Ο Γιώργος Α. Παπανδρέου (16 Ιουνίου 1952) είναι Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πολιτικός, βουλευτής και πρώην πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (8 Φεβρουαρίου 2004 – 18 Μαρτίου 2012), ενώ διετέλεσε και 11ος πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (6 Οκτωβρίου 2009 – 11 Νοεμβρίου 2011), μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009.

Γιώργος Α. Παπανδρέου

Ελλάδα – Κίνα: Δύο πολιτισμοί συνομιλούν για το χθες, το σήμερα, το αύριο | ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.11.2019

Ο Γ. Παπανδρέου από το Web Summit | 07.11.2019

Δήλωση Γιώργου Α. Παπανδρέου με αφορμή και την Παγκόσμια Ημέρα του Δασκάλου | 05.10.2019

Ο Γ. Παπανδρέου στη Νέα Υόρκη για το κλίμα | 23.09.2019

«Η καθημερινή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών περνάει και από το περιβάλλον» | Δήλωση 14.07.2019

«Ο αγώνας που δίνουμε, είναι αγώνας για την ανασυγκρότηση της χώρας» | Δήλωση 27.06.2019

Παπανδρέου από το ΕΑΠ: «η δημιουργικότητα, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, θα πρέπει να είναι ο οδηγός μας» | Δήλωση | 26.06.2019

 

Άρθρο του Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην ειδική έκδοση της εφημερίδας «Η Καθημερινή»: «Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ένωση 30 χρόνια μαζί»

Γιώργος Α. Παπανδρέου
«Η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας συνοδεύτηκε από βήματα θετικά, αλλά μετέωρα»

«Από την εποχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης Άνθρακα μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη δημιουργία του κοινού νομίσματος, η διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτέλεσε ένα πρωτοφανές εγχείρημα. Αφορμή υπήρξαν οι αιματηροί Παγκόσμιοι Πόλεμοι και όραμα έγινε η ειρήνη και η συνεργασία των λαών.

Ο σεβασμός των συνόρων καθώς και των δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνέθεσαν ένα περιβάλλον ασφάλειας. Οι κοινές βιομηχανικές και αγροτικές πολιτικές δημιούργησαν συνέργειες και κοινά οικονομικά συμφέροντα. Υιοθετήθηκαν πολιτικές συνοχής, προόδου και θεσμοί μεγαλύτερης δημοκρατικής συμμετοχής και εκπροσώπησης με αλλεπάλληλες αλλαγές των Ευρωπαϊκών Συνθηκών.

Το πείραμα αυτό αναμφισβήτητα πέτυχε τους στόχους της ειρήνης, της οικονομικής προόδου και της εμπέδωσης της δημοκρατίας, τόσο για την ίδια την Ευρώπη, όσο και για κάθε λαό ξεχωριστά. Τρεις δεκαετίες μετά την ένταξη της πατρίδας μας στην τότε ΕΟΚ, μπορούμε πλέον με ασφάλεια να πούμε ότι το πρόσημο της κοινής μας πορείας προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση υπήρξε αναμφισβήτητα θετικό.

Η χώρα μας, εξερχόμενη τότε από σχεδόν μισό αιώνα πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων, στο πλαίσιο της ΕΟΚ κατάφερε να χτίσει ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, να ωφεληθεί αναπτυξιακά και να μειώσει τις κοινωνικές και τις οικονομικές ανισότητες με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η ένταξη της χώρας μας στο ενιαίο νόμισμα επισφράγισε αυτή την πορεία προόδου της πατρίδας μας και της κοινωνίας μας, με οφέλη που σήμερα βλέπουμε πιο καθαρά, στο μέσο αυτής της πρωτόγνωρης κρίσης που βιώνουμε.

Παρ’ όλα αυτά, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, δεν συνοδεύτηκε με τις απαραίτητες θεσμικές αλλαγές. Ιδιαίτερα στη λειτουργία του κράτους, της αυτοδιοίκησης, της δικαιοσύνης, του τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και της παιδείας. Έγιναν βήματα, αλλά έμειναν μετέωρα. Δεν πραγματοποιήσαμε μια δική μας «glasnost» ή «περεστρόικα» όπως τα κράτη μέλη της πρόσφατης διεύρυνσης. Πολλές παθογένειες, αντί να αντιμετωπιστούν ριζικά, όπως το πελατειακό κράτος, επιβίωσαν. Μάλιστα, μερικές από αυτές γιγαντώθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερης ευημερίας όπου αποφεύγονταν επώδυνες αλλαγές σε πολλούς τομείς, από τον αγροτικό τομέα μέχρι τον κρατικό μηχανισμό.

Τα 30 χρόνια που πέρασαν, με την Ελλάδα πλήρως ενσωματωμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η πατρίδα μας δεν αξιοποίησε αυτή την ευκαιρία όσα θα μπορούσε για να αλλάξει οριστικά και να βάλει σταθερές βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον για τους πολίτες της. Παρά τα πολλά θετικά βήματα, δεν φροντίσαμε να εμβαθύνουμε τους δημοκρατικούς μας θεσμούς, να δημιουργήσουμε ένα βιώσιμο, δίκαιο και αποτελεσματικό Κράτος πρόνοιας, μια εξωστρεφή και ανταγωνιστική οικονομία, που θα εξασφάλιζε την αυτονομία μας και την πρόοδό μας για πολλές δεκαετίες.

Όλα αυτά μας οδήγησαν και στη σημερινή κρίση, που στα συμπτώματά της είναι κυρίως δημοσιονομική, όμως οι αιτίες της δημιουργίας της βρίσκονται στην εδώ και χρόνια αδυναμία μας να αλλάξουμε δομές και νοοτροπίες που κυριάρχησαν για δεκαετίες. Σήμερα, ολόκληρος ο Ελληνικός λαός δίνει μια πρωτοφανή μάχη για να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Βάζοντας τάξη στα δημοσιονομικά μας, αλλάζοντας το Κράτος, ώστε να γίνει μικρότερο, ευέλικτο και να στέκεται πραγματικά δίπλα στον πολίτη, δημιουργώντας μία εξωστρεφή οικονομία, βασισμένη στην πράσινη ανάπτυξη και στην καινοτομία, σπάζοντας δεσμά, πελατειακές λογικές και πρακτικές αδιαφάνειας που κυριάρχησαν παντού. Σε όλο αυτό το δύσκολο εθνικό εγχείρημα, παρά τις αμφιταλαντεύσεις και τα προβλήματα, η ΕΕ τελικά στάθηκε δίπλα μας, βοηθώντας την Ελλάδα να αποφύγει μια βέβαιη χρεοκοπία.

Όμως την ίδια στιγμή με την Ελλάδα ολόκληρη η Ευρώπη βρίσκεται σε μια μεγάλη κρίση, σε ένα σημείο καμπής της ιστορίας της. Η ανολοκλήρωτη Οικονομική Ένωση και η ατολμία της ΕΕ να προχωρήσει τις απαραίτητες θεσμικές και πολιτικές αλλαγές, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, η απουσία μιας ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής σε επίπεδο Ένωσης και η ανάγκη προσαρμογής του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου στις σημερινές συνθήκες έχουν δημιουργήσει ανασφάλεια και εσωστρέφεια σε ένα μεγάλο τμήμα των συμπολιτών μας σε όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ. Οι λαοί της Ευρώπης έχουν συχνά την αίσθηση ότι η ΕΕ είναι αδύναμη να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, την ίδια ώρα που όχι μόνο η πατρίδα μας, αλλά και χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία αντιμετωπίζουν μεγάλες και παρόμοιες δυσκολίες.

Το σημερινό δίλλημα της ΕΕ είναι μεταξύ της εθνικιστικής εσωστρέφειας ή της βαθύτερης ολοκλήρωσης. Η εσωστρέφεια θα δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο αδυναμίας να απαντήσουμε στις απαιτήσεις μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας αλλά και στις απειλές π.χ. της κλιματικής αλλαγής, του μεταναστευτικού ρεύματος ή της αλλαγής στη Μεσόγειο και στον Αραβικό κόσμο. Και θα δοκιμαστεί η συνοχή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Αντιθέτως, η βαθύτερη συνεργασία και ολοκλήρωση της ειρήνης θα δώσει ισχυρές απαντήσεις στα παραπάνω θέματα κάνοντάς μας πρωτοπόρους και ανταγωνιστικούς. Γιατί μόνο σε υπερεθνικό επίπεδο μπορούμε να βρούμε λύση στα προβλήματα που μας ταλανίζουν. Μέσα σε ένα πλαίσιο αλληλεγγύης, κοινών επενδύσεων και εκπλήρωσης των δεσμεύσεων από όλες τις πλευρές. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα, άλλωστε, γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και εξαπλώθηκε στη βάση των δεσμών της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Από εκεί πρέπει να πιάσουμε πάλι το νήμα, να αποτελέσει η κρίση αυτή ευκαιρία για όλη την Ευρώπη και να επαναφέρουμε το πνεύμα αυτό στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής δράσης. Σπάζοντας τους εύκολους εθνικισμούς, αλληλοκατηγορίες και προκαταλήψεις. Προωθώντας και ενισχύοντας κρίσιμες πολιτικές, όπως είναι η εγκαθίδρυση μιας πραγματικής οικονομικής διακυβέρνησης που δεν θα περιορίζεται σε έναν απλό συντονισμό των οικονομιών.

Η κρίση που βιώνουμε μας απέδειξε ότι χρειάζονται τολμηρές αποφάσεις που προωθούν την πολιτική και οικονομική ενοποίηση της ΕΕ, δίχως τις οποίες η ΕΕ θα είναι μια αγορά που θα άγεται και θα φέρεται από τις διαθέσεις των διεθνών κερδοσκόπων. Στην προσπάθειά αυτή, η Ελλάδα είναι και θα είναι πρωταγωνίστρια. Και οι μεγάλοι κερδισμένοι από αυτήν την νίκη, θα είμαστε όλοι εμείς, οι πολίτες της Ενωμένης Ευρώπης.

Διαβάστε επίσης