπρας γι’ αυτό το θέμα, οπότε αφήστε να το πούμε στην επόμενη ερώτηση!

Διαβάστε επίσης